Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ


kion1Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Maurizio Blondet
Μετάφραση –επιμέλεια: Αναστάσιος  Γιαννάς

Στις ρίζες του Δυτικού πολιτισμού η Σπάρτη και η Αθήνα αντιπαρατίθενται σαν δύο διαφορετικά αρχέτυπα. Η Αθήνα είναι η συζήτηση, η Σπάρτη η σιωπή. Η Αθήνα μας άφησε τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τα ανάγλυφα του Φειδία• η Σπάρτη μερικές βουβές πέτρες (δεν είχε άλλα τείχη, όπως λεγόταν, από τα στήθη των πολιτών της).

Η Αθήνα είναι η αγορά της πολιτικής διαμάχης, η Σπάρτη ένα αυταρχικό σύστημα, όπου ο καθένας ανήκει στο κράτος. Η Αθήνα είναι η ελευθερία, η Σπάρτη η στρατιωτική πειθαρχία. Η Αθήνα δίνει, κατά μία έννοια, αρχή στην νεωτερικότητα και στην κοσμική θέαση του ανθρώπου, εικάζει πάνω στους θεούς και αμφιβάλει-ενώ η Σπάρτη μένει ακίνητη σε μία ιεροτελεστική και πολεμική αντίληψη της πόλεως. Η Αθήνα κατοικείται από άτομα, η Σπάρτη από μία αρχαϊκή και συμπνέουσα φάλαγγα.

Συνέχεια

Advertisements

ΣΟΛΩΝ – Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


kion1Ο ποιητής της πολιτικής

Σόλων ο Αθηναίος 640-560 π.X. περίπου

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ

 Ο Σόλων γεννήθηκε στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο Εξεκεστίδης, ο οποίος καταγόταν από το γένος των Μεντιδών, όπου ανήκε και ο τελευταίος βασιλιάς της Αθήνας Κόδρος. H μητέρα του ήταν εξαδέλφη της μητέρας του τύραννου Πεισίστρατου και καταγόταν από το γένος των Νηλειδών.

Μολονότι η γενιά του Σόλωνος ήταν αρχοντική, η οικογένειά του δεν ήταν πλούσια. Ετσι ο Σόλων αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον πατέρα του στο επάγγελμα του εμπόρου, που του έδωσε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε πολλά μέρη και να αποκομίσει γνώσεις και σοφία εκτός από πλούτο. Ωστόσο ο Σόλων δεν ήταν μόνο έμπορος, ήταν και ποιητής. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο η ποιητική παραγωγή του Σόλωνος ανερχόταν σε 4.000 στίχους, εκ των οποίων έχουν διασωθεί γύρω στους 300.

Συνέχεια

Η ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


kion1Η Αστρολογία στην Aρχαία Ελλάδα

 

της Ευγενίας Παπαλά

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ξεκινά σε γενικές γραμμές από το 2600 π.Χ. και φτάνει στην ακμή του μέχρι το 1600 π.Χ. Αυτή είναι η «χρυσή εποχή» της Ελλάδας, η οποία παρήκμασε με την κάθοδο των Δωριέων από τον Βορρά, μετά το 1100 π.χ. Με τους συνεχείς πολέμους, τις επανειλημμένες καταστροφές και την παρατεταμένη κατοχή των Δωριέων, έπαυσε κάθε πνευματική δραστηριότητα.  Εκμηδενίστηκε η απήχηση των φιλοσοφικών αντιλήψεων των Ορφικών, και μαζί με αυτές, η αστρολογική γνώση που πήγαζε από τις ουράνιες καταγραφές τους και τις κοσμολογικές παρατηρήσεις τους. Όλος σχεδόν ο προγενέστερος πολιτισμός και η γνώση, εξολοθρεύτηκαν. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γιατί εμφανίζεται αιώνες αργότερα η αστρολογική εφαρμογή στην χώρα μας, χωρίς γνωσιακή αλληλουχία, με στοιχεία δανεισμένα από την αστρολατρεία των Μεσοποτάμιων λαών, όταν συναντήθηκαν με το αρχαιοελληνικό πνεύμα μέσα από τις κτήσεις του Μέγα Αλέξανδρου.

Συνέχεια

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ


kion1Ἀ­πὸ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ στὸ «Πλά­τω­νος Συμ­πό­σι­ο»

(τό ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τόν παι­δι­κόν – ἐ­φη­βι­κόν ἔ­ρω­τα)*

  Ἰ­ω­άν. Συ­κου­τρὴ

SykoutrhsἩ προ­έ­λευ­σις τοῦ θε­σμοῦ τού­του δεν μᾶς εἶ­ν’ ἐ­πα­κρι­βῶς γνω­στή. Δὲν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­τι εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ στρα­το­πέ­δου καὶ ὅ­τι ἀ­νή­κει εἰς ἐ­πο­χὰς με­τα­να­στεύ­σε­ων καὶ νο­μα­δι­κῶν πε­ρι­πε­τει­ῶν πο­λε­μι­κῶν στι­φῶν, κα­τὰ τάς ὁ­ποί­ας αἱ γυ­ναῖ­κες λεί­πουν, ἢ εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κῶς ἀ­νε­παρ­κεῖς. Τ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὄ­χι μό­νον ἡ ἀ­να­λο­γί­α πρὸς ἄλ­λους λα­ούς[1], εἰς τοὺς ὁ­ποί­ους οἱ ἀρ­χαῖ­οι πα­ρε­τή­ρη­σαν τὴν ὕ­παρ­ξιν τοῦ ἐ­θί­μου (τοὺς Γα­λά­τας καὶ τοὺς Γερ­μα­νούς), καὶ λα­οὺς τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων (θὰ ἀ­νέ­φε­ρα τοὺς Τούρ­κους), ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ κα­τό­πιν συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν πο­λε­μι­κὴν ζω­ήν, τὰ στρα­τι­ω­τι­κὰ κα­θή­κον­τα καὶ τὴν γυ­μνα­στι­κήν[2]. Ἀλ­λὰ τὸ ζή­τη­μα, δὲν εἶ­ναι ἂν μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ὡ­δή­γη­σε καὶ ὁ­δη­γεῖ πάν­το­τε εἰς δι­α­στρο­φὰς· αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου προ­βλη­μα­τι­κόν. Τὸ πρό­βλη­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴν πού μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­ξευ­γε­νι­ζε­ται, γε­μί­ζει μ’ ἒν ἀ­νώ­τε­ρον πνευ­μα­τι­κὸν καὶ ἠ­θι­κὸν πε­ρι­ε­χό­με­νον ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τόν παι­δι­κὸν ἔ­ρω­τα εἰς τοὺς Ἕλ­λη­νας, καὶ μό­νον εἰς αὐ­τούς[3]. Καὶ ἀ­πὸ τῆς ἀ­πό­ψε­ως αὐ­τῆς ἡ προ­ὲ­λευ­σις τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ παι­δι­κοῦ ἔ­ρω­τος εἶ­ναι σκο­τει­νή. Βε­βαί­ως ὀρ­θὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­τή­ρη­σις[4] ὅ­τι εἰς τὸ ἔ­θι­μον αὐ­τό ὑ­πο­κρύ­πτε­ται ἴ­σως ἡ πρω­τό­γο­νος πί­στις, ὅ­τι ἡ ἀν­δρι­κὴ δύ­να­μις καὶ ζω­τι­κό­της δύ­να­ται νὰ με­τα­βι­βα­σθῇ ἐκ τῶν ὡ­ρί­μων εἰς τὸν ἀ­νώ­ρι­μον δι­ὰ πρά­ξε­ως ὑ­λι­κῆς καὶ ὁ­ρα­τῆς, πί­στις εἰς τὴν ὁ­ποί­αν καὶ ἡ ἀν­θρω­πο­φα­γί­α στη­ρί­ζε­ται ἀ­κό­μη. Ἀλ­λ’ ἡ ἑρ­μη­νεί­α αὐ­τὴ δὲν ἐ­παρ­κεῖ, νο­μί­ζω, νὰ ἑρ­μη­νεύ­σῃ πλή­ρως τό φαι­νό­με­νον. Δι­α­πι­στώ­νο­μεν μό­νον, ὅ­τι ἐ­νω­ρίς ἐ­χρη­σι­μο­ποι­ή­θη ὁ παι­δι­κὸς ἔ­ρως, δι­ά ν’ ἀ­να­πτύ­ξῃ, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς τι­μῆς (αὐ­τό πού θὰ το­νί­σῃ ὁ Φαῖ­δρος εἰς τὸν λό­γον του), ἰ­δί­ως εἰς τὸν πὸ­λε­μον. Εἰς τὸ βά­θος ὑ­πό­κει­ται ἡ ὀρ­θὴ ψυ­χο­λο­γι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­σις, ὅ­τι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός αὐ­ξά­νει πάν­το­τε εἰς τὸ ἀρ­σε­νι­κὸν τὴν μα­χη­τι­κό­τη­τα καὶ δε­κα­πλα­σι­ά­ζει τάς δυ­νά­μεις του. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν νά δι­η­γοῦν­ται ἕ­να πλῆ­θος σχε­τι­κῶν πα­ρα­δειγ­μά­των[5], ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ κα­λύ­τε­ρον ἑρ­μη­νευ­τι­κόν ὑ­πό­μνη­μα εἰς τοὺς λό­γους τοῦ Φαί­δρου καὶ τοῦ Παυ­σα­νί­ου. Ὁ Πλού­ταρ­χος λ.χ. μὰς ἀ­να­φέ­ρει εἰς τὸν Ἐ­ρω­τι­κὸν του 761c τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς πο­λε­μι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰς τὴν μά­χην ὠ­λί­σθη­σε καὶ ἔ­πε­σε πρη­νὴς ὁ ἐ­χθρὸς ἦ­τον ἕ­τοι­μος νὰ τὸν κτυ­πὴ­σῃ, καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν πα­ρε­κά­λε­σε νὰ πε­ρι­μέ­νῃ ὀ­λί­γον νὰ στρα­φῇ ὕ­πτι­ος, ὥ­στε νὰ μὴ τὸν ἴ­δῃ ὁ ἐ­ρω­μέ­νος τοῦ πλη­γω­μέ­νου εἰς τὰ νῶ­τα. Εἰς τὴν Χαλ­κί­δα ἐ­δεί­κνυ­αν τὸν τά­φον ποῦ Θεσ­σα­λοῦ ἱπ­πέ­ως Κλε­ο­μά­χου, τὸν ὁ­ποῖ­ον ὡς ἥ­ρω­α ἔ­θα­ψαν εἰς τὴν ἀ­γο­ρὰν καὶ ἐ­λά­τρευ­αν. Εἶ­χεν ἔλ­θει ὡς σύμ­μα­χος τῶν Χαλ­κι­δέ­ων εἰς τὸν πε­ρί­φη­μον πό­λε­μον κα­τὰ τῆς Ἐ­ρε­τρί­ας πε­ρὶ τοῦ Λη­λαν­τί­ου πε­δί­ου. Εἰς τὴν μά­χην οἱ Χαλ­κι­δεῖς ἐ­πι­έ­ζον­το σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ρο­χὴν τοῦ ἱπ­πι­κοῦ τῶν ἀν­τι­πά­λων. Ὁ κίν­δυ­νος ἦ­το με­γά­λος, ὅ­λοι ἐ­ζη­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς Θεσ­σα­λοὺς ἱπ­πεῖς νὰ ἐ­ξορ­μή­σουν. Ὁ Κλε­ό­μα­χος ἐ­ρω­τᾷ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νον του, ἂν θὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἔ­βλε­πε μα­χό­με­νον, καὶ με­τὰ κα­τα­φα­τι­κὴν ἐ­κεί­νου ἀ­πάν­τη­σιν, ὁ Κλε­ό­μα­χος τὸν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τοῦ φο­ρέ­σῃ μὲ τὰ χέ­ρι­α του τὸ κρά­νος, τὸν φι­λεῖ καὶ ὁρ­μᾶ ὁ­λο­τα­χῶς πρὸς τὴν πυ­κνὴν φά­λαγ­γα τοῦ ἐ­χθρι­κοῦ ἱπ­πι­κοῦ — δι­ὰ νὰ μὴ γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ von Langenau τοῦ Rilke ἐ­κέρ­δι­σε τὴν ἀ­θα­να­σί­αν καὶ τὴν νί­κην εἰς ἕ­να με­θύ­σι ἡ­ρω­ι­σμοῦ, ἔ­ρω­τος, θα­νά­του.

Συνέχεια

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΕΑΤΡΩΝ


 kion1Που οφείλεται η εξαιρετική ακουστική των Αρχαίων Θεάτρων

δείτε και εδώ
του Εμμανουήλ Γ. Τζεκάκη
Καθηγητή Αριστοτελείου Πανεπιστημίουν θεσσαλονίκης

normal arxaiatheatra7 Που οφείλεται η εξαιρετική ακουστική των Αρχαίων ΘεάτρωνΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ και το μεγαλείο αποτε­λούν τη συνοπτικότερη ίσως περι­γραφή των χαρακτηριστικών των μνημείων του αρχαίου ελληνικού κό­σμου. Και το θέατρο αποτελεί το μνημείο εκείνο στο οποίο τα δύο αυ­τά χαρακτηριστικά συνδυάζονται με τον καλύτερο τρόπο.

Η αλήθεια αυτή δεν οφείλεται μό­νο στην απλότητα της μορφής του, σε σύγκριση με άλλα, αναγκαστικά ί­σως συνθετότερα μνημεία. Οφείλε­ται περισσότερο στην απλότητα της λειτουργίας του. Οφείλεται στο δια­χρονικό χαρακτήρα αυτής της λει­τουργίας που επιτρέπει την αξιοποί­ηση τους χιλιάδες χρόνια μετά τη δη­μιουργία τους. Οφείλεται τέλος στην αντοχή της άποψης των δημιουργών τους, που ανταπεξέρχεται στις σύγ­χρονες απαιτήσεις τόσο της χρήσης των ίδιων των μνημείων σήμερα όσο και του σχεδιασμού νέων. Και η αντο­χή αυτή αναδεικνύει το μεγαλείο.

Γι’ αυτό η ανανέωση της γνωριμίας μας με το αρχαίο θέατρο, σαν θεα­τές, σαν επισκέπτες, σαν επιστήμο­νες, σαν σχεδιαστές νέων θεάτρων, είναι αναγκαία και πρέπει να είναι συ­νεχής.

Τρία στοιχεία συνθέτουν το αρχαίο ελληνικό θέατρο, η ορχήστρα, το κοί­λο και η σκηνή.

Ο κύκλος της ορχήστρας αποτελεί τον πυρήνα της μορφής του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Είτε πρόκειται για κύκλο χορευτών, είτε πρόκειται για κύκλο χορωδών, ένα είναι βέβαιο. Ο κύκλος αποτελεί το βέλτιστο σχή­μα για να μπορεί να βλέπει και να α­κούει άνετα ένας μεγαλύτερος αριθ­μός θεατών. Ακόμη περισσότερο ο κύκλος αποτελεί το φυσικό σχήμα που δημιουργείται και σήμερα γύρω από έναν ομιλητή.

arxaiatheatra8 Που οφείλεται η εξαιρετική ακουστική των Αρχαίων ΘεάτρωνΤο κοίλον του θεάτρου, δηλαδή το ίδιο το θέατρο, αναπτύχθηκε αρχικά με τη βοήθεια ξύλινων κατασκευών. Καταστροφές κατέδειξαν το επικίν­δυνο των κατασκευών αυτών και ο­δήγησαν στην επινόηση πιο ασφαλών λύσεων, αρχικά κοντά σε λόφους για τη δημιουργία του κοίλου με εκσκα­φή και τελικά σε κατασκευές από πέ­τρα, που διασώζονται μέχρι τις μέρες μας. Η κυκλική διάταξη σε συνδυα­σμό με τη μεγάλη υπερύψωση μετα­ξύ σειρών καθισμάτων δίνει έναν μο­ναδικό συνδυασμό απρόσκοπτης θέ­ας και ακρόασης.

Αντίθετα με τον κύκλο της ορχή­στρας και του κοίλου η ευθεία αποτε­λεί το βασικό σχήμα της σκηνής. Η σκηνή είναι το κτίσμα μέσα στο οποίο συντελούνται όλες οι προετοιμασίες και ταυτόχρονα είναι το φόντο μπρο­στά στο οποίο διαδραματίζεται η θε­ατρική δράση. Αλλοτε κανονικό πέ­τρινο κτίριο, άλλοτε πρόχειρο ελα­φρύ κατασκεύασμα, σκηνικό, παρου­σιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς τη μορφή, το μέγεθος και τη θέση. Κυρίως τη θέση ως προς την ορχήστρα και την απόσταση από αυ­τή. Κρίνοντας από την κατάληξη της μορφής του κτιρίου της σκηνής, ό­πως μας παρουσιάζεται σε ένα κορυ­φαίο δείγμα θεάτρου, στην Επίδαυ­ρο, φαίνεται ότι μετά από παλινδρο­μήσεις διαμορφώθηκε ως ένα διώρο­φο κτίσμα στην εφαπτομένη του κύ­κλου της ορχήστρας, με το οποίο κλείνει η μία πλευρά του θεάτρου.

Η απλή επίλυση των τριών καθορι­στικών αυτών στοιχείων του θεατρι­κού χώρου, αποτελείτο μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Με όλα τα μέσα στην διάθεση του, ο σύγχρο­νος σχεδιαστής χάνει πολλές φορές αυτό το νόημα και οδηγείται σε λύ­σεις θεατρικών χώρων που δεν στη­ρίζουν την παράσταση αλλά αναλί­σκονται στο χώρο. Γι’ αυτό το μήνυ­μα που μας μεταφέρουν τα αρχαία ελληνικά θέατρα εξακολουθεί να εί­ναι επίκαιρο και δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό στο σύνολο του.

  Η ακουστική τότε και σήμερα

 Η ακουστική ποιότητα των αρχαί­ων ελληνικών θεάτρων είναι τόσο γνωστή όσο και αξιοθαύμαστη, με α­ποτέλεσμα να παίρνει χαρακτήρα μυστικισμού. Στην πραγματικότητα για πολλά στοιχεία της ακουστικής αυτής έχουμε συγκεκριμένες απα­ντήσεις. Αυτές δεν θα πρέπει να τις δούμε σαν απομυθοποίηση. Γιατί δεν είναι πλήρεις, δεν απαντούν σε όλα τα ζητήματα. Αλλά κυρίως γιατί η ε­πιτυχία των θεάτρων αυτών οφείλε­ται όχι μόνο στην ακουστική αλλά και στη μορψή και τη λειτουργία τους.

Παράλληλα η κυκλική διάταξη υ­ποχρεώνει σε μία συγκέντρωση όλου του θεάτρου στα δρώμενα, στοιχείο ζωτικό για τον θεατρικό χώρο, για το σχεδιασμό του και για την μεταφορά των θεατών από τον πραγματικό στο θεατρικό χώρο.

Καμιά άλλη μορφή χώρου δεν δη­μιουργεί τέτοια αίσθηση συγκέντρω­σης της προσοχής όλων στην παρά­σταση. Καμιά άλλη μορφή δεν δημι­ουργεί τέτοια αίσθηση συμμετοχής στη μεγάλη ομάδα των θεατών. Γι’ αυτό και παρά τα φτωχά συνήθως τε­χνικά μέσα, σε σύγκριση με ένα πλή­ρες σύγχρονο θέατρο, το αίσθημα της μέθεξης είναι πανίσχυρο. Είναι στο χέρι του σκηνοθέτη να μας με­ταφέρει ακόμη και σήμερα, πίσω στο χρόνο. Το θέατρο παρέχει όλα τα α­ναγκαία στοιχεία.

Γνωρίζουμε ότι η ακουστική δεν υ­πήρχε ως επιστήμη στον αρχαίο ελ­ληνικό κόσμο. Οι προγονοί μας ήταν περισσότερο φιλόσοφοι και λιγότερο επιστήμονες. Ως φιλόσοφοι είχαν την ικανότητα να παρατηρούν το πε­ριβάλλον τους και να εξάγουν συ­μπεράσματα. Και ακόμη πιο σπου­δαίο, είχαν τον κοινό νου να τα μετα­φέρουν και να τα εφαρμόζουν στη ζωή τους, στα έργα τους.

Η πρώτη παρατήρηση είναι η σχε­δόν ομοιόμορφη κατανομή της ηχη­τικής ενέργειας της φωνής γύρω α­πό έναν ομιλητή, μία παρατήρηση που μπορούσε να γίνει και να επαλη­θευτεί αμέτρητες φορές σε συγκεντρωσεις ομιλητών στην αγορά. Από αυτή προκύιπει ο κυκλικός χαρακτή­ρας του κοίλου.

Η δεύτερη παρατήρηση είναι η πα­ρεμπόδιση της άνετης ακρόασης, ό­ταν ο ακροατής δεν βλέπει τον ομι­λητή. Παρατήρηση που προήλθε επί­σης από την αγορά, και που οδήγησε στην κλίση του κοίλου.

Η τρίτη παρατήρηση είναι η ανά­κλαση, μια παρατήρηση που γίνεται στη φύση, μπροστά σε ένα βράχο. Η ενίσχυση της φωνής από την ανά­κλαση οδήγησε στη θέση των ηθο­ποιών πίσω, μπροστά στη σκηνή με ι­σχυρές ανακλάσεις πίσω και κάτω.

Η τελευταία παρατήρηση είναι η α­νάγκη για ησυχία. Η μεγάλη ησυχία καθιστά τη φωνή ικανή να ακουστεί σε μεγάλες αποστάσεις. Γι’ αυτό οι θέσεις των αρχαίων θεάτρων είναι ε­πιλεγμένες για τη μεγάλη ησυχία του περιβάλλοντος χώρου (σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και σήμερα).normal arxaiatheatra6 Που οφείλεται η εξαιρετική ακουστική των Αρχαίων Θεάτρων

Το μόνο ζήτημα στο οποίο οι συν­θήκες τότε ήταν χειρότερες για τους ηθοποιούς, ήταν οι θεατές. Ο επι­σκέπτης του θεάτρου έμενε εκεί πολλές ώρες, σε συνθήκες κάθε άλ­λο παρά σύγχρονου θεάτρου και συμμετείχε με αντιδράσεις, σε αντί­θεση με το σημερινό θεατή που σέ­βεται το χώρο και την τέχνη.

Συμπεράσματα για το σύγχρονο θέατρο

 Η πρόσκληση για τον αρχιτέκτονα που σχεδιάζει ένα σύγχρονο θέατρο είναι να προχωρήσει, να δώσει δηλα­δή λύσεις που να βελτιώνουν τις συνθήκες σε σχέση με τα γεμάτα ένταση και προσωπικότητα θεατρικά μνημεία του παρελθόντος. Στο δύσκολο αυτο εγχείρημα, μπορεί κα­νείς να συμβάλει με μία σειρά από σύγχρονες τεχνικές προσεγγίσεις.

Ο σχεδιασμός με υπολογιστές και τα μοντέλα προσομοίωσης, με όλες τις αδυναμίες τους, παρέχουν στοι­χεία που μπορούν να βοηθήσουν. Οχι μόνον μπορούμε να προβλέπουμε τις συνθήκες σε κάθε θέση του θεά­τρου, μπορούμε ακόμη να προβλέ­πουμε τι θα συμβεί όταν ο ηθοποιός στραφεί αλλού ή σκύψει το κεφάλι. Ο σύγχρονος σχεδιασμός έχει έτσι τη δυνατότητα να ξεφύγει από τον από­λυτο κύκλο και από τη σταθερή κλίση ώστε να δώσει στο κοίλο πιο δυναμι­κές μορφές, προσαρμοσμένες στις δυνατότητες της φωνής και στην προσπάθεια για βέλτιστη ρύθμιση των ακουστικών παραμέτρων.

Ελάχιστα στοιχεία κτιρίων σκηνής, κυρίως στοιχεία θεμελίωσης, έχουν διασωθεί ώς τις μέρες μας, με απο­τέλεσμα τα σημαντικότερα και ακό­μη χρησιμοποιούμενα αρχαία ελλη­νικά θέατρα να έχουν τον κύκλο της ορχήστρας ανοιχτό προς τα πίσω, χωρίς πλάτη. Το γεγονός αυτό έχει αλλοιώσει τη μορφή των παραστάσε­ων. Η θέση του ηθοποιού στο πίσω μέρος της ορχήστρας, κοντά στο κτί­ριο της σκηνής, που τον βοηθάει με δύο πρόσθετες ανακλάσεις, χάνεται. Ο ηθοποιός πλησιάζει τους θεατές, στο άλλο άκρο της ορχήστρας, σε μια προσπάθεια να ακουστεί και να φανεί καλύτερα. Ετσι, η αναστήλωση ενός αρχαίου θεάτρου με τη σκηνή του, θα δημιουργούσε μάλλον προ­βλήματα στη σύγχρονη παράσταση.

Αν και τα σκηνικά (στη θέση της σκηνής) βοηθούν στην καλύτερη α­κουστική, σε σύγκριση με την έλλειψη κάθε κάθετης ανακλαστικής επιφάνει­ας, η τοποθέτηση μόνιμου κτιρίου σκηνής βελτιώνει τις συνθήκες, ανα­γκάζοντας τους ηθοποιούς να κινού­νται στο βάθος της ορχήστρας {μέχρι 8 m από τη σκηνή). Σε εκείνη τη θέση έχουν όχι μόνον τη στήριξη της σκη­νής με την ανάκλαση της αλλά την πλήρη στήριξη της ορχήστρας με την πιο σημαντική ανάκλαση της στο έδα­φος, όσο και μία ακόμη διπλή ανάκλα­ση. Ο ηθοποιός που κινείται κοντά στους ακροατές τελικά δεν ακούγεται πέρα από τις πρώτες σειρές.

  Επίλογος

 Πολλά μπορεί κανείς να αποκομί­σει και όχι μόνον ιστορική γνώση α­πό τη μελέτη των μνημείων του αρ­χαίου ελληνικού κόσμου. Ιδιαίτερα στα θέατρα, η προσέγγιση με τα σύγ­χρονα επιστημονικά εργαλεία συ­μπληρώνεται από την εμπειρία της συμμετοχής στη ζωντανή λειτουργία του μνημείου, κάτι που δεν είναι δυ­νατό σε άλλα μνημεία. Στον πρώτο αιώνα της σύγχρονης ζωής της, τον 20ό, η επιστήμη της ακουστικής απέ­σπασε πολλά στοιχεία από το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Παρά τη φθορά των αιώνων, οι διατεταγμένες αυτές πέτρες που αποτελούν το αρχαίο ελ­ληνικό θέατρο έχουν κι άλλα να μας πουν. Οι σιωπηλοί αυτοί μάρτυρες του παρελθόντος, δεν έχουν πει α­κόμη την τελευταία τους λέξη. Ας τα γνωρίσουμε καλύτερα, ας ακούσουμε το μήνυμα τους και κυρίως ας προσδώσουμε το σεβασμό που απαιτεί το μεγαλείο τους.

  Καθημερινή, 25-07-1999