ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ


kion1ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

 

(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Α. Π. ΡΕΓΚΑΚΟΥ

«ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ»

Λήψη του αρχείου

Βίος

Το έτος γέννησης. Η σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για τη ζωή του Θουκυδίδη είναι το έργο του. Ό, τι μαρτυρείται, τόσο στη λεπτομερή βιογραφία που μας παραδίδεται με το όνομα του Μαρκελλίνου (5ος/6ος αι. μ.Χ.) όσο και σε άλλες αρχαίες πηγές, βασίζεται κατά κανόνα στην ερμηνεία των πληροφοριών που δίνει ο ίδιος ο ιστορικός.[1] Η ηλικία του Θουκυδίδη προκύπτει από την πρώτη κιόλας πρόταση του έργου του, σύμφωνα με την οποία ο ιστορικός ασχολήθηκε με την καταγραφή των γεγονότων του Πελοποννησιακού πολέμου ευθύς μόλις άρχισαν οι εχθροπραξίες, διότι έκρινε ότι η σύγκρουση αυτή θα απέβαινε ο σημαντικότερος και ο αξιολογότερος από κάθε προηγούμενο πόλεμος (1.1.1). Αργότερα διαβάζουμε ότι το 424 ανέλαβε το αξίωμα του στρατηγού στη Θράκη (4.104.4) και ότι βίωσε τον 27χρονο πόλεμο (5.26.5): αἰσθανόμενος τε τῇ ἡλικίᾳ και προ­σέχων την γνώμην, ὅπως ἀκριβές τι εἴσομαι (σε ηλικία που μου επέτρεπε να έχω ήρεμη κρίση και να παρακολουθώ τα γεγονότα με προσοχή, ώστε να μαθαίνω τα πράγματα με ακρίβεια). Βάσει αυτών των στοιχείων ως terminus ante για τη χρονολογία γέννησής του μπορεί να θεωρηθεί το 454 π.Χ., αν μάλιστα ληφθεί επίσης υπόψη ότι για το αξίωμα του στρατηγοί’ απαιτούνταν ως κατώτατη ηλικία αυτή των 3(1 ετών συνεπώς, το έτος γέννησης του ιστορικού πρέπει να τοποθετη­θεί μεταξύ του 4(10 και του 454[2]

 

Καταγωγή και γένος. Στο χωρίο 4.104.4 (τόν ἑτερον στρατηγόν τῶν ἐπί Θράκης, Θουκυδίδηντόν Όλόρου, ὅς τάδε ξυνέγραψεν: στον άλλο στρατηγό της περιφέρειας Θράκης, τον Θουκυδίδη του Ολόρου, ο οποίος γράφει την ιστορία αυτή) μνημονεύεται το όνομα του πατέρα του ιστορικού, Όλορος. Πρόκειται για θρακικό όνομα που απαντά επίσης στο γένος των Φιλαϊδών, της αθηναϊκής οικογένειας στην οποία ανήκαν μεταξύ άλλων ο Κίμων και ο νικητής του Μαραθώνα, ο Μιλτιάδης. Η συνωνυμία ανάμεσα στον πατέρα του Θουκυδίδη και στον πεθερό του Μιλτιάδη (Ηρόδ. 6.39 και 41), αλλά και η πληροφορία (Μαρκελλ. 17) ότι ο τάφος του ιστορικού βρισκόταν μπροστά από τις Μελιτίδες πύλες στην Αθήνα, όπου υπήρχαν τα «Κιμώνεια μνήματα», επιβεβαιώνει τη συγγενική σχέση του ιστορικού με το γένος αυτό. Το μέρος, άλλωστε, ήταν ξακουστό στην αρχαιότητα (Ηρόδ. 6.103.3). Συνεπώς μπορούμε να εμπιστευθούμε τον Πολέμωνα, τον περιηγητή του 2ου αιώνα π.Χ., στον οποίο χρωστάμε την πληροφορία αυτή· στον ίδιο χρωστάμε και το όνομα του δήμου του Θουκυδίδη, του Αλιμούντα (Μαρκελλ. 16 και 55: ο Μαρκελλίνος, στηριζόμενος στο σύγγραμμα του Πολέμωνα Περίἀκροπόλεως, παραθέτει την επιτύμβια επιγραφή Θουκυδίδης Όλόρου Ἁλιμούσιος. Ο Θουκυδίδης, λοιπόν, συνδεόταν συγγενικά με τον σημαντικότερο πολιτικό αντίπαλο του Περικλή, τον Κίμωνα. Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν τον εμπόδισε να εκτιμήσει βαθύτατα τον ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης· μαρτυρίες αυτής της εκτίμησης προσφέρει άφθονες το ίδιο το ιστορικό του έργο.

 

Ο λοιμός και η στρατηγία. Δύο ακόμη σημαντικές βιογραφικές πληροφορίες αντλούνται απευθείας από το έργο του Θουκυδίδη: η προσβολή του ιστορικού από τον λοιμό το 430 (2.48.3 αὐτός τε νοσήσας και αὐτος ἰδών ἄλλους πάσχοντας) και η εκλογή του στο αξίωμα του στρατηγού στη Θράκη το 424 π.Χ. Όπως γράφει ο ίδιος, είχε εγκατασταθεί στη Θάσο, ενώ ο συνάδελφός του, ο στρατηγός Ευκλής, υπερασπιζόταν την Αμφίπολη. Ο Σπαρτιάτης Βρασίδας, ο οποίος διεξήγε επιχειρήσεις στην περιοχή, μόλις έμαθε ότι ο Θουκυδίδης είχε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των χρυσωρυχείων εκείνης της περιοχής της Θράκης και ότι «ως εκ τούτου ήταν ένας από τους ισχυρότερους άνδρες εκεί» (4.105.1: ὁ Βρασίδας … πυνθανόμενος τόν Θουκυδίδην κτῆσίν τε ἔχειν τωνχρυσείων μετάλλων εργασίας ἐν τῇ περί ταῦτα Θράκῃ καί ἀπ αὐτοῦ δύνασθαι ἐν τοῖς πρώτοις τῶν ἠπειρωτῶν), ξεκίνησε με το στράτευμά του νυχτερινή πορεία εναντίον της Αμφίπολης τον χειμώνα του 424/423 π.Χ. Φθάνοντας, έκανε δελεαστικές προτάσεις στους κατοίκους της πόλης, τις οποίες εκείνοι αποδέχτηκαν αμέσως έτσι ο Βρασίδας εισήλθε στην Αμφίπολη, ενώ ο Ευκλής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Ο Θουκυδίδης, ανταποκρινόμενος στην έκκληση του Ευκλή για βοήθεια, είχε ήδη αποπλεύσει εσπευσμένα από τη Θάσο με 7 πλοία, δεν μπόρεσε, όμως, να φθάσει εγκαίρως στην Αμφίπολη· κατόρθωσε μόνο να κρατήσει το λιμάνι τής Ηιόνας. Εξαιτίας της στρατιωτικής αυτής αποτυχίας καταδικάστηκε σε 20ετή εξορία από την Αθήνα, όπως γράφει ο ίδιος (5.26.5 καί ξυνέβη μοι φεύγειν τήν ἐμαυτοῦ ἔτη εἴκοσι μετά τήν ἐς Ἀμφίπολιν στρατηγίαν, μετά τη στρατηγία μου στην Αμφίπολη εξορίστηκα είκοσι χρόνια από την πατρίδα μου). Κατά πόσο ο ιστορικός ήταν (συν)ένοχος στην απώλεια της Αμφίπολης είναι ένα αμφισβητούμενο μεταξύ των σύγχρονων μελετητών του ζήτημα. Τα στοιχεία τα οποία μας προσφέρει ο ίδιος, που αποτελεί και τη μοναδική πηγή πληροφοριών μας, δεν επαρκούν για να εξιχνιάσουμε το θέμα.[3] Σχετικά με τη ζωή του ιστορικού μετά το 424 π.Χ. βαδίζουμε εντελώς στα σκοτεινά· δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς πέρασε τα 20 χρόνια της εξορίας του· πληροφορούμαστε μόνο, και πάλι από τον ίδιο, τα ακόλουθα (δ.26.5) : καί γενομένῳ παρ’ άμφοτέροις τοῖς πράγμασι. και οὐχ ἧσσον τοῖς Πελοποννησίων διά την φυγήν, καθ’ ἡσυχίαν τιαὐτῶν μᾶλλον αἐσθέσθαι (σχετίστηκα με τις δύο παρατάξεις, ιδίως με τους Πελοποννήσιους, κι έτσι μπόρεσα να παρακολουθήσω με ηρεμία τα γεγονότα)· μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι πιθανότατα ταξίδεψε αρκετά, συνομίλησε με προσωπικότητες και από τα δύο στρατόπεδα και επισκέφθηκε πεδία μαχών.

Το έτος θανάτου. Ο Θουκυδίδης επέστρεψε στην Αθήνα μετά το τέλος του πολέμου, στις αρχές του 403 π.Χ., αν θεωρήσουμε ακριβή τα στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος στο χωρίο 5.26.5 που μόλις παραθέσαμε (20 χρόνια εξορίας μετά την πτώση της Αμφίπολης, η οποία σημειώθηκε στην αρχή του χειμώνα του 424/423). Σύμφωνα με τον Παυσανία (1.23.9), ο ιστορικός ανακλήθηκε ύστερα από την έγκριση ειδικού ψηφίσματος από την εκκλησία του δήμου, το οποίο πρότεινε κάποιος Οινόβιος. Η χρονολογία θανάτου του παραμένει άγνωστη· το μόνο βέβαιο είναι ότι πέθανε μετά το 404 π.Χ., καθώς τρία σημεία στο έργο του προϋποθέτουν πέραν πάσης αμφιβολίας το τέλος ολόκληρου του 27χρονου πολέμου (2.65.12, 5.26.1 και 6.15.4). Ένας κατάλογος αρχόντων από τη Θάσο, που δημοσιεύθηκε το 1983, μνημονεύει για το έτος 397 π.Χ. κάποιον Λίχαν Ἀρκεσιλάου. Αν ταυτίσουμε το πρόσωπο αυτό με τον ομώνυμο Σπαρτιάτη, τον θάνατο του οποίου αναφέρει ο ιστορικός στο χωρίο 8.84.5, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι ο Θουκυδίδης βρισκόταν ακόμα στη ζωή κατά το έτος αυτό. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι βέβαιο.[4] Το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη μας προσφέρει και άλλες ενδείξεις, οι οποίες δυστυχώς δεν μας βοηθούν να καθορίσουμε με σιγουριά ένα terminus post quem για το έτος θανάτου του· στις ενδείξεις αυτές ανήκει ο έπαινος του Αρχέλαου από τη Μακεδονία (δολοφονήθηκε το 399 π.Χ.),[5] τον οποίο πρέπει να συνέταξε αμέσως μετά τον θάνατό του, η ((προφητεία» του Αλκιβιάδη ότι η Σπάρτη θα απελευθερώσει τους Έλληνες της Μικράς Ασίας από τους Πέρσες (8.46.3),[6] κάτι το οποίο, βέβαια, επαληθεύτηκε με τον Θίβρωνα (400), τον Δερκυλλίδα (399) και τον Αγησίλαο (396). Τέλος, στις ενδείξεις αυτές συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι στο χωρίο 3.116 δεν γίνεται καμία μνεία της έκρηξης του ηφαιστείου της Αίτνας το 396 π.Χ., η οποία μαρτυρείται από τον Διόδωρο (14.59.3).

Η σύγχρονη έρευνα για το θουκυδίδειο έργο

Το θουκυδίδειο ζήτημα. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα στην έρευνα, ιδίως τη γερμανόγλωσση, κυριαρχούσε το λεγόμενο θουκυδίδειο ζήτημα, το θέμα δηλαδή της σύνθεσης και της ενότητας του έργου.[7] Διαφορετικά από ό, τι συμβαίνει στις περιπτώσεις του Ηρόδοτου και του Ομήρου, στις οποίες η διερεύνηση του τρόπου και του χρόνου σύνθεσης έχει τεθεί πλέον στο περιθώριο, η σύνθεση της Ιστορίας του Θουκυδίδη εξακολουθεί να απασχολεί και τη νεότερη έρευνα. Η μελέτη σχετικά με τη σύνθεση νομιμοποιείται, στην περίπτωση του Αθηναίου ιστορικού, απολύτως, καθώς στηρίζεται στα εξής δύο αδιάσειστα στοιχεία: πρώτον, το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη παρέμεινε ημιτελές, αφού, παρά τη ρητά εκπεφρασμένη πρόθεση του ιστορικού (5.26.1), η αφήγηση δεν φτάνει έως την κατάλυση της αθηναϊκής αρχής (404), αλλά έως το ‘ill π.Χ., και, δεύτερον, η ενασχόληση του ιστορικού με το έργο του, κατά δήλωση και πάλι του Θουκυδίδη (5.26), προϋποθέτει ένα διάστημα μεγαλύτερο από τη συνολική διάρκεια του 27χρονου πολέμου. Βάσει, λοιπόν, των στοιχείων αυτών, ερωτήματα που αφορούν τη ζωή, την πνευματική εξέλιξη (τη μεταβολή στις αντιλήψεις του ιστορικού) ή άλλα περισσότερο τεχνικά ζητήματα (χρόνος και τρόπος συγγραφής των τμημάτων του έργου) είναι, ασφαλώς, εύλογα, ακόμα και όταν δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε σαφή απάντηση.

Η «αναλυτική τάση». Το θουκυδίδειο ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά από τον F.W.Ullrich, πριν από 150 και πλέον έτη, ο οποίος θεμελίωσε την «αναλυτική» κριτική με το σύγγραμμά του Beitrage zur Erklarung des Thukvdidrs (1845/1846). Αφετηρία για τον I 11 rich αποτέλεσε η παρατήρηση ότι στο προοίμιο του έργου δεν γίνεται καμία αναφορά στην 27χρονη συνολική διάρκεια του πολέμου’ μόλις στο λεγόμενο δεύτερο προοίμιο (5.26) ο ιστορικός αναγνωρίζει τον δεκαετή Αρχιδάμειο πόλεμο, την ανακωχή των ετών 421-415, τη λεγάμενη ειρήνη του Νικία, τη Σικελική εκστρατεία και τον Δεκελεικό πόλεμο ως επιμέρους τμήματα του συνολικού πολέμου, αιτιολογώντας με συγκεκριμένα επιχειρήματα την άποψή του. Οι παρατηρήσεις αυτές, καθώς και άλλες κειμενικές ενδείξεις, οδήγησαν τον Ullrich στο συμπέρασμα ότι η σύνθεση της Ιστορίας έγινε σε δύο φάσεις και ότι συνεπώς αυτή βασίστηκε αντιστοίχως σε δύο διαφορετικά σχεδιάσματα. Κατά τον Γερμανό μελετητή, λοιπόν, ο Θουκυδίδης σκόπευε αρχικά να περιγράψει τον δεκαετή πόλεμο’ συνειδητοποιώντας όμως, κατά τη διάρκεια της ειρήνης του Νικία, ότι ο πόλεμος δεν είχε λήξει οριστικά, διέκοψε για τον λόγο αυτόν τη συγγραφή του (περίπου στα μέσα του 4ου βιβλίου), για να συνθέσει το υπόλοιπο έργο μετά τη συνθηκολόγηση της Αθήνας και την επιστροφή του από την εξορία. Χωρία στο πρώτο μέρος του έργου τα οποία αναφέρονται στην εποχή μετά το 404 – οι λεγόμενες ενδείξεις όψιμης σύνθεσης (ο γερμανικός όρος που επικράτησε στην έρευνα είναι Spiitindizicn) – αποτελούν ίχνη τής εκ των υστέρων επεξεργασίας του υλικού από τον ιστορικό, ενώ οι λεγόμενες ενδείξεις πρώιμης σύνθεσης (Kriihindizicn) αποδεικνύουν τη συγγραφή της ιστορίας του Αρχιδάμειου πολέμου κατά τη διάρκεια της ανακωχής μετά το 421. Ενώ ο Ullrich και οι διάδοχοί του εξέτασαν το ζή­τημα της συγγραφής του θουκυδίδειου έργου κυρίως από λογοτεχνική άποψη, με τον Ε. Schwartz (1919) η έρευνα παίρνει νέα τροπή, καθώς εστιάζει πλέον στο θέμα της εξέλιξης των απόψεων του ιστορικού. Ο ίδιος ο Schwartz στηριζόμενος στις μεθόδους της ομηρικής ανάλυσης και εξετάζοντας τις αντιφάσεις, τις διττογραφίες και τις αδυναμίες της σύνθεσης (δείκτες μιας τέτοιας αδυναμίας αποτελούν, κατά τον Schwartz, τα έγγραφα που ενσωματώνονται αυτολεξεί στο έργο και διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο) προσπαθεί να αποδείξει ότι ο ιστορικός επεξεργάστηκε ριζικά εκτενή τμήματα του έργου του μετά το 404. Η επεξεργασία αυτή ήταν το αποτέλεσμα ενός εντελώς νέου τρόπου θεώρησης των γεγονότων: δηλαδή ο Θουκυδίδης, ενώ στην αρχή έκρινε ότι οι Κορίνθιοι ήταν οι κυριότεροι υπεύθυνοι για την έκρηξη του πολέμου, μόνο μετά το 404 π.Χ. μπόρεσε να αντιληφθεί την πραγματική αιτία του πολέμου (την περίφημη ἀληθεστάτην πρόφασιν, όπως την αποκαλεί στο χωρίο 1.23.0), δηλαδή τον φόβο των Σπαρ­τιατών απέναντι στην ολοένα αυξανόμενη αθηναϊκή ισχύ, και να τη διαχωρίσει από τις εξωτερικές αφορμές (αἰτίαι)· μόνο τότε κατέληξε στην άποψη που διατυπώνει στο χωρίο 2.6Γ), ότι οι διάδοχοι του Περικλή, παρεκκλίνοντας σημαντικά από τη συνετή πολιτική του, είναι εκείνοι που ευθύνονταν για την καταστροφή της Αθήνας. Μετά τη διαπίστωση αυτή ο ιστορικός, κατά τον Schwartz, αποφάσισε να δώσει στα πρώτα βιβλία του έργου του τη μορφή μιας «απολογίας του μεγάλου πολιτικού άνδρα», του Περικλή. Διαφορετικά ερμήνευσε τα δεδομένα την ίδια εποχή ο Μ. Pohlenz (1919/1920), που απέρριψε την ιδέα της ριζικής μεταστροφής των απόψεων του Θουκυδίδη και υποστήριξε τη θεωρία της σταδιακής εξέλιξης, η οποία, υποτίθεται, οδήγησε σε βαθύτερη κατανόηση των ιστορικών γεγονότων από τον ιστορικό. Αυτή η εξέλιξη αντικατοπτρίζεται στα δύο διαφορετικά στρώματα των δημηγοριών: στο αρχικό στάδιο συγγραφής ο Θουκυδίδης, πιστός στις μεθοδολογικές αρχές που διατυπώνει στο χωρίο 1.22, παραθέτει τις δημηγορίες όπως πραγματικά εκφωνήθηκαν στο δεύτερο και πιο πρόσφατο στρώμα ανήκουν οι δημηγορίες που επινόησε ο ίδιος, θέλοντας να εκφράσει τον δικό του, προσωπικό, ιστορικό στοχασμό. Στη συνέχεια ο W. Schadewaldt (1929) επιχείρησε, έχοντας ως βάση τα βιβλία για τη Σικελική εκστρατεία -τη σύνταξη των οποίων τοποθετεί μετά το 404 π.Χ.-, να σκιαγραφήσει την εξέλιξη του Θουκυδίδη από «σοφιστή με ιστορικά ενδιαφέροντα» σχετικά με τον δεκαετή πόλεμο, για τον οποίο κύριο ζητούμενο ήταν τα γεγονότα (τά γενόμενα), σε «ιστοριογράφο ο οποίος αναζητούσε την ενότητα που υπόκειται σε έναν μεγάλο αριθμό γεγονότων φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους»’ με άλλα λόγια επιχείρησε να δείξει την εξέλιξή του από έναν «ιστορικό του πολέμου» σε έναν «πολιτικό-ηθικό φιλόσοφο».[8]

Η ενωτική στροφή. Την ενωτική στροφή στην έρευνα εγκαινίασε λίγα χρόνια αργότερα ο Patzcr (1937): έδειξε ότι μερικές μόνο ενδείξεις πρώιμης σύνθεσης αντέχουν σε αυστηρή βάσανο, ενώ οι ενδείξεις όψιμης σύνθεσης είναι και περισσότερες σε αριθμό και διάσπαρτες σε ολόκληρο το έργο. Βάσει της λεπτομερούς ανάλυσης των ενδείξεων αυτών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πνεύμα του συνολικού έργου καθορίστηκε και επηρεάστηκε από την εποχή μετά την καταστροφή του 404 π.Χ.· ταυτόχρονα, θεώρησε ότι είναι «αδύνατο να αποδειχθεί ή έστω να καταστεί πιθανή η ύπαρξη ενός προγενέστερου, αυτόνομου σχεδιάσματος για τον δεκαετή πόλεμο». Ωστόσο, όπως υποθέτει ο Patzer, «ακόμα και αν υπήρξε κάποτε ένα τέτοιο σχεδίασμα, ύστερα από τη μεταγενέστερη επεξεργασία του αφομοιώθηκε και ενσωματώθηκε πλήρως σε αυτό που έχει διασωθεί ως την εποχή μας ως έργο του Θουκυδίδη. Κατά συνέπεια, ο αναγνώστης πρέπει να συνειδητοποιήσει, ότι το πρόσωπο το οποίο διακρίνεται σε διάφορα σημεία του έργου να διαμορφώνει το υλικό του και να εκθέτει τις σκέψεις του εί­ναι ο “όψιμος’’ Θουκυδίδης».[9] Ακολουθώντας τα χνάρια του Patzer, ο J.H.Finley(1940 και 1942) εξέτασε σε ολόκληρο το έργο τις τέσσερις στημονικές ιδέες των Σικελικών βιβλίων [το μέγεθος και το απρόβλεπτο στοιχείο (τό παράλογον) του πολέμου, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δημοκρατικής διακυβέρνησης της Αθήνας ως προς την αποτελεσματική διεξαγωγή του πολέμου]. Παράλληλα, έχοντας διαγνώσει την ενότητα της ιστορικής σκέψης του Θουκυδίδη, ο Finley συνήγαγε το συμπέρασμα ότι το έργο συντάχτηκε μετά το 404 με τη βοήθεια σημειώσεων που ο ιστορικός είχε κρατήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η μονογραφία της J.de Romilly (1947) για τον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό σηματοδοτεί τη λήξη της περιόδου ενασχόλησης με το θουκυδίδειο ζήτημα, αλλά και το (προσωρινό) τέλος της ανάλυσης με τον τρόπο που την εισηγήθηκε ο Schwartz. Η J.de Romilly, αν και θεωρεί δικαιολογημένο το ερώτημα για τη γένεση του έργου, αποδεικνύει με εντυπωσιακό τρόπο ότι τα μέσα της «ανάλυσης» (οι ενδείξεις και οι αντιφάσεις στο θουκυδίδειο έργο) είναι ανεπαρκή. Στην προσπάθειά της να προσεγγίσει το πρόβλημα της δημιουργίας του έργου, διερευνά το θέμα εκείνο που κατέχει κεντρική θέση στον στοχασμό του ιστορικού, δηλαδή το πρόβλημα του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού. J.de Romilly υποστηρίζει τελικά ότι οι απόψεις του Θουκυδίδη για το θέμα αυτό δεν άλλαξαν ριζικά κατά τη διάρκεια της ζωής του· σίγουρα η καταστροφή του 404 αποτελεί, κατά την άποψή της, ένα ορόσημο, δεν σήμανε όμως και μεταβολή των ιστορικών αντιλήψεων, της μεθόδου και της πολιτικής κρίσης του’ απεναντίας, ώθησε τον ιστορικό να προχωρήσει σε βελτιώσεις και να δώσει μεγαλύτερη έμφαση σε ήδη υπάρχοντα χαρακτηριστικά του έργου του: «αντί να το αναθεωρήσει, επειδή δεν συμφωνούσε πλέον με όσα είχε γράψει ή με τον τρόπο με τον οποίο τα είχε γράψει, το αναθεώρησε για να τα εκφράσει καλύτερα ή να εμβαθύνει στη μέθοδο που είχε ήδη υιοθετήσει».[10]

Νεότερες θεωρήσεις. Μετά τον Finley και τη Romilly το ενδιαφέρον για το θουκυδίδειο ζήτημα υποχωρεί αισθητά. Στην έρευνα των τελευταίων δεκαετιών σχετικά με τη σύνθεση του έργου – στον βαθμό βέβαια που την απασχολεί το ζήτημα αυτό – υπερισχύει η ενωτική τάση, η άποψη υπέρ της ενιαίας θεώρησης και κατανόησης της ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου από τον Θουκυδίδη και της συγγραφής του συνολικού έργου μετά το 404 π.Χ. Δεν απουσιάζουν βέβαια και οι «αναλυτικές» φωνές, ιδίως στην αγγλοσαξονική έρευνα.[11] Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της κατεύθυνσης της έρευνας είναι οι A. Andrewes και H. D.Westlake. Ο Andrewes σε διάφορες δημοσιεύσεις του[12] δέχεται μια μερική μεταβολή της αντίληψης του ιστορικού σχετικά με την ἀληθεστάνην πρόφασιν του πολέμου. Τα χωρία 1.23.5 (που τονίζει τις έννοιες αἰτίαι και διαφοραί) και 21-87 (που περιλαμβάνουν τα λεγόμενα Κερκυραϊκά και τα Ποτειδαιατικά) απηχούν, κατά τη γνώμη του, τις προγενέστερες απόψεις του Θουκυδίδη για τον καθοριστικό ρόλο των Κορινθίων ως κύριων υποκινητών του πολέμου. Αντιθέτως, στο χωρίο 1.23.6 (που εισάγει τον όρο ἀληθεστάτη πρό φασις) και στην «Πεντηκονταετία» (1.89-118.2) εκφράζεται η γνώμη που είχε διαμορφώσει αργότερα, μετά το 413. Εξαιτίας των «κενών» τα οποία πιστεύει ότι έχει εντοπίσει στην περιγραφή των σχέσεων Αθήνας και Περσών, ο Andrewes κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα Σικελικά βιβλία (6 και 7) συντέθηκαν μόλις μετά το 413, σε μια εποχή δηλαδή κατά την οποία η σημασία του ρόλου των Περσών στον πόλεμο δεν ήταν ακόμα προφανής. Στην τελευταία του εργασία (1981), στην οποία αναθεωρεί εν μέρει τα προηγούμενα πορίσματά του, ο Άγγλος μελετητής σκιαγραφεί τις διάφορες φάσεις της εργασίας του ιστορικού, την οποία τώρα πια δεν χρονολογεί απόλυτα αλλά μόνο σχετικά: πιστεύει πως το 8ο βιβλίο αποτελεί την παλαιότερη φάση της συγγραφικής δραστηριότητας του Θουκυδίδη, ενώ υποστηρίζει ότι το τμήμα 2.1-4.101 είναι από τα πιο ώριμα δείγματα· στο τμήμα 4.102- 5.13, συνεχίζει ο Andrewes, πλήρης είναι μόνον η εξιστόρηση των γεγονότων στη Θράκη· εξίσου ολοκληρωμένη είναι η περιγραφή της Σικελικής εκστρατείας στα βιβλία 6 και 7· τέλος, το τμήμα 5.27-84 κατέχει, κατά την άποψή του, ενδιάμεση θέση μεταξύ του πρόχειρου σχεδιάσματος του 8ου βιβλίου και των υπολοίπων, λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένων, τμημάτων του έργου. Διαφορετική εξελικτική πορεία διαπιστώνει ο Westlake (1908) που πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης μετέβαλε τις αντιλήψεις του για τον ρόλο του ατόμου στο ιστορικό γίγνεσθαι.[13] Στο δεύτερο μισό του έργου (5.24 κ.ε.) ο ιστορικός, εξαιτίας των επιτυχιών του Αλκιβιάδη κατά την περίοδο 410-407, προβάλλει πλέον, όπως υποστηρίζει ο Westlake, τις προσωπικότητες (Νικίας, Αλκιβιάδης, Δημοσθένης) και όχι τις συλλογικές οντότητες, υπογραμμίζοντας με τον τρόπο αυτόν ότι οι προσωπικότητες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Σε αυτό βέβαια συνέβαλε και το γεγονός ότι, λόγω της εξορίας του, δεν είχε τη δυνατότητα να συλλέξει αρκετές πληροφορίες για ψηφίσματα ή συζητήσεις που λάμβαναν χώρα στις δημόσιες συνελεύσεις των εμπόλεμων πόλεων.[14]

 Η πρόσφατη γερμανόγγλωσση έρευνα. II γερμανόγλωσση έρευνα χαρακτηρίζεται, έως πρόσφατα τουλάχιστον, από μια «συνετή και επιφυλακτική στάση»[15] απέναντι στο θουκυδίδειο ζήτημα. Ο Von Fritz, γνωστός εκπρόσωπος της «αναλυτικής» τάσης στην ηροδότεια έρευνα, υποστηρίζει ότι εξαιτίας της περιορισμένης αποδεικτικής δύναμης των ενδείξεων πρώιμης και όψιμης σύνθεσης δεν μπορούμε να χρονολογήσουμε με ασφάλεια εκτενή αποσπάσματα της Ιστορίας του Θουκυδίδη· επιπλέον, πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να είχε μεταβάλει ριζικά τη βασική του τοποθέτηση κατά την εξέλιξη του πολέμου αλλά και μετά τη λήξη του, όπως ισχυριζόταν ο Schwartz.[16] Αλλά και ο Luschnat, απογοητευμένος από τα πορίσματα των προσπαθειών της «ανάλυσης», καταλήγει ότι «όσον αφορά το θέμα της γένεσης του θουκυδίδειου έργου βρισκόμαστε σε αδιέξοδο … η πορεία εξέλιξης του ιστορικού συνεχίζει να παραμένει άδηλη».[17] Ο Lendle παραδέχεται και αυτός ότι οι ενδείξεις πρώιμης και όψιμης σύνθεσης δεν αποτελούν «αξιόπιστα στοιχεία που να μας βοηθούν να καταλήξουμε σε μια οριστική απόφαση»[18] επιχειρεί την ακριβή χρονολόγηση μόνο της εισαγωγής του ιστορικού έργου (1.1-23), την οποία, όπως θέλει να πιστεύει, ο Θουκυδίδης συνέταξε μετά το 421 και σε συνεχή αντιπαράθεση με τις απόψεις του Ηρόδοτου. Πρόσφατα ο Will (2003) έθεσε εκ νέου το ζήτημα της γένεσης του έργου και προσέφερε μια συνολική εικόνα του τρόπου εργασίας και της εξέλιξης του Θουκυδίδη, εικόνα που πλησιάζει τις παλιές «αναλυτικές» προσεγγίσεις των Ullrich και Schwartz. Κατά τον Will, ο ιστορικός δεν μπορεί να είχε συντάξει το πρώτο σχεδίασμα του έργου πριν από την εξορία του, παρ’ όλο που πρέπει να είχε αρχίσει να κρατά σημειώσεις και να συλλέγει υλικό αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου. Η πρώτη εκδοχή του δεκαετούς πολέμου και της προϊστορίας του, την οποία κατέγραψε κατά τη διάρκεια της ειρήνης του Νικία, φθάνει μέχρι τη μέση του 4ου βιβλίου, καθώς από εδώ και πέρα ο Θουκυδίδης εστιάζει την προσοχή του στη σικελική εκστρατεία. Μετά την έκρηξη του Δεκελεικού πολέμου και συνειδητοποιώντας ότι οι διάφορες φάσεις των πολεμικών επιχειρήσεων αποτελούσαν μία ενότητα, ο Θουκυδίδης, συνεχίζει ο Will, ((αναθεώρησε και επαναπροσδιόρισε στα χρόνια μετά το 404 τον πόλεμο στο σύνολό του».[19] Στη νέα αυτή εκδοχή ο ιστορικός εκφράζεται με σαφήνεια υπέρ της πολιτικής του Περικλή, ενώ στρέφεται εναντίον της πολιτικής των Σπαρτιατών ένα πυκνό δίκτυο δημηγοριών λειτουργεί ως το κατεξοχήν εργαλείο για να διατυπώσει τα τελικά συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις του· το χωρίο 2.65 αποτελεί κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον Γερμανό μελετητή, τον «τελευταίο λόγο» του Θουκυδίδη.[20]

Αφήγηση και δομή. Η «ενωτική» τάση, που εκδηλώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησε – όπως, άλλωστε, συνέβη και στην ηροδότεια έρευνα – στη διεξοδική εξέταση της αφήγησης και της δομής του θουκυδίδειου έργου. Και εδώ, ρηξικέλευθη υπήρξε μια μονογραφία της J. de Romilly (1956). Σε αυτήν η Γαλλίδα ερευνήτρια καταδεικνύει τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο ο ιστορικός, μέσω της διάρθρωσης της αφήγησής του, μέσο.) του πυκνού δικτύου αναλογιών, αντιθέσεων ή αλληλεξαρτήσεων ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του έργου ή και στο εσωτερικό τους, ερμηνεύει και εκφέρει με έμμεσο τρόπο την κρίση του για το εκάστοτε γεγονός.[21] Η V. Hunter (1973), βασιζόμενη στην ανάλυση της de Romilly, παρουσίασε τη στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο κύριων συστατικών στοιχείων του θουκυδίδειου έργου, τον; λόγων και των έργων. Οι διάφορες δημηγορίες ή τα ζεύγη δημηγοριών προεξοφλούν την εξέλιξη μεμονωμένων έργων ή μεγαλύτερων χρονικών περιόδων, και τα έργα αυτά με τη σειρά τους χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν ως ορθά ή εσφαλμένα τα σχέδια των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, η Hunter πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης συνάγει από τα ίδια τα γεγονότα τα κίνητρα και τις προθέσεις των πρωταγωνιστών. Και καθώς τα ίδια τα έργα βασίζονται σε επαναλαμβανόμενα «αφηγηματικά σχήματα» (τυπικούς χαρακτήρες, τυπικά γεγονότα, ακόμα και αλυσίδες τυπικών γεγονότων), προεξοφλούν αυτό που πρόκειται να συμβεί.[22] Με αυτήν την τεχνική ο ιστορικός σχηματίζει δύο κύκλους βιωμάτων, τον σπαρτιατικό στο πρώτο μισό του έργου και τον αθηναϊκό στο δεύτερο μισό αντίστοιχα, καθιστώντας έτσι τον αναγνώστη ικανό να κρίνει τα περασμένα και να εικάσει τα μελλοντικά γεγονότα.

Η μακροδομή του έργου. Λίγα χρόνια αργότερα, ο H.R. Rawlings (1981) επιχείρησε τη λεπτομερή εξέταση της μακροδομής του έργου. Διαπίστωσε ότι μεταξύ των δύο τμημάτων της Ιστορίας στα οποία εξιστορείται ένας δεκαετής πόλεμος (ο Αρχιδάμειος και ο Δεκελεικός) είναι φανερή μια αξιοπρόσεκτη δομική αντιστοιχία. Ο Θουκυδίδης συνέθεσε τα δύο αυτά μέρη με παράλληλη διάρθρωση, θέλοντας συνειδητά να υποστηρίξει την αρχική δήλωση του για «εκείνα που μέλλουν κάποτε να ξαναγίνουν, όπως είναι στη φύση των ανθρώπων, ή τα ίδια ή παρόμοια» (1.22.4 τῶν μελλόντων ποτέ αὖθις κατά τό ἀνθρώπινον τοιοῦτον καί παραπλησίων ἔσεσθαι). Τα βιβλία 1 και 6 λειτουργούν, κατά τον Rawlings, ως εισαγωγές, αφού αναλύουν κάθε φο­ρά τα αίτια των δύο πολέμων περιλαμβάνοντας μια «Αρχαιολογία», (1.1 κ.ε. και 6.1 κ.ε.), μια λεπτομερή αναζήτηση των αιτίων (1.24 κ.ε. και 6.8 κ.ε.) και συνελεύσεις με παράλληλη διάρθρωση (1.67 κ.ε. και 6.33 κ.ε., 1.140 κ.ε. και 6.89 κ.ε. κτλ.). Τα βιβλία 2 και 7 παρουσιάζουν με παρόμοιο τρόπο τα πρώτα χρόνια των συγκρούσεων, ενώ τα βιβλία 3 και 8 πραγματεύονται το κεντρικό θέμα της αποστασίας των συμμάχων (Μυτιλήνη, Χίος) και της στάσεως, της εμφύλιας διαμάχης (Κέρκυρα, Αθήνα). Τέλος, ο Rawlings επιχείρησε βάσει του 4ου και 5ου βιβλίου να σκιαγραφήσει την υποθετική συνέχεια του θουκυδίδειου έργου και να ανασυνθέσει το 9ο και 1()ο βιβλίο σχηματίζοντας παράλληλα αφηγηματικά σχήματα, όπως λόγου χάρη ΙΙύλος (4ο βιβλίο) και Κύζικος (410/409), Βρασίδας (4ο βιβλίο) και Λύσανδρος, «Διάλογος των Μηλίων» (5ο βιβλίο) και ένας υποθετικός «Διάλογος των Αθηναίων» (404). Κύριος σκοπός του ιστορικού, κατά τον H.R Rawlings, είναι η αποκάλυψη αντιθέσεων οι οποίες πρωτίστους υπηρετούν την ερμηνεία των γεγονότων συγχρόνως, ο Θουκυδίδης κάνει ευρεία χρήση της ειρωνείας, η οποία προκύπτει κυρίως από την αφηγηματική αντίστιξη διαφόρων γεγονότων.

Αφηγηματολογικές αναγνώσεις. Σε μία από τις σημαντικότερες μελέτες για τον Θουκυδίδη των τελευταίων δεκαετιών ο Connor (1984) επιχειρεί την αφηγηματική ανάλυση του ιστορικού έργου, η οποία υπαγορεύεται από την πρακτική τής «εκ του σύνεγγυς ανάγνωσης» (close reading) και τη θεωρία της ανταπόκρισης του αναγνώστη (reader- response theory)[23].Ως κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αφηγηματικού ύφους του Θουκυδίδη ο Connor εντοπίζει τη σταδιακή αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών (λ.χ. στο επεισόδιο της Πύλου), την πρόκληση αγωνίας (λ.χ. στο επεισόδιο της Πύλου ή στο τέλος του 6ου και στην αρχή του 7ου βιβλίου), την επιβράδυνση (για παράδειγμα το ταξίδι του Δημοσθένη προς τις Συρακούσες στο 7ο βιβλίο), την ειρωνεία, η οποία προκύπτει από τη διάσταση μεταξύ της γνώσης του αναγνώστη και της άγνοιας που έχουν οι πρωταγωνιστές για την πλοκή (παραδείγματα αποτελούν η δημηγορία του Σθενελαΐδα στο 1ο βιβλίο ή ο τελευταίος λόγος του Περικλή στο 2ο), την αφηγηματική αντίστιξη επεισοδίων και γεγονότων (όπως η αντίστιξη Επιτάφιου και λοιμού), τη διαμόρφωση τυπικών θεμάτων, τυπικών επεισοδίων και «αφηγηματικών σειρών», όπως και την επαναλαμβανόμενη σύγκριση με τους Περσικούς πολέμους, που επιτυγχάνεται μέσω διακειμενικών αναφορών στο ηροδότειο έργο (χαρακτηριστική είναι η σύγκριση αυτή στην περιγραφή της Σικελικής εκστρατείας). Ιδιαίτερα καινοτόμος και ριζικά αποκλίνουσα από τις παλαιότερες «αναλυτικές» προσεγγίσεις είναι η ερμηνεία του 5ου βιβλίου που προσφέρει ο Connor (η αυτολεξεί παράθεση των εγγράφων θεωρείται μέσο ειρωνείας, καθώς έτσι υπογραμμίζεται η αντίφαση μεταξύ των ελπίδων που οι εμπόλεμες πλευρές βάσιζαν σε αυτά και των πενιχρών αποτελεσμάτων των συνθηκών), αλλά και η συνολική θεώρηση του 8ουβιβλίου (ο Connor υποστηρίζει ότι η βαθμιαία εξασθένιση του συλλογικού πνεύματος των Αθηναίων και η ενίσχυση του ατομισμού αντανακλώνται στον κατατεμαχισμό της αφήγησης που τόσο συχνά έχει κατακριθεί).[24] Ο Hornblower (1994), σε μια μελέτη του για τη διαφορετική χρήση των αφηγηματικών μέσων στα ιστοριογραφικά και τα κατεξοχήν λογοτεχνικά κείμενα, ασχολείται, μεταξύ άλλων, και με τα χαρακτηριστικά της θουκυδίδειας αφήγησης. Μεταξύ του έργου του Θουκυδίδη και των λογοτεχνικών (κυρίως ποιητικών) κειμένων ο Hornblower εντοπίζει, διαφορές ως προς τη χρήση των αναχρονιών, ιδιαιτέρως στην εφαρμογή της λεγάμενης αφηγηματικής μετατόπισης, της παρουσίασης μέσοι άρνησης (presentation through negation) και της εναλλασσόμενης εστίασης (swilling localisation), ενο) στα άλλα αφηγηματικά μέσα [για παράδειγμα στην εσωτερική εστίαση (internal localisation), στη θαμιστική επιτάχυνση (iterative Zeitraffung κατά τη γερμανική ορολογία), στις υποθέσεις του μη πραγματικού (counterlactuals ή, όπως προτιμά η de Jong, if-not situations) κ.ο.κ.] οι ομοιότητες είναι μεγαλύτερες. Ο Τ. Hood (1998) σε μια σημαντική μονογραφία, στην οποία συνδυάζει τα πορίσματα της παραδοσιακής θουκυδίδειας έρευνας με τις μεθόδους και τους όρους της αφηγηματολογίας, προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Θουκυδίδης ερμηνεύει την ιστορία έχοντας ως κύριο εργαλείο την αφηγηματική τεχνική του. Κύρια στοιχεία αυτής της τεχνικής αποτελούν οι διάφορες στρατηγικές της διάρθρωσης του χρόνου (η εναλλαγή στον αφηγηματικό ρυθμό, οι αναλήψεις και οι προλήψεις, η περιγραφή ταυτόχρονων γεγονότων, η επιβράδυνση, η αφηγηματική μετατόπιση) και της εστίασης (που έχουν ως αποτέλεσμα να συντηρείται ένας συνεχής διάλογος μεταξύ των πρωταγωνιστών, οι οποίοι βλέπουν τα γεγονότα από μια περιορισμένη οπτική γωνία, και των αναγνωστών, οι οποίοι γνωρίζουν το τέλος της αφήγησης), όπως και οι ποικίλες αλληλεπιδράσεις και αντιστοιχίες μεταξύ των δημηγοριών και της αφήγησης. Στο πνεύμα του Connor και του Krbse, ο Rood διακρίνει στο 5ο και 8ο βιβλίο την προσπάθεια του ιστορικού να προσαρμόσει το αφηγηματικό του ύφος στα συγκεχυμένα γεγονότα και στις άκαρπες ειρηνευτικές προσπάθειες των συγκεκριμένων περιόδων. Με τη μονογραφία της C. Dewald (2005) κλείνει ο κύκλος των σημαντικών μελετών που αφορούν την αφηγηματική δομή του θουκυδίδειου έργου. Η Dewald σημειώνει τρία στάδια στην εξέλιξη του αφηγηματικού ύφους του Θουκυδίδη: την πρώτη φάση αντιπροσωπεύει η έντονα παρατακτική και χρονογραφική περιγραφή του Αρχιδάμειου πολέμου (2.Ι-5.2/ί), στην οποία κυριαρχούν σύντομα, αυτόνομα και με σαφήνεια οριοθετημένα αφηγηματικά τμήματα· στη δεύτερη φάση (5.25-6.7) τα διάφορα κεφάλαια συνδέονται στενότερα μεταξύ τους, ενώ στην τρίτη φάση η υποτεταγμένη πλέον αφήγηση καθίσταται «ενιαία εξιστόρηση». Σύμφωνα με τη Dewald, το 8ο βιβλίο, παρά τον ημιτελή χαρακτήρα του είναι πολύ κοντά από την άποψη της αφηγηματικής τεχνικής με το 6ο και το 7ο βιβλίο.

Θουκυδίδου Ἱστορία: Το περιεχόμενο

Βιβλίο 1

1: Ο πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη υπήρξε για όλου: τους Έλληνες, καθώς και για ένα μέρος των βαρβάρων, η σημαντικότερη αναταραχή (κίνησις) που ξεπέρασε κάθε προηγούμενη.

2-19: Η θέση αυτή τεκμηριώνεται με μια λεπτομερή αποδεικτική διαδικασία στη λεγάμενη «Αρχαιολογία»· το τμήμα αυτό του έργου συνιστά σύντομη έκθεση της ελληνικής ιστορίας, από τις απαρχές της έως την εποχή του ιστορικού, από την οπτική γωνία του σχηματισμού των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Αθήνας και της Σπάρτης.

20-22: Στα κεφάλαια αυτά ο ιστορικός πραγματεύεται τη μέθοδο με την οποία διερευνά και εκθέτει, καταρχάς το απώτερο παρελθόν (20-21) και στη συνέχεια τον Πελοποννησιακό πόλεμο (22).

23: Μέγεθος του Πελοποννησιακού πολέμου και διάκριση μεταξύ των διάφορων αιτιάσεων, που οι δύο πλευρές διατύπωναν δημοσίως (αἰτίαι), και της πραγματικής, βαθύτερης αιτία: της σύγκρουσης (ἀληθεστάτη πρόφασις). Η τελευταία, σύμφωνα με τον ιστορικό, έγκειται στον φόβο που προκαλούσε στους Λακεδαιμόνιους η διαρκώς αυξανόμενη αθηναϊκή δύναμη και η οποία τους «εξώθησε στον πόλεμο» (l.23.6).

24-67: Οι αἰτίαι: τα γεγονότα στην Κέρκυρα και την ΙΙοτείδαια [24-55: η διαμάχη Κέρκυρας και Κορίνθου για την Επίδαμνο οι διαπραγματεύσεις στην Αθήνα (32-36: η δημηγορία των Κερκυραίων 37-43: η δημηγορία των Κορινθίων)· η σύναψη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Αθήνας και Κέρκυρας· η ναυμαχία στα Σύβοτα· η αποχώρηση των Κορινθίων. 56-67: η διένεξη μεταξύ Κορίνθου και Αθήνας για την ΙΙοτείδαια: αποστασία της Ποτείδαιας’ πολεμικές επιχειρήσεις και πολιορκία της ΙΙοτείδαιας από τους Αθηναίους],

66-87: Συνέλευση το>ν Λακεδαιμονίων και απόφαση για την κήρυξη του πολέμου (68-71: ο λόγος των Κορινθίων 72-78: ο λόγος των Αθηναίων 79-85: ο λόγος του Αρχίδαμου 86: ο σύντομος λόγος του Σθενελαΐδα· 87: η ψηφοφορία στη συνέλευση).

89-118.2: Η «πραγματική αιτία» του πολέμου – η Πεντηκονταετία (89.1: οἱ γάρ Ἀθηναίοι τρόπῳ τοιῷδε ἧλθον ἐπί τά πράγματα ἐν οἷsηὐξήθησαν: η δύναμη των Αθηναίων έφτασε στο σημείο στο οποίο είχε αυξηθεί τόσο με τον ακόλουθο τρόπο).

118.3-125: II Πελοποννησιακή συμμαχία αποφασίζει να κηρύξει, τον πόλεμο στην Αθήνα (120-124: δημηγορία των Κορινθίων).

126-145: Εκατέρωθεν διεκδικήσεις (120-127: οι Σπαρτιάτες απαιτούν εξαγνισμό του Κυλώνειου άγους· 128-131: οι Αθηναίοι ζητούν εξαγνισμό του άγους του Παυσανία· 135-138: παρέκβαση για τον Θεμιστοκλή· 139-145: ανταπαίτηση των Σπαρτιατών για «απόδοση ανεξαρτησίας στους Έλληνες», 110- 144: πρώτος λόγος του Περικλή).

Βιβλίο 2

1-5.24: Ο Αρχιδάμειος πόλεμος

1-46: 1ο έτος του πολέμου (431-430 π.Χ.).

1-32: Θέρος: νυκτερινή επιδρομή των Θηβαίων εναντίον των Πλαταιών (Ι­Ο)· πολεμικές προετοιμασίες, εξοπλισμοί και η ελληνική κοινή γνώμη πριν από τον πόλεμο (7-9)· πρώτη εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική [10-23· ομιλία του Αρχίδαμου (11)· παράθεση σε πλάγιο λόγο της ομιλίας του Περικλή (13)]· πολεμικές επιχειρήσεις των Αθηναίων (24-32).

33-40: Χειμώνας (35-40: ο «Επιτάφιος», δηλαδή ο επικήδειος λόγος του Περικλή στη μνήμη τοjv πεσόντων του πρώτου έτους του πολέμου).

47-70: 2ο έτος του πολέμου (430/429).

47-08: Θέρος: ο λοιμός (47-54)· δεύτερη εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική, στην οποία οι Αθηναίοι απαντούν με πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο (55-58)· τρίτος λόγος του Περικλή (50-01)· απολογισμός της πολιτικής του Περικλή και εγκώμιο της προσωπικότητάς του, ερμηνεία της τελικής ήττας των Αθηνών στον πόλεμο (05)· επίθεση των Πελοποννησίων στη Ζάκυνθο, επαφές των Πελοποννησίων με τους Πέρσες, εκστρατεία των Αμπρακιωτών εναντίον του αμφιλοχικού Άργους (00-08).

09-70: Χειμώνας: κινήσεις του αθηναϊκού στόλου, πτώση της ΙΙοτείδαιας.

71-103: 3ο έτος του πολέμου (429/428).

71-92: Θέρος: πολιορκία των Πλαταιών (71-78)· αθηναϊκή ήττα στη Σπάρτωλο, μάχες στη Δύση, ναυμαχία στη Ναύπακτο [79-92′ δημηγορία των Πελοποννησίων στρατηγών (87), ομιλία του Αθηναίου ναυάρχου Φορμίωνα (89)].

93-103: Χειμώνας: επιδρομή των Πελοποννησίων εναντίον της Σαλαμίνας, εκστρατεία του βασιλιά των Οδρυσών Σιτάλκη εναντίον του Μακεδόνα βασιλιά Περδίκκα και των πόλεων της Χαλκιδικής, εκστρατεία και επιχειρήσεις τωνΑθηναίων στην Ακαρνανία.

Βιβλίο 3

1-25: 4ο έτος του πολέμου (428/427 π.Χ.).

1-18: Θέρος: τρίτη εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική (1)· η αποστασία της Μυτιλήνης [2-18· (9-14): η δημηγορία των Μυτιληναίων στην Ολυμπία].

19-25: Χειμώνας: έκτακτη αθηναϊκή πολεμική φορολογία, έξοδος του μισού περίπου πολιορκημένου πληθυσμού από τις Πλαταιές, αποστολή του Σπαρτιάτη Σαλαίθου στη Μυτιλήνη.

26-88: 5ο έτος του πολέμου (427/426 π.Χ.).

 

26-86: Θέρος: τέταρτη εισβολή των Λακεδαιμονίων στην Αττική, κατάληψη της Μυτιλήνης [26-50′ συνέλευση και συζήτηση για τη Μυτιλήνη στην αθηναϊκή εκκλησία του δήμου, δημηγορία του Κλέωνα (37-40), δημηγορία του Διόδοτου (41-48)]’ αθηναϊκή εκστρατεία των Αθηναίων στη νήσο Μινώα, το τέλος των Πλαταιών [51-68· δημηγορία των ΙΙλαταιέων (53-5!)), δημηγορία των Θηβαίων (60-67)]’ εμφύλιος πόλεμος στην Κέρκυρα (στάσις), οι Αθηναίοι στη Σικελία (69-86′ 82-83: η ((παθολογία του πολέμου»).

87-88: Χειμώνας: νέα έξαρση του λοιμού, εκστρατεία τ(ον Αθηναίων εναντίον των νησιών του Αιόλου.

89-116: 6ο έτος του πολέμου (426/425 π.Χ.).

 

89-102: Θέρος: παλιρροϊκά κύματα στην Εύβοια, μάχες στη Σικελία, διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις των Αθηναίων, ίδρυση της Ηράκλειας στη Βοιωτία από τους Σπαρτιάτες, μάχες στη Δυτική Ελλάδα, επίθεση των Πελοποννησίων εναντίον της Ναυπάκτου.

103-116: Χειμώνας: καθαρμός της Δήλου, άλλες μάχες στη Σικελία, έκρη­ξη του ηφαιστείου της Αίτνας.

Βιβλίο 4

1-51: 7ο έτος του πολέμου (425/424 π.Χ.).

1-49: Θέρος: αποστασία της Μεσσήνης από την Αθήνα, πέμπτη εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική, η ήττα των Σπαρτιατών στην Πύλο [1-41· ο λόγος του Δημοσθένη (10)’ η δημηγορία των Σπαρτιατών (17-20)]· αθηναϊκές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Κορίνθου, τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα’ κατάληψη του Ανακτορίου από τους Αθηναίους (42-49).

50-51: Χειμώνας: οι Αθηναίοι συλλαμβάνουν έναν Πέρση απεσταλμένο· κατεδάφιση του τείχους της Χίου.

52-116: 8ο έτος του πολέμου (424/423 π.Χ.).

 

52-88: Θέρος: αθηναϊκή εκστρατεία εναντίον των Κυθήρων, συνέδριο στη Γέλα [52-65· δημηγορία του Ερμοκράτη (59-64)]· αθηναϊκή επίθεση στα Μέγαρα, σχέδια των Αθηναίων εναντίον των Βοιωτών, ο Βρασίδας στη Θράκη [66-88· ομιλία του Βρασίδα στην Άκανθο (85-87)].

89-116: Χειμώνας: ήττα των Αθηναίων στο Δήλιο [89-10]· λόγοι του Παγώνδα (92) και του Ιπποκράτη (96)], ήττα του Δημοσθένη στη Σικυώνα, θάνατος του Σιτάλκη. Ο Βρασίδας καταλαμβάνει την Αμφίπολη και την Τορώνη (102-116).

117-135: 9ο έτος του πολέμου (423/422 π.Χ.).

117-133: Θέρος: συνομολόγηση ανακωχής ενός έτους μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, αποστασία της Σκιώνης και της Μένδης, πορεία του Βρασίδα προς τη Λύγκο, οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν τη Μένδη και πολιορκούν τη Σκιώνη.

134-135: Χειμώνας: μάχη μεταξύ Μαντίνειας και Τεγέας, απόπειρα κατάληψης της ΙΙοτείδαιας από τον Βρασίδα.

Βιβλίο 5

1-24: 10ο έτος του πολέμου (422/421 π.Χ.).

1-12: Θέρος: εκτόπιση των Δηλίων, πολεμικές επιχειρήσεις του Κλέωνα στη Χαλκιδική, ο Φαίαξ στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία, μάχη στην Αμφίπολη, θάνατος του Βρασίδα και του Κλέωνα (λόγος του Βρασίδα: 9).

13-24: Χειμώνας: ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και σύναψη ειρήνης, ζητήματα χρονολόγησης, δυσκολίες στην αποδοχή και εφαρμογή της συνθήκης, (αμυντική) συμμαχία μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας.

25-116: Το διάστημα μεταξύ των δύο φάσεων του πολέμου, η ειρήνη του Νικία.

25-26: το λεγόμενο δεύτερο προοίμιο.

27-39: 11ο έτος του πολέμου (421/420 π.Χ.).

27-35: Θέρος: συμμαχία μεταξύ Άργους, Μαντίνειας, Ηλείας και Κορίνθου, κατάληψη της Σκιώνης από τους Αθηναίους, σκιές στις σχέσεις Σπάρτης και Αθήνας.

36-39: Χειμώνας: κατάληψη της Μηκύβερνας από τους Ολυνθίους, συνασπισμός Σπάρτης και Βοιωτίας.

40-51: Γ2ο έτος του πολέμου (420/419 π.Χ.).

40-50: Θέρος: διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Άργος και στη Σπάρτη, σύναψη συμμαχίας μεταξύ Αθήνας και Άργους με πρωτεργάτη τον Αλκιβιάδη, Ολυμπιάδα.

51: ήττα των Ηρακλειωτών στην Τραχίνα.

52-56: 13ο έτος του πολέμου (419/418 π.Χ.).

52-55: Θέρος: ο Αλκιβιάδης στην Πελοπόννησο, πόλεμος μεταξύ Επιδαύρου και Άργους.

56: Χειμώνας: συνέχιση του πολέμου μεταξύ Επιδαύρου και Άργους.

57-81: 14ο έτος του πολέμου (418/417 π.Χ.).

57-75: Θέρος: μάχη στη Μαντίνεια.

76-81: Χειμώνας: ειρήνη και συμμαχία Σπάρτης – Άργους και Μαντίνειας.

82-83: 15ο έτος του πολέμου (417/416 π.Χ.).

82: Θέρος: το Δίον αποστατεί, ανατροπή του πολιτεύματος στο Άργος. 83: Χειμώνας: εκστρατεία των Σπαρτιατών εναντίον του Άργους, εχθρικές σχέσεις της Αθήνας με τον ΙΙερδίκκα.

84-6.7: 16ο έτος του πολέμου (416/415 π.Χ.).

84-115: Θέρος: εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον της Μήλου [ο διάλο­γος των Μηλίων (84-113)].

116-6.7: Χειμώνας: άλωση της Μήλου.

Βιβλίο 6

6-8.1: Η Σικελική εκστρατεία

1-6: Σικελία.

7: Άργος και Μακεδονία.

8-93: 17ο έτος του πολέμου (4 15/414 π.Χ.).

8-62: Θέρος: συνέλευση στην Αθήνα και συζήτηση σχετικά με τη Σικελία, ο ακρωτηριασμός των Ερμών κεφαλών, ο απόπλους του αθηναϊκού στόλου [8- 32’ 1η δημηγορία του .Νικία (9-14), δημηγορία του Αλκιβιάδη (16-18), 2η δημηγορία του Νικία (20-23)]· η κατάσταση στις Συρακούσες (δημηγορία του Ερμοκράτη: 33-3/γ ο λόγος του Αθηναγόρα: 36-40)· ο διάπλους της Αδριατικής και η άφιξη τοιν Αθηναίων στη Σικελία, σύγκληση πολεμικού συμβουλίου, η ανάκληση του Αλκιβιάδη (η παρέκβαση για τους Πισεισιστρατίδες: 54-59).

63-93: Χειμώνας: πολιορκία τ(ον Συρακουσών, διαπραγματεύσεις με την Καμάρινα, αίτηση για βοήθεια των Συρακουσίων προς τη Σπάρτη [ο λόγος του Νικία προς τους στρατηγούς (68)’ ο λόγος του Ερμοκράτη (76-80) και του Εύ­φημου στην Καμάρινα (82-87)’ ομιλία του Αλκιβιάδη στη Σπάρτη (89-92)].

94-7.18: 18ο έτος του πολέμου (414/4 13 π.Χ.).

94-7.9: Θέρος: προσπάθεια των Αθηναίων να περικυκλώσουν τις Συρακούσες (94-105).

Βιβλίο 7

Άφιξη του Γύλιππου στις Συρακούσες, οι Συρακούσιοι υψώνουν αντιτείχισμα (1-9)·

10-18: Χειμώνας: επιστολή του Νικία (10-13), εκατέρωθεν πολεμικές προετοιμασίες και εξοπλισμοί.

19-8.6: 10ο έτος του πολέμου (413/412 π.Χ.).

19-8.1: Θέρος: οχύρωση της Δεκέλειας, πρώτη ναυμαχία στο λιμάνι των Συρακουσών, Θράκες μισθοφόροι κάνουν επιδρομή κατά της Μυκαλησσού και τη λεηλατούν (19-30)’ 2η και 3η ναυμαχία στο Μεγάλο Λιμάνι των Συρακουσών, άφιξη αθηναϊκών ενισχύσεων υπό τον Δημοσθένη και σπαρτιατικών υπό τον Γύλιππο, 4η ναυμαχία στο Μεγάλο Λιμάνι (3l-.Vi)’ κατάλογος των συμμάχων των Αθηναίων και το)ν Συρακουσών, τελευταία αναμέτρηση στο λιμάνι, ήττα, υποχώρηση και συντριβή του αθηναϊκού στρατού, η τύχη των αιχμαλώτων [55- 87′ οι αγορεύσεις του Νικία και του Γύλιππου προς τους στρατιώτες τους (61- 64 και 66-68)’ ο Νικίας απευθύνει λόγο προς το στράτευμα (77)1.

Βιβλίο 8

1. II είδηση της πανωλεθρίας που υπέστη ο στρατός φτάνει στην Αθήνα.

2-τέλος 8ου βιβλίου: ο Δεκελεικός πόλεμος.

2-6: Χειμώνας: Προετοιμασίες, εξοπλισμοί, εκατέρωθεν διαπραγματεύσεις.

7-60: 20ό έτος του πολέμου (412/411 π.Χ.).

7-28: Θέρος: αποστασία της Χίου και της Μιλήτου, συμμαχία της Σπάρτης με τον ΙΙέρση σατράπη, εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στη Σάμο, μάχες στη Λέσβο.

29-60: Χειμώνας: ο πόλεμος στην Ιωνία: Μίλητος, Χίος, Κλαζομενές, Ερυθρές, Κνίδος, ο Αλκιβιάδης ως σύμβουλος του Τισσαφέρνη, 2η και 3η συνθήκη της Σπάρτης με τους Πέρσες.

61-τέλος 8ου βιβλίου: 21ο έτος του πολέμου (41 1 /4 Η) π.Χ.).

61-τέλος 8ου βιβλίου: Θέρος: κατάλυση της δημοκρατίας στην Αθήνα, νίκη των μετριοπαθών στη Σάμο, ο Αλκιβιάδης και πάλι στρατηγός των Αθηναίων, ανατροπή της ολιγαρχίας στην Αθήνα, απώλεια της Εύβοιας, ναυμαχία στο Κυνός Σήμα.

Η δομή της Ιστορίας

Η χρονογραφική δομή. Το έργο του Θουκυδίδη εμφανίζει κατά την αφήγηση των πολεμικών γεγονότων των βιβλίων 2-8 αυστηρά χρονογραφική δομή: το ιστορικό υλικό οργανώνεται σε επιμέρους ενότητες, έχοντας ως βάση τη διαίρεση του έτους σε θέρος και χειμώνα. Οι ενότητες αυτές υποδιαιρούνται με τη σειρά τους σε μικρότερες, με τη βοήθεια χρονικοί ενδείξεων για την έναρξη, το μέσον και τη λήξη της εκάστοτε εποχής. Ο ιστορικός αριθμεί κάθε έτος του πολέμου χρησιμοποιώντας μια στερεότυπη φράση: ταῦτα μέν ἐτῷ χειμῶνι ἐγένετο. καί [τό] δεύτερον [τρίτον κ.ο.κ.] ἔτος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ τῷδε ὅν Θουκυδίδης ξυνέγραφεν (αυτά συνέβησαν τον χειμώνα εκείνον και έτσι έληξε το δεύτερο [τρίτο κ.ο.κ.] έτος αυτού του πολέμου που συνέγραψε ο Θουκυδίδης). Λυτός ο τρόπος διάρθρωσης του έργου αποτελεί αναμφίβολα καινοτομία του Θουκυδίδη, η οποία σχετίζεται αφενός με τις συνθήκες του πολέμου στην αρχαία Ελλάδα και τις προσωπικές εμπειρίες του ιστορικού από τη συμμετοχή του σε αυτόν, αφετέρου όμως με την επιθυμία και την επιμονή του για ακριβή χρονολόγηση των γεγονότων (5.20.2 κ.ε.). Το θουκυδίδειο μοντέλο δέχτηκε ελάχιστες επιρροές από τις Ιστορίες του Ηρόδοτου ως προς τη συνολική χρονολογική του δομή,[25] η διαρθρωτική όμως συμβολή των χρονικών σημάνσεων (θέρος, χειμώνας, έτος) θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνα τα σημεία του ηροδότειου έργου στα οποία ο ιστορικός απαριθμεί τακτικά τις διαδοχικές κατακτήσεις και απελευθερώσεις της Ιωνίας (1.92.1, 169.2, 5.28, 6.32 και 9.104) ή με τους χρονικούς δείκτες που πλαισιώνουν τις μάχες στην Ιλιάδα. Μέσα σε αυτό το χρονογραφικό πλαίσιο η αφήγηση προχωρά, κατά κανόνα, γραμμικά. Στα βιβλία 2-8 η γραμμικότητά της, η οποία σε επίπεδο μακροδομής είναι εμφανέστατη, ιδίως αν συγκριθεί με τη χαώδη χρονική διάρθρωση του ηροδότειου έργου, ακυρώνεται ενίοτε είτε μέσω των αφηγηματικών αναλήψεων ή προλήψεων είτε μέσω της περιγραφής ταυτόχρονων πράξεων ωστόσο, και στο επίπεδο της μικροδομής μπορούμε να ανιχνεύσουμε αναχρονίες· αντίθετα, η διακοπή της αφήγησης από παρεκβάσεις γεωγραφικού, τοπογραφικού ή εθνογραφικού ενδιαφέροντος (λ.χ. το βασίλειο των Οδρυσών 2.96)[26] ή από καταλόγους (7.57-59: ο κατάλογος των συμμάχων που πήραν μέρος στα Σικελικά) είναι σπάνιο φαινόμενο – η διαφορά με τις ηροδότειες Ιστορίες στο σημείο αυτό είναι μεγάλη.[27]

Αναλήψεις και προλήψεις. Μεταξύ των μεγαλύτερων παύσεων του γραμμικά εξελισσόμενου χρόνου της αφήγησης ανήκουν οι ακόλουθες 11 μείζονες αναχρονίες: οι επτά εκτενέστερες αναλήψεις, «Αρχαιολογία» (1.2-19), «Πεντηκονταετία» (1.89-118), οι τρεις παρεκβάσεις για τον Κύλωνα (1.126), τον Παυσανία (1.128-135) και τον Θεμιστοκλή (1.136-138), η «Αρχαιολογία» της Σικελίας (6.2-5), η παρέκβαση για τους τυραννοκτόνους (6.54-59), όπως και τέσσερις αφηγηματικές προλήψεις, η νεκρολογία για τον Περικλή (2.65), η κρίση για τον Βρασίδα (4.81), το δεύτερο προοίμιο (5.26) και η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Αλκιβιάδη (6.15.3 κ.ε.). Ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη ρητορική-συλλογιστική τους λειτουργία που επιτελούν στα εκάστοτε συμφραζόμενα,[28]                                                                                       οι αναλήψεις -ιδίως οι πιο διεξοδικές από αυτές, δηλαδή η ((Αρχαιολογία» και η ((Πεντηκονταετία»- συμβάλλουν στη διεύρυνση του χρονικού ορίζοντα του έργου, το οποίο κατ’ αυτόν τον τρόπο μοιάζει να περιλαμβάνει ολόκληρη την ελληνική ιστορία. Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί από την άποψη της αφηγηματικής τεχνικής πρωτοτυπία· και οι Ιστορίες του Ηρόδοτου καλύπτουν, όπως είδαμε, ένα διάστημα 80 περίπου χρόνων, το οποίο μέσω αφηγηματικών αναλήψεων και έμμεσων προλήψεων διευρύνεται σημαντικά. Όλες οι θουκυδίδειες προλήψεις, οι οποίες αναφέρονται στην αθηναϊκή ήττα του 404 π.Χ., τοποθετούνται σε στρατηγικά σημεία της αφήγησης. Η νεκρολογία του Περικλή (2.65) απαντά στο σημείο εκείνο στο οποίο οι Αθηναίοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν για τελευταία φορά, αν και μάλλον απρόθυμα, την πολιτική του Περικλή. Στο χωρίο 1.81 προβάλλεται ο Βρασίδας, στο πρόσωπο του οποίου – παρά τον σύντομο βίο του – ενσαρκώνεται για πρώτη φορά η ιδέα μιας δραστήριας σπαρτιατικής πολιτικής, αποτέλεσμα της οποίας θα είναι ύστερα από πολλά χρόνια η κατάληψη της Δεκέλειας και ο αποκλεισμός των Αθηναίων το λεγόμενο δεύτερο προοίμιο του έργου τοποθετείται αμέσως μετά τη συνομολόγηση της επισφαλούς ειρήνης του Νικία, η οποία, όπως φάνηκε ύστερα από λίγα χρόνια, μόνο προσωρινά διέκοψε τον 27χρονο πόλεμο· στο τέλος, λίγο πριν από τη Σικελική εκστρατεία, συστήνεται ο Αλκιβιάδης, ο οποίος υπήρξε ο κύριος υπαίτιος της σημαντικότερης ήττας της Αθήνας στον πόλεμο ((>. 1 Γ>.3 κ.ε.). Η απουσία σημαντικών εξωδιηγητικών προλήψεων, αναφορών δηλαδή σε γεγονότα της μεταπολεμικής εποχής, υπαγορεύεται από το θέμα του έργου και από τη βιογραφία του ίδιου του ιστορικού – ο Θουκυδίδης ασχολήθηκε με τη συγγραφή της σύγχρονής του ιστορίας και πρέπει να πέθανε λίγο μετά τη λήξη του πολέμου. Είναι γνωστό ότι, αντίθετα, όχι μόνο τα ομηρικά έπη αλλά και ο Ηρόδοτος κάνουν ευ- ρεία χρήση αυτού του αφηγηματικού μέσου.

Η περιγραφή ταυτόχρονων πράξεων. Η χρονογραφική, βασικά, δομή του έργου και η πολυπλοκότητα του πολέμου στο σύνολό του, ο οποίος ως κίνησις μεγίστη εκτυλισσόταν σε διάφορα μέτωπα, φέρνουν τον Θουκυδίδη αντιμέτωπο με το κύριο πρόβλημα κάθε σύνθετης αφήγησης, το πρόβλημα της περιγραφής των ταυτόχρονων πράξεων και γεγονότων. Τη βάση της θουκυδίδειας τεχνικής, η οποία εφαρμόζεται με μεγάλη συνέπεια (πράγμα για το οποίο ο ίδιος επικρίθηκε από αρχαίους και σύγχρονους κριτικούς),[29] αποτελεί η «αναλυτική – μεταβατική μέθοδος».[30] Σύμφωνα με την τεχνική αυτή, γνωστή ήδη από τον Όμηρο, ο αφηγητής παρακολουθεί μια πράξη Α μέχρι αυτή να περιέλθει σε κατάσταση αδράνειας, οπότε την εγκαταλείπει και μεταβαίνει στην πράξη Β’ μόλις και αυτή αδρανήσει, ο ποιητής επανέρχεται στην πράξη Α κ.ο.κ. Ο αφηγηματικός συγχρονισμός σφραγίζει τη μακροδομή των ομηρικών επών, ιδιαίτερα τη συνολική δομή της Οδύσσειας. Ωστόσο, και ο Ηρόδοτος ακολουθεί συστηματικά τη μέθοδο αυτή στην περιγραφή της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας, στην οποία προσπαθεί να παρουσιάσει με παραστατικό τρόπο τη σταδιακή προέλαση του περσικού στρατού και ταυτοχρόνως τις αντιδράσεις και τα μέτρα που λαμβάνουν οι Έλληνες.

Ο Gomme (1954, 127 κ.ε.) και η de Romilly (1956, 56 κ.ε.) έδειξαν πρώτοι τον ιστοριογραφικό σκοπό που υπηρετεί αυτός ο τρόπος παρουσίασης των ταυτόχρονων γεγονότων στο έργο του Θουκυδίδη.[31] Ο Gomme αναλύει τη διαρκή εναλλαγή στην αφήγηση ανάμεσα στην εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Βοιωτών και στην αντίστοιχη εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα στο 4ο βιβλίο: κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης αθηναϊκής επιχείρησης εναντίον των Μεγάρων (κεφ. 66-74) αναφέρεται παρεμπιπτόντως ότι ο Βρασίδας προετοιμάζει στη Σικυώνα και την Κόρινθο εκστρατεία κατά της Θράκης (70.1). Ο Βρασίδας ειδοποιεί τους συμμάχους του, τους Βοιωτούς, και σπεύδει ο ίδιος να βοηθήσει τα Μέγαρα. Όταν η κατάσταση στα Μέγαρα περιέρχεται υπό τον έλεγχο της ολιγαρχικής παράταξης και συνεπώς δεν υφίσταται πλέον η αθηναϊκή απειλή, τότε μόνο επιστρέφει ο ίδιος στις προετοιμασίες του (74.1). Στο κεφάλαιο 75 πληροφορούμαστε την ανάκτηση της Αντάνδρου από τους Αθηναίους και τις επιχειρήσεις του Λάμαχου στον Πόντο – πρόκειται για έμμεση υπόμνηση του γεγονότος ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν πως ήταν αναγκασμένοι να κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε πολλά θέατρα του πολέμου ταυτόχρονα. Με τα κεφάλαια 76-77 αρχίζει η επέμβαση των Αθηναίων στη Βοιωτία: πρώτα μνημονεύονται τα μέσα που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν, τα αποτελέσματα που προσδοκούσαν οι Αθηναίοι, καθώς και οι συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές ενέργειες υπό τη διοίκηση των δύο στρατηγών, του Ίππαρχου και του Δημοσθένη. Στα κεφάλαια 78-88 παρακολουθούμε την πορεία του Βρασίδα προς τη Βόρεια Ελλάδα μέσα από τη Θεσσαλία, όπως και τις πρώτες στρατιωτικές του επιχειρήσεις εναντίον του βασιλιά των Λυγκηστών Αρραβαίου και της πόλης Ακάνθου. Με το κεφάλαιο 89 επιστρέφουμε στην αθηναϊκή εκστρατεία στη Βοιωτία (αυτό σημαίνει ότι ο Θουκυδίδης ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης που άφησε στο κεφάλαιο 77), η οποία λήγει με τη βαρειά ήττα των Αθηναίων στο Δήλιο. Λίγο πριν από το τέλος του αποσπάσματος αυτού πληροφορούμαστε την αποτυχημένη απόβαση του Δημοσθένη στη Σικυώνα (101.3-4) και τον θάνατο του βασιλιά των Οδρυσών, του Σιτάλκη, ο οποίος ήταν φιλικά διακείμενος προς την Αθήνα – και οι δύο αυτές σύντομες αναφορές, αν και εκ πρώτης όψεως φαίνονται να διασπούν τη συνοχή της αφήγησης, συμβάλλουν εμμέσως στη διαμόρφωση της γενικής εικόνας των αθηναϊκών αποτυχιών μετά τη Σφακτηρία (πρβ. κεφ. 108). Με το κεφάλαιο 102 ο αφηγητής στρέφει και πάλι το βλέμμα του στις επιχειρήσεις του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα (περιγράφει την πτώση της Αμφίπολης μέχρι το κεφάλαιο 108 και άλλες ενέργειες των Σπαρτιατών μέχρι το τέλος του 4ου βιβλίου). Ο εγκιβωτισμός των αφηγηματικών γραμμών υπηρετεί πρωτίστως την ερμηνεία των γεγονότων και μόνο δευτερευόντως υπαγορεύεται από λόγους χρονολόγησης: το γεγονός ότι κάθε φορά μας προσφέρονται πληροφορίες για τις επιχειρήσεις του Βρασίδα τη χρονική στιγμή κατά την οποία αυτές γίνονται γνωστές και στους Αθηναίους μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τη σημασία των ολέθριων υπολογισμών των Αθηναίων, οι οποίοι όφειλαν να στρέψουν την προσοχή και τις δυνάμεις τους στον βορρά και όχι στη Βοιωτία. Με ένα μικρό μόνο τμήμα του στρατού, ο οποίος θα ηττηθεί στη συνέχεια στο Δήλιο, οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να ανακόψουν την πορεία του Βρασίδα μέσα από τη Θεσσαλία.[32]

Την ίδια ακριβώς μέθοδο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στη συμπυκνωμένη παρουσίαση της Πεντηκονταετίας στο 1ο βιβλίο: η εκστρατεία των Αθηναίων στην Αίγυπτο (από το 460 π.Χ.), της οποίας η περιγραφή αρχίζει στο χωρίο 1.104 και ολοκληρώνεται στο κεφάλαιο 110, παρουσιάζεται παράλληλα με τον πόλεμο κατά της Αίγινας (460-456· 1.105.1-2), με τη νίκη του Μυρωνίδη επί των Κορινθίων (105.3-106.2), την οικοδόμηση των Μακρών Τειχών στην Αθήνα (107.1), την επιχείρηση εναντίον της Τανάγρας (107.2-108.1), τη μάχη στα Οινόφυτα (108.2-3) και με τον περίπλου του Τολμίδη (108.5). Χωρίς αμφιβολία ο στόχος αυτού του τρόπου έκθεσης των γεγονότων δεν είναι μόνο η ακριβής χρονολόγηση’ αυτό το οποίο επιδιώκεται μέσω αυτής της τεχνικής είναι να αποκομίσει ο αναγνώστης την εντύπωση της εκρηκτικής δύναμης της Αθήνας κατά τη διάρκεια της Πεντηκονταετίας. Π αισθητή επιτάχυνση του αφηγηματικού ρυθμού στο δεύτερο μέρος της Πεντηκονταετίας (98-118) συντείνει με τη σειρά της στην προβολή της αθηναϊκής πολυπραγμοσύνης -του στοιχείου που προκάλεσε τον φόβο των Σπαρτιατών απέναντι στην αθηναϊκή δύναμη (την ἀληθεστάτην πρόφασιν του Πελοποννησιακού πολέμου) – ως μιας διαρκώς εντεινόμενης απειλής. Άλλα παραδείγματα αυτού του τρόπου παρουσίασης, όπως αυτός αναλύθηκε από την de Romilly (1956), αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποστολή του αθηναϊκού στόλου στη Σικελία (βιβλίο 6ο) και την άφιξη του Γύλιππου και του Δημοσθένη εκεί (βιβλία 6ο και 7ο).

Η αφηγηματική μετατόπιση. Στο επίπεδο της μικροδομής οι μελετητές αναφέρονται στις πολυάριθμες αναχρονίες χρησιμοποιώντας κατά κανόνα τον όρο αφηγηματική μετατόπιση (narrative displacement), εννοώντας την εκ των υστέρων (σπανιότερα την εκ των προτέρων) μνεία ενός γεγονότος στο σημείο στο οποίο εκδηλώνεται η πραγματική επίδρασή του. Ο S. Hornblower αναγνωρίζει εδώ μια αφηγηματική τεχνική μέσω της οποίας υποβαθμίζεται ένα γεγονός σε ένα ιστορικό έργο[33] – αντίθετα από ό, τι συμβαίνει στη λογοτεχνία, στην οποία ο μυθιστοριογράφος με τη χρήση αυτού του μέσου τοποθετεί κάτι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Ο T. Rood, ωστόσο, δικαιολογημένα τόνισε ότι η συγκεκριμένη τεχνική καθιστά τον αποδέκτη του έργου σύγχρονο θεατή του εξιστορούμενου γεγονότος και ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υποβαθμίζεται, αλλά αντίθετα υπογραμμίζεται η σημασία του.[34] Κλασικό παράδειγμα στο έργο του Θουκυδίδη αποτελεί η απάτη που σοφίστηκαν οι Εγεσταίοι, όταν υποσχέθηκαν στους Αθηναίους πρέσβεις θησαυρού; (ανύπαρκτους στην πραγματικότητα), προκειμένου να παρακινήσουν την Αθήνα να αναλάβει την εκστρατεία στη Σικελία. Τόσο η συγκεκριμένη απάτη όσο και η αποκάλυψή της θα περιγραφούν για πρώτη φορά πολύ αργότερα, όταν το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα θα θελήσει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που του είχαν υποσχεθεί (6.46.3 κ.ε.): «επιτέλους ο αναγνώστης, καθώς πληροφορείται την αλήθεια για το περιστατικό αυτό, μπορεί να εκτιμήσει τη δυσάρεστη έκπληξη που προκάλεσε στους στρατιώτες η αποκάλυψή της … ο Θουκυδίδης φροντίζει να μην αποκαλύψει την απάτη όσο οι Αθηναίοι ενεργούν υπό την επίδρασή της».[35] Παρόμοια τακτική εφαρμόζει ο ιστορικός και όταν διηγείται τα σχετικά με την επιστολή του Νικία προς τη συνέλευση του αθηναϊκού λαού. Το περιεχόμενο της επιστολής γίνεται γνωστό στον αναγνώστη σε ευθύ λόγο όχι κατά τη χρονική στιγμή της σύνταξής της από τον Νικία (7.8.2), αλλά αργότερα, κατά την ανάγνωσή της ενώπιον των συγκεντρωμένων Αθηναίων (7.10-15): «ο αναγνώστης παρακολουθεί κατά κάποιον τρόπο τον κυρίαρχο λαό στην πιο κρίσιμη στιγμή. Ταυτόχρονα, συγκρίνοντας τις αντιδράσεις των Αθηναίων με τις υποδείξεις του Νικία, όπως αυτές περιέχονται στην επιστολή, μπορεί να αξιολογήσει έγκυρα τις αποφάσεις που τώρα λαμβάνονται στην Αθήνα».[36]

Η κατάλυση του χρονογραφικού πλαισίου. Έξω από το χρονογραφικό-γραμμικό πλαίσιο κινείται το 1ο βιβλίο, ενώ το 8ο, και σε μικρότερο βαθμό το 5ο, αν και τηρούν τη χρονογραφική βασική δομή του έργου, καταλαμβάνουν από διάφορες απόψεις ξεχωριστή θέση. Το 1ο βιβλίο εμφανίζει σύνθετη δομή, χωρίς χρονολογικές υποδιαιρέσεις. Ο Θουκυδίδης, θέλοντας να αποδείξει το μέγεθος και την εξαιρετική σημασία του Πελοποννησιακού πολέμου σε σύγκριση με προηγούμενες πολεμικές συγκρούσεις, ανατρέχει, στο τμήμα της «Αρχαιολογίας», σε όλες τις προηγούμενες φάσεις της ελληνικής ιστορίας από την εποχή του Τρωικού πολέμου έως τους Περσικούς πολέμους. Η εξιστόρηση της προϊστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου αρχίζει με τις αιτίας, τις αμοιβαίες «αιτιάσεις» των αντιπάλων, την υπόθεση της Κέρκυρας και της Ποτείδαιας, και φτάνει έως το συνέδριο της Πελοποννησιακής συμμαχίας στη Σπάρτη (435-432 π.Χ.). Ακολουθεί η εκτενής αφηγηματική ανάληψη της Πεντηκονταετίας (89-118.2), στην οποία ο ιστορικός αποδεικνύει ότι αιτία του πολέμου υπήρξε ο φόβος της Σπάρτης απέναντι στην αυξανόμενη αθηναϊκή δύναμη. Στη συνέχεια, ο ιστορικός ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης και διηγείται τα τελευταία γεγονότα πριν από την έναρξη των συγκρούσεων. Με το κεφάλαιο 2.1 αρχίζει η εξιστόρηση του πολέμου με τον αφηγημένο χρόνο να κυλά σχεδόν χωρίς διακοπές, όπως άλλωστε αναγγέλλει και ο ίδιος ο ιστορικός: γέγραπται δέ ἑξῆς ὡς ἕκαστα ἐγίγνετο κατά θέ­ρος καί χειμῶνα (τα έχω γραμμένα με τη σειρά, όπως γίνονταν καλοκαίρι και χειμώνα) (2.1.1). Η βασική δομή του 1ου βιβλίου με τη χρονική-αιτιολογική παλινδρόμηση παρουσιάζει ομοιότητες με το προοίμιο της Ιλιάδας, όπως αυτό έχει αναλυθεί από τον Genette,[37] και σε μικρότερο βαθμό με την εισαγωγή των Ιστοριών του Ηρόδοτου (1.1.1-1.5).

Οι ιδιαιτερότητες του 5ου βιβλίου. Το 5ο βιβλίο, και ιδιαίτερα η εξιστόρηση της «επισφαλούς ειρήνης» του Νικία (5.27 κ.ε.), εμφανίζει ορισμένες ιδιορρυθμίες ως προς τον τρόπο έκθεσης των γεγονότων, οι οποίες εκλαμβάνονται, – κυρίως από την «αναλυτική» κριτική – ως ενδείξεις ότι το έργο είναι ημιτελές: σύμφωνα με τους «αναλυτικούς», ο ρυθμός της αφήγησης είναι ασθματικός,[38] απουσιάζουν οι δημηγορίες σε ευθύ λόγο και οι συνθήκες παρατίθενται αυτολεξεί, κάτι που αντίκειται στους αρχαίους υφολογικούς κανόνες. Το πρώτο και το δεύτερο επιχείρημα μπορούν να ακυρωθούν, αν θεωρηθεί ότι υπάρχει συνειδητή λογοτεχνική πρόθεση: η διά μέσου ξύμβασις («το μεταξύ των δύο πολεμικοί φάσεων διάστημα της ανακωχής», 5.26.2) θα έπρεπε, «καθώς δεν είχε ιδιαίτερη βαρύτητα», να περιγράφει με λιγότερο διεξοδικό τρόπο.[39] Από την άλλη, η επιθυμία του ιστορικού να υπογραμμίσει τον δευτερεύοντα ρόλο που διαδραματίζει στο συνολικό έργο το τμήμα που αναφέρεται στην ειρήνη του Νικία δικαιολογεί την απουσία δημηγοριών (ο «διάλογος των Μηλίων» πρέπει να θεωρηθεί ένα είδος προοικονομίας της Σικελικής εκστρατείας). Παρά ταύτα, η αμηχανία σχετικά με τα έγγραφα και τις συνθήκες που απαντούν στο 5ο βιβλίο παραμένει, ακόμα και όταν η λεπτομερής παράθεσή τους, που έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ουσιαστική αναποτελεσματικότητά τους, έχει προφανώς ειρωνική λειτουργία.[40]

Ο κατακερματισμός της αφήγησης στο 8ο βιβλίο. Το 8ο βιβλίο θεωρούνταν ήδη από την αρχαιότητα ημιτελές, ελλιπές και πρόχειρο σχεδίασμα·[41] τα τελευταία χρόνια η έρευνα κάνει λόγο για κατακερματισμένο ύφος, συνειδητά προσαρμοσμένο στο χαώδες περιεχόμενο,[42] ενώ υπογραμμίζει τις ομοιότητες του ύφους αυτού με το αξεπέραστο αφηγηματικό στιλ των βιβλίων 6 και 7, και χαρακτηρίζει μάλιστα το 8ο βιβλίο «αριστούργημα».[43] Το 8ο βιβλίο διαφέρει από το υπόλοιπο έργο, επειδή σε αυτό η αφήγηση κατακερματίζεται σε ένα πλήθος τόπων, δρώντων προσώπων και πράξεων χωρίς συνοχή. Το στοιχείο αυτό προέρχεται από τη διάσπαση των πολεμικών συγκρούσεων σε πολλά επιμέρους μέτωπα, διάσπαση την οποία έπρεπε να δαμάσει αφηγηματικά ο ιστορικός στο έργο του. Τα πεδία των συγκρούσεων πληθαίνουν αισθητά, ενώ διπλασιάζονται ή και τριπλασιάζονται οι αντίπαλοι: οι μεγάλες δυνάμεις είναι τώρα τρεις (Αθήνα, Σπάρτη και Περσία) και καμία από αυτές δεν παρουσιάζεται ως ενιαίος φορέας δράσης, επειδή ορίζεται από ποικίλες ομάδες, οι πράξεις των οποίων αποτελούν τμήμα της αφήγησης: ριζοσπαστικοί και μετριοπαθείς, ολιγαρχικοί και δημοκρατικοί, ο Αλκιβιάδης ως άτομο, από την αθηναϊκή πλευρά, οι Σπαρτιάτες στρατηγοί οι οποίοι δρουν στην Ιωνία και η σπαρτιατική ηγεσία στη Λακεδαίμονα από την αντίπαλη πλευρά ακόμη και οι Πέρσες εκπροσωπούνται διπλά, από τον Τισσαφέρνη και τον Φαρνάβαζο. Επιπρόσθετα, αυτό που όλοι περιμένουν δεν συμβαίνει τελικά·[44] δικαιολογημένα, λοιπόν, η αφήγηση του 8ου βιβλίου χαρακτηρίστηκε ως «η αφήγηση της αναβολής της προσδοκώμενης λύσης».[45] Το 8ο βιβλίο παρουσιάζει και άλλες αφηγηματικές ιδιαιτερότητες, στις οποίες συγκαταλέγονται η απουσία δημηγοριών σε ευθύ λόγο, η αυτολεξεί παράθεση εγγράφων (8.18, 87 και 58), καθώς και δύο χρονικά άλματα στο παρελθόν στα χωρία 8.45.1 και 63.3. Τα χρονικά αυτά άλματα εισάγονται με τις παραπλήσιες διατυπώσεις «στο μεταξύ αλλά και πιο πριν» (ἐν δέ τούτῳ καί ἔτι πρότερον) και «την ίδια περίπου εποχή ή και λίγο πιο πριν» (ὑπό γάρ τοῦτον τόν χρόνον καί ἔτι πρότερον)· ωστόσο, η ακριβής χρονική θέση και έκτασή τους στο παρελθόν παραμένει ασαφής. Δεν υπάρχει παράδειγμα αντίστοιχο με τις δύο αυτές αφηγηματικές αναλήψεις στο υπόλοιπο έργο του Θουκυδίδη: πουθενά ο ιστορικός δεν διατρέχει για δεύτερη φορά τον αφηγημένο χρόνο τόσο διεξοδικά, ούτε συνθέτει στα προηγούμενα βιβλία μια παράλληλη περιγραφή, η οποία να αφορά την ίδια χρονική περίοδο. Στα αφηγηματικά πρότυπα του Θουκυδίδη η εικόνα ως προς την τεχνική αυτή ποικίλλει: ο Όμηρος φαίνεται να μην κάνει ποτέ τόσο εκτενή αναδρομή στον αφηγημένο χρόνο, ενώ ο Ηρόδοτος επιχειρεί μια μεγάλη κίνηση πίσω στον αφηγημένο χρόνο στο χωρίο 7.145.2 κ.ε., όταν αναφέρεται στα πρώτα αμυντικά μέτρα που έλαβαν οι Έλληνες εναντίον του Ξέρξη: η συνέλευση των Ελλήνων που περιγράφεται εδώ λαμβάνει χώρα σχεδόν έναν χρόνο (συγκεκριμένα το φθινόπωρο του 181 π.Χ.) πριν από το χρονικό σημείο στο οποίο έχει ήδη φτάσει η κύρια αφήγηση της προέλασης του Ξέρξη (7.130: ο Ξέρξης στρατοπεδεύει στα Θερμά, στις αρχές Αυγούστου 480 π.Χ.).

Αφηγηματική τεχνική

Ο θουκυδίδειος αφηγητής. Σε σύγκριση με τον ηροδότειο παντογνώστη αφηγητή, η μορφή του αφηγητή στο έργο του Θουκυδίδη δηλώνει κατά κάποιον τρόπο μια επιστροφή στον Όμηρο. Μολονότι και ο θουκυδίδειος αφηγητής είναι ένας φανερός αφηγητής, οι περιπτώσεις στις οποίες αυτός εμφανίζεται σε πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση είναι τόσο σπάνιες -όπως ακριβώς συμβαίνει και στο έπος -, ώστε σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι η ιστορία εξιστορείται από μόνη της.[46] Οι δύο βασικές λειτουργίες του αφηγητή στις Ιστορίες του Ηρόδοτου, δηλαδή η οργάνωση της αφήγησης και η διεξοδική περιγραφή της δραστηριότητας του ως ἵστορος, είναι άκρως περιορισμένες στον Θουκυδίδη. Ο πρωτοπρόσωπος θουκυδίδειος αφηγητής, υπακούοντας στον αυστηρά συγγραφικό του ρόλο, υπογραμμίζει κάτι που έχει αναφέρει νωρίτερα (5.1.1 και 6.94.1), εξηγεί τη σημασία ενός συγκεκριμένου χωρίου (1.23.5 και 97.2) ή μεταβαίνει σε ένα καινούργιο (2.48.3, 3.90.1, 5.26.6 και 6.54.1). Πολύ περισσότερα είναι τα χωρία στα οποία ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, με την ιδιότητά του ως ιστορικού, εκθέτει τη μέθοδό του (πολύ συχνά στην «Αρχαιολογία», στα μεθοδολογικά κεφάλαια του 1ου βιβλίου ή στο λεγόμενο δεύτερο προοίμιο στην αρχή του 5ου), διατυπώνει ένα συμπέρασμα, μια πρόγνωση, μια. εικασία ή μια άποψη (το τελευταίο παρατηρείται ιδιαίτερα συχνά πάλι στην «Αρχαιολογία» ή στην παρέκβαση για τους ΙΙεισιστρατί- δες, η οποία σκοπό έχει την αναίρεση της διαδεδομένης στην Αθήνα άποψης για τους τυραννοκτόνους, 6.54 κ.ε.) ή εκφράζει ακόμη και άγνοια ή αμφιβολία (3.113.6, 5.68.2, 74.3, 6.60.2 και 7.44.1 κ.ε.· συχνότερα στο 7ο βιβλίο). Χαρακτηριστική είναι επίσης η σχεδόν πλήρης αποχή από την παράθεση διαφορετικών εκδοχών. Εντελώς «ηροδότειο» είναι το χωρίο 2.5.6, στο οποίο οι εκδοχές των Θηβαίων και των Πλαταιέων σχετικά με την απελευθέρωση των Θηβαίων αιχμαλώτων παρατίθενται ως εξής:

 

οἱ δέ Πλαταιεῖς ἔτι διαβουλευομένων αὐτῶν ὑποτοπήσαντες τοιοῦτόν τί ἔσεσθαι καί δείσαντες περί τοῖς ἔξω κήρυκα ἐξέπεμφαν παρά τούς Θηβαίους, λέγοντες ὅτι οὔτε τά πεποιημενα ὅσια δράσειαν ἐν σπονδαῖς σφῶν πειράσαντες καταλαβεῖν τήν πόλιν, τά τέ ἔξω ἔλεγον αὐτοῖς μή ἀδικεῖν εἰ δέ μή, καί αὐτοί ἔφασαν αὐτῶν τούς ἄνδρας ἀποκτενεῖν οὕς ἔχουσι ζώντας· ἀναχωρησάντων δέ πάλιν ἐκ τῆς γῆς ἀποδώσειν αὐτοῖς τούς ἄνδρας. Θηβαῖοι μέν ταῦτα λέγουσι καί ἐπομόσαι φασίν αὐτούς· Πλαταιῆς δ’ οὔχ ὁμολογοῦσι τούς ἄνδρας εὐθύς ὑποσχέσθαι ἀποδώσειν, ἀλλά λόγων πρῶτον γενομενων ἤν τί ξυμβαίνωσι, καί ἐπομόσαι οὔ φασιν.

Οι Πλαταιείς πάλι, ενώ οι Θηβαίοι έκαναν τέτοια σχέδια, υποψιάστηκαν πως θα γινόταν κάτι τέτοιο, κι από φόβο για τους έξω δικούς τους, έστειλαν κήρυκα προς τους Θηβαίους να τους πουν πως ούτε αυτά που έκαναν ήταν δίκαια, που προσπάθησαν να καταλάβουν την πολιτεία τους, ενώ είχαν συνθήκη ειρήνης μεταξύ τους, και να τους συμβουλέψουν να μην ανομήσουν προς τους Πλαταιείς έξω στην ύπαιθρο· αλλιώς, είπαν, θα σκοτώσουν κι αυτοί τους άντρες που έχουν στα χέρια τους ζωντανούς· όμως, αν φύγουν από τον τόπο τους, θα τους αποδώσουν τους πολίτες τους. Αυτά τα λένε οι Θηβαίοι, και προσθέτουν πως πήραν και όρκο γι’ αυτά’ οι Πλαταιείς όμως δεν παραδέχονται πως υποσχέθηκαν να δώσουν πίσω τους αιχμαλώτους αμέσως, αλλά μόνο αν καταλήξουν σε κάποια συμφω­νία αφού κάνουν διαπραγματεύσεις, κι αρνούνται πως ορκίστηκαν.

Εξίσου ασυνήθιστο είναι και το χωρίο 8.87, στο οποίο παρατίθενται οι τρεις διαφορετικές φήμες σχετικά με τα κίνητρα του Τισσαφέρνη – αξίζει να παρατεθεί ολόκληρο, μια και είναι η μοναδική φορά που μπορούμε να παρακολουθήσουμε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο ο ιστορικός σχηματίζει την άποψή του για ένα συγκεκρι­μένο γεγονός:[47]

Τοῦ δ’ αὐτοῦ θέρους Τισσαφέρνης, κατά τόν καιρόν τοῦτον ἐν ῷ μάλιστα διά τέ τἆλλα καί διά. τήν Ἀλκιβιάδου κάθοδον ἤχθοντο αὐτῷ οἱ Πελοποννήσιοι ὡς φανερῶς ἤδη ἀττικίζοντι. Βουλόμενος, ὡς ἐδόκει δή, ἀπολύεσθαι πρός αὐτοϋς τάς διαβολάς, παρεσκευάζετο πορεύεσθαι ἐπί τάς Φοινίσσας ναῦς ἐς Ἄσπενδον, καί τόν Λίχαν ξυμπορεύεσθαι ἐκέλευεν τῇ δέ στρατιᾷ προστάξειν ἔφη Τάμων ἑαυτοῦ ὕπαρχον, ὥστε τροφήν ἐν ὅσῳ ἄν αὐτός ἀπῇ διδόναι. λέγεται δε οὐ κατά ταὐτό, οὐδέ ῥάδιον εἰδέναι τίνι γνώμῃ παρῆλθεν ἐς τήν Ἄσπενδον καί παρελθών οὐκ ἤγαγε τάς ναῦς, ὅτι μέν γάρ αἱ Φοίνισσαι νῆες ἑπτά καί τεσσαράκοντα καί ἑκατόν μέχρι Ἀσπένδου ἀφίκοντο σαφές ἐστι, διότι δέ οὐκ ἦλθον πολλαχῇ εἰκάζεται, οἱ μέν γάρ ἵνα διατρίβῃ ἀπελθών, ὥσπερ καί διενοήθη, τά τῶν Πελοπον- νησίων (τροφήν γοῦν οὐδέν βέλτιον, ἀλλά καί χεῖρον ὁ Τάμως, ᾦ προσετάχθη, παρεῖχεν). Οἱ δέ ἵνα τούς Φοίνικας προαγαγών ἐς τήν Ἄσπενδον ἐκχρηματίσαιτο ἀιφείς (καί γάρ ὡς αὐτοῖς οὐδέν ἔμελλε χρήσεσθαι). ἄλλοι δ’ ὡς καταβοῆς ἕνεκα τῆς ἐς Λακεδαίμονα τοῦ λέγεσθαι ὡς οὐκ ἀδικεῖ, ἀλλά καί σαφῶς οἴχεται ἐπί τάς ναῦς ἀληθῶς πεπληρωμένας. ἐμοί μέντοι δοκεῖ σαφέστατον εἶναι διατριβῆς ἕνεκα καί ἀνακωχῆς τῶν Ἑλληνικῶν τό ναυτικόν οὐκ ἀγαγεῖν, φθορᾶς μέν, ἐν ὅσῳ παρῄει ἐκεῖσε καί διέμελλεν, ἀνισώσεως δέ, ὅπως μηδετέροις προσθέμενος ἰσχυροτέρους ποιήςῃ, ἐπεί, εἰ γέ ἐβουλήθη. διαπολεμῆσαι <ᾶν> ἐπιφανείς δήπου οὐκ ἐνδοιαστῶς· κομίσας γάρ ἄν Λακεδομονίοις τήν νίκην κατά τό εἰκός ἔδωκεν, οἵ γέ καί ἐν τῷ παρόντι ἀντιπάλους μᾶλλον ἤ ὑποδεεστέρως τῷ ναυτικῷ ἀνθώρμουν. Καταφωρᾷ δέ μάλιστα καί ἤν εἶπε πρόφασιν οὐ κομίσας τάς ναῦς. ἔφη γάρ αὐτάς ἐλάσσους ἤ ὅσας βασιλεύς ἔταξε ξυλλεγῆναι· ὁ δέ χάριν ἄν δήπου ἐν τούτῳ μείζω ἔτι ἔσχεν, οὐτ’ ἀναλώσας πολλά τῶν βασιλέως τά τεαὐτά ἀπ’ ἐλασσόνων πρά­ξας.

 

Το ίδιο καλοκαίρι., την εποχή που είχε κορυφωθεί η αγανάκτηση των Λακεδαιμονίων εναντίον του Τισσαφέρνη για άλλους λόγους, αλλά και επειδή είχε επιστρέφει στη Σάμο ο Αλκιβιάδης – οι Πελοποννήσιοι θεωρούσαν ότι είναι πια φανερά με το μέρος των Αθηναίων- ο σατράπης, θέλοντας να δείξει ότι οι εναντίον του διαβολές δεν ήσαν βάσιμες, ετοιμάστηκε να πορευτεί στην Άσπενδο όπου βρισκόταν ο φοινικικός στόλος και παράγγειλε στον Λίχα να τον συνοδεύσει. Είπε ότι θα έδινε εντολή στον ύπαρχό του Τάμω να πληρώνει τον μισθό στον στρατό, όσο αυτός θα έλειπε. Δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί ποιος ήταν ο σκοπός του που πήγε στην Άσπενδο και γιατί δεν έφερε τον στόλο από εκεί. Είναι βέβαιο ότι είχαν φτάσει στην Άσπενδο εκατόν σαράντα επτά καράβια. Υπάρχουν πολλές εκδοχές για να εξηγηθεί το γιατί δεν προχώρησαν πιο πέρα. Άλλοι λένε ότι ο Τισσαφέρνης απουσίασε, ώστε, όπως το είχε σκοπό, να εξαντλήσει τους Πελοποννήσιους – ο Τάμως στον οποίο είχε αναθέσει την εξουσία, δεν τους πλήρωνε καλύτερα, αλλά μάλλον χειρότερα. Άλλοι λένε ότι έφερε τους Φοίνικες στην Άσπενδο για να του δώσουν χρήματα και να τους απολύσει (αφού, οπωσδήποτε, δεν είχε σκοπό να τους χρησιμοποιήσει), άλλοι, τέλος, λένε ότι πήγε στην Άσπενδο εξαιτίας της εναντίον του κατακραυγής των Λακεδαιμονίων, ώστε να πουν ότι δεν τους αδικεί, αλλά ότι όντως πηγαίνει να τους φέρει πραγματικό και επανδρωμένο στόλο. Εγώ νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έφερε τον στόλο είναι φανερός: ήθελε να εξαντλήσει τους Έλληνες και να τους καταντήσει ανίσχυρους. Έλειψε και καθυστέρησε για να τους φθείρει και να διατηρήσει μεταξύ τους την ισορροπία, χωρίς να δίνει σε κανέναν από τους δύο την υπεροχή πηγαίνοντας με το μέρος του. Αν είχε θελήσει να δώσει τέλος στον πόλεμο, τότε θα είχε επέμβει χωρίς ενδοιασμούς. Αν είχε ενισχύσει τους Λακεδαιμόνιους, είναι βέβαιο ότι θα τους έδινε τη νίκη, αφού και τότε ακόμα ήσαν μάλλον ισόπαλοι με τους Αθηναίους παρά κατώτεροί τους. Εκείνο, όμως, που φανερώνει τις προθέσεις του, είναι η πρόφαση που επικαλέσθηκε επειδή δεν έφερε τον στόλο. Είπε, δηλαδή, ότι τα καράβια ήσαν λιγότερα από όσα είχε δώσει διαταγή ο βασιλεύς να συγκεντρωθούν. Αλλά τότε θα είχε κάνει ακόμα μεγαλύτερη εξυπηρέτηση στον βασιλέα, αφού θα είχε επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα με μικρότερα έξοδα.

Άλλες ενδείξεις προδίδουν εμμέσως την παρουσία του αφηγητή στο έργο: εδώ ανήκουν οι αναχρονίες, η αναδρομή και η πρόληψη στον αφηγημένο χρόνο, οι υποθετικές κρίσεις του μη πραγματικού («τι θα είχε συμβεί, αν…»),[48] προτάσεις στις οποίες δηλώνεται η υπεροχή, η μεγάλη σημασία ενός προσώπου ή το τεράστιο μέγεθος ενός πράγματος (1.138.6, 3.17.1, 113.6, 4.81, 7.86.5, 87.5 και 8.96.4), η «θαμιστική επιτάχυνση», με την οποία συχνά επαναλαμβανόμενες πράξεις μνημονεύονται μόνο μία φορά (για παράδειγμα στο 4.66: οι εισβολές των Αθηναίων στη Μεγαρίδα),[49] η παρουσίαση μέσω άρνησης (pre­sentation through negation)[50] ή γενικευτικές δηλώσεις όπως για την ανθρώπινη φύση (4.108.4) ή σχετικά με αυτό το οποίο «συνηθίζει να κάνει το πλήθος» (ὅπερ φιλεῖ ὅμιλος ποιεῖν) (2.65.4· 4.28.3′ 6.63.2′ 8.1.4). Το στοιχείο που διαφοροποιεί τον Θουκυδίδη ως ιστορικό πρόσωπο από τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή είναι η ιδιότητά του ως αθηναίου στρατηγού: για τον ρόλο του αυτόν κατά το 424 π.Χ. μιλάει σε τρίτο πρόσωπο, ενώ μνημονεύει ήδη από την αρχή το πατρωνυμικό του (Θουκυδίδην τον Ὀλόρου), όπως ακριβώς κάνει και με τα άλλα ιστορικά πρόσωπα. Στο τρίτο πρόσωπο, αυτήν τη φορά όμως με το πατριδωνυμικό ’Αθηναίος, αρχίζει το προοίμιό του ως ιστορικός «του πολέμου μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων» (όπως έκαναν ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος στην πρώτη πρόταση του έργου τους) και σε τρίτο πρόσωπο ((σφραγίζει» τη διήγηση στο τέλος (σχεδόν) κάθε πολεμικού έτους [η αρχή γίνεται στο χωρίο 2.70.4: καί τό δεύτεροντος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ τῷδε ὅν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν (και τέλειωσε το δεύτερο έτος του πολέμου αυτού που συνέγραψε ο Θουκυδίδης) και επαναλαμβάνεται στα χωρία 2.103.2, 3.25.2, 88.4, 116.3, 4.51, 135.2, 6.7.4, 93.4, 7.18.4, 8.6.5, 60.3],

Οι δημηγορίες. Οι δημηγορίες (λόγοι), μια προφανής κληρονομιά του ομηρικού και ηροδότειου αφηγηματικού τρόπου, αποτελούν, κατά δήλωση του ίδιου του ιστορικού (1.22), ένα από τα δύο κύρια συστατικά στοιχεία του έργου του – το άλλο είναι τα έργα, οι πράξεις. Στο κεφάλαιο περί της μεθόδου – συγκεκριμένα στο σημείο στο οποίο ο Θουκυδίδης αναφέρεται στις δημηγορίες (1.22.1) – διαπιστώνεται (παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που έχουν καταβάλει οι ερευνητές προκειμένου να αρθεί)[51] μια αντίφαση ανάμεσα στην αξίωση του ιστορικού για αντικειμενικότητα και στη διατύπωση προσωπικών κρίσεων ή προτιμήσεων επομένους δεν μπορεί να συναχθεί τελικό συμπέρασμα για το αν και σε ποιον βαθμό ο Θουκυδίδης αναπαράγει πιστά τις δημηγορίες των πρωταγωνιστών των γεγονότων. Αν εξετάσουμε τις ομιλίες σε ευθύ λόγο, όπως αυτές εμφανίζονται στο έργο του ιστορικού, είμαστε υποχρεωμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι ομιλίες αυτές δεν αποτελούν πιστή καταγραφή των πραγματικών και ότι ο βαθμός της πλασματικότητάς τους είναι κάθε φορά διαφορετικός.[52] Στον Θουκυδίδη πρέπει να αποδοθούν τα εξής: η επιλογή με­ταξύ των λόγων που εκφωνήθηκαν κατά την περίοδο του πολέμου (αφού ασφαλώς δεν έχει περιλάβει στο έργο όλες τις δημηγορίες που του ήταν γνωστές), ένα, άγνωστο πλέον, μέρος του περιεχομένου τους, η μορφή τους αλλά και ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους μέσω ενός δικτύου «συνειρμών» και παραπομπών. Στο έργο παρατίθενται 41 δημηγορίες (εκ των οποίων άλλες εμφανίζονται μεμονωμένες, άλλες σε ζεύγη ή ομάδες), μία πολύ σύντομη αντιλογία (2.71-74 μεταξύ του Αρχίδαμου και των Πλαταιέων) και ένας αρκετά εκτενής διάλογος (5.85-116 μεταξύ των Αθηναίων και των Μηλίων). Επίσης παρατίθενται δημηγορίες σε πλάγιο λόγο, δεν είναι όμως εύκολο να εντοπιστούν και να οριοθετηθούν με ακρίβεια.[53] Οι δημηγορίες διακρίνονται σύμφωνα με την αρχαία παράδοση (Μαρκελλ. 41 κ.ε.) σε συμβουλευτικές (38), δικανικές (2: Πλαταιείς και Θηβαίοι στα χωρία 3.53- 59 και 61-67) και πανηγυρικές («Επιτάφιος»), Μαρτυρούν υψηλό βαθμό ρητορικής επεξεργασίας, ενώ συγχρόνως εμφανίζουν στενή σχέση με τις ρητορικές πρακτικές και θεωρίες του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ.·[54] Οι δημηγορίες αποτελούν συστατικό στοιχείο μιας ευρύτερης δομής, στην οποία ανήκουν η αφήγηση, μία δεύτερη ενδεχομένως δημηγορία- αντίλογος, όπως και άλλες ομιλίες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και τόπους οι οποίες με έμμεσο ή άμεσο τρόπο παραπέμπουν συχνά η μία στην άλλη. Επομένους, οι δημηγορίες λειτουργούν σε δύο επίπεδα: σε αυτό του ακροατηρίου ενώπιον του οποίου (υποτίθεται ότι) εκφωνήθηκαν και στο επίπεδο του αναγνώστη του θουκυδίδειου έργου. «Ο Θου­κυδίδης δεν συντάσσει μια πραγματική ομιλία αλλά την αναπαριστά, και, ενώ στόχος του πραγματικού αγορητή είναι να πείσει το ακροατήριό του, σκοπός του ιστορικού είναι να μας δείξει με ποιον τρόπο και για ποιον λόγο πέτυχαν ή απέτυχαν οι εκάστοτε ομιλητές, να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε, αλλά και να κρίνουμε τον πολιτικό και το ακροατήριό του».[55] Υπό αυτήν την έννοια δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι οι δημηγορίες απηχούν τις προσωπικές απόψεις του ιστορικού.

Η εσωτερική εστίαση. II εσωτερική εστίαση, δηλαδή η διείσδυση στον συναισθηματικό κόσμο και στις σκέψεις των δρώντων προσώπων, η συνεχής, σχεδόν υπερβολική χρήση ρημάτων που δηλώνουν εσωτερικές διεργασίες και αντανακλούν τους συλλογισμούς και τις προθέσεις των πρωταγωνιστών, αποτελούν αναμφίβολα βασικό γνώρισμα του θουκυδίδειου αφηγηματικού τρόπου, το οποίο ανάγεται στο ομηρικό έπος και στον Ηρόδοτο. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί πολύ συχνά την «εσωτερική θέαση», και ο αριθμός των όρων που περιγράφουν τις μύχιες σκέψεις είναι μεγάλος στα ομηρικά έπη·[56] ωστόσο, λόγω του υψηλού ποσοστού ομιλιών σε ευθύ λόγο,[57] δεν μπορούμε να πούμε ότι η εσωτερική θέαση αποτελεί το κατεξοχήν αφηγηματικό μέσο των επών.[58] Στον Ηρόδοτο, ο οποίος συχνά διηγείται στο έργο του ψυχικές διεργασίες,[59] αυτός ο αφηγηματικός τρόπος γίνεται κανόνας.[60] Συχνά ο Ηρόδοτος δηλώνει ρητά ότι οι μύχιες σκέψεις ή τα συναισθήματα των διαφόρων προσώπων, όπως τα καταγράφει στο έργο του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά προσωπικές εικασίες του ίδιου [3.146.1: μίσος (δοκέω), 7.173.4: φόβος (δοκέεινμοι), 238.2: η οργή του Ξέρξη (τεκμήρια), 8.30.2: μίσος (συμβαλλόμενος εὑρίσκω)]· η συντριπτική, ωστόσο, πλειονότητά τους παρατίθεται χωρίς τέτοιου είδους διευκρινίσεις. Στην περίπτωση του Θουκυδίδη ο Schneider (1974) έδειξε ότι η περιγραφή των ιδεών, των συναισθημάτων, των σκέψεων και των προθέσεων των πρωταγωνιστούν δεν μπορεί να θεωρηθεί καταγραφή ιστορικά διαπιστωμένων στοιχείων. Ο ιστορικός, κατά τον Schneider, συνάγει από τα ίδια τα γεγονότα τις σκέψεις και τα κίνητρα των διαφόρων πρωταγωνιστών η διαδικασία αυτή περιγράφεται ρητά στο χωρίο 8.46.5: καί διενοεῖτο τό πλέον οὕτως ὁ Τισσαφέρνης, ὅσα γεπό ταν ποιούμενων ἦν εἰκάσαι (αν κρίνει κανείς από τις πράξεις του, ο Τισσαφέρνης συμμεριζόταν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, τις σκέψεις αυτές). Στον Schneider οφείλεται επίσης η σημαντική διαπίστωση ότι η ανασύνθεση των κινήτρων των ιστορικών προσώπων βάσει των πράξεών τους αποτελεί σημαντικό ιστοριογραφικό μέσο, το οποίο καθιστά «την πορεία των γεγονότων και της δράσης εύλογη και κατανοητή στον αποδέκτη του έργου, εφόσον του προσφέρει τη δυνατότητα να τα βιώσει ξανά». Η διαδικασία μέσω της οποίας ανασυγκροτούνται οι εσωτερικές διεργασίες είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με αυτήν που ακολουθεί ο Θουκυδίδης για την καταγραφή των δημηγοριών. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μια τυπική, ιδεατή ανασύνθεση των σκέψεων ή των δηλώσεων, η οποία βασίζεται είτε σε αποσπασματικές και στρεβλωμένες αναφορές για τα όσα λέχθηκαν (αυτό ισχύει στην περίπτωση των δημηγοριών) είτε στην πραγματική πορεία των γεγονότων, στα εκάστοτε συμφέροντα και στις εκάστοτε επιδιώξεις των ιστορικών προσώπων (αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των εσωτερικών διεργασιών). Τη θεωρία του Schneider σχετικά με τον πλασματικό χαρακτήρα των κινήτρων διαφόρων ενεργειών, όπως καταγράφονται στο έργο του Θουκυδίδη, την έχει υιοθετήσει η έρευνα, αν και συχνά καταβάλλεται προσπάθεια να απαλλαγεί ο ιστορικός από τη μομφή της επινόησης αυτών των κινήτρων. Το να υποθέσουμε με ποιον μίλησε (ή με ποιον μπορούσε να έχει μιλήσει) ο Θουκυδίδης προσωπικά (ή μέσω κάποιου μεσολαβητή) για τις προθέσεις, τα συναισθήματα ή τις προσδοκίες του (με τον Αλκίδα, αλλά όχι με τον Φορμίωνα, με τον Βρασίδα, με τον Δημοσθένη στον Αρχιδάμειο πόλεμο, αλλά όχι κατά τη Σικελική εκστρατεία, όχι με τον Κλέωνα κτλ., είναι μερικές από τις εικασίες που έχουν κατά καιρούς διατυπώσει διάφοροι ερευνητές) είναι, χωρίς αμφιβολία, άσκοπο και μάταιο.[61] Από την άλλη πλευρά είναι επίσης ολοφάνερο ότι κάποιες πληροφορίες είναι αληθινές[62] – όμως ποιες ακριβώς είναι αυτές δεν το γνωρίζουμε, ούτε μπορούμε να το μάθουμε.

Η διάρθρωση της αφήγησης. Η έντεχνη διαμόρφωση της αφήγησης (η αγγλοσαξονική έρευνα χρησιμοποιεί τον όρο narrative pat­terning), η οποία πηγάζει από την οιονεί «αρχιτεκτονικά» δομημένη σκέψη του Θουκυδίδη,[63] είναι βασικό μέσο παραγωγής νοήματος. Αποτελεί μέρος του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο ο Θουκυδίδης διατυπώνει εμμέσως την άποψή του. Ο έμμεσος τρόπος κρίσης, που ο Reinhardt ονόμασε «το μη ειπωμένο», διατρέχει με «απτό και αισθητό τρόπο το έργο του ιστορικού, αναγκάζοντας συνεχώς τον αναγνώστη να συμπληρώνει αυτό που λέγεται από αυτό που αποσιωπάται».[64] Αυτή η έντεχνη διαμόρφωση της αφήγησης προσλαμβάνει διάφορες μορφές: εμφανίζεται (1) ως αλληλεπίδραση μεταξύ αφήγησης και δημηγοριών, (2) ως αντίστιξη και (3) ως κατασκευή ενός δικτύου συνειρμών.

(1) Αλληλεπίδραση μεταξύ αφήγησης και δημηγοριών

Η δεσπόζουσα μορφή της διάρθρωσης της αφήγησης είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ λόγων και έργων.[65] Λόγοι και έργα συνδέονται στενά μεταξύ τους: με τις μεταξύ τους αντιστοιχίες αλληλοεπιβεβαιώνονται ή καταδεικνύουν την αντίθεση μεταξύ σχεδίου και εκτέλεσης, τη σχέση που υπάρχει μεταξύ του ανθρώπινου σχεδιασμού και της πραγματικότητας. Λόγοι μεμονωμένοι ή σε ομάδες προαναγγέλλουν γεγονότα ή και ολόκληρες περιόδους που θα ακολουθήσουν (παραδείγματα αποτελούν η δημηγορία του Αρχίδαμου ή εκείνη του Φορμίωνα στα χωρία 2.11 και 2.89 αντίστοιχα ή η τριάδα λόγων πριν από τη Σικελική εκστρατεία στην αρχή του 6ου βιβλίου). Αλλά και αντιστρόφως, οι λόγοι εν μέρει ή εν όλω επαληθεύονται ή διαψεύδονται εκ των υστέρων από τα ίδια τα έργα

 (2) Αντίστιξη

Σε επίπεδο συνολικής σύνθεσης η διάρθρωση της αφήγησης υλοποιείται μέσω της αντίστιξης διαφόρων αφηγηματικών τμημάτων,[66] μιας τεχνικής που υποχρεώνει τον αναγνώστη να ερμηνεύει τα εκάστοτε γεγονότα βασιζόμενος σε άλλα που συνδέονται οργανικά μαζί τους. Η αντίστιξη τμημάτων της σύνθεσης έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση δραματικής ειρωνείας, η οποία κατεξοχήν θεματοποιεί τη διάσταση μεταξύ σχεδιασμού και εκτέλεσης, τη σχέση μεταξύ των υπολογισμών των ανθρώπων και της πραγματικότητας – ένα βασικό στοιχείο της τραγικής θεώρησης της ιστορίας από τον Θουκυδίδη, όπως έχει κυρίως δείξει ο Stahl (l996/2003). Η άμεση διαδοχή των δύο τμημάτων του θουκυδίδειου έργου που είναι αφιερωμένα στον «Διάλογο των Μηλίων» και στη Σικελική εκστρατεία αποτελεί το πιο γνωστό παράδειγμα αφηγηματικής αντίστιξης. Η παρατακτική σύνδεση των δύο αυτών αθηναϊκών επιχειρήσεων είναι χαρακτηριστική: «οι Μήλιοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν στη διάκριση των Αθηναίων, οι οποίοι σκότωσαν όλους τους ενηλίκους Μηλίους που έπιασαν και υποδούλωσαν τα γυναικόπαιδα. Αργότερα έστειλαν 500 αποίκους και τους εγκατέστησαν στο νησί. Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι σχεδίαζαν να στείλουν στόλο στη Σικελία μεγαλύτερο από εκείνο που είχε πάει με τον Λάχητα και τον Ευρυμέδοντα, και, αν μπορούσαν, να την υποτάξουν. Οι περισσότεροι από τους Αθηναίους δεν ήξεραν ούτε την έκταση της Σικελίας ούτε τον αριθμό των κατοίκων της, Ελλήνων και βαρβάρων, ούτε υποπτεύονταν ότι θα άρχιζαν έναν πόλεμο ο οποίος ελάχιστα θα διέφερε σε σπουδαιότητα από τον πόλεμο εναντίον των Πελοποννησίων» (5.1! 6.Λ-β. 1.1). Με την απότομη αυτή μετάβαση από το ένα θέατρο της αφήγησης στο άλλο η περίπτωση της Μήλου λειτουργεί ολοφάνερα ως προανάκρουσμα της πανωλεθρίας στη Σικελία (και κατ’ επέκταση της τελικής ήττας του 404 π.Χ.), ενώ τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Σικελία αντιβαίνουν, κατά τραγική ειρωνεία (την οποία επιτείνουν λέξεις ή φράσεις που επαναλαμβάνονται αυτούσιες), στις αρχές της αθηναϊκής εξωτερικής πολιτικής, όπως τις διατυπώσουν οι ίδιοι οι Αθηναίοι από θέση ισχύος στον εν λόγω διάλογο. Παραδείγματα αυτού του τρόπου αντίστιξης μπορούν να θεωρηθούν ακόμη η σχέση θέσης-αντίθεσης που υπάρχει μεταξύ του Επιταφίου και της λεπτομερειακής περιγραφής του λοιμού, η οποία ακολουθεί αμέσως μετά τον λόγο του Περικλή, με άλλα λόγια μεταξύ της εικόνας της ακμάζουσας αθηναϊκής δύναμης και της κατάρευσής της από την πανδημία· ως ειρωνική μπορεί να χαρακτηρισθεί η σχέση ανάμεσα στο επεισόδιο της Μυτιλήνης και το επεισόδιο των Πλαταιών στο 3ο βιβλίο, μεταξύ δηλαδή της Αθήνας, της πόλεως τυράννου, η οποία, αν και σε δεύτερο χρόνο, δείχνει επιείκεια και σύνεση τηρώντας μια ορθή πολιτικά στάση, και της Σπάρτης, του απελευθερωτή της Ελλάδας, η οποία ύστερα από μια δίκη-παρωδία καταδικάζει σε θάνατο τους Πλαταιείς που είχαν παραδοθεί. Τέλος, και το 4ο βιβλίο δομείται κυρίως βάσει της αντιθετικής παρουσίασης της αθηναϊκής επιτυχίας και της σπαρτιατικής ήττας στη Σφακτηρία, και της ανατροπής τους στη Βοιωτία (αθηναϊκή ήττα στο Δήλιο) και τη Βόρεια Ελλάδα (επιτυχίες του Βρασίδα) αντίστοιχα.[67]

(3) Συνειρμοί

Η αφηγηματική διάρθρωση λειτουργεί ωστόσο και μεταξύ απομακρυσμένων τμημάτων του έργου, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους τόσο από δομική όσο και από θεματική άποψη.[68] Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι συνειρμοί μεταξύ δύο αγορεύσεων, που εκφωνούνται σε διαφορετικούς τόπους και αντιπαρατίθενται εν όλω ή εν μέρει ως λόγος και αντίλογος. Γνωστά παραδείγματα αποτελούν ο πρώτος λόγος του Περικλή στην αθηναϊκή εκκλησία του δήμου, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (1.141.2-144.1) αντιστοιχεί σε ένα τμήμα του τρίτου λόγου που οι Κορίνθιοι είχαν εκφωνήσει μερικούς μήνες πριν στη συνέλευση της Πελοποννησιακής συμμαχίας (1.121-122.1), και κάποιες αγορεύσεις στρατηγών, που εκφωνούνται περίπου ταυτόχρονα κάθε φορά μπροστά σε διαφορετικό ακροατήριο, όπως λόγου χάρη ο λόγος του Φορμίωνα πριν από τη ναυμαχία στη Ναύπακτο (2.89) που συνιστά την «απάντηση» στον λόγο των Πελοποννησίων στρατηγών (2.87). Σε αυτήν την ομάδα ανήκουν επίσης η ομιλία σε πλάγιο λόγο του Βρασίδα (4.11.4), η οποία «απαντά» στη σύντομη προσφώνηση του Δημοσθένη στην ΙΙύλο (4.10), ο λόγος του Αθηναίου Ιπποκράτη πριν από τη μάχη στο Δήλιο (4.05), ο οποίος διαμορφώνεται παράλληλα προς την προηγούμενη ομιλία του Βοιωτού στρατηγού Παγώνδα (4.92), ο λόγος του Βρασίδα στο χωρίο 5.9, ο οποίος «απαντά» στις προθέσεις του Κλέωνα, όπως αυτές παρατίθενται από τον ιστορικό στο 5.7 σε πλάγιο λόγο. Τέλος, σε αυτήν την κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε τις αγορεύσεις του Γύλιππου και των Συρακουσίων στρατηγών στο χωρίο 7.66-68 πριν από την καθοριστική αναμέτρηση στο λιμάνι των Συρακουσών, αγορεύσεις οι οποίες «απαντούν» στον λόγο του Νικία που προηγείται (7.61-64).[69] Στο αφηγηματικό, τώρα, τμήμα του ιστορικού έργου παρόμοιου είδους συνειρμοί εμφανίζονται κατά κανόνα με τη μορφή της προοικονομίας· ακόμα και εκτενή τμήματα του έργου φαίνεται να σχετίζονται μεταξύ τους. Η δομή, τα κύρια μοτίβα και οι ρόλοι ορισμένων πρωταγωνιστών στο εισαγωγικό τμήμα του 6ου βιβλίου, δηλαδή στην αρχή της Σικελικής εκστρατείας, μπορούν σε μεγάλο βαθμό να συγκριθούν με τους αντίστοιχους του 1ου βιβλίου, πριν από την έναρξη του Αρχιδάμειου πολέμου: συγκεκριμένα, και στις δύο περιπτώσεις προηγείται μια «Αρχαιολογία», η οποία επικεντρώνεται στην έννοια της δύναμης. Και τις δύο φορές η απόφαση υπέρ της διεξαγωγής του πολέμου λαμβάνεται κατά τη διάρκεια διεξοδικών δημόσιων συζητήσεων, στις οποίες παίρνουν τον λόγο τόσο οι υποστηρικτές του πολέμου όσο και οι αντίθετοι σε αυτόν, προειδοποιώντας για τον μεγάλο κίνδυνο. Τέλος, και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ιστορικός υπογραμμίζει την ἀληθεστάτην πρόφασιν, που λανθάνει πίσω από τις εξωτερικές αφορμές.[70]

Σε μικρότερη τώρα κλίμακα, η παρέκβαση για τον Θεμιστοκλή και τον Παυσανία παραπέμπει στον Περικλή και τον Αλκιβιάδη, και χωρίς αμφιβολία στον Λύσανδρο, τον Σπαρτιάτη στρατηγό που θα καταλάβει την Αθήνα το 404. Στο πρόσωπο του δραστήριου αλλά άτυχου Κορίνθιου Αριστέα, του κύριου αντιπάλου των Αθηναίων στην υπόθεση της ΙΙοτείδαιας -ένα από τα καθοριστικότερα επεισόδια που προηγήθηκαν του πολέμου- προεικονίζεται ο Βρασίδας. Ο νωθρός Σπαρτιάτης Αλκίδας και η αποστασία της Μυτιλήνης στο 3ο βιβλίο από τη μια πλευρά, ο Αλκιβιάδης και η εξέγερση της Χίου από την άλλη, συνιστούν δύο αντιθετικές εικόνες. Επιπλέον, η πανωλεθρία της Αθήνας στη Σικελία -όπως σημειώνει ο ίδιος ο Θουκυδίδης (7.71.7) – παραπέμπει στη Σπαρτιατική ήττα στην ΙΙύλο, τώρα όμως στη θέση των ηττημένων βρίσκονται οι Αθηναίοι. Η τραγική συντριβή του αθηναϊκού στρατού στη Σικελία, στο τέλος του 7ου βιβλίου, έρχεται σε αντίθεση με τη λαμπρή αναχώρηση του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος στην αρχή του 6ου βιβλίου κ.ο.κ.[71]

Αυτή η επανειλημμένη κατασκευή αντιστοιχιών ανάμεσα στην αφηγηματική δομή του έργου και στα θέματα που προβάλλονται είναι επίσης ομηρικής-ηροδότειας προέλευσης. Στις διάφορες εκφάνσεις της αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα αποτελεσματικό μέσο, που προσδίδει ενότητα στο έργο, στοιχείο απαραίτητο σε μεγάλης έκτασης αφηγήσεις. Τόσο στα ομηρικά έπη όσο και στις Ιστορίες του Ηρόδοτου θέματα, μοτίβα, σκηνές ή πρόσωπα εμφανίζουν αντιστοιχίες μεταξύ τους ή αντιπαρατίθενται το ένα στο άλλο, συχνά σε αρκετά απομακρυσμένα μεταξύ τους σημεία της αφήγησης. Από το έργο του Ηρόδοτου αρκεί να θυμίσουμε τον Σκυθικό λόγο, στον οποίο, όπως είδαμε, προεικονίζεται η εκστρατεία του Ξέρξη, καθώς εδώ, όπως αργότερα στον Θουκυδίδη, εμφανίζεται το γνωστό μοτίβο της επανάληψης δύο πολέμων (εκστρατεία κατά των Σκυθών/εκστρατεία του Ξέρξη ~ Αρχιδάμειος/Δεκελεικός πόλεμος).

Η στρατηγική της αγωνίας. Ο Θουκυδίδης μέσω της εξιστόρησης ταυτόχρονων πράξεων διατυπώνει με έμμεσο τρόπο την κρίση του για τα ιστορικά γεγονότα. Ο εγκιβωτισμός ταυτόχρονων πράξεων και γεγονότων, και η απότομη εναλλαγή σκηνών μεταξύ των διαφόρων πεδίων του πολέμου εξυπηρετεί, επίσης, την πρόκληση και διατήρηση του ενδιαφέροντος του αποδέκτη του θουκυδίδειου έργου. Ιδιαιτέρως διαφωτιστική είναι, υπό αυτήν την έννοια, η ανάλυση από την de Romilly του χωρίου που αφορά την αποστολή του Γύλιππου στη Σικελία το καλοκαίρι του 411 και τις ταυτόχρονες προσπάθειες των Αθηναίων να αποκλείσουν τις Συρακούσες από τον υπόλοιπο κόσμο (6.93-7.2).[72] Ο παρολίγον επιτειχισμός των Συρακουσών από τους Αθηναίους, όπως υπογραμμίζεται από τον Θουκυδίδη, επιβεβαιώνει τη (συνολική) του κρίση για τη Σικελική εκστρατεία την οποία διατυπώνει στο χωρίο (2.65.11): καί ὁ ἐς Σικελίαν πλοῦς. ὅς οὐ τοσοῦτον γνώμης ἁμάρτημα ἦν πρός οὕς ἐπῇσαν, ὅσον οἱ ἐκπέμψαντες οὐ τά πρόσφορα τοῖς οἰχομένοις ἐπιγιγνώσκοντες (και η εκστρατεία στη Σικελία, που ήταν όχι τόσο σφαλερή απόφαση από κακή αποτίμηση της δύναμης εκείνων που πήγαιναν να χτυπήσουν, όσο γιατί αυτοί που την έστειλαν δεν εξακολούθησαν να νοιάζονται για το τι χρειαζόταν το εκστρατευτικό σώμα).

Το χωρίο, όμως, αυτό αποτελεί συγχρόνως διδακτικό παράδειγμα του αριστοτεχνικού τρόπου με τον οποίο ο ιστορικός χειρίζεται την αφηγηματική τεχνική της επιβράδυνσης, επιδιώκοντας να προκαλέσει αγωνία. Η σπαρτιατική αφηγηματική γραμμή αρχίζει με τις προετοιμασίες του Γύλιππου για τον απόπλου και το θαλάσσιο ταξίδι προς τη Σικελία (6.93.1-4). Στη συνέχεια, ο ιστορικός παρεμβάλλει την αίτηση για βοήθεια που απευθύνουν από τη Σικελία οι εκεί Αθηναίοι στρατηγοί προς την εκκλησία του δήμου, ζητώντας την αποστολή χρημάτων και ιππικού, και ακόμα σημειώνει (χρησιμοποιώντας τη συνήθη στερεότυπη έκφραση) το τέλος του 17ου έτους του πολέμου (94.5). Ύστερα από αυτό, και με την έναρξη της επόμενης πολεμικής περιόδου, ξεδιπλώνεται η αφηγηματική γραμμή των Αθηναίων: αρχικά πληροφορούμαστε κάποιες ήσσονος σημασίας επιχειρήσεις των Αθηναίων εναντίον των Συρακουσών (94), καθώς και γεγονότα στη Λακεδαίμονα και τη Βοιωτία (95). Στη συνέχεια (90 κ.ε.) ο Θουκυδίδης στρέφει την αφήγηση στις μάχες που διεξάγονται μπροστά από τις Συρακούσες, στην κατασκευή του περιτειχίσματος από τους Αθηναίους και του αντιτειχίσματος από τους Συρακούσιους,[73] έως τη στιγμή που οι τελευταίοι, απελπισμένοι καθώς η επικράτηση των Αθηναίων φαίνεται σίγουρη (103.2), έρχονται σε επαφή με τον Νικία (103.3). Ακριβώς στο σημείο αυτό επανερχόμαστε στην αφηγηματική γραμμή του Γύλιππου (104.1). Ο Σπαρτιάτης στρατηγός βρίσκεται κοντά στη Λευκάδα. Καθώς, όμως, πυκνώνουν οι ειδήσεις από τη Σικελία που κάνουν λόγο για ολοσχερή αποκλεισμό των Συρακουσών εξαιτίας του περιτειχίσματος, ο Γύλιππος χάνει πλέον κάθε ελπίδα για τη σωτηρία της Σικελίας και αποφασίζει να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Κάτω Ιταλίας. Κατευθύνεται λοιπόν προς τον Τάραντα και από εκεί, αφού πρώτα στείλει απεσταλμένους προς τους Θουρίους προσπαθώντας μάταια να τους προσεταιριστεί (104.2), επιχειρεί να αποπλεύσει, όταν ένας σφοδρός βόρειος άνεμος τον φέρνει ξανά πίσω στον Τάραντα – για τον αναγνώστη, που γνωρίζει ότι η κατάσταση στις Συρακούσες βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού και κάθε λεπτό είναι κρίσιμο, ο αφηγηματικός ρυθμός γίνεται αφόρητα βραδύς. Ο Γύλιππος ανελκύει στην ξηρά όσα πλοία είχαν υποστεί ζημιά από την κακοκαιρία και τα επισκευάζει. Στο αντίπαλο στρατόπεδο τώρα ο Νικίας πληροφορείται ότι ο Γύλιππος πλησιάζει, παρ’ όλα αυτά δεν δείχνει ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς πιστεύει ότι ο αριθμός των πλοίων του Σπαρτιάτη αντιπάλου του είναι ασήμαντος (104.3). Ύστερα από μια παρέκβαση αφιερωμένη σε επιδρομές των Αθηναίων στη Λακωνία, που αποτελούν, όπως σημειώνει ο ιστορικός, κατάφωρη παραβίαση της συνθήκης ειρήνης μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης (105), παρακολουθούμε το ταξίδι του Γύλιππου προς τους Λοκρούς (7.1.1). Εκεί οι Σπαρτιάτες μαθαίνουν ότι οι Συρακούσιοι δεν είχαν εντελώς αποκλεισθεί με το περιτείχισμα, και συσκέπτονται για το αν θα πρέπει ((είτε να πλεύσουν στη δεξιά ακτή της Σικελίας και να ριψοκινδυνεύσου να μπουν στις Συρακούσες απ’ τη θάλασσα είτε να παραπλεύσουν την αριστερή ακτή της Σικελίας και να πάνε πρώτα στην Ιμέρα να πάρουν στρατό από εκεί και από όσους άλλους πείσουν να τους βοηθήσουν, και να πάνε στις Συρακούσες από στεριά». Αφού σταματήσουν στο Ρήγιο και στη Μεσσήνη, οι Λακεδαιμόνιοι κατορθώνουν να φτάσουν στην Ιμέρα πριν από την άφιξη μιας μοίρας τεσσάρων πλοίων που είχε στείλει ο Νικίας. Εδώ ο Γύλιππος συγκεντρώνει το στράτευμά του και βαδίζει προς τις Συρακούσες, «ενώ ένα κορινθιακό πλοίο φθάνει στις Συρακούσες, λίγο πριν από τον Γύλιππο. Βρήκε τους Συρακουσίους έτοιμους να κάνουν εκκλησία για να τερματίσουν τον πόλεμο» (7.2.1). Στο σημείο αυτό η αγωνία φτάνει για πρώτη φορά στο αποκορύφωμά της. Οι συγκεντρωμένοι Συρακούσιοι παίρνουν θάρρος και εξέρχονται αμέσως από τα τείχη της πόλης τους πανστρατιά για να προϋπαντήσουν τον Γύλιππο. Οι δύο στρατοί ενώνονται και προχωρούν εναντίον του περιτειχίσματος των Αθηναίων – ο αφηγηματικός ρυθμός επιταχύνεται αισθητά, όσο πλησιάζει περισσότερο η λύση της αγωνίας (7.2.3): «έφτασε τη στιγμή που οι Αθηναίοι είχαν τελειώσει ένα διπλό τείχος έως επτά ή οχτώ στάδια, ως το μεγάλο λιμάνι. Υπολειπόταν ένα μικρό κομμάτι έως τη θάλασσα, και εκεί εργάζονταν ακόμη. Για το άλλο τμήμα του τείχους, πέρα από το κυκλικό, που θα προχωρούσε προς τον Τρωγίλο και προς την άλλη θάλασσα, είχαν κιόλας τοποθετηθεί οι πέτρες στο μεγαλύτερο μήκος του. Εδώ κι εκεί είχαν μισοχτιστεί μερικά τμήματα, ενώ άλλα τα είχαν τελειώσει και τα είχαν αφήσει έτσι». Το συμπέρασμα του Θουκυδίδη διατυπώνεται λακωνικά: «από τόσο μόνο γλύτωσαν τον κίνδυνο οι Συρακούσες» (7.2.4 παρά τοσοῦτον μέν αἱ Συμάκουσαι ἦλθον κιν­δύνου). Η αφήγηση του ιστορικού μάς θυμίζει έντονα τα επεισόδια του επικού παρολίγον.[74]

Ένα άλλο μέσο το οποίο χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αποδέκτη είναι η σταδιακή αποκάλυψη της πορείας της πλοκής. Η τεχνική αυτή διακρίνεται ξεκάθαρα στο επεισόδιο της Πύλου: «στα εισαγωγικά κεφάλαια του 4ου βιβλίου … ο αναγνώστης οδηγείται σταδιακά από μια αρκετά αδιάφορη, σχεδόν περιφρονητική στάση απέναντι στην επιχείρηση των Αθηναίων σε μια σταδιακή συνειδητοποίηση των λεπτομερειών του σχεδίου του Δημοσθένη και σε μια ολοένα αυξανόμενη εστίαση στη δυναμική και τη σημασία του εγχειρήματος. Η Σικελία, η Κέρκυρα και άλλες επιχειρήσεις περνούν στο περιθώριο· η αφήγηση γίνεται πιο ζωντανή και δραματική· αναγνωρίζουμε μια από τις σημαντικότερες εκστρατείες του πολέμου».[75]

Η ίδια τεχνική εφαρμόζεται από τον ιστορικό και στην πορεία του Βρασίδα προς τη Θράκη: ενώ μέχρι το χωρίο 4.8 γίνονται μόνο παρενθετικά ή παρεμπιπτόντως αναφορές στην εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα (4.70.1, 71.2, 78 κτλ.), τώρα (4.8) αυτή περιγράφεται ξεκάθαρα, καθώς ο αναγνώστης πληροφορείται τι ακριβώς επιδίωκε η Σπάρτη με την αποστολή του Βρασίδα. II ομοιότητα με την ομηρική τεχνική της σταδιακής αποκάλυψης των επικείμενων γεγονότων είναι ολοφάνερη.[76]

Οι πηγές

Οι πήγες για την ιστορία τον πολέμου. Σύμφωνα με το χωρίο 1.22, κύρια πηγή τόσο των έργων όσο και των λόγων του Πελοποννησιακού πολέμου αποτέλεσε η άμεση εμπειρία, η αυτοψία του ιστορικού, καθώς και οι δηλώσεις αξιόπιστων μαρτύρων. Και στις δύο περιπτώσεις ο Θουκυδίδης μας διαβεβαιώνει ότι «εξέτασε με κάθε λεπτομέρεια, όσο βέβαια ήταν δυνατό, τις πληροφορίες αυτές». Ωστόσο, σχεδόν ποτέ στην πορεία του έργου του δεν γράφει ρητά ότι η έκθεση των ιστορικών γεγονότων βασίστηκε στην αυτοψία (εξαιρέσεις αποτελούν η περιγραφή του λοιμού στο 2ο βιβλίο και η μάχη γύρω από την Αμφίπολη στο 4ο) ή σε κάποια προφορική πηγή· οι περιπτώσεις στις οποίες το τελευταίο δηλώνεται με ένα αόριστο λέγεται κ.ο.κ. είναι πολύ σπάνιες.[77] Παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο ο Ηρόδοτος δηλώνει τις πηγές του είναι και αυτός σε μεγάλο βαθμό άγνωστος στον Θουκυδίδη· μοναδική εξαίρεση αποτελεί το χωρίο 2.5.6 σχετικά με τη νυκτερινή επίθεση των Θηβαίων εναντίον των Πλαταιών: Θηβαῖοι μέν ταῦτα λέγουσι … Πλαταιῆς δ’ οὐχ ὁμολογοῦσι … (αυτά τα λένε οι Θηβαίοι … οι Πλαταιείς όμως δεν συμφωνούν …). Υποθέσεις σχετικά με τους πληροφοριοδότες του ιστορικού, τις οποίες έχει επανειλημμένως διατυπώσει η έρευνα, βασιζόμενη κατά κανόνα σε βιογραφικές εικασίες (όπως π.χ. στην περίπτωση της εσωτερικής εστίασης), δεν έχουν γι’ αυτόν τον λόγο κανένα έρεισμα στο κείμενο.[78] Σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο, ο οποίος συχνά παραθέτει εναλλακτικές εκδοχές, στο έργο του Θουκυδίδη δεν καταγράφονται σχεδόν ποτέ διαφορετικές εκδοχές για ένα γεγονός ή για την ερμηνεία του (εξαίρεση αποτελεί, όπως είδαμε, το χωρίο 8.87). Πολύ σπάνια επίσης ομολογεί ο ιστορικός ότι δεν κατόρθωσε να εξακριβώσει κάποια πληροφορία.[79] Για τα γεγονότα της εποχής του ο Θουκυδίδης χρησιμοποίησε ως γραπτές πηγές μόνο τα κείμενα των συνθηκών.[80]

Οι πήγες για το παρελθόν. Η ανασύνθεση του παρελθόντος βασίζεται, αν κρίνουμε από τις ενότητες του θουκυδίδειου έργου οι οποίες ασχολούνται με αυτό (την «Αρχαιολογία» του 1ου βιβλίου, την «Πεντηκονταετία», την «Αρχαιολογία» της Σικελίας, την παρέκβαση για τους Πεισιστρατίδες στο 6ο βιβλίο κ.ο.κ.), στην προφορική (ενίοτε αυτό δηλώνεται με το ρήμα λέγεται, λ.χ. 2.102.5) ή τη λογοτεχνική παράδοση, η οποία άλλοτε κατονομάζεται (Όμηρος, Ελλάνικος) και άλλοτε παραμένει ανώνυμη (πρόκειται για τον Ηρόδοτο σε διάφορα σημεία ή τον ιστορικό Αντίοχο από τις Συρακούσες για τη Σικελική «Αρχαιολογία»), Ο Θουκυδίδης ανατρέχει επίσης σε επιγραφές[81] οποίες παρατίθενται πάντα σε έμμετρη μορφή (1.132.2′ 6.54.7 ή 59.3), ή σε επιστολές (1.128.7· 129.3· 137.4).[82]Οι λογοτεχνικές, αρχαιολογικές ή άλλες μαρτυρίες χρησιμοποιούνται στην «Αρχαιολογία» ως ενδείξεις (σημεία, τεκμήρια) για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις συνθήκες του παρελθόντος. Με παρόμοιο τρόπο ο ιστορικός, παρατηρώντας μεταγενέστερα, και συνεπώς πιο γνωστά, γεγονότα, κατά κανόνα τις συνθήκες που κυριαρχούσαν στην εποχή του, εξάγει κατ’ αναλογία συμπεράσματα για την αρχαϊκή εποχή. Η αξιοπιστία όλου αυτού του πληροφοριακού υλικού ελέγχεται για το μακρινό παρελθόν κυρίως με τη βοήθεια ευλογοφανών συμπερασμάτων (εἰκάζειν)[83]

Ιστορική μέθοδος

Προγραμματικές δηλώσεις. ΙΙαρ’ όλο που ο Θουκυδίδης σε πολλά θέματα βαδίζει στα χνάρια του Ηρόδοτου, ως προς τη μέθοδο που εφαρμόζει κατά την έρευνα και παρουσίαση του θέματός του ακολουθεί μια ριζικά νέα αντίληψη. Η προσωπική συμβολή του Αθηναίου ιστορικού δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συλλήβδην ως ένα βήμα από την απουσία κριτικής στάσης στη διατύπωση και εφαρμογή κριτηρίων και μεθόδων ιστοριογραφικής κριτικής – έχουμε, άλλωστε, διαπιστώσει, ότι ο Ηρόδοτος δεν έχει αδιαφορήσει για το ζήτημα της εύρεσης και της αξιολόγησης των πηγών· ωστόσο, «καθοριστικό στην περίπτωση του Θουκυδίδη είναι … το γεγονός ότι ο ιστορικός έχει πλέον συνειδητή εποπτεία των δυνατοτήτων της ιστοριογραφικής κριτικής και των διανοητικών του μέσων. Ο στοχασμός του ιστορικού γύρω από τον τρόπο εργασίας και κριτικής μελέτης αποτελεί την ειδοποιό διαφορά, το ριζικά διαφορετικό και όχι απλώς καινούργιο που κομίζει ο Θουκυδίδης στην ιστοριογραφία[84].Ο Θουκυδίδης αναπτύσσει την ιστοριογραφική του μέθοδο σε μια προγραμματικά περίοπτη θέση, στα τρία, δηλαδή, κεφάλαια στο τέλος του προοιμίου του έργου του (1.20-22). Η προγραμματική αυτή καταγραφή των μεθοδολογικών αρχών βρίσκεται σε αντίθεση με την πρακτική του Ηρόδοτου, ο οποίος διατυπώνει μεθοδολογικές παρατηρήσεις παρεμπιπτόντως ή παρενθετικά σε διάσπαρτα σημεία των Ιστοριών (π.χ. 7.152.3)[85] Οι παρατηρήσεις των κεφαλαίων 1.20-21.1 αφορούν τις δυσκολίες που ανακύπτουν κατά τη διερεύνηση του παρελθόντος, τις οποίες ο Θουκυδίδης είχε να αντιμετωπίσει στα κεφάλαια της «Αρχαιολογίας» που προηγήθηκαν (1.2-19), ενώ τα μεθοδολογικά κεφάλαια 21.2-22 αφιερώνονται στην εξέταση της σύγχρονής του ιστορίας, δηλαδή του Πελοποννησιακού πολέμου.

Ο ιστορικός δηλώνει ήδη στην αρχή του κεφαλαίου 20 ότι έχει πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η μελέτη του παρελθόντος: τά μέν  οὖν παλαιά τοιαῦτα ηὗρον, χαλεπά ὄντα παντί ἑξῆς τεκμηρίῳ πιστεῦσαι (βρήκα λοιπόν την παλιά κατάσταση όπως την περιέγραψα κι ήταν κάμποσο δύσκολη, απ’ όλες τις απόψεις, να πιστέ­ψει κανείς στις κάθε λογής πρόχειρες μαρτυρίες). Η άκριτη στάση των ανθρώπων, η οποία δεν αντισταθμίζεται από τη μικρή χρονική ή τοπική απόσταση που τους χωρίζει ενδεχομένους από τα γεγονότα, αποτελεί τον κυριότερο λόγο για αυτό: οἱ γάρνθρωποι τάς ἀκοάς τῶν προγεγενημένων, καί ἤν ἐπιχώρια σφίσιν ᾖ, ὁμοίως ἀβασανίστως παρ’ ἀλλήλων δέχονται (οι άνθρωποι δηλαδή δέχονται ο ένας από το στόμα του άλλου εξίσου ανεξέλεγκτα τα όσα ακούνε για τα περασμένα γεγονότα, ακόμα και όταν πρόκειται για ντόπια πράγματα). Ο Θουκυδίδης αναφέρει ως παράδειγμα άκριτης υιοθέτησης προφορικών πληροφοριών, παρά την τοπική εγγύτητα, την αθηναϊκή παράδοση για τους τυραννοκτόνους: οι περισσότεροι Αθηναίοι νόμιζαν ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων φόνευσαν τον Ίππαρχο επειδή ήταν τύραννος, ενώ στην πραγματικότητα ο Ιππίας ήταν αυτός που ασκούσε την εξουσία ως ο πρεσβύτερος γιος του Πεισίστρατου. Με δύο επιπλέον παραδείγματα ο ιστορικός αποδεικνύει την επιπόλαιη, άκριτη στάση «των πολλών» απέναντι ακόμα και σε σύγχρονά τους γεγονότα: οι Έλληνες πιστεύουν ότι οι βασιλείς της Σπάρτης δεν διαθέτουν ο καθένας μία ψήφο, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, αλλά δύο, και ότι στον στρατό των Λακεδαιμονίων υπάρχει ένας ΙΙιτανάτης λόχος, ο οποίος ουδέποτε υπήρξε πραγματικά. II σειρά αυτών των παραδειγμάτων κλείνει με μια βαρυσήμαντη δήλωση, στην οποία ως στόχος της διερεύνησης του παρελθόντος ορίζεται η αναζήτηση της αλήθειας (ζήτησις τῆς ἀληθείας): οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολ­λοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καί ἐπί τά ἕτοιμα μᾶλλον τρέπονται (τό­σο αδοκίμαστα αναζητούν οι πολλοί την αλήθεια και στρέφονται προς όσα βρίσκουν έτοιμα). Αυτή λοιπόν η επίμονη προσπάθεια του Θουκυδίδη να ανακαλύψει την αλήθεια είναι το ριζικά διαφορετικό – ως γνωστόν η αναζήτηση της αλήθειας δεν απαντά πουθενά στον Ηρόδοτο ως ρητός στόχος των Ιστοριών. Ο Θουκυδίδης ολοκληρώνει το τμήμα το σχετικό με την έρευνα του παρελθόντος επικρίνοντας τις μεθόδους προσέγγισης τόσο των ποιητών, «οι οποίοι στολίζουν και μεγαλοποιούν τα όσα υμνούν» (ὡς ποιηταί ὑμνήκασι περί αὐτῶν ἐπί τό μεῖζον κοσμοῦντες), όσο και των λογογράφων, «οι οποίοι συγκολλούν τα γεγονότα με σκοπό να τα κάνουν πιο ευχάριστα στους ακροατές παρά αληθινά, χωρίς να τα ελέγξουν, αφού μάλιστα τα περισσότερα έχουν καταντήσει από το πέρασμα του καιρού να επικρατήσουν σαν απίστευτοι μύθοι» (ὡς λογογράφοι ξυνέθεσαν ἐπί τό προσαγωγότερον τῇ άκροάσει ἤ άληθέστερον, ὄντα ἀνεξέλεγκτα καί τά πολλά ὑπό χρό­νον αὐτῶν ἀπίστως ἐπί τό μυθῶδες ἐκνενικηκότα). Ο ιστορικός, επομένως, οριοθετεί εδώ το έργο του έναντι δύο συγγενών λογοτεχνικών ειδών που και αυτά ασχολούνται με την «ιστορία», την ποίηση (κυρίως την επική) και τα πεζά έργα των λογογράφων.

Λόγοι και έργα. Η ανάλυση και επεξήγηση της μεθόδου που εφαρμόζει ο Θουκυδίδης ως ιστορικός σύγχρονων γεγονότων (1.21.2- 22) διαιρείται σε τρία μέρη: το πρώτο μέρος αφιερώνεται στις δημηγορίες (λόγοι), το δεύτερο στα γεγονότα (ἔργα), ενώ το τρίτο στους στόχους της συγγραφής του. Το περίφημο μεθοδολογικό κεφάλαιο 22.1 δημιουργεί, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ανυπέρβλητες ερμηνευτικές δυσκολίες.[86] Ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι συνέθεσε τους λόγους «όπως μου φαινόταν πιο φυσικό να έχει μιλήσει ο καθένας, λέγοντας ό, τι χρειαζόταν για την τότε κάθε περίσταση», συγχρόνως, όμως, ((προσεγγίζοντας όσο περισσότερο μπορούσα στη γενική έννοια όσων είπαν» (ὡς δ’ ἄν ἐδόκουν ἐμοί ἕκαστοι περί ταῶν αἰεί παρόντων τά δέον­τα μάλιστ’ εἰπεῖν, ἐχομένῳ ὅτι ἐγγύτατα τῆς ξυμπάσης γνώμης τῶν ἀληθῶς λεχθέντων). Η αντίφαση ανάμεσα στον κανόνα της αντικειμενικής απόδοσης των όσων λέχθηκαν στην πραγματικότητα και σε εκείνον που αφήνει μεγάλα περιθώρια στη διακριτική ευχέρεια του ιστορικού (ὡς δ’ ἄν ἐδόκουν ἐμοί …) δεν μπορεί τελικά να αρθεί μέσα από το ίδιο το κείμενο του Θουκυδίδη. Η διαδικασία, αντίθετα, που ακολουθεί ο Θουκυδίδης κατά την εξέταση των γεγονότων είναι σαφής (ἔργα, 22.2 κ.ε.). Τα γεγονότα του πολέμου δεν έκρινε άξιο να τα καταγράψει βασιζόμενος στις πληροφορίες του «πρώτου τυχόντος» (ἐκ τοῦ παρατυχόντος), ούτε όπως ο «ίδιος νόμιζε ότι έγιναν», αλλά αφού εξέτασε με τη μεγαλύτερη δυνατή.ακρίβεια (ἀκριβείᾳ) και εκείνα των οποίων υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και όσα έμαθε από άλλους. Η έρευνα αυτή υπήρξε δύσκολη, γιατί είχε να αντιμετωπίσει, δύο πηγές λαθών: για το ίδιο γεγονός οι διάφοροι αυτόπτες μάρτυρες προσέφεραν πληροφορίες που απέκλιναν μεταξύ τους είτε λόγω αδυναμίας της μνήμης τους είτε λόγω των προσωπικών συμπαθειών τους.

Οι στόχοι της συγγραφής. Στο τέλος του κεφαλαίου ο Θουκυδίδης κάνει λόγο για τον σκοπό και την αξία του έργου του: «κι όταν ακούει κανείς την ιστορία, ίσως δεν φαίνεται τόσο ευχάριστο ότι δεν μοιάζει με παραμύθι’ όσοι όμως θελήσουν να εξετάσουν την καθαρή αλήθεια των όσων έγιναν, και εκείνων που μέλλουν κάποτε να ξαναγίνουν, όπως είναι η φύση των ανθρώπων, ή τα ίδια ή παρόμοια, θα μου φτάσει αν αυτοί τα κρίνουν ωφέλιμα. Γιατί το έργο μου έχει συγγράφει περισσότερο για να το ’χουν οι άνθρωποι αιώνιο χτήμα τους παρά σαν αγώνισμα για να τ’ ακούσει κανείς μία μόνο φορά» (καί ἐς μέν ἀκρόασιν ἴσως τό μή μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον φανεῖται· ὅσοι δέ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τό σαφές σκοπεῖν καί τῶνμελλόντων ποτέ αὖθις κατά τό ἀνθρώπινον τοιούτων καί παραπλησίων ἔσεσθαι. ὤφέλιμα κρίνειν αὐτά ἀρκούντως ἕξει. κτῆμά τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται). Εδώ και καιρό έχει αρχίσει μια συζήτηση για το συγκεκριμένο όφελος το οποίο δικαιούται να προσδοκά ο αναγνώστης του ιστορικού έργου του Θουκυδίδη: πρόκειται για ένα καθαρό πνευματικό όφελος (π.χ. για την αντικειμενική πληροφόρηση σχετικά με το τι συνέβη στον πόλεμο) ή ο ιστορικός απέβλεπε στη δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής των διδαγμάτων του έργου του;[87] Πιστεύω ότι ο πρακτικός-διδακτικός στόχος που θέτει ο ιστορικός με το έργο του είναι αδιαμφισβήτητος· δεν αντιπαρατίθενται, άλλωστε, τυχαία η δραστηριότητα που έχει μόνο ψυχαγωγική λειτουργία και αυτή που έχει κάποια χρησιμότητα: «η αναζήτηση της αλήθειας … ήταν μόνον ένα μέσο για την επίτευξη ενός πρακτικού σκοπού: ο Θουκυδίδης επιθυμούσε να βοηθήσει τους πολιτικούς άνδρες των μελλοντικών γενεών … Ο ιστορικός δεν ήθελε βέβαια να τους βοηθήσει, εφοδιάζοντάς τους με ένα σύνολο συγκεκριμένων συμβουλών και κανόνων αλλά διευρύνοντας τον πνευματικό τους ορίζοντα με τη βοήθεια παραδειγμάτων (exempht). Ο νοήμων αναγνώστης πρέπει με τη σειρά του να αναζητήσει και να βρει ο ίδιος τις αναλογίες ανάμεσα στο τότε και στη δική του (παρούσα) εποχή».[88]

Σε αντίστιξη με τον Ηρόδοτο. Ο Θουκυδίδης διατυπώνει τις μεθοδολογικές αρχές του σε συνεχή αντιπαράθεση με τον Ηρόδοτο.[89] Η πολεμική εναντίον του προκατόχου του λανθάνει παντού στο προοίμιο. Είναι προφανές ότι η διεξοδική απόδειξη με την οποία ο Θουκυδίδης τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του πως ο Πελοποννησιακός πόλεμος υπήρξε ο σπουδαιότερος από όλους τους προηγούμενους κατά βάθος στόχο έχει να υπονομεύσει, όπως προκύπτει από το χωρίο 1.21.2, τη σπουδαιότητα του θέματος των ηροδότειων Ιστοριών. Εξάλλου, ο Αθηναίος ιστορικός αρχίζει τη συγκεκριμένη κριτική του επισημαίνοντας δύο πραγματολογικά λάθη, τα οποία καταλογίζει στον Ηρόδοτο (χωρίς βέβαια να τον κατονομάζει) στο χωρίο 1.20.3.[90] Είναι βέβαιο ότι ο Θουκυδίδης συγκαταλέγει τον Ηρόδοτο μεταξύ των λογογράφων, οι οποίοι, όπως δηλώνει, φρόντιζαν περισσότερο να ευχαριστήσουν με τις αφηγήσεις τους το ακροατήριό τους παρά να υπηρετήσουν την αλήθεια·[91] η σχέση με την πραγματικότητα, που αξιώνει ο ιστορικός για τις δημηγορίες του (και. που παρ’ όλα αυτά παραμένει άδηλη, όπως έχουμε διαπιστώσει) στο περί των λόγων απόσπασμα του μεθοδολογικού του κεφαλαίου, πιθανότατα στρέφεται επίσης εναντίον του Ηρόδοτου· το ίδιο και η δηκτική κρίση που διατυπώνει στο περί των έργων χωρίο του ίδιου κεφαλαίου εναντίον εκείνων που συνηθίζουν να καταγράφουν τα γεγονότα υιοθετώντας άκριτα τις πληροφορίες του «πρώτου τυχόντος». Τέλος, ο χαρακτηρισμός που αποδίδει ο ιστορικός στο έργο του, το κτῆμα ἐς αἰεί, διατυπώνεται σε πλήρη αντίθεση προς το ηροδότειας κοπής «φανταχτερό ανάγνωσμα για διαγωνισμό» (ἀγώνισμα ἐς το παραχρῆμα ἀκούειν), το οποίο πέφτει στην παγίδα του μυθώδους αποβλέποντας μόνο στην ακροαματική τέρψη των αναγνωστών.

Επιστημονικές αξιώσεις. Σημαντικές για την ένταξη της θουκυδίδειας μεθοδολογίας στα ιδεολογικά και αισθητικά συμφραζόμενα της εποχής του ιστορικού είναι επίσης οι έντονες επιδράσεις της σοφιστικής, της ιατρικής και της φιλοσοφικής γνωσιοθεωρίας, όπως έδειξε η έρευνα εξετάζοντας την ορολογία και την επιχειρηματολογία των κεφαλαίων 1.20-22.[92] Βασικοί όροι όπως σημεῖα, τεκμήρια, μαρτύρια (ενδείξεις, αποδείξεις), ἀβασανίστως (ανεξέταστα, χωρίς έλεγχο), ἀκρίβεια (ακρίβεια) ή εἰκός (πιθανό, εύλογο) χρησιμοποιούνται κατά κόρον στον δικανικό λόγο· παράλληλα, υπάρχει «απόλυτη συμφωνία μεταξύ των ιατρικών συγγραμμάτων και του έργου του Θουκυδίδη όσον αφορά το περιεχόμενο και τη λειτουργία του όρου ανθρώπινη φύση»·[93] αλλά και το φιλοσοφικό υπόβαθρο της άλϊβείας ή τον σαφούς (ακριβής γνώση) είναι επίσης προφανές.[94]

Αξιοπιστία

Λογοτέχνης ή ιστορικός; Από τότε που η έρευνα ασχολήθηκε εντατικά με τα λογοτεχνικά-ρητορικά μέσα της θουκυδίδειας ιστοριογραφίας, εκφράζονται όλο και. συχνότερα αμφιβολίες για την αξιοπιστία του Θουκυδίδη.[95] Θ ιστορικός, «η πρώτη σελίδα» του οποίου θεωρούνταν έως πρόσφατα «η μοναδική αρχή της πραγματικής ιστορίας» (D. Hume), χαρακτηρίζεται πια ως ένας «καλλιτεχνικά προικισμένος ανταποκριτής» (artful reporter) και «ο λιγότερο αντικειμενικός ιστορικός»·[96] η μεταστροφή οφείλεται στην αποκάλυψη της «έμμεσης πειστικότητας»[97] του Θουκυδίδη, ο οποίος υποβάλλει στον αναγνώστη την προσωπική του θέαση των πραγμάτων μέσω της περίτεχνης αφηγηματικής διάρθρωσης του έργου του. Ωστόσο, όπως έχουμε ήδη υπογραμμίσει, η χρήση λογοτεχνικών-μυθοπλαστικών μέσων στην ιστοριογραφία δεν συνεπάγεται απαραίτητα και έλλειψη αξιοπιστίας, καθώς εξαρχής στην ιστορική αφήγηση φαντασία και πραγματικότητα διαπλέκονται στενά μεταξύ τους.

Οι παραλείψεις. Μια άλλη μομφή κατά του Θουκυδίδη αφορούσε παραλείψεις, είτε μερικές είτε συνολικές, δηλαδή την επιλογή των γεγονότων που αφηγείται ή τη σημασία που αποδίδει στο έργο του σε διάφορα θέματα, σε ιστορικούς παράγοντες κ.ο.κ.[98] Η μομφή αυτή έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό ανασκευασθεί από τη νεότερη έρευνα: η Kallet στις δύο μονογραφίες της (1993 και 2001) έδειξε λόγου χάρη πειστικά ότι ο Θουκυδίδης, αντίθετα προς τη διαδεδομένη άποψη περί αδιαφορίας του ιστορικού για τις οικονομικές πτυχές του Πελοποννησιακού πολέμου, έδωσε τη δέουσα προσοχή και σημασία στους οικονομικούς παράγοντες τόσο κατά τη διερεύνηση των αιτιών του πολέμου, όσο και κατά την αφήγηση των πολεμικών γεγονότων. Η Kallet υποστηρίζει ακόμη ότι η «πιο παράδοξη παράλειψη του Θουκυδίδη» (όπως την είχε χαρακτηρίσει ο Gomme), η απουσία αναφοράς στην (υποτιθέμενη) δραστική αύξηση του συμμαχικού φόρου από τους Αθηναίους το 425, πρέπει να οφείλεται είτε στην αναποτελεσματικότητα αυτού του μέτρου είτε στο τελικά μικρότερο ύψος αυτού του φόρου.

Από την άλλη, όμως, πλευρά εξακολουθούν να υπάρχουν «κενά» που προβληματίζουν έτσι, η θρησκευτική διάσταση του Πελοποννησιακού πολέμου (Hornblower 1992) ή η σημασία των σχέσεων Αθήνας-Περσίας πριν ή κατά τη διάρκεια του πολέμου δικαιολογημένα θεωρείται ότι κακώς αγνοούνται από τον ιστορικό.[99]

Πραγματολογικά σφάλματα. Τα πραγματολογικά σφάλματα στο θουκυδίδειο έργο, λιγότερο ή περισσότερο επιβεβαιωμένα, είναι σπάνια – η σπανιότητά τους σχετίζεται ασφαλώς και με το γεγονός ότι δεν διαθέτουμε πηγές παράλληλες προς τη δική του περιγραφή ώστε να τα εντοπίσουμε. Τα λάθη που έχει ανακαλύψει η έρευνα στα τοπογραφικά στοιχεία για τη Σφακτηρία συζητήθηκαν εκτενώς,        [100] χωρίς να καταστεί δυνατόν να εξηγηθούν ικανοποιητικά· λιγότερο σημαίνουσα είναι η αντίφαση ανάμεσα στα όσα γράφει ο Θουκυδίδης και στην επιγραφή IG i.364, η οποία αναφέρεται στα ονόματα και στον αριθμό των Αθηναίων στρατηγών που στάλθηκαν ως ενισχύσεις στην Κέρκυρα το 433·[101] σοβαρότερο θα ήταν, αν η επιγραφή IG i.11 μαρτυρούσε τη σύναψη συμμαχίας μεταξύ Εγέστας και Αθήνας το 418, γεγονός στο οποίο ο Θουκυδίδης δεν κάνει καμία αναφορά – το συγκεκριμένο όμως ζήτημα πρέπει να παραμείνει ανοικτό εξαιτίας του αβέβαιου χαρακτήρα της προτεινόμενης γραφής στο κείμενο της επιγραφής.[102]

Ιστορική κρίση. Συχνότερα εγείρονται αντιρρήσεις για την κρίση του Θουκυδίδη ως ιστοριογράφου. Η πιο γνωστή είναι ίσως αυτή που αφορά την έκθεση των αιτιών του πολέμου, και συγκεκριμένα τον ρόλο του λεγόμενου Μεγαρικού ψηφίσματος ή γενικότερα την αθηναϊκή εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια της Πεντηκονταετίας. Ο E. Badian, στηριζόμενος στην παλαιά θέση της «ανάλυσης», σύμφωνα με την οποία ο ιστορικός υπήρξε μετά το 404 ο απολογητής της πολιτικής του Περικλή, κατηγόρησε τον Θουκυδίδη ακόμα και για σκόπιμη παραποίηση των γεγονότων που οδήγησαν στην έκρηξη του πολέμου· πιστεύει μάλιστα ότι το 1ο βιβλίο χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια του Θουκυδίδη να επιρρίψει στους Σπαρτιάτες την ευθύνη του πολέμου.[103] Η έρευνα έχει, επίσης, ασχοληθεί με τη στάση υπέρ του Περικλή και της πολιτικής του που είναι έκδηλη στο έργο.[104] Σε αυτά τα συμφραζόμενα ο Marincola σωστά επισημαίνει ότι όροι όπως μεροληψία ή σκόπιμη παραποίηση δεν χαρακτηρίζουν με δίκαιο τρόπο τη σαφή και στέρεη κρίση του Θουκυδίδη·[105] για το συνολικό έργο είναι ορθή η άποψη ότι «δεν μπορούμε να το απορρίψουμε· μπορούμε απλά να αφηγηθούμε διαφορετικές ιστορίες».[106]

Κοσμοθεωρία και ιστορική αντίληψη

Σοφιστική και ιατρική. Το έργο του Θουκυδίδη αντικατοπτρίζει σε κάθε σελίδα του το πνευματικό κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα κατά το τελευταίο τρίτο του 5ου αιώνα π.Χ. Η ιστοριογραφική του μέθοδος, η επιχειρηματολογία και τα ρητορικά σχήματα που χρησιμοποιεί κυρίους στις δημηγορίες, αλλά και οι προσωπικές του απόψεις και φυσικά η γλώσσα και το ύφος προδίδουν τη μεγάλη εξοικείωσή του με τη σοφιστική και την ιατρική της εποχής του. Ο αποκλεισμός του μεταφυσικού παράγοντα από την ερμηνεία των γεγονότων, η επιδίωξη της δύναμης, η οποία προβάλλεται εμφατικά ως βασική προδιάθεση της ανθρώπινης φύσης, τα επιχειρήματα που έχουν ως βάση την πιθανότητα (εἰκός) ή το ξυμφέρον, τα αντιθετικά ζεύγη λόγος – ἔργον, νόμος – φύσις, η συνήθης οργάνωση των δημηγοριών σε αντιθετικά ζευγάρια κατά το πρότυπο των δισσῶν λόγων του Πρωταγόρα, η ιδέα της οικονομικής και πολιτικής προόδου που προβάλλεται στην «Αρχαιολογία» (και που μπορεί να συγκριθεί με τη θεωρία των σοφιστών σχετικά με τη γένεση και την εξέλιξη του πολιτισμού), η τακτική διάκριση συνώνυμων όρων ιδιαίτερα στη λεγόμενη «Παθολογία του πολέμου» (3.80 κ.ε.), που θυμίζει τον Πρόδικο, υφολογικά και ρητορικά σχήματα που έχουν την πηγή τους στον Γοργία, είναι μερικά από τα στοιχεία τα οποία συνδέουν τον ιστορικό με τους σοφιστές.[107] Ο Rechenauer (1991) έχει αποδείξει την καθοριστική επιρροή της σύγχρονης ιατρικής στο έργο του Θουκυδίδη·[108] μεταξύ των σχετικών ενδείξεων συγκαταλέγονται ο όρος πρόφασις, τον οποίο ο ιστορικός χρησιμοποιεί στο χωρίο 1.23.6 παραπέμποντας στην αντίστοιχη χρήση του όρου στις ιπποκρατικές πραγματείες, η έννοια της ανθρώπινης φύσης, η «θεματική εστίαση κατά την παρουσίαση της ιστορικής πραγματικότητας μόνο σε στιγμές κρίσης και καταστροφής», η θεώρηση του Πελοποννησιακού πολέμου ως «μιας παθολογικής διαδικασίας», η άντληση όρων ((από τον χώρο της ιατρικής και η εφαρμογή τους στις πολιτικές ομάδες», και «η συνεχής διαίρεση των μορφών πολιτικής οργάνωσης σε αντιστοιχία με τις δομές του ανθρώπινου οργανισμού».[109]

Η επίδραση του Ηρόδοτου. Η επιρροή του Ηρόδοτου στον Θουκυδίδη υπήρξε πολυεπίπεδη. Έχουμε ήδη επισημάνει ότι ο Θουκυδίδης ανέπτυξε την ιστορική του μεθοδολογία σε συνειδητή αντίθεση προς τον προκάτοχό του. Επιπλέον, τα βασικά συστατικά στοιχεία της αφηγηματικής τέχνης του Θουκυδίδη ανάγονται χωρίς αμφιβολία στον Ηρόδοτο (και σε τελική ανάλυση στο έπος). Εξάλλου, η πρόσφατη έρευνα έχει ανιχνεύσει μεγάλο αριθμό διακειμενικών, θεματικών και δομικών σχέσεων μεταξύ των ηροδότειων Ιστοριών και του έργου του Θουκυδίδη, σχέσεων οι οποίες απαντούν κυρίως στις δημηγορίες, στην περιγραφή της Σικελικής εκστρατείας και στο 8ο βιβλίο.[110] Οι ποικίλοι δεσμοί με το ηροδότειο έργο είναι ιδιαίτερα εμφανείς στο 6ο και 7ο βιβλίο, όπου η πανωλεθρία της Αθήνας στη Σικελία διαμορφώνεται από τον Θουκυδίδη ως αντιστροφή της αθηναϊκής νίκης στους Περσικούς πολέμους.

Η ισχύς και το πάθος. Για πολύ καιρό συνήθιζαν να χαρακτηρίζουν την αντίληψη του Θουκυδίδη για την ιστορία ως «ρεαλισμό της πολιτικής της ισχύος», εννοώντας με αυτόν τον όρο «ότι το πραγματικό, το βαθύτερο κίνητρο κάθε πολιτικής πράξης συνίσταται στην επιδίωξη της ισχύος και ότι τα νομικής και ηθικής φύσεως επιχειρήματα, τα οποία προβάλλονται συνήθως στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, αποτελούν στην ουσία μόνο συγκάλυψη της τάσης αυτής του ανθρώπου».[111] Επομένως, ουσία και περιεχόμενο της ιστορίας είναι για τον Θουκυδίδη ο διαρκής αγώνας για την απόκτηση δύναμης, ο οποίος οφείλεται στις τρεις αρχέγονες ορμές της ανθρώπινης φύσης, τη φι­λοτιμίαν (προσωπική φιλοδοξία), την πλεονεξίαν και τον φόβον ή το δέος (1.75.2).[112] Ωστόσο, από τον Stahl (1966/2003) και μετά, ο Θουκυδίδης παύει πια να θεωρείται ο απαθής αναλυτής της πολιτικής της ισχύος και αντιμετωπίζεται ως ο ιστορικός ο οποίος ερευνά τις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης θέτοντας στο επίκεντρο της ιστορικής αφήγησής του την κατηγορία του πάθους. Το πραγματικό θέμα του έργου του δεν είναι η πτώση της Αθήνας, αλλά η τραγωδία, του ανθρώπου συνολικά, ο οποίος αποδεικνύεται ότι δεν είναι ικανός «να κατανοήσει τον εαυτό του στις συνθήκες της εποχής του».[113] ΙΙαρ’ όλα αυτά οι δύο τρόποι θεώρησης, ο ένας από τη σκοπιά της πολιτικής της ισχύος και ο δεύτερος που εστιάζει στην ανθρώπινη-τραγική διάσταση, δεν αποκλείονται μεταξύ τους: είναι ορθότερο να δεχθούμε ότι η πραγματικότητα της πολιτικής της ισχύος περιγράφει το πλαίσιο «του κοινού πεπρωμένου των ανθρώπων, που εκδηλώνουν στο πεδίο αυτό (δηλαδή στο πεδίο της πολιτικής της ισχύος) τον αμείλικτο χαρακτήρα τους», και ακόμη ότι το «ανθρώπινο» ανήκει σε αυτό «που δεν λέγει ρητά ο Θουκυδίδης».[114] Η άποψη αυτή μπορεί επίσης να στηριχθεί σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου, στα οποία ο ιστορι­κός εκφράζει με σαφή τρόπο τις θέσεις του:

[Η περιγραφή του λοιμού] Πρῶτοιτέἦρξεκαίἐςταἆλλατῇπόλειἐπίπλέονἀνομίαςτόνόσημα, ῥᾷονγάρἐτόλματίςπρότερονἀπεκρύπτετομήκαθἥδονηνποιεῖν, ἀγχίστροφοντήνμεταβολήνὁρῶντεςτῶντέεὐδαιμόνωνκαίαἰφνιδίωςθνησκόντωνκαίτῶνοὐδένπρότερονκεκτημένων, εὐθύςδέτἀκείνωνἐχόντων. ὥστεταχείαςτάςἐπθαυρέσειςκαίπρόςτότερπνόνἠξίουνποιεῖσθαι, ἐφήμερατάτέσώματακαίτάχρήματαὁμοίωςἡγούμενοι, καίτόμένπροσταλαιπωρεῖντῷδόξαντικαλῷοὐδείςπρόθυμοςἦν, ἄδηλοννομίζωνεἰπρίνἐπαὐτόἐλθεϊνδιαφθαρήσεται· ὅτιδέἤδητέἡδύπανταχόθεντέἐςαὐτόκερδαλέον. τοϋτοκαίκαλόνκαίχρήσιμονκατέστη. θεῶνδέφόβοςἀνθρώπωννόμοςοὐδείςἀπεῖργε, τόμένκρίνοντεςἐνὁμοίῳκαίσέβεινκαίμήἐκτοῦπάνταςὁρᾶνἐνἴσῳἀπολλυμένους. τῶνδέἁμαρτημάτωνοὐδείςἐλπίζωνμέχριτοῦδίκηνγενέσθαιβιούςἄντήντιμωρίανἀντιδοῦναι. πολύδέμείζωτήνἤδηκατεψηφιαμένηνσφῶνἐπικρεμασθῆναι. ἥνπρίνἐμπεσεῖνεἰκόςεἶναιτοῦβίουτίἀπολαῦσαι(αλλά η λοιμική προκάλεσε και πολλά άλλα κακά που πρώτη φορά αναφάνηκαν στην πολιτεία, γιατί ο καθένας τολμούσε πιο φανερά, τώρα, να κάνει πράγματα που πριν τα έκανε κρυφά και τούτο επειδή έβλεπαν πόσο απότομη είναι η μεταβολή της τύχης του ανθρώπου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν κι έπαιρναν αμέσοκ όλη τους την περιουσία. Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανείς δεν ήταν πια πρόθυμος να υποβληθεί σ’ οποιονδήποτε κόπο για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανεί χρήσιμο και τούτο επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνει προτού τελειώσει εκείνο για το οποίο θα κοπίαζε. Η ευχαρίστηση της στιγμής και το άμεσο κέρδος κατάντησε να θεωρείται και καλό και χρήσιμο. Ούτε ο φόβος των θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων του: συγκρατούσαν. Επειδή έβλεπαν ότι όλοι πέθαιναν, χω­ρίς διάκριση, δεν είχαν πια την αίσθηση του τι ήταν ευσέβεια και τι δεν ήταν, και κανείς δεν πίστευε πως θα γλυτώσει απ την αρρεοστια για να δώ­σει λόγο και να τιμωρηθεί για τις άδικες πράξεις του. Όλοι θεωρούσαν ότι η τιμωρία που κρεμόταν κιόλας πάνω απ το κεφάλι τους ήταν πολύ βαρύ­τερη από κάθε άλλη κι έπρεπε, προτού την υποστούν, να χαρούν κάπως τη ζωή).

[Η λεγόμενη παθολογία του πολέμου] … καί ἐπέπεσε πολλά καί χαλεπά κατά στάσιν ταῖς πόλεσι. γιγνόμενα μέν καί αἰεί ἐσόμενα. ἕως ἄν ἡ αὐτή φύσις ἀνθρώπων ᾖ. μᾶλλον δέ καί ἡσυχαίτερα καί τοῖς εἴδεσι διηλλαγμένα. ὡς ἄν ἕκασται αἵ μεταβολαί τῶν ξυντυχιῶν ἐφιστῶνται … τόλμα μέν γάρ ἀλόγιστος ἀνδρεία, φιλέταιρος ἐνομίσθη, μέλλησις δέ προμηθής δειλία εὐπρεπής, τό δέ σῶφρον του ἀνάνδρου πρόσχημα, καί τό πρός ἅπαν ξυνετόν ἐπί πᾶν ἀργόν· τό δ’ ἐμπλήκτως ὀξύ ἀνδρός μοίρᾳ προσετέθη, ἀσφάλεια δέ τό ἐπιβουλεύσασθαι ἀποτροπῆς πρόφασις εὔλογος … καί μήν καί τό ξυγγενές τοῦ ἑταιρικοῦ ἀλλοτριώτερον ἐγένετο διά τό ἑτοιμότερον εἶναι ἀπροφασίστως τολμᾶν· οὐ γάρ μετά τῶν κειμένων νόμων ὠφελίας αἱ τοιαῦται ξύνοδοι, ἀλλά παρά τούς καθεστώτας πλεονεξίᾳ. καί τάς ἐς σφᾶς αὐτούς πίστεις οὐ τῷ θείῳ νόμῳ μᾶλλον ἐκρατύνοντο ἤ τῷ κοινῇ τί παρανομῆσαι … πάντων δ’ αὐτῶν αἴτιον ἀρχή ἡ διά πλεονεξίαν καί φιλοτιμίαν· ἐκ δ’ αὐτῶν καί ἐς τό φιλονικεῖν καθισταμένων τό πρόθυμον (οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφο­ρές που γίνονται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κι έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις … η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσευ από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρείας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετά­ζονται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή … Αλλά και η συγγένεια θεωρήθηκε χαλαρότερος δεσμός από την κομματική αλληλεγγύη, γιατί οι ομοϊδεάτες ήσαν έτοιμοι να επιχειρήσουν οτιδήποτε, χωρίς δισταγμό, και τούτο επειδή τα κόμματα δεν σχηματίστη­καν για να επιδιώξουν κοινή ωφέλεια με νόμιμα μέσα, αλλά, αντίθετα, για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους παρανομώντας … Αιτία όλων αυτών ήταν η φιλαρχία που έχει ρίζα την πλεονεξία και τη φιλοδοξία που έσπρω­χναν τις φατρίες ν αγωνίζονται με λύσσα).

Τα χωρία αυτά (πρβ. επίσης 7.29 και 86.5), αν και περιορισμένα στον αριθμό, δείχνουν ξεκάθαρα ότι ((η ηθική κρίση του Θουκυδίδη παρα­μένει αναλλοίωτη», ενώ συγχρόνου φανερώνουν την προσπάθεια του ιστορικού να δείξει με εμφατικό τρόπο στους αναγνώστες του «τη συ­στηματική απανθρωποποίηση του πολέμου και της πολιτικής … ως ένα πέρα για πέρα αρνητικό φαινόμενο».[115]

Πολιτικές πεποιθήσεις. Η πολιτική κρίση του Θουκυδίδη, ιδίως η στάση του απέναντι στον Περικλή (όπως και απέναντι σε άλλους πρωταγωνιστές της ιστορίας), στην αθηναϊκή επεκτατική πολιτική πριν και κατά τη διάρκεια του ΙΙελοποννησιακού πολέμου ή απέναντι στη δημοκρατία γενικότερα αποτελεί επίμαχο ζήτημα. Τα σημεία στα οποία ο Θουκυδίδης εκφέρει ρητά τη γνώμη του είναι ελάχιστα: πρό­κειται κυρίως για τα χωρία 2.65, 6.15.3 κ.ε. και 8.97.2.

Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να μετριαστεί η σημασία του χωρίου 2.65,[116] δεν μπορούν να αμφισβητηθούν η θετική αποτίμη­ση της περίκλειας πολιτικής και η αποδοκιμασία της πολιτικής των διαδόχων του:[117]

ὅσον τέ γάρ χρόνον προΰστη τῆς πόλεως ἐν τῇ εἰρήνῃ, μετρίως ἐξηγεῖτο καί ἀσφαλῶς διεφΰλαξεν αὐτήν, καί ἐγένετο ἐπ’ ἐκείνου μεγίστη, ἐπειδή τέ ὁ πόλεμος κατέστη, ὁ δέ φαίνεται καί ἐν τούτῳ προγνούς τήν δνναμιν, ἐπεβίω δέ δύο ἔτη καί ἕξ μήνας· καί ἐπεώή ἀπέθανεν, ἐπί πλέον ἔτι ἔγνωσθη ἡ πρόνοια αὐτοῦ ἡ ἐς τόν πόλεμον, ὁ μέν γάρ ἡσυχάζοντάς τέ καί τό ναυτικόν θεραπεύοντας καί ἀρχήν μή ἐπικτωμένονς ἐν τῷ πολέμῳ μηδέ τῇ πόλει κινδυνεύοντας ἔφη περιέσεσθαι· οἱ δέ ταῦτα τέ πάντα ἐς τουναντίον ἔπραξαν καί ἄλλα ἔξω του πολέμου δοκοῦντα εἶναι κατά τάς ἰδίας φιλοτιμίας καί ἴδια κέρδη κακῶς ἐς τε σφᾶς αὐτούς καί τούς ξυμμάχους ἐπολίτευσαν, ἅ κατορθούμενα μέν τοῖς ἰδιώταις τιμή καί ὠφελία μᾶλλον ἦν, σφαλέντα δέ τῇ πόλει ἐς τόν πόλεμον βλάβη καθίστατο. αἴτιον δ’ ἦν ὅτι ἐκεῖνος μέν δυνατός ὤν τῷ τε ἀξιώματι καί τῇ γνώμῃ χρημάτων τε διαφανῶς ἀδωρότατος γενόμενος κατεῖχε τό πλῆθος ἐλευθέρως, καί οὐκ ἤγετο μᾶλλον ὑπ’ αὐτοῦ ἤ αὐτός ἦγε, διά τό μή κτώμενος ἐξ οὐ προσηκόντων τήν δύναμιν πρός ἡδονήν τί λέγειν, ἀλλ’ ἔχων ἐπ’ ἀξιώσει καί πρός ὀργήν τί ἀντειπεῖν. ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτούς παρά καιρόν ὕβρει θαρσοῦντας, λέγων κατέπλησσεν ἐπί τό φοβεῖσθαι. καί δεδιότας αὖ ἀλόγως ἀντικαθίστη πάλιν ἐπί τό θαρσεῖν. ἐγίγνετο τέ λόγῳ μέν δημοκρατία, ἔργῳ δέ ὑπό τοῦ πρώτου ἀνδρός ἀρχή(όσο είχε κυβερνήσει την πολιτεία σε καιρό ειρήνης, είχε δείξει μεγάλη σίυφροσύνη και είχε διαφυλάξει την ασφάλεια της πολι­τείας, η οποία υπό την ηγεσία του είχε γίνει πολύ ισχυρή. Όταν ήρθε ο πό­λεμος, αυτός πάλι φάνηκε ότι είχε εκτιμήσει ορθά τη δύναμη της Αθήνας. Έζησε δύο χρόνια και έξι μήνες από την στιγμή που άρχισε ο πόλεμος, κι όταν πέθανε, φάνηκε ακόμη περισσότερο πόσο σωστές ήταν οι προβλέψεις του. Υποστήριζε ότι οι Αθηναίοι Θα νικούσαν αν δεν έβγαιναν να δώσουν μάχη, αν φρόντιζαν το ναυτικό τους, αν δεν επιδιώκαν να επεκτείνουν την εξουσία τους όσο διαρκούσε ο πόλεμος κι αν δεν εκθέταν την πολιτεία σε κίνδυνο. Οι Αθηναίοι έκαναν όμως ακριβώς τα αντίθετα. Και σε ζητήματα φαινομενικά άσχετα με τη διεξαγωγή του πολέμου, πολιτεύτηκαν κατά τρόπο βλαβερό και για την πολιτεία και για τους συμμάχους τους, και τού­το από προσωπικές φιλοδοξίες ή ιδιοτέλεια. Τα όσα αναλάμβαναν, αν πε­τύχαιναν, προσπόριζαν όφελος και τιμές σε άτομα, αν όμως αποτύχαιναν, έβλαπταν την Αθήνα και τη διεξαγωγή του πολέμου. Αυτό εξηγείται επει­δή ο Περικλής είχε μεγάλο κύρος και μεγάλες ικανότητες, και αποδείχτη­κε φανερώτατα ανώτερος χρημάτων. Ήταν, γι’ αυτό, σε θέση να συγκρατεί τον λαό χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Δεν παρασυρόταν από τον λαό, αλλά εκείνος τον καθοδηγούσε. Δεν προσπαθούσε ν’ αποκτήσει επιρροή με παράνομα μέσα και δεν κολάκευε το πλήθος με ρητορείες, και ειχε τόσο μεγάλο κύρος, ώστε μπορούσε να τους εναντιωθεί και να προκαλέσει την οργή τους. Όταν καταλάβαινε ότι οι συμπολίτες του, από υπερο­ψία, γίνονταν υπερβολικά τολμηροί, τους συγκρατούσε φοβίζοντάς τους με τα λόγια του κι όταν τους έβλεπε φοβισμένους χωρίς λόγο τους έδινε θάρρος. Έτσι η πολιτεία φαινομενικά ήταν δημοκρατία, ενώ πραγματικά την κυβερνούσε ο πρώτος της πολίτης).

Θετική είναι, όμως, η στάση του ιστορικού και απέναντι στο λεγόμε­νο καθεστώς των ΙΙεντακισχιλίων, όπως αυτή εκφράζεται σαφώς στο χωρίο 8.97.2 (καί οὐχ ἥκιστα δή τόν πρῶτον χρόνον ἐπί γε ἐμοῦ ‘Αθη­ναίοι φαίνονται εὖ πολιτεύσαντες· μετρία γάρ ἥ τε ἐς τούς ὀλίγους καί τούς πολλούς ξύγκρασις ἐγένετο καί ἐκ πονήρων ταῶνπραγμάτων γενομένων τοῦτο πρῶτον ἀνήνεγκε τήν πόλιν: τον πρώτο καιρό της πε­ριόδου αυτής – αν τον συγκρίνει κανείς με τα προηγούμενα χρόνια, όσα εγώ τουλάχιστον έζησα – οι Αθηναίοι πολιτεύτηκαν με πολλή σωφρο­σύνη, γιατί έγινε ένας φρόνιμος συνδυασμός της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας, και τούτο βοήθησε κυρίως την πολιτεία να αναλάβει από την πολύ δύσκολη κατάσταση όπου βρισκόταν), ενώ επαινετικά μνη­μονεύεται επίσης το ολιγαρχικό πολίτευμα της Χίου (8.24.4 Χῖοι γάρ μόνοι μετά Λακεδαιμονίους ὧν ἐγώ ῄσθόμην ηὐδαιμόνησάν τε ἅμα καί ἐσωφρόνησαν: οι Χίοι είναι οι μόνοι τους οποίους ξέρω, μετά τους Λα­κεδαιμόνιους, οι οποίοι έμειναν συνετοί ενώ ευημερούσαν), αλλά και της Σπάρτης (1.18.1 ἡ γάρ Λακεδαίμων μετά τήν κτίσιν τῶν νῦν ἐνοικούντων αὐτην Δωριέων ἐπί πλεϊστον ὧν ἴσμεν χρόνον στασιάσασα ὅμως ἐκ παλαιτάτου καί ηὐνομήθη καί αἰεί ἀτυράννευτος ἦν· ἔτη γαρ ἐστι μάλιστα τετρακόσια καί ὀλίγῳ πλείω ἐς τήν τελευτήν τοῦδε τοῦ πολέμου ἀφ’ οὗ Λακεδαιμόνιοι τῇ αὐτῇ πολιτεία χρῶνται, καί δι’ αὐτό δυνάμενοι καί τά ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσι καθίστασαν: γιατί η Λακω­νία, αφότου την κατοίκησαν οι Δωριείς, που μένουν εκεί και τώρα, πέ- ρασε μεν στην αρχή τη μακρότερη περίοδο εσωτερικών ταραχών απ’ όσες γνωρίζουμε, όμως από τα πολύ παλιά χρόνια και νόμους καλούς απέκτησε και ποτέ δεν γνώρισε τύραννο γιατί πάνε τετρακόσια τό­σα χρόνια από τότε ως το τέλος τούτου του πολέμου που οι Λακε­δαιμόνιοι κυβερνιούνται με το ίδιο πολίτευμα· και δυναμωμένοι απ’ αυτήν την αιτία μπορούν και ρυθμίζουν τα πράματα και στις άλλες πολιτείες).[118]

Η ρεαλιστική οπτική. Στοιχείο ρεαλισμού στον Θουκυδίδη αποτελεί χωρίς αμφιβολία και η απουσία κάθε μεταφυσικής ερμηνείας των γεγονότων. Σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο, ο Θουκυδίδης δεν ανα­γνωρίζει την επέμβαση του θείου στην ιστορία. Ό,τι στο ιστορικό γί­γνεσθαι δεν μπορεί να ερμηνευθεί ορθολογικά, ό,τι ματαιώνει τη γνώ­μην ή την πρόνοιαν («την αντίληψη και βαθιά γνώση, τον σχεδιασμό» και «την προνοητικότητα»), χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ηγετι­κών πολιτικών προσωπικοτήτων (του Θεμιστοκλή, του Περικλή, του Βρασίδα και του Ερμοκράτη) ορίζεται ως απροσδόκητο και αστάθμη­το (τό παράλογον, 1.78· 2.61.3· 3.16.2· 7.28.3· 55· 61.3· 8.24.5) ή απο­δίδεται στην επιρροή της τύχης (η οποία είναι λόγου χάρη πανταχού παρούσα στο επεισόδιο της Πύλου στην αρχή του 4ου βιβλίου).[119]

Πρόσληψη στην αρχαιότητα

Οι «συνεχιστές» τον Θουκυδίδη. Οι τέσσερις ιστορικοί που φαί­νεται να συνεχίζουν το θουκυδίδειο έργο μετά την απότομη διακοπή του μπορούν μόνο εν μέρει να θεωρηθούν «συνεχιστές» του Θουκυδίδη·[120] ο όρος αυτός δεν σημαίνει (ή σημαίνει μόνο σε μικρό βαθμό) την επίδραση και εφαρμογή των αρχών της θουκυδίδειας ιστοριογραφίας. Τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, που καλύπτουν την περίοδο από το ση­μείο στο οποίο σταματά η θουκυδίδεια αφήγηση έως τη μάχη στη Μαντίνεια (362), πρέπει να θεωρηθούν κάτι περισσότερο από επιφανεια­κή συνέχεια του έργου του προκατόχου. Στο επίπεδο της σύνθεσης η εφαρμογή της αρχής της χρονογραφικής διάταξης της ύλης μέχρι το χωρίο 2.3.9 (δηλαδή έως το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου) κα­θιστά σαφή τη σύνδεσή του με τον Θουκυδίδη· κατά τα άλλα, τα κοινά στοιχεία μεταξύ των δύο έργων είναι μάλλον λίγα.[121] Τα αποσπασμα­τικά σωζόμενα Ελληνικά του Θεόπομπου (FGrHist 115 απ. 5-23) πραγματεύονται σε 12 βιβλία το διάστημα από τη ναυμαχία στο Κυνός Σήμα (411) έως τη ναυμαχία στην Κνίδο (394)· το έργο δεν φαί­νεται κατά τα άλλα να ακολουθεί τα ίχνη του Θουκυδίδη, αν κρίνου­με από τα λίγα αποσπάσματα που διαθέτουμε.[122] Ο άγνωστος συγ­γραφέας των λεγάμενων Ελληνικών της Οξυρύγχου (FGrHist 66) πα­ρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με τον Θουκυδίδη:[123] χρονογραφική διάταξη της ύλης, ακριβής αναζήτηση τον; διαφόρων αιτιών, ενίο­τε θουκυδίδειο ύφος· το έργο εξετάζει τα γεγονότα της περιόδου από το 411 έως, ίσως, το 394. Ο συγγραφέας των Ελληνικών της Οξυ­ρύγχου είναι επίσης ο μοναδικός μεταξύ των «συνεχιστών» του Θου­κυδίδη που κατονομάζει τον προκάτοχό του [απ. 5 Chambers, και μά­λιστα σε σχέση με τον Λακεδαιμόνιο Πεδάριτο, ο οποίος στον Θου­κυδίδη (8.28.5) μνημονεύεται ως ο διοικητής των Σπαρτιατών στη Χίο το έτος 412· στο χωρίο των Ελληνικών γίνεται πιθανότατα ανα­δρομή στην προηγούμενη επέμβαση της Σπάρτης στο νησί αυτό], Ο τέταρτος από τους «συνεχιστές», ο Κράτιππος (FGrHist 64), παραμέ­νει μυστηριώδης μορφή, αν και σήμερα θεωρείται πλέον συγγραφέας της κλασικής και όχι μεταγενέστερης εποχής.[124] Από τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα (Περί Θουκ. 16) μαθαίνουμε τα εξής: ο Κράτιππος ήταν σύγχρονος του Θουκυδίδη και συνέχισε το έργο του, συγκροτώ­ντας μια συλλογή όσων εκείνος είχε παραλείψει (τά παραλειφθέντα ἀπ’ αὐτοῦ συναγαγών)· εκτός αυτού, ο Κράτιππος υποστήριζε την άποψη ότι ο Θουκυδίδης δεν περιέλαβε στο τελευταίο βιβλίο του δημηγορίες, διότι είχε διαβλέψει ότι «αφενός θα εμπόδιζαν την έκθεση των γεγο­νότων, αφετέρου θα ήταν κουραστικές για τους ακροατές». Η κριτι­κή αυτή για τις δημηγορίες του Θουκυδίδη φαίνεται, όπως προκύπτει από τον Έφορο (FGrHist 70 απ. 111) και από κάποια χωρία του Ισο­κράτη,[125] ότι ήταν τρέχουσα τον 4ο αιώνα. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να προσδιορίσουμε την έκταση του έργου του Κράτιππου (κάλυπτε άρα­γε τα έτη 411-394;), αφού είμαστε αναγκασμένοι να βασιστούμε στην περιληπτική απόδοσή του από τον ΙΙλούταρχο (Πότερον Ἀθηναῖοι κατά πόλεμον ἤ κατά σοφίαν ἐνδοξότεροι 345 C-K).

Η απήχηση τον 4ο αιώνα. Η επίδραση του Θουκυδίδη τον 4ο αιώνα δεν πρέπει γενικά να θεωρηθεί ιδιαίτερα σημαντική, ακόμα και αν δεχτούμε ως υπερβολική τη δήλωση του Gomme για τη «σχεδόν παντελή απουσία του Θουκυδίδη στη γραμματεία πριν από τον Κικέρωνα και τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα».[126] Ο Ισοκράτης, ο οποίος δεν κατονομάζει ποτέ τον Αθηναίο ιστορικό, γνώριζε φυσικά το έργο του, όπως αποδεικνύουν οι (όχι πάντα αδιαμφισβήτητες) υπαινικτικές ανα­φορές σε μεμονωμένα χωρία του θουκυδίδειου κειμένου ωστόσο, ο ακριβής (επικριτικός;) χαρακτήρας των αναφορών αυτών παραμένει ασαφής.[127] Το αν ο Πλάτωνας γνώριζε τον Θουκυδίδη (ούτε ο φιλό­σοφος κατονομάζει ποτέ τον ιστορικό) είναι και αυτό ένα επίμαχο θέ­μα. Ο Luschnat,[128] παραπέμποντας κυρίως στα «παράλληλα χωρία» Μενέξ. 238b-239a και Θουκ. 2.37.1[129] όπως και Πολ. 563a και Θουκ. 2.41.1, δίνει καταφατική απάντηση στο ερώτημα, συμφωνώντας με τον Schrnid: «χωρίς αυτήν τη νηφάλια [δηλαδή του Θουκυδίδη] … πα­ρουσίαση των πραγματικών ιστορικών γεγονότων και συνθηκών δεν θα ήταν εφικτή η προσπάθεια του Πλάτωνα να διατυπώσει νέους στόχους για την ιδανική πολιτεία. Ο Πλάτωνας προτάσσει με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας της δικαιοσύνης, στοιχείο που απαντά και στον Θουκυδίδη»·[130] αντίθετα, η de Romillv δεν πιστεύει ότι ο Πλάτωνας γνώριζε τον ιστορικό.[131] Ο Αριστοτέλης στο έργο του ’Αθηναίων πολιτεία έκανε, ως γνωστόν, σε μεγάλο βαθμό χρήση του έργου του Θουκυδίδη, ενώ και στα Πολιτικά του εντοπίζονται ενίοτε χωρία παράλληλα προς το έργο του Θουκυδίδη.[132]

Στα χνάρια του Θουκυδίδη. Ένας από τους ιστορικούς του 4ου αιώνα, ο Φίλιστος από τις Συρακούσες (FGrHist 556), εμφανίζεται στα Σικελικά του να έχει ως πρότυπο τον Θουκυδίδη: στις αρχαίες πηγές κατονομάζεται συχνά ως μιμητής θουκυδίδου (μαρτ. 16a, απο τη λε­πτομερή σύγκριση και των δύο ιστορικών στον Διον. Αλικ. ΙΙερί μιμήσεως 3.2· πρβ. επίσης μαρτ. 15a = Διον. Αλικ. Έπιστ. προς ΙΙομπήιον 3.1) και imitator Thucydidis (μαρτ. 15c από τον Κοϊντιλιανό, 10.1.74· πρβ. μαρτ. 17a = Κικέρωνας ad Quint, απ. 2.11.4: ο Φίλιστος είναι paene pusillus Thucydides: σχεδόν ένας Θουκυδίδης σε μικρογραφία· μαρτ. 17b = Κικέρωνας de or. 2.57).[133] Ο Καλλισθένης (FGrHist 124), μικρανεψιός του Αριστοτέλη και επίσημος ιστορικός του Αλέξανδρου, φαίνεται ότι είχε ασχοληθεί με ζητήματα ιστοριογραφικής μεθόδου διατυπώνοντας σκέψεις που παραπέμπουν στο γνωστό μεθοδολογικό κεφάλαιο του Θουκυδίδη σχετικά με τις δημηγορίες (1.22.1) (απ. 44): ὁ μέν γάρ ἱστοριογράφος Καλλισθένης φησί· «δεῖ τόν γράφειν τι πειρώμενον μή ἀστοχεῖν τοῦ προσώπου, ἀλλ οἰκείως αὐτῶι τεκαί τοῖς πράγμασι τούς λόγους θεῖναι» (ο ιστορικός Καλλισθένης λέγει: «όποιος προσπαθήσει να συγγράψει κάτι, δεν πρέπει να του διαφύγει το εξής: πρεπει να συντάξει τους λόγους προσαρμόζοντας τους στα πρόσωπα που τους εκφωνούν αλλά και στις εκάστοτε συνθήκες»).[134] Ο Έφορος (FGrHist 70) χρησιμοποίησε ως πηγή για την ιστορία του 5ου αιώνα κυρίως τον Θουκυδίδη· ίσως μάλιστα να επηρεάστηκε και από τις με­θοδολογικές παρατηρήσεις που διατυπώνει ο Θουκυδίδης στην «Αρ­χαιολογία».[135] Ωστόσο, και οι Ατθιδογράφοι αντλούσαν συχνά στοιχεία από το έργο του Θουκυδίδη.[136] Ο Τίμαιος (FGrHist 566) φαίνεται ότι έδειξε ενδιαφέρον για τη βιογραφία του Θουκυδίδη [στο απ. 135 κ.ε. (από τον Βίο του Μαρκελλίνου, κεφ. 25 και 33) ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης πέρασε τα χρόνια της εξορίας του στην Ιταλία, όπου και πέθανε], Ο Πλούταρχος κατακρίνει τον Τίμαιο, λέγοντας ότι κατά την παρουσίαση του Νικία και της Σικελικής εκστρατείας επιθυμεί να ξεπεράσει τον Θουκυδίδη (Νικ. 1 = μαρτ. 18)[137] Ο ΙΙολύβιος, από την άλλη, σχολιάζει με έντονα επικριτικό τρόπο τις δημηγορίες που ο Τί- μαιος περιέλαβε στο έργο του: δεν κατέγραψε ό,τι πραγματικά ειπώ­θηκε, αλλά έπλασε τους λόγους σύμφωνα με αυτό που πρέπει να είχε λεχθεί (πρβ. Θουκ. 1.22.1!)· ο Τίμαιος, όπως φαίνεται, προσπάθησε να ακολουθήσει τη μέθοδο του Θουκυδίδη – δεν γνωρίζουμε βέβαια με ποιο αποτέλεσμα.[138] Ο ΙΙολύβιος παραθέτει επίσης ως παράδειγμα ορισμένα σημεία από τον λόγο που, κατά τον Τίμαιο, εκφώνησε ο Ερμοκράτης στο συνέδριο στη Γέλα το 424 π.Χ.· η σύγκριση με αυ­τόν που παραδίδει ο Θουκυδίδης αποβαίνει φυσικά σε βάρος του Τίμαιου: «η έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει την περιγραφή εκ μέρους του Τίμαιου των διαφορών μεταξύ ειρήνης και πολέμου υπερ­βαίνει πράγματι κάθε μέτρο».[139] Ο Ιερώνυμος από την Καρδία (FGrHist 154) πρέπει, αντίθετα, να θεωρηθεί πραγματικός μιμητής του Θουκυδίδη: αν λάβουμε υπόψη τόσο τις μορφολογικές ομοιότητες (αφήγηση κατά έτη πολέμου, αυτολεξεί παράθεση των εγγράφων), όσο και τις ιστοριογραφικές αρχές του Θουκυδίδη που ακολουθεί ο Καρδιανός ιστορικός (αποκήρυξη του θεϊκού στοιχείου, αναζήτηση των αιτιών, εύρεση της αλήθειας και ερμηνεία των πολιτικο-στρα- τιωτικών επιχειρήσεων), καταλαβαίνουμε γιατί υπερέχει από τους ιστο­ρικούς της εποχής του.[140] Από τους υπόλοιπους πεζογράφους της εποχής αυτής αξίζει να αναφέρουμε τον Αινεία τον Τακτικό, ο οποίος έκανε άφθονη χρήση των θουκυδίδειων δημηγορών αλλά και της αφήγησης των γεγονότων.[141]

                                      Κατά την ελληνιστική εποχή η επίδραση του Θουκυδίδη στον Πο­λύβιο πρέπει να θεωρηθεί, παρά τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν κα­τά καιρούς, βέβαιη.[142] Ο Πολύβιος κατονομάζει τον Θουκυδίδη μία και μοναδική φορά (8.11.3)· ωστόσο, φαίνεται ότι κατείχε καλά το μεθοδολογικό κεφάλαιο του Αθηναίου ιστορικού (1.22), όπως προκύ­πτει από την ανάλυση του προβλήματος των δημηγοριών την οποία επιχειρεί στο χωρίο 12.25a5 κ.ε., από την εξόφθαλμη ομοιότητα του χωρίου 3.31.11 (ἀγώνισμα, μάθημα δ’ οὐ γίνεται, καί τταραυτίκα μέν τέρπει, πρός δέ τό μέλλον οὐδέν ὠφελεῖ τό παράπαν: φυσικά αυτό που μένει, δεν είναι ίσως ούτε ένα απαράμιλλης αξίας αφήγημα, ούτε ένας θησαυρός γνώσεων πρόκειται μόνο για μία πρόσκαιρη απόλαυση, που δεν προσφέρει κανενός είδους όφελος για το μέλλον) με το περίφημο χωρίο του Θουκυδίδη 1.22.4 (κτῆμά τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό τταραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται) και από τον γενικό στόχο της ιστο­ριογραφίας του, ο οποίος δεν είναι η τέρψις αλλά η ὠφέλεια τῶν προσεχόντων. Εκτός αυτού, ο θουκυδίδειος διαχωρισμός μεταξύ αιτιών και άληθεστάτης προφάσεως αποτελεί τη βάση για την τριπλή διάκριση που εισηγήθηκε ο ΙΙολύβιος (αἰτία, πρόφασις και ἀρχή, 3.6). Μιμητής του Θουκυδίδη (ζηλωτής)[143] θεωρείται ο Αγαθαρχίδης από την Κνίδο (FGrHist 86 μαρτ. 2), ενώ ομοιότητες εντοπίζονται και μεταξύ του Ποσειδώνιου FGrHist 87), του συνεχιστή του Πολύβιου, και του Θουκυδίδη.[144]

Ο Θουκυδίδης στη Ρώμη. Τον 1ο αιώνα π.Χ. εκδηλώνεται ζωη­ρό ενδιαφέρον για τον Θουκυδίδη, κυρίως στη ρωμαϊκή ιστοριογραφία, «η οποία παίρνει για κάποιο διάστημα τα σκήπτρα εμφανίζοντας από την αρχή μια έμφυτη έλξη προς τον πολιτικό-στρατιωτικό ρεαλισμό θουκυδίδειου τύπου».[145] Εύγλωττη μαρτυρία του μεγάλου θαυμασμού προς τον Θουκυδίδη αποτελεί η διεξοδική κριτική του Διονύσιου Αλικαρνασσέα, ο οποίος επικρίνει την κρατούσα άποψη που θεωρούσε τον Θουκυδίδη «τον σημαντικότερο ιστορικό» και «πρότυπο» (Περί Θουκ. 2). Ψέγει αφενός τη διάρθρωση (οικονομία) του θουκυδίδειου έργου (επικρίνει το χρονογραφικό σχήμα αφήγησης που για βάση του έχει τη διαίρεση σε θέρη και χειμώνες ως πηγή σύγχυσης, την αρχή και το τέλος του έργου, τις παραλείψεις και την ανεπαρκή παρουσίαση σημα­ντικών γεγονότων), αφετέρου το ύφος, και κυρίως τη λακωνικότητά του που αγγίζει τα όρια της ασάφειας.[146] Η αρνητική κριτική του Κικέρωνα, ο οποίος κατά τα άλλα επαινεί τον πλούτο ιδεών του Αθηναίου ιστο­ρικού και την ακρίβεια στην έκφραση, περιστρέφεται και αυτή γύρω από θέματα ύφους (ασάφεια των θουκυδίδειων δημηγοριών, η οποία οφείλεται στη βραχυλογική διατύπωση: Brut. 7.29· orat. 9.30 κ.ε.· de orat. 2.22.93 κτλ.).[147] Ο Θουκυδίδης ήταν γνωστός στους Ρωμαίους ήδη από τα χρόνια του Κάτωνα του πρεσβύτερου (ΙΙλούτ. Κάτ. 2.5). Με τον Σαλλούστιο, τον aemulus Thucydidis, [148] η επίδραση του Αθηναίου ιστορικού φτάνει στο αποκορύφωμα· ωστόσο, και στον Λουκρήτιο, τον Κορνήλιο Νέπωτα ή τον Ασίνιο Πολλίωνα είναι εμφανή τα σημάδια της επιρροής του. Από την αυγούστεια εποχή και έπειτα το πρότυπο του θουκυδίδειου ύφους δεσπόζει παντού: «ο Ιώσηπος, ο Λεσβώναξ, ο Αίλιος Αριστείδης, ο Αιλιανός, ο Φιλόστρατος ο 2ος, οι συγγραφείς προγυμνασμάτων, ο Παυσανίας ο περιηγητής, οι ιστορικοί του δεύτερου ΙΙαρθικού πολέμου, ο μυθιστοριογράφος Χαρίτων, οι ιστορικοί Δέξιππος, Αρριανός, Ηρωδιανός, ιδιαίτερα ο Αππιανός και ο Δίων Κάσσιος είναι μιμητές του Θουκυδίδη».[149] Τελικά, όμως, η προσήλωση του Θου­κυδίδη στην αλήθεια, γεγονός που παραδέχτηκε ήδη ο Διονύσιος {Περί Θουκ. 8· πρβ. Μαρκελλ. 27), τον καθιστά, όπως γράφει ο Αουκιανός (Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν 42), «νομοθέτη» της ιστοριογραφίας.[150]

Χειρόγραφη παράδοση

Τα σημαντικότερα χειρόγραφα του θουκυδίδειου έργου διακρίνονται σε δύο οι­κογένειες: η πρώτη (α) περιλαμβάνει τα χειρόγραφα C (Laurentianus LXΙΧ 2, αρχές 10ου αι.) και G (Monacensis Gr. 228, 13ος αi.), η δεύτερη (β) τα χειρό­γραφα A (Parisinus suppl. Gr. 225, 11ος-12ος αι.), Β (Vaticanus Gr. 126, 11ος αι.), Ε (Palatinus Gr. 252, 10ος-11ος αι.), F (Monacenis Gr. 430, 11ος αι.) και M (Britannicus Add. 11.727, 10ος-11ος αι.).[151] Όλα ανάγονται σε ένα κοινό αρχέ­τυπο (Θ), το οποίο πρέπει να χρονολογηθεί τον 9ο αιώνα. Η ομάδα β περι­λαμβάνει εκτός αυτού διαφορετικές γραφές από ένα άλλο παλαιό αρχέτυπο (Λ)’ επιπλέον, το χειρόγραφο Β από το χωρίο 6.92.5 μέχρι το τέλος του θουκυδίδειου κειμένου παραδίνει, γραφές οι οποίες προέρχονται, από μια διαφορετική από το Θ πηγή· μερικά νεότερα (μεταγενέστερα του 13ου αι.) χειρόγραφα πα­ραδίδουν γραφές ανεξάρτητες από την παλαιότερη χειρόγραφη παράδοση (από μια πηγή Ξ, η οποία κατά πάσα πιθανότητα ανήκει στην ίδια εποχή με το Α). Συνεπώς όλα τα μεσακυνικά χειρόγραφα ανάγονται πιθανότατα σε ένα αρχέ- τυπο της εποχής πριν από τον Στέφανο Βυζάντιο (6ος αι.).


[1] U. V. WILAMOWITZ, «Die Ίhukydideslegende, Hermes 12 (1877) 326-367, .1. ΜALITZ, «Thukydides’ Weg zur Gesrhirhtssehreibung», Historia 31 (1982) 257-289 και J. ΜAITLAND, «Marcellmus’ Life of Thucydides: Criticism and Criteria in the Biographical Tradition», CQ 46 (1996) 538-558. Oι αρχαίες βιογραφίες εκδίδονται και σχολιάζονται από τον L. PICCIRILLI, Storie dello storico Tucidide, Genova 1985. Ο L. CANFORA έχει επανειλημμένα παρουσιάσει μια εικόνα της ζωής του Θουκυδίδη ριζικά αποκλίνουσα από την κρατούσα άποψη, πρόσφατα στο άρθρο του «Biographical Obscurities and Problems of Composition», στο: RENGAKOS – TSAKMAKIS (2006) 1-31. 

[2] Διαφορετική άποψη διατυπώνει ο C. FORNARA, «Thuccydidess’ Birth Date», στο: R. ROSEN – J. FARRELL (εκδ.), Nomodeiktes. Greek Studies in Honor of Marlin Ostwald, Ann Arbor 1993, 71-80, ο οποίος υιοθετεί μία χρονολογία γέννησης, παλαιότερη κατά μία δεκαετία περίπου. 

[3] LUSCHNAT (1970) 1099 κ.ε. 

[4] HORNBLOWER (1987) 151 κ.ε. 

[5] 2.100.2: ἦν δε οὐ πολλά [ενν. τα τείχη στη χώρα των Μακεδόνων], ἀλλά ὕστε­ρον Ἀρχέλαος ὁ Περδίκκου υἱός βασιλεύς γενόμενος τά νῦν ὄντα ἐν τῇ χώρᾳ ῴκοδόμη­σε καί ὁδούς εὐθείας ἔτεμε καί τἆλλα  διεκόσμησε τά [τε] κατά τόν πόλεμον ἵπποις και ὅπλοις καί τῇ ἄλλῃ παρασκευῇ κρείσσονι ἤ ξύμπαντες οἱ ἄλλοι βασιλῆς ὀκτώ οἱ πρό αὐτοῦ γενόμενοι (και δεν ήταν πολλά· μόνο αργότερα, όταν έγινε βασιλιάς ο Αρχέλαος, γιος του Περδίκκα, έχτισε τα σημερινά οχυρά κι άνοιξε ίσιους δρόμους κι έκανε τον τόπο δυνατό και πλούσιο εξοπλίζοντάς τον για πόλεμο με πολλά άλογα, και όπλα και άλλον εφοδιασμό, καλύτερον απ’ ό, τι είχαν συγκεντρώσει όλοι οι οχτώ που βασίλεψαν πριν απ’ αυτόν). 

[6] Τούς δέ τοὐναντίον ἐλευθερώσοντας ἥκειν. καί οὐκ εἰκός εἶναι Λακεδαιμονίους ἀπό μέν σφῶν τῶν Ἑλλήνων ἐλευθεροῦν νΰν τούς Ἕλληνας. ἀπό δ’ εκείνων [τῶν βαρβάρων]. ἤν μή ποτε αὐτούς μή ἐξέλωσι, μή ἐλευθερῶσαι (οι Λακεδαιμόνιοι είχαν έρθει για να τους ελευθερώσουν όλους και δεν ήταν φυσικό οι Λακεδαιμόνιοι να ελευθερώσουν Έλληνες από τον ζυγό Ελλήνων και να μην επιχειρήσουν να τους ελευθερώσουν από τον ζυγό βαρβάρων αν ο βασιλεύς δεν απαλλαγεί κάποτε από τους Λακεδαιμόνιους). 

[7] Σχετικά με την ιστορία του Θουκυδίδειου ζητήματος πρβ. Schmid (1948) 127· VON FRIΤΖ (1967) 565 κ.ε.· LUCHNAT (1971) 1183 κ.ε.· HUNTER (1977) 270 κ.ε.· SCHADEWALD (1982) 240 κ.ε.· HORNBLOWER (1987) 130 κ.ε.· MEISTER (1990) 55 κ.ε.· LENDLE (1992) 75 κ.ε.· WILL (2003) 321 κ.ε. Σχετικά με τη Θουκυδίδεια έρευνα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο γενικά βλ. CONNOR (1977), PAYEN (2003) 142 κ.ε., STAHL, (2003) 13 κ.ε., DEWALD (2005) 7 κ.ε

[8] Ο SCHATEWALDT (1982) 246 ακόμα και μισό αιώνα αργότερα επιμένει στην άποψή του περί των «δύο σχεδιάσματος, τα οποία διαφέρουν όχι μόνο από τεχνική άποψη, αλλά και επειδή ο Θουκυδίδης είχε στο μεταξύ αντλήσει διδάγματα από τον πόλεμο». 

[9] ΡATZER (1937) 116. 

[10] DE ROMILLY (1947) 293.

[11] Μία ριζοσπαστικά αναλυτική άποψη εκπροσωπεί ο PROCTOR (1982), ο οποίος διακρίνει συνολικά επτά φάσεις στη συγγραφική περίοδο του Θουκυδίδη (πριν από το 431, κατά το 431- 424, το 424 – 421, το 421- 413 – 409, το 409 – 404, και μετά το 404). H HUNTER (1977) υιοθετεί ενωτική στάση η οποία αποκλίνει από την κρατούσα άποψη: υποστηρίζει ότι το έργο στη σημερινή του μορφή συντάχθηκε μετά το 407, αφότου ο Θουκυδίδης αποφάσισε να καταγράψει, τον Αρχιδάμειο πόλεμο με τέτοιον τρόπο, ώστε να παραπέμπει στη Σικελική εκστρατεία και στον Δεκελεικό πόλεμο, και αφού προετοίμασε αυτές τις δύο φάσεις του πολέμου στο πλαίσιο μιας συστηματικής τεχνικής της προοικονομίας. Η μακροχρόνια επεξεργασία του έργου του, η οποία διήρκεσε έως το 404 οδηγώντας σε μια εντυπωσιακή ενότητα του έργου, εξάλειψε όλα τα ίχνη των προηγούμενων σχεδιασμάτων· τέλος, η HUNTER πιστεύει ότι η ήττα της Αθήνας το 404 δεν επέφερε καμία αλλαγή στις αντιλήψεις του Θουκυδίδη. ΙΙαρόμοια είναι και η άποψη του RAWLINGS, ο οποίος όμως τοποθετεί χρονικά την οριστική καταγραφή του έργου την εποχή μετά το 404: «ο Θουκυδίδης δεν συνέθεσε την αφήγηση των δέκα πρώτων ετών του πολέμου, τουλάχιστον στη μορφή που έχει σήμερα, παρά μόνο αφού έγινε μάρτυρας και της δεύτερης φάσης των πολεμικών συγκρούσεων» (1981) 252. 

[12] ANDREWES (1059), (1961) και κυρίως (1981) 301 κ.ε. και 384 κ.ε. 

[13] Σε παλαιότερη δημοσίευση του 1955, ο WESTLAKE επιχείρησε να αποδείξει ότι ο ιστορικός συνέγραψε το 1ο βιβλίο πριν από τον Δεκελεικό πόλεμο (με εξαίρεση τη μεταγενέστερη προσθήκη του χωρίου 1.97.2). 

[14] Με τη θέση του WESTLAKE συμφωνεί και ο HORNBLOWER (1987) 145 κ.ε., ο οποίος ορίζει τις εξής χρονολογίες σύνθεση: των τμημάτων του έργου: τα βιβλία 1-4 γράφτηκαν πριν από το 411· ακολούθησαν τα ημιτελή βιβλία 8 και 5, ενώ η συγγραφή των βιβλίων 6 και 7 τοποθετείται αμέσως μετά το 413· η μεταστροφή της άποψης του Θουκυδίδη για τον ρόλο του Αλκιβιάδη τον οδήγησε αργότερα στη διατύπωση μιας θετικότερης κρίσης ως προς τις προοπτικές των Αθηναίων στη Σικελική εκστρατεία, ενώ μεταγενέστερα τμήματα του έργου, όπως λ.χ. η νεκρολογία του Περικλή (2.65) και η αναφορά στον Μακεδόνα βασιλιά Αρχέλαο (2.100.2), προστέθηκαν μετά το 404. Ο GRIBBLE: (1999) 171 κ.ε., σε μια λεπτομερή εξέταση του τρόπου παρουσίασης του Αλκιβιάδη από τον ιστορικό, αντέκρουσε με πειστικό τρόπο τη θεωρία του WESTLAKE· με τον GRIBBLE συμφωνεί και η KALLET (2001) 289.  

[15] LESKY (1971) 532. 

[16] SCHWARTZ (1967) 57Ί κ.ε. 

[17] LUSCHNAT (1970) 129. 

[18] LENDLE (1992) 78.

[19] WILL. (2003) 326. 

[20] Στις σελίδες 328-367 ο Will επιχειρεί να εικάσει τη σχετική χρονολογία διαφόρων τμημάτων του θουκυδίδειου έργου (Προοίμιο, Κερκυραϊκά – Ποτειδαιατικά, Πεντηκονταετία, βιβλία 2-4, βιβλία 6-7, δεύτερο προοίμιο, βιβλίο 8, οι «όψιμοι» λόγοι). 

[21] Το επόμενο παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό της νέας «μετα-αναλυτικής» τάσης στην ερμηνεία του Θουκυδίδη: ενώ η DE ROMILLY (1956) διέκρινε στον θουκυδίδειο τρόπο παρουσίασης ταυτόχρονων γεγονότων μια συγκεκριμένη και σκόπιμη τεχνική, η οποία υπηρετεί τόσο την ερμηνεία όσο και την κλιμάκωση της αγωνίας, ο E. DELEBECQUE (J965) υποστήριξε ότι ο συνεχής κατατεμαχισμός της αφήγησης ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της χρονογραφικής δόμησης του έργου. Ο ίδιος μελετητής χρησιμοποιεί τις διαφορές στην παρουσίαση ταυτόχρονων πράξεων στο χωρίο 8. 45-82 για να χρονολογήσει τα διάφορα «στρώματα» του 8ου βιβλίου και για να προσεγγίσει το ζήτημα των πηγών.  

[22] Η HUNTER και σε επόμενη μονογραφία της υπογράμμισε τη σημασία των «μοτίβων» τόσο στον Ηρόδοτο όσο και στον Θουκυδίδη, επισημαίνοντας ότι οι ιστορικοί αυτοί «δημιούργησαν μάλλον μια σειρά από με περίτεχνο τρόπο επεξεργασμένα μοτίβα και παραδείγματα παρά μια χωρίς τέλος σειρά μεμονωμένων γεγονότων ή μοναδικών προσωπικοτήτων» (1982) 253. 

[23] Σε επόμενη δημοσίευσή του ο Connor ασχολείται με την αφηγηματική τεχνική του Θουκυδίδη, εστιάζοντας κυρίως στις διαφορετικές οπτικές γωνίες (viewpoints), από τις οποίες συχνά παρουσιάζεται το ίδιο περιστατικό και οι οποίες δημιουργούν στον αναγνώστη την εντύπωση ότι συμμετέχει ως θεατής στα γεγονότα. 

[24] Σημαντική είναι, η συμβολή του H. ERBSE (1989) στη μελέτη του αφηγηματικού ύφους του 8ου βιβλίου (με έμφαση στην παρουσίαση του αφηγημένου χρόνου), το οποίο υπερασπίστηκε με επιτυχία, αποκρούοντας έτσι τις αναλυτικές αναγνώσεις του  DELEBECQUE (1965) και του  ANDREWES (198Ι) (στο: (GOMME – ANDREWES – DOVER 1945-1981, τόμ. 5). 

[25] LUSCHNAT  (1971) 1133. 

[26] Schmid (1948) 149 κ.ε. 

[27] Σχετικά με τη διάρθρωση της αφήγησης πρβ. T. ROOD, «Thucydides», στο: I.J.F.DE JONG – R. NUNLIST (εκδ.), Time in ancient Greek Literature, Studies in Ancient Greek Narrative, Leiden κ.α. 2007, 139 κ.ε

[28] Διεξοδική ανάλυση από τον TSAKMAKIS (1995). Εδώ βρίσκουμε επίσης τη σημαντική διαπίστωση (230 κ.ε.) ότι οι ομηρικές μυθολογικές παρεκβάσεις, με τη ρητορική – παραδειγματική λειτουργία που επιτελούν και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται λογοτεχνικά (προσανατολισμός στα εκάστοτε συμφραζόμενα της αφήγησης), πρέπει να θεωρηθούν πρόδρομοι των θουκυδίδειων αναδρομών σε περασμένα γεγονότα. 

[29] Σχετικά με την αρχαία κριτική (Διον. Αλικ. Περί Θουκ., Λουκ. Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν, Διόδ. κτλ.) βλ. AVENARIUS (1956) 119 κ.ε., FORNARA (1983) 43 κ.ε., 70 κ.ε., 147 κ.ε. και ROOD (1998) 109, 111 με τις υποσ. 7 και 8. 

[30] RENGAKOS (1995) και (2006), του ιδίου, Το χαμόγελο του Αχιλλέα, Αθήνα 2005, 85 κ.ε. 

[31] GOMME (1954) 127 κ.ε. και. DE ROMILLY (1956) 56 κ.ε., πρβ. επίσης KITTO (1966) 284. Το κυριότερο στοιχείο το είχε ήδη εντοπίσει ο ROSCHER (1842) 372: «Φαίνεται ότι μέσω της χρονολογικής σειράς επιτυγχάνεται μια στενότερη σύνδεση με την πραγματικότητα». Πρβ. επίσης SCHWINGE (1990) 300 κ.ε. και (2008) 36 κ.ε., 164 κ.ε. 

[32] Εξαιρετική ανάλυση των δύο αποσπασμάτων του 4ου βιβλίου από τον BABUT (1981) 434 κ.ε. στα χνάρια των  GOMME (1954) 134 κ.ε. και ΚITTΌ (1966) 284. Πρβ. επίσης HORNBLOWER  (1991-1996) 2.228 και 2.256 (σημ. στο 4.78.1). 

[33] HORNBLOWER (1994) 139 κ.ε. 

[34] ROOD (1998) 109 κ.ε. 

[35] ERBSE (1989) 43 κ.ε.

[36] ERBSE (1989) 45. Περισσότερες αναχρονίες σε επίπεδο μικροδομής στους DELEBECQUE (1965) 52 κ.ε., GOMME κ.τ.λ (1945-81) 5.366 κ.ε.· ERBSE (1989) Ευρετήριο, λ. Thukydides, Ruckgriffe· ROOD (1998a) Ευρετήριο, λ. analepsis prolepsis

[37] GENETTE (1972) 30.

[38] Σύμφωνα με τον LUSCHNAT  (1970) 1117 κάθε έτος πολέμου καταλαμβάνει, κατά μέσο όρο 8,7 σελίδες [π.χ: Αρχιδάμειος πόλεμος (2,1 -5,24): 24,9· Σικελική εκστρατεία (6,8-8,0): 46· Δεκελεικός- Ιωνικός πόλεμος (8,7-109): 35 σελίδες]. 

[39] LUSCHNAT  (1970) 1132

[40] CONNOR (1984) 146 κ.ε. Έγιναν και άλλες προσπάθειες να δικαιολογηθούν λογοτεχνικά οι ιδιορρυθμίες του 5ου βιβλίου, βλ. ROOD (1998) 85 κ.ε. και πιο πειστικά DEWALD (2005) 139 κ.ε. 

[41] Βλ. DELEBEQUE (1065), VON FRITZ (1967) 1.757 κ.ε. και HORNBLOWER (1987) 143. Διστακτικός ο LUSCHNAT (19790) 1115 κ.ε.

[42] CONNOR (1984) 210-230, ERBSE (1989) 1-82 και ROOD (1998) 252-284. 

[43] ERBSE (1989) 66· βλ. και DEWALD (2005) 151 κ.ε.

[44] MARINCOLA (2001) 66.

[45] Rood (1998) 262. 

[46] Για όσα ακολουθούν βλ. ROOD (2004) και (2006), καθώς και  GRIBBLE (190S). 

[47] Συγκρίσιμα είναι τα χωρία 5.56.3 και 6.60.2, στα οποία όμοις ο ιστορικός κά­νει μια πολύ σύντομη αναφορά σε διαφορετικές εκδοχές. 

[48] Οι υποθέσεις τού μη πραγματικού είναι 19 στο σύνολό τους κατά τον  FLORY (1988). 

[49] HORNBLOWER (1994) 145 κ.ε. 

[50] HORNBLOWER (1994) 152 κ.ε. 

[51] Λεπτομερής επισκόπηση από LUSCHNAT (1970) 1167· βλ. επίσης GARRITY (1998) 361, L. PORCIANI, «The Enigma of Discourse: a View of Thukydides», στο: MARINCOLA (2007) 328-341 και C. SCARDINO, Geslaltung und Funktion der Reden bei Herodot und Thukydides, Βερολίνο 2007, 399 κ.ε. 

[52] Σχετικά με τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν την πλασματικότητα των δημηγοριών βλ. τη λεπτομερή εξέταση του HORNBLOWER (1987) 55 κ.ε., ο οποίος δεν συμμερίζεται αυτά τα επιχειρήματα, αλλά και δεν κατορθώνει να τα αντικρούσει πειστικά: οι συνειρμοί-απόηχοι μεταξύ των δημηγοριών [HORNBLOWER (1987) 59 κ.ε.], ο βαθμός δυσκολίας τους σε γλωσσικό επίπεδο (62 κ.ε.) ή οι εκ των προτέρων αναφορές- προλήψεις στο απώτατο μέλλον (64 κ.ε.) αποτελούν αδιάσειστα στοιχεία του πλασματικού χαρακτήρα τους· βλ. επίσης MEISTER (1990) 50 κ.ε. και A. ΚOHNKEN, «Antike und moderne Thukydideskritik. Der Redensatz Thuk. 1,22,1 in seinem Kontext (1993)», στο: A. ΚOHNKEN, Darstellungsziele and Erzahlstrategien in antiken Tcxten, Βερολίνο 2006, 471- 489· M. HAGMAIER, Rhetorik and Geschichte. Eine Studie zu den Kriegsreden im ersten Buch des Thukydides, Βερολίνο-Νέα Υόρκη 2008, 242 κ.ε

[53] LUSCHNAT (1970) 1157 κ.ε. με λεπτομερή κατάλογο αυτών των περιπτώσεων στη σ. 1163 κ.ε. 

[54] LUSCHNAT (1970) 1146 κ.ε. και HORNBLOWER (1987) 46 κ.ε. 

[55] MARINCOLA  (2001) 81 κ.ε.· το παράθεμα προέρχεται από τον MACLEOD (1983) 09. 

[56] SCHWINGE (1991) 14 κ.ε.

[57] Αποτελούν το 45% του συνολικού έργου σύμφωνα με την DE Jong (2004) X. 

[58] BASSET (2003) 102 κ.ε. και DE JONG (1004) και (2004) 122· πρβ. επίσης KULLMAN (2002). 

[59] Εμφανίζονται ως παραδεδεγμένη ιστοριογραφική αρχή στον Διον. Αλικ. Ῥωμ. ἀρχ. 5.56.1, όπως και στον Λουκιανό (ΙΙῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν 49)· πρβ. AVENARIUS (1956) 142 κ.ε. και FORNARA (1983) 43 κ.ε., 70 κ.ε., 147 κ.ε. 

[60] Βλ. την πλούσια συλλογή σχετικού υλικού από τον MONTEGOMERY (1965) 1-44· πρβ. επίσης HORNBLOWER (1987) 80. 

[61] Εκπρόσωπος αυτής της κατεύθυνσης της έρευνας είναι ο WESTLAKE (1989). Ο HORNBLOWER (1991-96) 2.335 (σημ. στο 4.105.1) υπερβάλλει και αυτός, όταν λόγου χάρη υποστηρίζει ότι ο Βρασίδας και ο Θουκυδίδης ίσος συνομίλησαν μεταξύ του 42ί και του 422, και τότε ο γνωστός και για τα ρητορικά του χαρίσματα Σπαρτιάτης «κολάκευσε κατά κάποιο τρόπο τον ιστορικό μας», ισχυριζόμενος πως ο λόγος της επίσπευσης των κινήσεών του εναντίον της Αμφίπολης υπήρξε η επιρροή και η περιουσία του ιστορικού στη Θράκη. 

[62] HORNBLOWER (1987) 81 και Rood (1998) 20 και 49. Μεθοδολογικά σημαντικό: SEECK (1978). Σχετικά με την εσωτερική εστίαση βλ. ακόμα StAHL. (2006). 

[63] HUNTER (1973) 183. 

[64] REINHAARDT (1966) 202. ΙΙρβ. επίσης STRASBURGER (1966) 73, ο οποίος σημειώνει ότι αυτός ο τρόπος ανάγεται «στη γνωστή τεχνική που συνίσταται στην έμμεση και σιωπηλή ερμηνεία των γεγονότων μόνο μέσα από τη λογοτεχνική σύνθεση: ένα αληθινά ποιητικό μέσο!».

[65] DE ROMILLY (1956) και (1990), StAHL. (2003), ιδ. 173 κ.ε., HUNTER (1973), MORRISON (2006). 

[66] MARINCOLA (2001) 69.

[67] BABUT (1981) και CONNOR (1984) 126 κ.ε.

[68] Πρβ. RAWLINGS (1981) 52: «η προσεκτική αντίστιξη αποτελεί την πιο εκλεπτυσμένη όψη του θουκυδίδειου τρόπου σύνθεσης».

[69] Υποδείξεις για «ανεπαρκή ασφάλεια» (had security) ή «περιορισμένο βαθμό εμπιστοσύνης» (low confidentiality) στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και παραπομπές σε ανάλογα περιστατικά από την πολιτική της εποχής μας δεν μπορούν να αποδυναμώσουν το γεγονός ότι το εν λόγοι χαρακτηριστικό αρκετών θουκυδίδειων δημηγοριών, η ύπαρξη των συνειρμών, κλονίζει σοβαρά τη θεωρία περί «αυθεντικότητάς» τους, βλ. HORNBLOWER (1987) 59. 

[70] HUNTER (1973) 179 κ.ε. και RAWLINGS (1981) 58 κ.ε

[71] Rood (1998) 5 κ.ε. και 199 σημ. 74. 

[72] DE ROMILLY (1956) 56 κ.ε. Βλ. επίσης DELEBECQUE (1965) 27, CONNOR (1984) 185 κ.ε., ROOD (1998) 171 κ.ε. και GRIBBLE (1999) 180 κ.ε. Έξοχη η λεπτομερής ανάλυση από τον STAHL, (2003) 210 κ.ε. Η συγκεκριμένη τεχνική διαπιστώνεται σε διάφορα αποσπάσματα του θουκυδίδειου έργου: η περιγραφή της πορείας του αθηναϊκού στόλου προς τη Σικελία εναλλάσσεται με τις αντιδράσεις στις Συρακούσες (6.30 κ.ε.), βλ. DE ROMILLY (1956) 60 κ.ε.· το ίδιο συμβαίνει και με την πορεία του επικουρικού στρατεύματος που στέλνουν τον επόμενο χρόνο οι Αθηναίοι υπό τον Δημοσθένη και τις επιτυχίες των Συρακουσίων [7.20 κ.ε.· DE ROMILLY (1956) 59 κ.ε.], αλλά και με την αποστασία και πολιορκία της Μυτιλήνης από τους .Αθηναίους και τα αναποτελεσματικά αντίμετρα των Σπαρτιατών (αρχή 3ου βιβλίου) κτλ. Η υψηλής ποιότητας δραματική αφήγηση στο τέλος του 6ου και στην αρχή του 7ου βιβλίου είναι, ωστόσο, αξεπέραστη. Συνδέεται, βέβαια, με τη γενικότερη άποψη του ιστορικού ότι η Σικελική εκστρατεία αποτελεί την αποφασιστική καμπή του Πελοποννησιακού πολέμου. 

[73] Ο CONNOR (1984) 186 εύστοχα κάνει λόγο για «έναν αγώνα δρόμου ανάμεσα στις δύο αντίπαλες δυνάμεις σχετικά με το ποιο τείχος θα ολοκληρωθεί πρώτο (race of the walls)». 

[74] Hood (1998) 173. 

[75] CONNOR (1984) 110 κ.ε. 

[76] Για την τεχνική αυτή βλ. SCHADEWALDT (1966) 112 κ.ε.· Α. ΡΕΓΚΑΚΟΣ, Το χαμόγελο τον Αχιλλέα, Αθήνα 2005, 41 κ.ε. 

[77] Πρβ. 1.118.3· 2.18.5· 20.1· 18.1· 48.2· 57.1· 77.6′ 93.4· 98.3 3.79.3· 94.5 113.6· 4.104.2· 5.74.3· 7.86.4· 8.50.3· 87.2.  

[78] Παραδείγματα τέτοιου είδους στον HORNBLOWER (1987) 77 κ.ε. 

[79] 3.113.6· 5.68.2· 74.3· 7.44.1.  

[80] Παραθέτει συνολικά εννέα αυτολεξεί: 4.118 κ.ε.· 5.18 κ.ε.· 23 κ.ε.· 47· 77· 79· 8.18· 37· 58, ενώ το περιεχόμενο άλλων επτά το αποδίδει απαριθμώντας τα βασικά σημεία τους: 2.24.1 κ.ε.· 3.28.1· 111.2 ·4.16· 21.3 ·105.2· 106.2· 5.27.2 ·28.1. 

[81] Πρβ. B. SMARZYK , «Thukydides and Epigraphy», στο: RENGAKOS-TSAKMAKIS (2006) 495 κ.ε.

[82] Το αν οι τρεις αυτές σύντομες επιστολές, όπως και η αρκετά εκτενέστερη του Νικία προς τη συνέλευση του αθηναϊκού λαού (7.11-15), είναι αυθεντικές, είναι αβέβαιο. 

[83] Βλ. αναλυτικά SCHWINGE (2008) 13 κ.ε. 

[84] SCHADEWALDT (1982) 276.

[85] Για όσα ακολουθούν πρβ. Schmid (1948) 139 κ.ε., VON FRITZ (1967) 575 κ.ε., 618 κ.ε., SCHEPENS (1980) 94-195, SCHADEWALDT (1982) 275 κ.ε., HORNBLOWER (1987) 73 κ.ε., MEISTER (1990) 50 κ.ε., GEHRKE (1993) 1 κ.ε., TSAKMAKIS (1995) 48 κ.ε. και (1998) 239 κ.ε., ΜARINCOLA (1997) 67 κ.ε., 96 κ.ε. και Rood (2006) 225 κ.ε., SCHWINGE (2008) 20 κ.ε

[86] Η συζήτηση για το σχετικό με τις δημηγορίες μεθοδολογικό κεφάλαιο είναι ανεξάντλητη: κατατοπιστικός ο LUSCHNAT (1970) 1162 κ.ε. με πλούσια βιβλιογραφία. 

[87] Όσα ακολουθούν συμφωνούν με τον ERBSE (1989) 131 κ.ε. και τον LENDLE (1992) 98· πρβ. επίσης BAKKER (2006) 118 κ.ε., OBER (2000) 130-159 (βλέπει το έργο του Θουκυδίδη ως «ένα εγχειρίδιο πολιτικών συστημάτων» και τον ίδιο ως θεμελιωτή της πολιτικής επιστήμης) και KALLET (2006) 335 κ.ε. (ο Θουκυδίδης θέλει να σταθεί χρήσιμος στους μελλοντικούς ιστορικούς). 

[88] ERBSE (1989) 137. Ο SCHWINGE (2008) 32 κ.ε. υποστηρίζει πρόσφατα ότι το όφελος από το έργο του Θουκυδίδη δεν είναι, πρακτικό, αλλά θεωρητικό. 

[89] ΙΙρβ. Ο. LENDLE, «ΚΤΗΜΑ ΕΣ ΑΙΕΙ. Thukydides und Herodot», RhM 133 (1990) 231-242.

 [90] Τα ηροδότεια χωρία: 0.57.5 και 9.53.2′ στο παράδειγμα σχετικά με τους τυραννοκτόνους αυτός που βρίσκεται στο στόχαστρο του Θουκυδίδη είναι πιθανότατα ο Ελλάνικος, βλ. HORNBLOWER (1991-1990) σχόλιο στο χωρίο 1.20.3.

 [91] VON FRITZ (1907) 2.338 κ.ε. και HORNBLOWER (1991-1990) στο χωρίο 1.21.1· σύμφωνα με τον J. GRETHLEIN [«Logographos und Thukydides 1,21,1», Prometheus 30 (2004) 209-216], με τον όρο λογογράφοι ο ιστορικός εννοεί τους ρήτορες· βλ. επίσης  J. GRETHLEIN, «Gefahren des λόγος. Thukydides «Historien» und die Grabrede des Perikles».

 [92] ΙΙρβ. RECHENAUER (1991) σε διάφορα σημεία, MEISTER (1090) 46 κ.ε., GEHRKE (1993), TSAKMAKIS (1998) και KALLET (2000), όλοι με περαιτέρω βιβλιογραφία.

 [93]RECHENAUER (1991) 365.

[94] GEHRKE (1993) 11 κ.ε.

[95] Για όσα ακολουθούν πρβCAWKWELL (1997) 5 κ.ε. και MARINCOLA (2001) 98 κ.ε.

 [96]HUNTER (1973) 184.

[97] WALLACE (1964) 258.

[98] Πρβ. GOMME κτλ. (1945-1981) 1.1 κ.ε.

[99] Όπως παρατηρεί ο CAWKWELL (1997) 15, «δεν πρόκειται για απλή παράλειψη αλλά για σκάνδαλο».

 [100]HORNBLOWER (1991-1996) 2.150.

[101] HORNBLOWER (1991-1996) 1.95 κ.ε.

[102] CAWKWELL (1997) 12: «Πρόκειται για ένα πυκνό, μαύρο σύννεφο το οποίο σκιάζει τον Θουκυδίδη και που, αν σκάσει, θα αμαυρώσει τη φήμη του ιστορικού». Για περισσότερα σφάλματα, βεβαιωμένα ή υποτιθέμενα, βλ. SCHMID (2948) 157 κ.ε. και MARINCOLA (2001) 99 κ.ε.

 [103]BADIAN (1993) 125-162.

[104] Τελευταία WILL (2003) 317 κ.ε.

 [105]MARINCOLA (2001) 288.

[106] ROOD (1998) 288.

[107] Πρβ. F. RITTELMEYER, Thukydides and die Sopltistik (διδ. διατρ. Erlangen 1914), Borna – Λιψία 1915, VON FRITZ (1967) 1.548 κ.ε., MEISTER (1990) 40 κ.ε. και THOMAS (2006) 88 κ.ε.

 [108] Σημαντικοί πρόδρομοι: C.N.COCHRANE, Thukydides and the Science of History, Λονδίνο 1929, K. WEIDAUER, Thukydides and die Hippokratischen Schriften, Der Einflub der Medizin auf Zielsetzung und Darstellungsweise des Geschichstwerks, Χαϊδελβέργη 1954 και C. LlCHTENTHAELER, Thucydide et Hippocrate vus par un historien-medecin, Γενεύη 1965· προσφάτως πρβ. THOMAS (2006) 92 κ.ε.

 [109] RECHENAUER(1991) 366.

[110] C.B.R. PELLING, Thukydides’ Archidamus and Herodotus’ Artahanus», στο: Μ.A. FLOWER-Μ. TOHER (εκδ.), Georgica. Greek Studies in honour of G. Cawkwell, Λονδίνο 1991, 120-142, HORNBLOWER (1991 -1996) 2.122-145, T. Rood, «Thukydides and his Predecessors», llistos 2, 1998, T. Rood, Thukydides’ Persian Wars», στο: C. SHUTTLEWORTH KRAUS (εκδ.), The Limits οf Historiography. Genre and Narrative in Ancient Historical Texts, Leiden 1999, 141-166, KALLET (2001) σε διάφορα σημεία, ιδ. 85 κ.ε. και Z. ROGKOTIS, «Thukydides and Herodotus: Aspects of their Intertextual Relationship», στο: RENGAKOS-TSAKMAKIS (2006) 57-86.

 [111]VON FRITZ (1967) 1.793.

[112] STRASBURGER (1966) 58 κ.ε.

[113] STAHL (2003) 171.

[114] REINHARDT (1966) 211.

[115] VON Fritz (1967) 1.805 κ.ε. και 807.

 [116] ΙΙρβ. LUSCHNAT (1970) 1242 κ.ε.

 [117] RENGAKOS (1984), ERBSE (1989) 106-130 και W.NICOLAI, «Thukydides und die perikleische Machtpulitik», Hermes 124 (1996) 264-281.

 [118] HORNBLOWER (1987) 160 κ.ε.

[119] P.HUART, le vocabulaire de l’ analyse psychologique dans l’oeure de Thucydide, Παρίσι 1968, P.HUART, Γνώμη chez Thucydide et ses contemporains, Παρίσι 1973 και L. EDMUNDS, Chance and lntelligence in Thucydides, Cambridge, Ma. 1975.

 [120] Για όσα ακολουθούν πρβ. STREBEL (1935), SCHMID (1948) 207 κ.ε., LUSCHNAT (1970) 1266 κ.ε., HORNBLOWER (1995), BLECKMANN (2005) 132 κ.ε. και NICOLAI (2006).

 [121] LUSCHNAT (1970) 1268 κ.ε. και J. DILLERY, Xenophon and the History of his times, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1995, 9 κ.ε. και 180 κ.ε.

 [122] Σχετικά με την εξοικείωση του Θεόπομπου με το έργο του Θουκυδίδη πρβ. W.R.CONNOR, Theopompus and Fifth-Century Athiens, Ουάσιγκτον 19118, 29, 106, 119 κ.ε.

 [123] Η άκρως αρνητική κρίση του BLECKMANN για τα Ελληνικά της Οξυρύγχου (2005, πρβ. ήδη BLECKMANN Athens Weg in die Niederlage. Die letzten Jahre des Peloponnesischen Krieges, Στουτγάρδη – Λιψία 1998, 188-198) απορρίπτεται από τον SCHEPENS, Who wrote the Hellenica Oxyrhynchia? The Need for a Methodological Code», Sileno 27 (2001) 201-224· πρβ. επίσης Helllenika run Oxyrhynchos, εκδ. Von R. BEHRWALD, Darmstadt 2005, 15 κ.ε.

 [124] MEISTER (1990) 66 κ.ε

[125] LUNSCHAT(1970) 1272.

[126] GommE (1945-1981) 3.523.

 [127] DE ROMILLY (1947) 297 κ.ε., SCHMID (1948) 208 κ.ε. και LUSCHNAT (1970) 1276 κ.ε.

 [128] LUSCHNAT (1970) 1280 κ.ε.

 [129] Ο S. TSITSIRIDIS (Platons Menexenos, Στουτγάρδη – Λιψία 1998, 224) αρνείται τον παραλληλισμό· πρβ. επίσης όπ.π. 31 1 κ.ε.

 [130] Schmid (1948) 209 κ.ε.

 [131] DE ROMILLY (1947) 303 κ.ε. Την εξοικείωση του ΙΙλάτωνα με το έργο του Θου­κυδίδη υποστηρίζει επίσης και ο HORNBLOWER (1995) 55 κ.ε.· πρβ. όπ.π. υποσ. 39 με πρόσθετη βιβλιογραφία.

 [132] ΙΙρβ. LUSCHNAT (1970) 1284 κ.ε., P.J. RHODES, A Commentary on the Athenaion Politeia, Οξφόρδη 1981, 15 κ.ε., 362 κ.ε. και HORNBLOWER (1995) 55.

 [133] LUSCHNAT (1970) 1288 κ.ε. με πλούσια βιβλιογραφία, MEISTER (1990) 68 κ.ε., LENDLE (1992) 207 κ.ε., HORNBLOWER (1995) 56 και προσφάτως C. BEARZOT, «Filisto di Siracusa)), στο: R. VATTUONE (εκδ.), Storici greci d’ Occidente, Bologna 2002, 91-136, ιδ. 124 κ.ε.

 [134] LENDLE (1992) 159 κ.ε., HORNBLOWER, (1995) 53 κ.ε. και NICOLAI (2001)) 711 κ.ε.

 [135]NICOLAI (2006) 713 κ.ε.

 [136] HORNBLOWER (1995) 57 κ.ε.

 [137] HORNBLOWER (1995) 58.

[138] LENDLE (1992) 216 κ.ε. ΙΙρβ. R. VATTUONE, «Timeo di Tauromenio», στο: R. VATTUONE (εκδ.), Storici greci d’ Occidente, Bologna 2002, 177-232, ιδ. 213 κ.ε.

 [139] MEISTER (1990) 134.

 [140] HORNBLOWER (1995) 58 κ.ε. και F. JACOBY, «Hieronymos», RE 8, 1540 κ.ε. (= F. ACOBY, Griechische Historiker, Στουτγάρδη 1956, 245 κ.ε., ιδ. 254).

 [141]HORNBLOWER (1995) 53.

 [142] Εξαιρετική σύνοψη στο FW. WALBANK, Polybius Berkeley κτλ. 1990, 40 κ.ε· πρβ. επίσης LUSCHNAT (1970) 1294 κ.ε HORNBLOWER (1995) 59, MARINCOLA (2001) 117 κ.ε., 130 κ.ε., NICOLAI (1995) 17 κ.ε. και (2000) 710 κ.ε., και CANFORA (2006) 724 κ.ε.

 [143] Πρβ. STRASBURGER (1966) 88 κ.ε. και MEISTER (1990) 150 κ.ε.

 [144] HORNBLOWER (1995) 59.

 [145] STRASBURGER (1966) 94 κ.ε.

 [146] Αναλυτικά από STREBEL (1935) Ί2 κ.ε., SCHMID (1948) 211 κ.ε. και CANFORA (2006) 740 κ.ε.

 [147] G. WILLE, «Ζu Stil and Methode des Thukydides», στο: HERTER (1968) 685 κ.ε.

 [148] Πρβ. P. PERROCHAT, Les modeles grecs de Salluste, Παρίσι 1949, W. AVENARIUS, «Die griechischen Vorbilder des Sallust», SO 33 (1957) 48-86, T. F.  SCANLON, The Influence of Thucydides on Sallust, Χαϊδελβέργη 1980 και CANFORA (2006) 735 κ.ε.· σχετικά με τις διαφορές των δύο ιστορικών σε θέματα αφηγηματικής τεχνικής βλ. J. GRETHLEIN «The Unthucydidean Voice of Sallust», TAPA 136 (2000) 299-327.

 [149]Schmid (1948) 214.

 [150] Για την επιβίίοση του Θουκυδίδη στο Βυζάντιο, κατά τη διάρκεια της Ανα­γέννησης και στη νεότερη εποχή πρβ. REINSCH (2006), PADE (2000) και MURARI PIRES (2006).

 [151] Πρβ.. ALBERTI (1972-2000) 1.IX-CXCIII, V. BARTOLETTI, Per la storia del testo di Tucidide, Firenze 1937, B. HEMMERDINGER, Essai sur l’histoire du texte de Thucydide, Παρίσι 1955 και A. KLEINLOGEL., Geschichte des Thukydidestextes im Mittelalter, Βερολίνο 1965. Εκτός από αυτά υπάρχουν συνολικά 96 πάπυροι, οι οποίοι παραδίδουν αποσπάσματα του κειμένου του Θουκυδίδη (σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό κατάλογο MERTENS-PACK στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://promethee. phillο. ulg.ac.be/cedopal/index.htm, τελευταία ενημέρωση: Απρίλιος 2009).

 

 

   

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s