ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


kion1Πελοποννησιακός πόλεμος

Η ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς

  Τα αποτελέσματα του Πελοποννησιακού πολέμου

  Λήψη του αρχείου

KEIMENO: Ευθυμία Δ. Σκαπέτη, Φιλόλογος, Εκπαιδευτικός

Δημοσιεύτηκε στη «ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», Μάρτιος-Απρίλιος 2010

 

 

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΓΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ – ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Η ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.) είναι αυτή που καθόρισε την έκβαση του πολυετούς και σκληρού εμφυλίου πολέμου της ελληνικής αρχαιότητας, του Πελοποννησιακού πολέμου, μετά την οποία ακολούθησε η πολιορκία και η άλωση της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες. Οι Αιγός ποταμοί είναι αρχαία κωμόπολη στην ανατολική Θράκη στη χερσόνησο της Καλλίπολης απέναντι από τη Λάμψακο και ομώνυμος ποταμός διέρχεται στην περιοχή, κοντά στις εκβολές του οποίου, στον όρμο των Αιγός ποταμών όπου είχαν προσορμίσει οι Αθηναίοι, έλαβε χώρα η σημαντικότατη ναυμαχία. Οι πιο αξιόπιστες και οι πληρέστερες των πληροφοριών για αυτό το σημαντικό γεγονός προέρχονται από τον Ξενοφώντα, το συνεχιστή, όσον αφορά τον πόλεμο αυτό, του μεγάλου ιστορικού Θουκυδίδη.

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα τον Αθηναίο, τον Έλληνα ιστορικό, στο έργο του «Ελληνικά», ο οποίος αναφέρεται και στον Πελοποννησιακό πόλεμο ολοκληρώνοντας την αφήγηση του που άφησε ημιτελή ο Θουκυδίδης, και στο 2° Βιβλίο του από τα 7 Βιβλία, κατά το μεταγενέστερο χωρισμό του έργου σε «Βιβλία», d αυτόν το μεγάλο πόλεμο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, Αθηναίοι Σπαρτιάτες ακολουθούσαν μια πα-νηλη πορεία συγκρούσεων και επιθετικών κινήσεων και λεηλασιών κατά μήκος των παραλίων της Μικράς Ασίας. Προχωρούσαν σταδιακά από το νότο προς το βορρά. Και οι δυο αντιμαχό­μενες πλευρές διέθεταν και συμμαχικά στρατεύματα.

 

Οι Αθηναίοι, έχοντας ήδη πετύχει θρίαμβο έναντι των Σπαρτιατών στη ναυμαχία των Αργινουσών (406 π.Χ.), προετοιμάζονταν για ναυμαχία. Για να ικανοποιήσουν αυτή τους την πρό­θεση πρόσθεσαν στους υπάρχοντες στρατηγούς τους Κόνωνα, Φιλοκλή και Αδείμαντο, απ’ τους οποίους ο πρώτος είχε την αρχηγία, και τους Μένανδρο, Τυδέα και Κηφισόδοτο. Έχοντας ως ορμητήριό τους τη Σάμο έκαναν επιδρομές στην περιοχή της Μικράς Ασίας που ανήκε στον Πέρση βασιλιά, όντας εχθρι­κές οι σχέσεις τους με το βασιλιά.

Ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος που είχε αναλάβει το αξίωμα του στρατηγού για δεύτερη φορά, τυπικά λόγω σπαρτιατικού νόμου την αρχηγία την είχε ο Άρατος, ο οποίος ουσιαστικά υπάκουε στις διαταγές του Λύσανδρου, εξέπλεε από τη Ρόδο προς τον Ελλήσποντο. Επέλεξε αυτήν την κίνηση του στόλου του για να αποτρέψει να περνούν τα εμπορικά πλοία που τροφοδοτούσαν με σιτηρά προερχόμενα από την περιοχή του Εύξεινου Πόντου την Αθήνα, που βρισκόταν σε συνθήκες πολιορκίας από ξηράς, και για να εμποδίσει την αποστασία των πόλεων – κρατών.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν πρόλογο της επικείμενης ναυμαχίας στους Αιγός ποταμούς. Παρακάτω γίνεται αναφορά σε όσα συνέβαιναν στην περιοχή, ώστε να υπάρχει γενικότερη εικόνα του πλαισίου δράσης.

Οι Σπαρτιάτες είχαν ως εκστρατευτική τους βάση τη Χίο, πρώην σύμμαχο της Αθήνας, όπου αντιμετώπιζαν δυσκολίες ως προς τη συντήρηση του εκστρατευτικού τους σώματος εκεί και την Έφεσο για την εξόρμηση του πολεμικού τους στόλου. Οι δυσκολίες αυτές αντιμετωπίστηκαν ύστερα από διπλωματικές κινήσεις του Λύσανδρου, που μόλις είχε αναλάβει ξανά την ηγεσία του σπαρτιατικού στόλου, με την οικονομική ενίσχυση του Πέρση σατράπη της Λυδίας Κύρου προς τη Σπάρτη υποστηρίζοντας τον πολεμικό σχεδιασμό και προγραμματισμό των Σπαρτιατών εναντίον του αντίπαλου δέους τους. Έτσι αναδιαρθρώθηκε το σπαρτιατικό στράτευμα στην περιοχή. Ο Λύσανδρος, στον οποίο έδειχναν εμπιστοσύνη οι πόλεις – κράτη του ανατολικού Αιγαίου που αποστατούσαν από τη Δηλιακή Συμμαχία, τη συμμαχία των Αθηνών που πλέον είχε μετασχηματισθεί σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, προσχωρώντας στο πλευρό της Σπάρτης, πέτυχε αυτήν τη συμφωνία και με τη βοήθεια των Περσών κατασκεύασε 200 πλοία συγκροτώντας αξιόμαχο, τουλάχιστον ως προς τον αριθμό και όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων και στην τακτική και την εκπαίδευση, αντίπαλο πολεμικό ναυτικό στόλο.

Οι Αθηναίοι, αντίστοιχα, είχαν ως ορμητήριο των πολεμικών πλοίων τους τη Σάμο, η οποία ήταν η μόνη εναπομείνασα πιστή σύμμαχος των Αθηναίων στην περιοχή, και επιτίθονταν στη Χίο και στην Έφεσο. Οι υπόλοιπες συμμαχικές πόλεις – κράτη εκεί, δυσαρεστημένες από την ηγεμονική αλαζονεία της Αθήνας απέναντί τους που είχε ανάλογες επιπτώσεις και διαφοροποιήσεις στην αρχική συμμαχία και στην μετατροπή της σε Αθηναϊκή Ηγεμονία και των υπολοίπων συμμάχων σε υποτελείς των Αθηναίων, αποστατούσαν.

Αυτά συνέβαιναν πριν τον ελλιμενισμό των αντίπαλων στόλων στις όχθες του Ελλήσποντου. Προσδιορίζοντας χρονολογικά τα γεγονότα, αναφερόμαστε στην τρίτη περίοδο του

Πελοποννησιακού πολέμου, σε αυτήν του Δεκελεικού πολέμου (413 – 404 π.Χ.), όταν οι Σπαρτιάτες οχυρωμένοι στη Δεκέλεια πολιορκούσαν την Αθήνα από ξηράς και για δέκα χρόνια μέχρι τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς είχαν αποκλείσει τον εφοδιασμό των Αθηναίων με τρόφιμα και άλλα αναγκαία από τη χέρσα, αφήνοντας μόνο τις θαλάσσιες διόδους. Η εισαγωγή της εδωδής και των επιτηδείων για τον ανεφοδιασμό και την επιβίωση εξασφαλιζόταν με τον εμπορικό στόλο της πόλης – κράτους των Αθηνών και η προέλευση των προϊόντων ήταν από τη Θράκη και τον Εύξεινο Πόντο. Αυτές τις διόδους στόχευε να αποκλείσει ο Λύσανδρος με την προώθηση του στόλου του προς τον Ελλήσποντο.

Ύστερα από διάφορες κινήσεις οι αντίπαλοι πολεμικοί ναυτικοί στόλοι κατέληξαν να ελλιμενιστούν και να στρατοπεδεύσου σε παράλιες περιοχές των οχθών του Ελλησπόντου. Ο Λύσανδρος αγκυροβόλησε αρχικά στην Άβυδο. Με τη βοήθεια των Αβυδινών που ακολουθουσών πεζοί και των υπολοίπων πεζικάριων συμμάχων και στρατιωτών, το πεζικό τμήμα του εκστρατευτικού σώματος το διέταζε ο Λακεδαιμόνιος Θώρακας, κυρίεψε τη Λάμψακο. Οι Σπαρτιάτες εγκαταστάθηκαν στην πόλη – κράτος ύστερα από την κατάληψή της με έφοδο. Η Λάμψακος βρισκόταν στην περιοχή του Ελλησπόντου και ήταν πόλη επιρροής και σύμμαχος της Αθήνας στη Δηλιακή Συμμαχία, πλούσια σε τρόφιμα και σε όλα τα αναγκαία και με οχυρωμένο και ασφαλές από γεωγραφικής τοποθεσίας λιμάνι.

Οι Σπαρτιάτες μετά την κατάληψη της πόλης δεν ενόχλησαν τους ελεύθερους πολίτες της. Για την εξασφάλιση των τροφίμων που απαιτούνταν για τη σίτιση και τη συντήρηση των στρατι­ωτών ακολουθούσαν την τακτική της αρπαγής.

Οι δε Αθηναίοι μαθαίνοντας ότι οι Λακεδαιμόνιοι κατέλαβαν τη Λάμψακο, έσπευσαν να αντιδράσουν. Ήταν σημαντικό γι’ αυτούς να μην επιτρέπουν στους εχθρούς να καταλαμβάνουν πόλεις – κράτη που άνηκαν στη συμμαχία τους, όπως μπορούμε εύκολα να αντιληφτούμε, και γι’ αυτό, αφού διέκοψαν τις επιδρομές στην περιοχή της Ιωνίας, έπλευσαν με 180 πλοία και ελλιμενίστηκαν αρχικά στην πόλη Ελαιούντα, που βρίσκεται στις αρχές του Ελλησπόντου. Εκεί οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν την κατάληψη της Λαμψάκου. Στη συνέχεια, αφού φρόντισαν για τον ανεφοδιασμό του στρατεύματος στη Σηστό, εισέπλευσαν και άραξαν στους Αιγός ποταμούς στη βόρεια πλευρά του Ελλησπόντου, που βρίσκονταν απέναντι από την πόλη της Λαμψάκου σε απόσταση μόλις λίγων σταδίων, και συγκεκριμένα δεκαπέντε (1 στάδιο = 185 μέτρα, 15 * 185 = 2.775 μέτρα), όπου και εγκαταστάθηκαν.

Σημειώνουμε πως ο μεγάλος αριθμός των αθηναϊκών πλοίων ήταν δημιούργημα της ύστατης προσπάθειας των Αθηναίων να επιβληθούν ξανά στο Αιγαίο πέλαγος, οι οποίοι δε διέθεταν την παλαιά οικονομική ευμάρεια, αν και υπήρχαν αρκετά αποθεματικά οικονομικά στην περιουσία της πόλης – κράτους. Γι’ αυτό και τροφοδοτήθηκαν ξυλεία από τη Μακεδονία και το βασιλιά Αρχέλαο, το νόθο γιο του βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα, αφετέρου τα αφιερώματα των χρυσών αγαλμάτων των Νικών που υπήρχαν στην Ακρόπολη της Αθήνας, στο ναό της Απτέρου Νίκης, τα έλιωσαν και έκοψαν νομίσματα για να εξυπηρετήσουν τις πολεμικές ανάγκες τους. Έτσι κατασκευάστηκε ο αθηναϊκός στόλος.

Ο Αλκιβιάδης, ο Αθηναίος στρατηγός που ιδιώτευε στην περιοχή λόγω της αποπομπής του και της καθαίρεσής του από την αρχηγία του αθηναϊκού στόλου εξαιτίας της ήττας που υπέστη στη ναυμαχία στο Νότιο και της αυτοεξορίας του σε ιδιόκτητο πύργο κοντά στη Σηστό, μόλις είδε τον ελλιμενισμό των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς αντέδρασε. Κρίνοντας ακατάλληλο για ορμητήριο την τοποθεσία που επέλεξαν οι συμπολίτες του στρατηγοί λόγω του ότι δεν ήταν ασφαλές λιμάνι και ότι απείχε 15 σταδίους από τη Σηστό, πόλη που θα τροφοδοτούσε το στράτευμα, προέ­βη σε συστάσεις προς τους Αθηναίους στρατηγούς. Συνέστησε να μεταβούν και να ελλιμενιστούν στη Σηστό, απ’ όπου οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να επιλέξουν το πότε θα ναυμαχήσουν με τους Σπαρτιάτες. Οι επίμονες συμβουλές του, όμως, δεν εισακούσθηκαν και οι στρατηγοί, και ιδιαίτερα ο Τυδέας με το Μένανδρο, τον διέταξαν να φύγει από το στρατόπεδο των Αθηναίων, λέγοντας με ειρωνεία σε αυτόν ότι αυτοί είναι τώρα στρατηγοί και όχι εκείνος. Πράγματι, ο Αλκιβιάδης έφυγε.

Για κάποιες μέρες και οι δυο αντίπαλοι ακολουθούσαν τις δικές τους τακτικές. Οι Αθηναίοι με την ανατολή ξανοίγονταν και παρατάσσονταν με τα πλοία τους για ναυμαχία μπροστά στο λιμάνι της Λαμψάκου. Ο Λύσανδρος, όμως, ο ναύαρχος και στρατηγός της Σπάρτης καθόλου δεν ανταποκρίνονταν στην καθημερινή πρόκληση των Αθηναίων, αλλά, αντιθέτως παρέμενε στο λιμάνι προετοιμασμένος για ναυμαχία, καλύπτοντας τα πλάγια των πλοίων με παραπετάσματα από παλιά δέρματα ή από χοντρά υφάσματα για προστασία των στρατιωτών από τα βέλη των εχθρών και τηρώντας το στόλο του σε εγρήγορση και αναμονή. Στους στρατιώτες και τους αξιωματικούς του είχε δώσει διαταγή κανείς να μην κινηθεί από τις τάξεις και να μην ξανοιχτεί στη θάλασσα, ανταποκρινόμενος με τέτοια τακτική στην εκβιαστική τακτική του εχθρού για άμεση αναμέτρηση σε ναυμαχία. Με τη δύση οι Αθηναίοι επέστρεφαν στη βάση τους και ο Λύσανδρος παρακολουθούσε με τα πιο γρήγορα πλοία του τις κινήσεις τους. Κι όταν οι τριήρεις που είχαν πεμφθεί για να εποπτεύσουν τους εχθρούς, επέστρεφαν με την πληροφορία ότι οι Αθηναίοι είχαν αποβιβαστεί και οι κατάσκοποί του, όπως τους είχε διατάξει, έφταναν από το αντίπαλο στρατόπεδο και τον ενημέρωναν για το τι γινόταν εκεί, τότε μόνο ο Λύσανδρος διέταζε τους ναύτες του να αποβιβαστούν από τα πλοία και να χαλαρώσουν.

Την πέμπτη μέρα ο Λύσανδρος εφάρμοσε την τακτική του αιφνιδιασμού με απόλυτη επιτυχία. Συγκεκριμένα, επειδή γνώριζε πως οι Αθηναίοι επιστρέφοντας στους Αιγός ποταμούς συνεχώς και όλο και περισσότερο σκορπίζονταν στην περιοχή της Χερσονήσου, μακριά από το στόλο τους αφήνοντας τα πλοία τους απροστάτευτα γιατί αναζητούσαν εφόδια και τρόφιμα, στα οποία δεν είχαν εύκολη πρόσβαση αφού ο χώρος όπου διέμεναν απείχε πολύ από πόλη που θα μπορούσε να τους εξασφαλίζει τα αναγκαία για την καθημερινή παραμονή και διαβίωση, και γιατί, συγχρόνως, περιφρονούσαν το Λύσανδρο που δεν ξανοιγόταν για ναυμαχία, έδωσε την εξής διαταγή: τα πλοία που θα παρακολουθούσαν τους Αθηναίους μόλις τους έβλεπαν να αποβιβάζονται και να διασκορπίζονται, όπως συνήθιζαν, να επιστρέψουν και στο μέσο της διαδρομής να κάνουν ναυτικό σήμα και να σηκώσουν ψηλά ασπίδα. Πράγματι, οι στρατιώτες του Λύσανδρου ακολούθησαν πιστά τις διαταγές του αρχηγού τους.

Ο Λύσανδρος μόλις είδε το σήμα πρόσταξε να πλεύσουν ο στόλος του όσο γίνεται πιο γρήγορα. Η στρατηγική του ικανότητα φάνηκε στο σχέδιο αιφνιδιασμού του εχθρικού στόλου.

Ο Κόνωνας, ένας από τους στρατηγούς και αρχιστράτηγος των Αθηναίων, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την επίθεση των αντιπάλων σήμανε να μπουν στα πλοία και να βοηθήσουν όσο μπορούσαν για να αντιμετωπίσουν την επίθεση. Ωστόσο, το ότι ένα μεγάλο τμήμα των στρατιωτών ήταν διασκορπισμένο ακολουθώντας τη συνήθη τακτική προς αναζήτηση εφοδίων, δεν επέτρεψε την πλήρη επάνδρωση ολόκληρου του στόλου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι περισσότερες τριήρεις να καλυφθούν με δυο σειρές από στρατιώτες, άλλες από μια και άλλες να παραμείνουν κενές. Μόνο η τριήρης του Κόνωνα μαζί με άλλες επτά και η Πάραλος, ένα από τα ιερά πλοία των Αθηναίων που δεν ήταν πολεμικό, κατάφεραν να αντιπαραταχθούν με πλήρη επάνδρωση. Έτσι, ο Λύσανδρος πέτυχε να συλλάβει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου και των στρατιωτών στην ξηρά, ενώ κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν σε κάποια οχυρά.

Ο Κόνωνας βλέποντας την εξέλιξη των πραγμάτων και την καταστροφή των Αθηναίων, μαζί με τα εννέα υπόλοιπα πλοία από το σύνολο των 180 τριη­ρών του αθηναϊκού πολεμικού στόλου, έπλευσε στην Αβαρνίδα στο ακρωτήριο της Λαμψάκου. Ανάμεσα στις πλήρως επανδρωμένες τριήρεις που τον ακολουθούσαν και που διέφυγαν μαζί του, πληροφορούμαστε πως τριήραρχοι ήταν ο ρήτορας Λυσίας, Αθηναίος μέτοικος, που συμμετείχε στο αθηναϊκό στράτευμα και έτσι είχε άμεση γνώση των γεγονότων, και σε κάποια άλλη τριήρη κάποιος Ερυξίμαχος, πληροφορία που μας τη δίνει ο ίδιος ο ρήτορας σε λόγο του.

Από την Αβαρνίδα ο Κόνωνας πήρε τα μεγάλα ιστία των πλοίων του Λύσανδρου για να μην μπορέσει ο Σπαρτιάτης στρατηγός να τους ακολουθήσει. Στη συνέχεια και από την τοποθεσία της Αβαρνίδας, αυτός με οκτώ πλοία έπλευσε για το βασιλιά Ευαγόρα στην Κύπρο, σύμμαχο των Αθηναίων, ενώ η Πάραλος απέπλευσε για την Αθήνα για να αναγγείλει τα νέα. Πιθανότατα, ο Κόνωνας δεν επέλεξε την επιστροφή στην Αθήνα για να αποφύγει τις τυχόν σκληρές συνέπειες από την κατατρόπωση και το διασυρμό που υπέστησαν από το Λύσανδρο.

Η νίκη και η πλήρης επικράτηση των Λακεδαιμονίων και των συμμαχικών στρατευμάτων τους έναντι της ναυτικής υπερδύναμης της εποχής ήταν γεγονός. Ο Λύσανδρος για να αναγγείλει τα ευχάριστα νέα στη Σπάρτη έστειλε τον πειρατή Θεόπομπο τον Μιλήσιο, ο οποίος έφτασε και διεμήνυσε τη νίκη στους Σπαρτιάτες τρεις μέρες μετά.

Εδώ, επισημαίνουμε πως το φαινόμενο της πειρατείας κατά την αρχαιότητα ήταν διαδεδομένο, και ακόμα περισσότερο σε περιόδους πολέμου και αναταραχής. Η χρησιμοποίηση του πειρατή δε γνωρίζουμε αν έγινε «εθελοντικά» ή «αναγκαστικά». Πάντως οι Σπαρτιάτες είχαν αρκετά χρήματα λόγω της περσικής χρηματοδότησης και οικονομικής αρωγής προς τη Σπάρτη για να πληρώσουν μισθοφόρους και να εξαγοράσουν τα άτομα που θα τους ήταν ωφέλιμα και χρήσιμα στα σχέδιά τους και να αγοράσουν επί πληρωμή υπηρεσίες και εκδουλεύσεις.

Ο Λύσανδρος στη συνέχεια, έχοντας μεταφέρει τα πλοία και τους αιχμαλώτους και όλα τα άλλα στη Λάμψακο, συγκάλεσε τους συμμάχους σε συνέλευση όπου τέθηκε το ζήτημα του τι θα αποφασίσουν σχετικά με όσους είχαν αιχμαλωτίσει. Και οι Σπαρτιάτες μαζί με τους συμμάχους τους, από τους συλληφθέντες άφησαν ελεύθερους όσους δεν ήταν Αθηναίοι αλλά σύμμαχοι και μισθοφόροι, ενώ προχώρησαν στην εκτέλεση των Αθηναίων κατηγορώντας τους για καταπάτηση των άγραφων θεϊκών νόμων που αφορούσαν τη συμπεριφο­ρά προς τους ομήρους και τους αιχμαλώτους πολέμους. Τους κατηγόρησαν, ανάμεσα στους υπόλοιπους Αθηναίους και τον Αθηναίο στρατηγό Φιλοκλή, ο οποίος ήταν ο στρατηγός που είχε καταγκρεμίσει τους ναύτες από τις τριήρεις της Κορίνθου και της Άνδρου, τον οποίο σκότωσε ο ίδιος ο Λύσανδρος, για παρανομίες και για εγκληματίες πολέμου.

Η σκληρή αυτή απόφαση και η βιαιότητα των εκτελέσεων χιλιάδων Αθηναίων αιχμαλώτων βασίσθηκε σε απόφαση που είχαν προηγουμένως λάβει οι Αθηναίοι να προχωρήσουν σε κόψιμο του δεξιού χεριού των αιχμαλώτων ή σε «αντιχειρία», δηλ. κόψιμο του δεξιού αντίχειρα των αιχμαλώτων, ώστε αυτοί να μην ξαναμπορέσουν να πιάσουν στα χέρια τους δόρυ αλλά να είναι σε θέση να κρατούν κουπί επανδρώνοντας τα αθηναϊκά πλοία ως κωπηλάτες, είτε να δουλεύουν σε καταναγκαστικά έργα. Για το ψήφισμα της Εκκλησίας του δήμου στην Αθήνα για «αντιχειρία» μάς πληροφορεί ο Πλούταρχος από τη Χαιρώνεια της Βοιωτίας (1ος-2ος αι. μ.Χ.), ο μεγαλύτερος βιογράφος της αρ­χαιότητας στον «Παράλληλο Βίο» του «Λύσανδρος», το έτερο ήμισυ του ζεύγους είναι ο «Σύλλας», τμήμα από το έργο του «Παράλληλοι Βίοι».

Στόχος των Αθηναίων πολιτών με αυτήν τους την απόφαση ήταν να καταστήσουν τους συλληφθέντες αιχμαλώτους πολεμικά, και όχι μόνο, ανίκανους να ενταχθούν σε στρατιωτική δύναμη και να ξαναπολεμήσουν εναντίον τους, εφόσον το εφάρμοζαν αυτό το ψήφισμα όντας νικητές. Ουσιαστικά η προαναφερόμενη απόφαση της συνέλευσης της Εκκλησίας του δήμου ήταν ψήφισμα που αποσκοπούσε στον εκφοβισμό των λιποτακτών από τις στρατιωτικές τάξεις των Αθηναίων και όσων εισχωρούσαν σ’ αυτές των Σπαρτιατών ύστερα από την οικονομική πρόκληση των χρημάτων του Κύρου προς ενίσχυση της Σπάρτης, όπως προαναφέραμε. Επίσης, οι Αθηναίοι αφού κατέλαβαν τις δύο τριήρεις της Κορίνθου και της Άνδρου, συμμάχων των Λακεδαιμονίων, διέπραξαν και άλλη ανόσια και ασεβή πράξη και γκρέμισαν από αυτές όλους τους άνδρες που βρήκαν πάνω τους.

Αυτή η απόφαση όπως και η πράξη κατακρήμνισης των πληρωμάτων αντέβαιναν στους πανελλήνιας αποδοχής άγραφους νόμους και ήταν ασέβεια και προσβολή προς το θεϊκό νόμο. Αυτό έφεραν και ως το επιχείρημα οι Σπαρτιάτες. Ο μόνος Αθηναίος που είχε αντιταχθεί στη σκληρή απόφαση των συμπολιτών του ήταν ο στρατηγός, ρήτορας και πολιτικός Αδείμαντος λόγω του απάνθρωπου χαρακτήρα της. Ο Αδείμαντος επιδεικνύοντας αυτήν την ανθρώπινη στάση δεν εκτελέστηκε από τους Σπαρτιάτες και ήταν ο μόνος Αθηναίος αιχμάλωτος που σώθηκε μετά την ήττα στους Αιγός ποταμούς. Κατηγορήθηκε από κάποιους, ωστόσο, ότι πρόδωσε το στόλο των Αθηναίων στους Σπαρτιάτες με την εξαγορά του από το Λύσανδρο, και γι’ αυτό και σώθηκε.

Η άποψη ότι η ήττα και η πανωλεθρία των Αθηναίων από τους Λακεδαιμονίους στους Αιγός ποταμούς οφειλόταν σε προδοσία διαδόθηκε και βρήκε μεγάλη απήχηση στην αθηναϊ­κή κοινή γνώμη και στους επόμενους αιώνες. Ο Παυσανίας ο περιηγητής μάς αναφέρει στο έργο του «Παυσανίου Περιήγησις» και στο Βιβλίο «Φωκικά, Λοκρών Οζόλων» πως οι Αθηναίοι ακόμα και το 2ο αι. μ.Χ. επικαλούνταν χρησμό της Πυθίας Σίβυλλας από το μαντείο των Δελφών, που προμήνυε την προδοσία από τους στρατηγούς των Αθηναίων Τυδέα και Αδείμαντο οι οποίοι θα δέχονταν τα δώρα του Λύσανδρου. Γίνεται δηλ. αναφορά σε δωροδοκία από δόλο και φαυλότητα και εξηγούσε πως αυτή η προδοσία θα επέφερε την ήττα στους Αθηναίους. Επίσης, ενίσχυαν και υποστήριζαν αυτήν την πεποίθησή τους για ήττα από προδοσία και με έμμετρο χρησμό του μυθικού ποιητή και χρησμολόγου Μουσαίου, ο οποίος έδωσε ανάλογο χρησμό ως προς το περιεχόμενο με την Πυθία. Το θέμα της ηθικής των Αθηναίων στρατηγών που συμμετείχαν στη ναυμαχία των Αιγός ποταμών θίγε­ται από διάφορους συγγραφείς χωρίς να δίδονται οι απόλυτα διαφωτιστικές αποδείξεις.

 

 

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

 

Μετά από την ταπεινωτική ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς ακολούθησε η πολιορκία και η παράδοση της Αθήνας με σύναψη ειρήνης με ταπεινωτικούς όρους για την ηγέτιδα Αθήνα, στα οποία γεγονότα πρωταγωνίστησε ο Λύσανδρος. Οι Σπαρτιάτες, παρόλο που υπήρχαν συμμαχικές φωνές με κυριότερες αυτές των Κορινθίων και των Θηβαίων που διαφωνούσαν με τη σύναψη ειρήνης και απαιτούσαν την καταστροφή της Αθήνας, σεβόμενοι την προσφορά των Αθηναίων κατά τους Περσικούς πολέμους, δε συμφώνησαν στην υποδούλωση της Αθήνας αλλά προτίμησαν τη σύναψη ειρήνης, με την οποία ως νικητές επέβαλαν τις θέσεις τους. Το ότι η Σπάρτη δεν ταυτιζόταν με τις συμμαχικές γνώμες για τη στάση που έπρεπε να τηρήσουν απέναντι στους ηττημένους εχθρούς τους φαίνεται και από την απάντηση των εφόρων της Σπάρτης, δηλ. της κυβέρνησης των Σπαρτιατών, οι οποίοι μήνυσαν στο Λύσανδρο «Ἄρκει τό γε ἐαλώκειν», δηλ. ήταν αρκετό το ότι κατελήφθησαν οι Αθηναίοι, όταν εκείνος τους πληροφόρησε λακωνικά για την κατάληψη της πόλης των μεγάλων αντιπάλων. Αυτήν την πληροφορία περιλαμβάνει στο «Λύσανδρο» ο Πλούταρχος.

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα στο έργο του «Ελληνικά» οι όροι παράδοσης των Αθηναίων ήταν:

 

  • να γκρεμίσουν τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιά.

  • να παραδώσουν το στόλο τους εκτός από δώδεκα πλοία.

  • να επιτρέψουν να επιστρέψουν στην Αθήνα οι εξόριστοι ολιγαρχικοί.

  • θεωρώντας τους ίδιους εχθρούς και φίλους οι Αθηναίοι να ακολουθούν τους Λακεδαιμονίους σε οποιαδήποτε εκστρατεία σε ξηρά και θάλασσα.

 

Ο ιστορικός Πλούταρχος, αν και ο ίδιος δεν αποδεχόταν αυτό το χαρακτηρισμό για το έργο του, στο «Λύσανδρο» αναφέρει πως οι όροι που έθεσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους ήταν:

 

  • να γκρεμίσουν τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιά.

  • να αποχωρήσουν από τις άλλες πόλεις που είχαν και να περιοριστούν στη δική τους.

  • να επιτρέψουν στους εξόριστους να επιστρέψουν.

  • για τον αριθμό των πλοίων ήταν υπεύθυνοι να αποφασίσουν ο Λύσανδρος και οι υπόλοιποι Σπαρτιάτες επί τόπου.

 

Όροι, είτε όπως τους αναφέρει ο Ξενοφώντας είτε όπως ο Πλούταρχος, σαφώς ταπεινωτικοί και εξευτελιστικοί για την παλιά υπερδύναμη της Αθήνας. Είναι φανερό ότι με αυτές τις προϋποθέσεις που έθεταν οι Σπαρτιάτες για τη σύναψη της ειρηνευτικής συμφωνίας αποσκοπούσαν στον πλήρη έλεγχο της κατάστασης, στην αποτροπή επανακάμψας της Αθήνας, στην εκμετάλλευση των οικονομικών προνομίων της και στη σταθερότητα της εφαρμογής της συνθήκης και στην επικύρωσή τους ως πρώτη δύναμη στον ελληνικό χώρο.

Οι Αθηναίοι ύστερα από έντονη διπλωματική δραστηριότητα, που διακρίνεται και από στοιχεία προσωπικής φιλοδοξίας εναντίον των συμφερόντων της Αθήνας, στην Εκκλησία του δήμου που συγκάλεσαν, πείστηκαν να αποδεχτούν αυτούς τους όρους. Προηγουμένως και μετά την πληροφόρηση για τους Αιγός ποταμούς εντός της Αθήνας αναπτύχτηκαν διάφορες τάσεις σχετικά με το ποια εξωτερική πολιτική έπρεπε να επιλέξουν να εφαρμόσουν, οι οποίες εκφράζονταν από όσους απέκλειαν τον οποιοδήποτε συμβιβασμό και τη συνθηκολόγηση με τους Σπαρτιάτες, από όσους ήταν πιο διαλλακτικοί και ήταν έτοιμοι να συμβιβαστούν με τροποποιημένους όρους και από όσους ήταν έτοιμοι να παραδοθούν χωρίς αντίσταση και αντίδραση, άνευ όρων. Ο Λύσανδρος, όπως τεκμαίρεται, με τη μεγάλη επιτυχία του στους Αιγός ποταμούς έχει αναδειχθεί σε ρυθμιστή και διαμορφωτή των πολιτικών δεδομένων ακολουθώντας επιλεκτικές κινήσεις σκοπιμότητας ενταγμένες σε γενικότερο οργανωμένο σχέδιο και οι οποίες στόχευαν πέρα από την πρακτική απομόνωση και τον αποκλεισμό της Αθήνας και στην ψυχολογία των αντιπάλων, την οποία ήθελε να καταστήσει ευάλωτη και να κάμψει, για να πετύχει τον τελικό σκοπό, την παράδοση της Αθήνας. Άρχισαν, πράγματι, οι Αθηναίοι αφού αποφάσισαν την παράδοσή τους, με πολύ προθυμία να γκρεμίζουν τα Μακρά Τείχη υπό τη συνοδεία μουσικής αυλού, θεωρώντας ότι εκείνη η μέρα ήταν η αρχή της ελευθερίας για την Ελλάδα, καλώντας αυλητρίδες, όπως έκαναν σε συμπόσια και γιορτές.

Ωστόσο, σημαντικό είναι πως η παράδοση της Αθήνας μετά την ήττα στους Αιγός ποταμούς δεν οφειλόταν σε οικονομική ανέχεια και φτώχια και λιμοκτονία, αλλά στην αρνητική ψυχολογία που επικράτησε στην πόλη από την πίεση της συνεχούς μείωσης των αποθεμάτων των τροφών και από την έλλειψη ξυλείας για τη ναυπήγηση και άλλου στόλου. Η απειλή του υποσιτισμού και του λιμού και η έλλειψη πλοίων και η αποστασία των συμμάχων από τη Δηλιακή Συμμαχία που θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση σε πολεμικό επίπεδο ήταν οι συνιστώσες βάσει των οποίων η Εκκλησία του δήμου συμβιβάστηκε με τους ταπεινωτικούς όρους. Υπάρχουν μαρτυρίες, όπως αυτή του Ξενοφώντα, πως το 8ο χρυσό άγαλμα – αφιέρωμα της Νίκης ρευστοποιήθηκε μετά την παράδοση της Αθήνας και ότι η πολιορκούμενη Αθήνα διέθετε ως οικονομικό αντίκρισμα και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Παρθένου Αθηνάς στον Παρθενώνα, στην Ακρόπολη της πόλης – κράτους. Η καταρράκωση του ηθικού και ο πανικός μπροστά στην απειλητική εξολόθρευση από τους Σπαρτιάτες σε συνδυασμό με τις εσωτερικές φιλολακωνικές τάσεις, έτσι όπως αυτές εκφράζονται με τον Αθηναίο ολιγαρχικό Θηραμένη που με τη δράση του επιδίωξε και πέτυχε οι Αθηναίοι να συμβιβαστούν, διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο.

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΓΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 

Ο έμπειρος και ευφυής Αλκιβιάδης με την οξυδέρκεια και τη διορατικότητά του διέβλεψε ότι η τακτική των Αθηναίων να εγκατασταθούν στους Αιγός ποτα­μούς απέναντι από τη Λάμψακο, το λιμάνι όπου είχαν αράξει οι Σπαρτιάτες, στην περιοχή του Ελλησπόντου, τους καθιστούσε σε μειονεκτική θέση έναντι των Λακεδαιμονίων. Γι’ αυτό και συμβούλευσε σωστά τους στρατηγούς των Αθηναίων να αγκυροβολήσει ο αθηναϊκός στόλος στη Σηστό, έτσι ώστε να έχει ασφάλεια, άνετο ανεφοδιασμό και πλεονέκτημα κινήσεων και επιλογής του χρόνου που θα μάχονταν με τους Λακεδαιμόνιους.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε πως στα αρχαία χρόνια τα εκστρατευτικά σώματα δεν περιελάμβαναν και «σώμα εφοδιασμού», κατά τη σύγχρονη στρατιωτική και πολεμική οργάνωση. Η συντήρησή τους στηρίζονταν στην αρπαγή και στη λεηλασία, όπως έπραξαν οι Λακεδαιμόνιοι στη Λάμψακο, ή στην αγορά των τροφίμων από τον κάθε στρατιώτη, ο οποίος τα έβρισκε στην τοπική αγορά, τακτική που εφάρμοσαν οι Αθηναίοι στην βόρεια ακτή του Ελλησπόντου. Αυτή η τακτική επισιτισμού που επέλεξαν οι Αθηναίοι έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όπως είδαμε, στις εξελίξεις των γεγονότων.

Αξιολογώντας και εκφράζοντας την προσωπική μας κρίση, με βάση τα δεδομένα, με λογική και κριτική προσωπική σκέψη, με αντικειμενική και υπεύθυνη επιστημονική στάση, βασισμένη σε επιστημονική κατάρτιση και γνώση των αντικειμένων, ως προς τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη, αλλά και των Αθηναίων στρατηγών και του στρατηγού της Λακεδαίμονας Λύσανδρου στη συνέχεια, μπορούμε να διαπιστώσουμε σημαντικά σημεία για τις στρατηγικές του ικανότητες. Η εμπειρία του ως στρατηγού και ο λογικός συλλογισμός των επιχειρημάτων του διαπερνά τις προθέσεις και τις προτάσεις του, καθώς φαίνεται να εξετάζει με αντικειμενικότητα την κατάσταση, επεξεργαζόμενος τα δεδομένα και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και σταθμίζοντας όλα όσα θα πρέπει να προνοήσουν οι Αθηναίοι, εφόσον έχουν ως στόχο την κατατρόπωση του εχθρού και την προστασία των πολεμικών δυνάμεών τους και της πόλης – κράτους τους.

Οι στρατηγοί, όμως, τον έδιωξαν, κυρίως, όπως φαίνεται από το κείμενο, λόγω υπέρμετρου εγωισμού και αυτοπεποίθησης, θέλοντας να προστατεύσουν την προσωπική φήμη και το γόητρό τους, αλλά στην ουσία αποδεικνύοντας πόσο αδαείς και ακατάλληλοι, άπειροι και αλαζόνες ήταν, μη ικανοί να διακρίνουν και να υπηρετήσουν το αληθινό συμφέρον της πατρίδας τους εξασφαλίζοντάς το με οποιοδήποτε τρόπο και χαρίζοντάς της τη νίκη. Ας υπενθυμίσουμε πως, αυτήν τη στιγμή, οι στρατηγοί διοικούν το στόλο της ναυτικής υπερδύναμης της εποχής, της Αθήνας, που διέθετε και πλήθος πλοίων και έμπειρους ναύτες και, στην προκειμένη περίπτωση, ηγούνται και του συμμαχικού στόλου της, που τους ακολουθεί. Δε σκέφτηκαν με λογική και σύνεση, δεν έκριναν ούτε αξιολόγησαν τις συνθήκες και τις παραμέτρους σύμφωνα με το πραγματικό συμφέρον του αθηναϊκού στόλου και το κοινό συμφέρον την αθηναϊκής πολιτείας, ούτε εκτίμησαν σωστά το λόγο των κινήσεων του Σπαρτιάτη στρατηγού και ναυάρχου Λύσανδρου αλλά τον υποτίμησαν. Αντίθετα, αποφάσισαν χωρίς οξυδέρκεια και διεισδυτικότητα, με γνώμονα τα προσωπικά και πολιτικά συμφέροντα, τις αντιπάθειες και τις αντιπαλότητες καθώς και τον πρότερο βεβαρημένο βίο του Αλκιβιάδη, που δεν προκαλούσε αίσθημα εμπιστοσύνης ούτε καλοπιστίας.

Άλλωστε, αυτήν την περίοδο ο Αλκιβιάδης έχει καθαιρεθεί από την ηγεσία του στόλου μετά την ήττα του Αντίοχου στο Νότιο (408 π.Χ.), που βρισκόταν υπό τις διαταγές του αρχιστράτηγου Αλκιβιάδη, ο οποίος ήταν «στρατηγός – αυτοκράτωρ» με απόλυτη δικαιοδοσία, από το Λύσανδρο, τον αντίπαλο που έχουν και πάλι να αντιμετωπίσουν οι Αθηναίοι. Συνεπώς, δεν ήταν σε θέση να δίνει συμβουλές όταν ο ίδιος ηττήθηκε από το Λύσανδρο και όταν δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι μπορούσε να τον νικήσει όταν συγκρούστηκαν οι δυο στόλοι. Μετά την ήττα αυτή ο Αλκιβιάδης είχε κατηγορηθεί για απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας και επιβολής ολιγαρχικού πολιτεύματος στην Αθήνα και είχε δεχθεί μομφή ως φιλολάκωνας, κατηγορίες που ανάγκασαν τον Αλκιβιάδη να εξοριστεί στη Σηστό. Τώρα τη θέση του ως στρατηγού του στόλου την έχει πάρει ο Κόνωνας αμέσως μετά την καθαίρεση του Αλκιβιάδη και μαζί βέβαια και με τους άλλους συστρατήγους ετοιμάζονται για ναυμαχία.

Σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο στρατηγός και πολιτικός Αλκιβιάδης ήταν μια αντιφατική προσωπικότητα που με τη συμπεριφορά του προκαλούσε αντίθετες και ακραίες αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, τα θετικά στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του δεν αναδείκνυαν τις ικανότητές του στο βαθμό που θα μπορούσαν. Αυτό συνέβαινε καθώς το σκεπτικό του μαζί με τις πρακτικές που ακολουθούσε δεν άφηναν περιθώρια εμπιστοσύνης, αλλά αποδείκνυαν τις προσωπικές φιλοδοξίες του Αθηναίου στρατηγού και ότι ο Αλκιβιάδης δρούσε κατά το προσωπικό συμφέρον και χωρίς ηθικούς φραγμούς, πράγμα που έχει ήδη πράξει ο Αθηναίος στρατηγός.

Επιπλέον, και ο προσωπικός παράγοντας πρέπει να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και μαζί με τα γεγονότα και τα δεδομένα συντέλεσε στη διαμόρφωση της στάσης και του σκεπτικού των στρατηγών, των επιλογών και της τακτικής τους. Ο Αλκιβιάδης, πρωταγωνιστής αυτής της περιόδου του Δεκελεικού πολέμου αλλά και της προηγηθείσας

περιόδου της Σικελικής εκστρατείας κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και όχι μόνο, εκφραστής των φιλοπόλεμων τάσεων, έπεισε τους συμπολίτες του ότι ήταν αναγκαίο να οργανώσουν εκστρατεία στη Σικελία. Το επιχείρημα που πρόβαλε ήταν ότι εφόσον επικρατούσαν στη Σικελία θα απέκλειαν τους Πελοποννησίους από τον κυριότερο σιτοβολώνα τους, απαραίτητο για την τροφοδοσία τους, και θα ενίσχυαν τη στρατιωτική τους ισχύ.

Η Σικελική εκστρατεία πραγματοποιήθηκε (415-413 π.Χ.) με επικεφαλής τους στρατηγούς – αυτοκράτορες, δηλ. στρατηγούς με απόλυτη ελευθερία και δικαιοδοσία, Αλκιβιάδη, Νικία και Λάμαχο. Αρχικά, η επιχείρηση ήταν επιτυχημένη και οι Αθηναίοι νικούσαν. Στη συνέχεια, προέκυψε στην Αθήνα το θέμα των «ερμοκοπιδών», της κο­πής των κεφαλών του Ερμή σε στήλες της πόλης που εξυπηρετούσαν ως δρομοδείχτες. Ο Αλκιβιάδης έπεσε σε δυσμένεια καθώς κατηγορήθηκε για την κοπή των ερμών, και κλήθηκε πίσω στην Αθήνα για να απολογηθεί. Αυτός ενώ έδωσε την εντύπωση ότι θα επέστρεφε στην Αθήνα για να δώσει εξηγήσεις υπακούοντας στην ανάκλησή του, απέδρασε και κατέφυγε στη Σπάρτη. Εκεί, συμβούλευσε τους Σπαρτιάτες και τους έπεισε πως έπρεπε να επέμβουν δραστικά στο σικελικό πόλεμο προτείνοντάς τους να αποστείλουν στρατό για βοήθεια στη Σικελία, να οχυρώσουν τη Δεκέλεια της Αττικής και να επιδιώξουν τη σύμπραξη με τους εχθρούς, τους Πέρσες. Αυτές οι προτάσεις όχι μόνο ήταν καταστροφικές για την πατρίδα του, αλλά επέτρεψαν στους Πέρσες να αναμειχθούν ύστερα από πρόσκληση των ίδιων των Ελλήνων στα εσωτερικά τους και να γίνουν ρυθμιστές των ελληνικών σχέσεων και συσχετισμών και της εξωτερικής πολιτικής τους.

Το εκστρατευτικό σώμα της Αθήνας στη Σικελία βρισκόταν μέρα με τη μέρα σε πιο δυσχερή θέση και η πανωλεθρία ήρθε όταν πια καταστράφηκε ο στόλος, πράγμα το οποίο επέφερε και την καταστροφή του υπόλοιπου στρατεύματος. Οι Αθηναίοι έχασαν τα πάντα, και στρατό, και στόλο, και συμμάχους. Ο Θουκυδίδης έγραψε με συνοπτικό και επιγραμματικό τρόπο την ουσία: «οὐδέν ἐστίν ὅ,τι οὐκ ἀπώλετο». Οι Σπαρτιάτες, από την άλλη, ακολουθώντας τις συμβουλές του Αλκιβιάδη εισέβαλαν στην Αττική με επικεφαλής το βασιλιά Άγι και οχυρώθηκαν στη Δεκέλεια.

Ο Τυδέας, ο στρατηγός που ο Ξενοφώντας ξεχωρίζει και ονοματίζει πως μαζί με το Μένανδρο πρωταγωνίστησαν στο διωγμό του Αλκιβιάδη από το αθηναϊκό στρατόπεδο στους Αιγός ποταμούς, ήταν γιος του Λάμαχου, που συμμετείχε στη Σικελική εκστρατεία και χάθηκε σε αυτή.

Ο Μένανδρος συμμετείχε και αυτός στη Σικελική εκστρατεία και βοήθησε μαζί με τον Ευθύδημο τον Νικία, που είχε αρρωστήσει και τον αντικατέστησε στη στρατηγία ο Δημοσθένης. Είχε αποτύχει διπλά σε πολεμικές επιχειρήσεις εκεί. Επίσης, είχε συνεργασθεί με το Αλκιβιάδη ως στρατηγό των αθηναϊκών δυνάμεων.

Εκτός από τα παραπάνω, γνωρίζουμε πως ο Αλκιβιάδης καταγόταν από αριστοκρατικές γενιές από την πλευρά των γονιών του και λόγω καταγωγής και πεποιθήσεων ανήκε στην αριστοκρατική ολιγαρχική παράταξη της Αθήνας. Από προσωπική φιλοδοξία και φιλαρχία όταν αρχηγός των ολιγαρχικών έγινε ο Νικίας, ο Αλκιβιάδης μεταπήδησε στη δημοκρατική παράταξη της οποίας έγινε αρχηγός και ακολούθησε σκληρή πολιτική στάση απέναντι στους ολιγαρχικούς και τη Σπάρτη. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, στο θέμα των ερμοκοπιδών κατέφυγε στη Σπάρτη και στη συνέχεια έπραξε πολλά. Επανήλθε στην αρχηγία του στρατού αφού προηγουμένως είχε πείσει τους συμπολίτες του πως θα τους βοηθούσε απέναντι στους Σπαρτιάτες με τη συνδρομή των Περσών, πράγμα που και έγινε. Η τοποθέτηση του Κύρου ως σατράπη της Λυκίας, ο οποίος αντικατέστησε τον αδελφό του Τισσαφέρνη με τον οποίο είχε σχέσεις ο Αλκιβιάδης, και ο Λύσανδρος που ήρθε σε συμφωνία με τον Κύρο, άλλαξαν τη στάση των Περσών έναντι των Αθηναίων στερώντας τους από την οικονομική ενίσχυση που τους παρείχαν ως τότε, και η οποία ήταν αναγκαία στον πόλεμο. Επομένως, ίσως η μεταστροφή αυτή των Περσών και η εύνοιά τους προς τους αντιπάλους τους να καταλογίστηκε στον Αλκιβιάδη. Ο στρατηγός Φιλοκλής ήταν δημοκρατικός και είχε αρκετούς λόγους για να αντιταχθεί στον Αλκιβιάδη, όπως θα είχε ακούσει και δυσαρεστημένους ολιγαρχικούς. Ίσως να τέθηκε και θέμα πολιτικής αντιπαλότητας από εκπροσώπους των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών της Αθήνας.

Συνεπώς, η έλλειψη ενωτικού και ψύχραιμου πνεύματος τις κρίσιμες στιγμές πριν τη ναυμαχία και η επικράτηση της εγωπαθούς, αλαζονικής, υπεροπτικής και κατώτερης των περιστάσεων στάσης και θέσης και η ανεπαρκής εμπιστοσύνη προς το αγαθό των προθέσεων των συμβουλών του Αθηναίου στρατηγού εξηγούν την περιφρονητική και προσβλητική συμπεριφορά των στρατηγών προς τον Αλκιβιάδη. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ξενοφώντας, του επεσήμαναν ότι πλέον αυτοί ήταν οι στρατηγοί και όχι αυτός και του είπαν να φύγει. Έτσι, ο πρώην στρατηγός των Αθηναίων αποχώρησε. Εξάλλου, σε περίπτωση που τον άκουγαν και συμφωνούσαν να ακολουθήσουν τις προτάσεις του και τελικά νικούσαν, θα έπρεπε να δεχτούν από κοινού τα εύσημα και τους επαίνους και να παραδεχτούν την ανωτερότητα του Αλκιβιάδη. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να αναγνωρίσουν και να ομολογήσουν κάτι σαφώς ταπεινωτικό και εξευτελιστικό, που θα τους υποβίβαζε ως προσωπικότητες και ως στρατηγούς και θα μείωνε τις ικανότητες και το κύρος τους, ότι δηλ. ένας Αλκιβιάδης ήταν πιο ικανός από τους πολλούς Αθηναίους στρατηγούς. Επίσης, υπήρχε περίπτωση να κα­θαιρεθούν και να τοποθετηθεί ξανά στη θέση του στρατηγού ο Αλκιβιάδης.

Πιθανότητα, αυτή η αποστασιοποίηση των Αθηναίων στρατηγών από τον Αλκιβιάδη μπορεί να έχει και μια ακόμα εξήγηση. Πρόκειται για τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων στις Αργινούσες. Η θριαμβευτική νίκη επήλθε μετά την καθαίρεση από την ηγεσία του αθηναϊκού στόλου του Αλκιβιάδη λόγω των ηττών που υπέστη από τους Σπαρτιάτες.

Στην κορυφή όλων των παραπάνω βρίσκεται η υπέρμετρη αυτοπεποίθηση ότι είναι οι κυρίαρχοι των θαλασσών, αυτοί που επικρατούν παραδοσιακά, και η υποτίμηση του αντιπάλου που απέτρεψε την ορθή αποκωδικοποίηση της τακτικής που αυτός εφάρμοζε και των επιλογών του, όταν αυτοί τον προκαλούσαν σε ναυμαχία και αυτός τηρούσε στάση αναμονής και πολεμικής επαγρύπνησης. Αντίθετα, οι Αθηναίοι έδειχναν υπερβολική άνεση στις κινήσεις τους.

Πρέπει να επισημάνουμε και την έλλειψη της γνώσης της ψυχολογίας του στρατεύματος και της ορθής αξιολόγησης της ποιότητας και της ικανότητας του δυναμικού που διέθεταν οι στρατηγοί. Ο στόλος είχε επανδρωθεί κυρίως με μετοίκους και απελεύθερους στους οποίους είχε δοθεί η πόλη των Πλαταιών. Τονίζουμε πως οι τάξεις του στρατεύματος γνώριζαν σημαντική αραίωση από Αθηναίους πολίτες είτε λόγω του υψηλού μισθοφορικού μισθού των Σπαρτιατών είτε λόγω λιποταξίας. Με αυτό σχετίζεται και το ψήφισμα της «αντιχειρίας». Το ηθικό τέτοιου στρατεύματος ασφαλώς δε θα ήταν υψηλό και το φρόνιμα κατάλληλο για τις απαιτήσεις της αναμενόμενης ναυμαχίας. Ως προς την ποιότητα της ηγεσίας του αθηναϊκού στόλου η απόφαση των Αθηναίων να εκτελέσουν τους Αθηναίους στρατηγούς που συμμετείχαν στη νικηφόρα ναυμαχία των Αργινουσών επειδή δε συνέλεξαν ναυαγούς και νέκυες, οι στρατηγοί πήραν αυτή την απόφαση λόγω κακοκαιρίας, αποδεκάτισε τη στρατηγική ηγεσία. Έτσι, ο Κόνωνας δε διέθετε επικεφαλής ανάλογης απόδοσης.

Αυτή η στάση και η θέση των Αθηναίων στρατηγών και οι αιτίες που τις εξηγούν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς που δικαίωσε τον Αλκιβιάδη. Το πιο σημαντικό ήταν ότι προσδιόρισε την πορεία της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο, κα­θώς μετά από αυτήν την ταπεινωτική ήττα ο διασυρμός της Αθήνας ήταν απόλυτος και πλέον από την ηγετική θέση πέρασε σε θέση εξάρτησης και δεν μπόρεσε να επανακτήσει ποτέ την παλιά της δόξα, τη δύναμη, το κύρος και το μεγαλείο της.

 

 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ – ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΓΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ

 

Στο κείμενο του Ξενοφώντα φαίνεται η διαφορά πολεμικής αντίληψης και τακτικής των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Οι Αθηναίοι με αλαζονεία φέρονται και μεταξύ τους και απέναντι στον εχθρό αντί να τηρούν στάση συνεχούς ασφαλούς αναμονής και επαρκούς προετοιμασίας προς την επικείμενη ναυμαχία, μέσα σ’ ένα κλίμα σύμπνοιας και ενότητας. Η πίστη στην ικανότητα του στόλου τους και στην ανωτερότητά τους έναντι του αντιπάλου ήταν ο ένας λόγος, ο οποίος στηριζόταν στο ότι ήταν η παραδοσιακή ναυτική υπερδύναμη της εποχής, πράγμα που οι Αθηναίοι γνώριζαν πάρα πολύ καλά και είχαν συνείδηση της δύναμής τους αυτής. Άλλοι λόγοι που ενίσχυαν αυτήν τη στάση τους ήταν ότι διέθεταν πολύ μεγάλο στόλο 180 πλοίων, ότι είχαν νικήσει προηγουμένως στις Αργινούσες και είχαν μετατρέψει την Αθηναϊκή Συμμαχία σε Αθηναϊκή Ηγεμονία. Επίσης, οι εσωτερικές προστριβές και αντιθέσεις και η υποτίμηση του αντιπάλου έδωσαν την ευκαιρία στο Λύσανδρο, ο οποίος είχε το στρατό του υπό απόλυτο έλεγχο, υπακοή και πειθαρχία, να οργανώσει σχέδιο κατασκοπείας και συγχρόνως να ασκήσει επίδραση στην ψυχολογία του αθηναϊκού στόλου και των ηγετών του και να τους παραπλανήσει.

Κατά τα περιγραφόμενα από τον ιστορικό Ξενοφώντα και τα ασφαλώς τεκμαιρόμενα σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, ο Λύσανδρος περίμενε τη στιγμή που οι Αθηναίοι θα ήταν ευάλωτοι, καθώς ήταν ήδη ανοχύρωτοι γεωγραφικά και με δύσκολη τροφοδοσία και αποπροσανατολισμένοι από τον αρχικό τους στόχο, την επιτυχή για αυτούς έκβαση της ναυμαχίας, να επιτεθεί όταν δεν τον ανέμεναν και να τους βρει ανέτοιμους να τον αντιμετωπίσουν. Παράλληλα, ο δικός του στόλος φρόντιζε να βρίσκεται σε ασφαλές λόγω γεωγραφικών χαρακτηριστικών κλειστό και οχυρωμένο λιμάνι και να τον διατηρεί οργανωμένο και έτοιμο για ναυμαχία ανά πάσα στιγμή. Ήθελε και πέτυχε να παραπλανήσει τους εχθρούς και να έχει με αυτόν τον τρόπο το πλεονέκτημα της ξαφνικής και απρόσμενης επίθεσης, της επιτυχούς τακτικής του αιφνιδιασμού του εχθρού. Άλλωστε, η μικρή απόσταση μεταξύ των δύο περιοχών των οχθών του Ελλησπόντου που λειτουργούσαν ως ναυτικές βάσεις των αντιμαχομένων δε θα άφηνε περιθώρια άμεσης αντίδρασης στους Αθηναίους ακόμα και αν δε χαλά­ρωναν τα μέτρα ασφάλειά τους.

Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο οι Αθηναίοι να διαπράξουν μια σειρά από άστοχες ενέργειες, όπως:

 

·        Η έλλειψη στοιχειώδους προνοητικότητας και επαγρύπνησης έτσι ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή προετοιμασμένοι για επίθεση, άμυνα και γενικά για ναυμαχία, και η αμέλεια της ηθικής και πολεμικής συνοχής των στρατιωτών, πράγματα που φρόντιζε ο Λύσανδρος και οι Αθηναίοι το γνώριζαν.

·        Η αψυχολόγητη εμμονή τους να εκβιάσουν ναυμαχία και η τακτική αποφυγής από πλευράς του Λύσανδρου να μην εξετασθεί με τη δέουσα προσοχή ως ενδεχόμενο παραπλάνησης, αλλά να θεωρηθεί εσφαλμένα ως δείγμα κατωτερότητας και ανανδρίας από την πλευρά του Λύσανδρου.

·        Η επιπόλαιη έλλειψη μέριμνας για τη φύλαξη του στρατοπέδου τους από τυχόν κατασκόπους ή εισβολείς.

·        Η ακατανόητη ως και άπειρη θέση τους στην οποία δε συνηγορούσαν οι ρεαλιστικοί παράγοντες ότι αυτοί θα επιλέξουν τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής της ναυμαχίας και ότι, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε ασφαλώς, ο Λύσανδρος αποκλείεται να τους επιτεθεί πρώτος επειδή τους φοβάται.

·         

Όλα αυτά που παραειπώθηκαν λειτούργησαν υπέρ του Σπαρτιάτη στρατηγού.

 

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΔΕΩΝ

 

Η εσφαλμένη τακτική των Αθηναίων και επιτυχής στρατηγική του Λύσανδρου

 

Τα προαναφερόμενα αποτελούν τις αιτίες που εξηγούν τις λανθασμένες επιλογές και κινήσεις των Αθηναίων. Ήταν φυσικό και επόμενο επακόλουθο οι υπολογισμοί και οι επιλογές τους αυτές να επιφέρουν τη συντριπτική και ταπεινωτική ήττα τους στους Αιγός ποταμούς. Οι Αθηναίοι, για να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε περισσότερο τα όσα έπραξαν, διέπραξαν τα εξής λάθη:

 

·         Οι Αθηναίοι αγκυροβόλησαν: α) σε ένα γεωγραφικά ανοχύρωτο λιμάνι, β) πολύ κοντά στο στόλο των Σπαρτιατών σε απόσταση μόλις περίπου δεκαπέντε σταδίων, κάτι που δείχνει τόσο την ανάγκη να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού από πολύ κοντά, το οποίο δεν το επέτρεπε η απόσταση του λιμανιού της Σηστού, πράγμα που συγκαταλέγεται στην γενικότερη τακτική της καθημερινής πρόκλησης για ναυμαχία, αλλά δεν εξηγείται από την ανύπαρκτη λογική αντίληψη των διαμορφωμένων πραγματικών δεδομένων και των παραμέτρων που ίσχυαν και την ανάλογη προνοητικότητα πως όσο κοντά ήταν αυτοί στους εχθρούς αλλά τόσο ήταν και οι Σπαρτιάτες προς αυτούς, ούτε από τη χαλάρωση και την ολιγωρία στην αντίδραση απέναντι στην ξαφνική επίθεση του Λύσανδρου ούτε από τα ελλιπή μέτρα ασφάλειας του στρατοπέδου, όπως ασφαλώς τεκμαίρεται αυτό τη διήγηση, και γ) πολύ μακριά από πόλη που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει την καθημερινή τροφοδοσία των αναγκαίων για τη διατροφή του στρατεύματος. Αυτό σήμαινε, εκτός των άλλων, πως: α) ο εχθρός μπορούσε να τους παρακολουθεί και να μαθαίνει πληροφορίες για τις κινήσεις τους αμέσως, σχεδόν την ίδια στιγμή των πράξεών τους, πράγμα που τον συνέφερνε σ’ ό, τι τυχόν κι αν σχεδίαζε, β) οι Αθηναίοι για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία για την καθημερινή διατροφή τους αναγκάζονταν να απομακρύνονται κάθε μέρα όλο και περισσότερο από τα πλοία τους αφήνοντάς τα απροστάτευτα και χωρίς ικανό αριθμό ναυτών για να τα επανδρώσει επαρκώς και να αντιμετωπίσουν ξαφνική επίθεση των εχθρών και γ) σε αιφνιδιαστική επίθεση του εχθρού δεν είχαν τον ανάλογο χρόνο ώστε να ανασυντάξουν οργανωμένες τις στρατιωτικές τάξεις τους και να αντικρούσουν με όσο το δυνατόν καλύτερες προϋποθέσεις την επίθεση, πολύ περισσότερο, βέβαια, με τη χαλάρωση και το διασκορπισμό του στρατεύματος για ανεφοδιασμό. Αυτές τις παραμέτρους τις εκμεταλλεύτηκε και τις αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο ο Λύσανδρος.

·        Αγνόησαν και παρέβλεψαν χωρίς ουσιαστικό και αντικειμενικό λόγο το γεγονός ότι ο εχθρός, και πιο συγκεκριμένα ο Λύσανδρος φρόντιζε να έχει το δικό του στόλο σε παράταξη επιθέσεως, έτοιμο για ναυμαχία κάθε στιγμή σε καθημερινή βάση, ενώ αυτοί δεν έδειχναν με τις κινήσεις τους να συμβαδίζουν με την ποιότητα του στρατεύματός τους και δεν ενίσχυαν το ηθικό και το φρόνημά τους κρατώντας τα σε ύψιστο και ακμαιότατο βαθμό, όπως απαιτούσε η σημασία του πολεμικού εγχειρήματος της ναυμαχίας.

·        Αν και ανυπομονούσαν, σχεδόν εκβίαζαν και προκαλούσαν φανερά για ναυμαχία, ωστόσο, οι ίδιοι δεν αναλάμβαναν την πρωτοβουλία – ευκαιρία να επιτεθούν πρώτοι. Αντιθέτως, επέτρεψαν στο Λύσανδρο, παρακολουθώντας άπραγοι και παθητικοί, σχεδόν άβουλοι και χωρίς οξυδέρκεια, τις διαθέσεις και τις κινήσεις του αντιπάλου, να επιλέξει αυτός το χρόνο επίθεσης, προφανώς κατάλληλο κατά το συμφέρον του στόλου του, κάτι που έπραξε με απόλυτη επιτυχία και κατάφερε να σύρει στον απόλυτο διασυρμό και την ολοκληρωτική, ταπεινωτική ήττα τους Αθηναίους και να αναχθεί κυρίαρχος.

·        Όταν επέστρεφαν στη ναυτική τους βάση αντί να έχουν περιπολίες και φύλακες για να τους προειδοποιούν εγκαίρως και για να αποτρέπουν οτιδήποτε, είτε κατασκοπεία από τον αντίπαλο, είτε αιφνιδιαστική επίθεση, είτε κάτι άλλο, αυτοί έκαναν ακριβώς το αντίθετο.

·        Με τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις, που δεν είχαν απώτερο σκοπό να παραπλανήσουν και να παγιδεύσουν τους Σπαρτιάτες, έγιναν απολύτως προβλέψιμοι για το Λύσανδρο, ο οποίος τόσο με την κατασκοπεία όσο και με το χρόνο κατάστρωσης λεπτομερειακού σχεδίου επίθεσης που του επέτρεψαν να έχει οι ίδιοι οι Αθηναίοι, μπόρεσε να πετύχει το στόχο του, αφού οι Αθηναίοι κατέστησαν τους εαυτούς τους – το στράτευμά τους ευάλωτο, καθώς το άφηναν ακάλυπτο και φανέρωναν με τη στάση τους τα μυστικά τους στον εχθρό. Δεν είχαν καταστρώσει εφεδρικό σχέδιο αντιμετώπισης για νίκη επί του εχθρού, δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία σε κείμενο, αλλά επέμεναν χωρίς δείγμα προσαρμοστικότητας και ευλύγιστης σκέψης σε επαναλαμβανόμενη πρακτική δράσης, που σαφώς δεν απέβλεπε σε σύγχυση της αντίληψης της πραγματικότητας των προθέσεών τους από τον αντίπαλο, ώστε να παρερμηνεύσει και να διαπράξει σφάλματα, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν προς δικό τους όφελος, δημιουργώντας κατάσταση προσαρμοσμένη στα δικά τους κίνητρα.

·        Αυτές οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις μαζί με το αίσθημα της υπεροχής και του ανίκητου του αθηναϊκού στόλου επέφεραν μια επιπόλαιη και ακατανόητη χαλάρωση στην ετοιμότητα και στην παράταξη των στρατιωτών. Το στράτευμα αποπροσανατολίστηκε από τον αρχικό του στόχο και δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι η ναυμαχία ήταν όχι απλώς αναβαλλόμενη και απροσδιόριστη ως προς το χρόνο διεξαγωγής της, αλλά πιθανότητα να μην πραγματοποιούταν, αφού ο Λύσανδρος δεν ανταποκρινόταν και δεν ξανοιγόταν με το στόλο για να τους αντιμετωπίσει. Για όλα αυτά σαφώς ευθύνονται οι Αθηναίοι στρατηγοί που δε φρόντιζαν ο στόλος τους να παραμείνει σε πολεμική εγρήγορση με την ανάλογη ψυχολογία και την αυξανόμενη επιθυμία της προσδοκίας της ναυμαχίας και της επικράτησής τους έναντι των αντιπάλων. Αυτό ακριβώς από την πλευρά τους δεν αμέλησαν οι Σπαρτιάτες τόσο εξαιτίας της παρατεταμένης και συνεχούς, αδιάλειπτης ετοιμοπόλεμης τακτικής, όσο και εξαιτίας της στενής και καθημερινής παρακολούθησης των εχθρών, που μαζί με την πειθαρχία και την πίστη στον αρχηγό τους, δημιούργησαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να επιτευχθεί η άψογη εκτέλεση του αρχικού σχεδίου του Λυσάνδρου από το στράτευμά του.

·        Ο ευφυής και ικανός Αλκιβιάδης αγνοήθηκε όταν συμβούλευσε τους Αθηναίους να αλλάξουν λιμάνι διότι οι Αιγός ποταμοί ήταν ακατάλληλο σημείο για ναυτική βάση, λόγω του ότι ήταν γεωγραφικά ανοχύρωτο και δεν εξασφάλιζε ασφαλή διαμονή και παραμονή, δεν προσέφερε εύκολη και γρήγορη τροφοδοσία, αφού δεν ήταν κοντά σε πόλη, πράγμα που ανάγκαζε τους Αθηναίους να απομακρύνονται συνεχώς όλο και περισσότερο από τα πλοία, με ό, τι αυτό σήμαινε, ενώ αντιθέτως, οι Σπαρτιάτες είχαν εξασφαλίσει ιδανικές συνθήκες για τη διαμονή και την παραμονή του στόλου τους, και δεν επέτρεπαν στους Αθηναίους να έχουν επιλογή του χρόνου επίθεσης και της διεξαγωγής της ναυμαχίας. Γενικά, αυτή τους η επιλογή τους καθιστούσε τους Αθηναίους σε μειονεκτική θέση έναντι των Σπαρτιατών. Αυτό, μαζί με τη γενικότερη αντιμετώπιση του Αλκιβιάδη, δείχνει την έλλειψη πνεύματος ψυχραιμίας και ενότητας μεταξύ των Αθηναίων αλλά και εμπιστοσύνης, αλλά και αδυναμία κριτικής και λογικής σκέψης και πράξης σύμφωνη με την ορθή επεξεργασία των δεδομένων και των προσδοκιών.

·        Η συνεχής και αυξανόμενη μέρα με τη μέρα αδιαφορία για την ασφάλεια του αθηναϊκού στόλου, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την πολεμική ετοιμότητα για ναυμαχία και επικράτηση έναντι των Σπαρτιατών στην τροφοδοσία του αθηναϊκού στρατεύματος και η περιφρόνηση και η υποτίμηση των ικανοτήτων του Λύσανδρου, κάτι σαφώς λανθασμένο, έδωσε την ευκαιρία στο Σπαρτιάτη στρατηγό και ναύαρχο να επιτεθεί στους Αθηναίους σε μη αναμενόμενο χρόνο και από τα 180 πλοία που διέθετε ο αθηναϊκός στόλος να μπορέσουν να αντιπαραταχθούν πλήρως επανδρωμένα και ετοιμοπόλεμα με όλη την πολεμική τους εξάρτηση μόνο οκτώ και η Πάραλος. Εδώ, πρέπει να αναφέρουμε ότι η Πάραλος ήταν ένα από τα ιερά πλοία των Αθηναίων που εξυπηρετούσε ανάγκες μεταφοράς, όπως αποστολές σημαινόντων προσώπων και επίσημων αντιπροσωπιών, διπλωματών, μηνυμάτων, κ.τλ., και δεν είχε πολεμικό ρόλο. Αυτά τα ελάχιστα πλοία μόνο στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και σώθηκαν, ενώ τα υπόλοιπα πλοία αγκυροβολημένα στη στεριά μαζί με τους περισσότερους πολεμιστές ήλθαν στην κυριαρχία του Λύσανδρου. Υπερίσχυσε δηλαδή η παραδοσιακά ηπειρωτική στρατιωτική δύναμη της παραδοσιακά πολεμικής ναυτικής δύναμης στο πεδίο όπου οι Αθηναίοι υπερείχαν και κατείχαν σημαντικότατες διακρίσεις και νίκες. Μεγαλύτερο διασυρμό και ταπείνωση, εξευτελισμό και υποβιβασμό δεν μπορούσαν να υποστούν οι Αθηναίοι.

·        Η απαράδεκτη συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στους επιτιθέμενους και η λιποταξία. Από το ρήτορα Λυσία πληροφορούμαστε πως ο ρήτορας κατηγορεί τον Ερατοσθένη, ο οποίος μετέπειτα συμμετείχε στην εξουσία των Τριάκοντα, ότι αντί να παραμείνει και να αντιμετωπίσει τους Σπαρτιάτες, διέφυγε μαζί με τον Ιατροκλή από τη μάχη.

Όλοι, λοιπόν, οι παραπάνω λόγοι εξηγούν την πανωλεθρία και την ολοκληρωτική και ταπεινωτική ήττα των έμπειρων Αθηναίων.

 

 

Η απόλυτη επιτυχία του σχεδίου του Σπαρτιάτη στρατηγού Λύσανδρου

 

Η απόλυτη επιτυχία στην επινόηση, στο σχεδιασμό, στην οργάνωση και στην εκτέλεση του αρχικού σχεδίου του Λύσανδρου, που χαρακτηρίζεται άψογο σε όλη του την έκταση, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Οι πιο σημαντικοί από αυτούς τους παράγοντες που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε είναι οι εξής:

 

·        Οι στρατηγικές και ηγετικές αρετές και ικανότητες του Λύσανδρου:

·        Η εστίαση στο στρατηγικό – πολεμικό του σχέδιο και στόχο, δηλ. τη νίκη του απέναντι στους Αθηναίους και τους συμμάχους τους, η οποία θα ήταν καταλυτική για τη μετέπειτα εξέλιξη του πολέμου.

·        Η ικανότητα έμπνευσης και σύλληψης, οργάνωσης ως την τελευταία λεπτομέρεια και επιτυχούς διεκπεραίωσης του στρατηγικού σχεδίου ασφαλούς επίθεσης, που θα εξασφάλιζε την απόλυτη και ολοκληρωτική νίκη. Διατηρώντας ασφαλή το στόλο του κατασκοπεύει τον εχθρό, τον αιφνιδιάζει με την ξαφνική επίθεσή του και με το μέγεθος της επίθεσης με συντονισμό ναυτικών δυνάμεων και δυνάμεων ξηράς. Οι ατραποί του μυαλού του αποκαλύπτουν την ανωτερότητά του.

·        Η προνοητικότητα, η νηφαλιότητα, η υπομονή και η επιμονή, η μεθοδικότητα και η αποφασιστικότητα, η ευστροφία και η ευφυΐα, η αυτοπεποίθηση και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις ικανότητές του, η σκόπιμη και μεθοδευμένη παραπλάνηση του εχθρού και της ορθής κρίσης και ψυχολογίας του. Σ’ αυτά μπορούμε επιπλέον να προσθέσουμε την πιθανή προσπάθεια εξαγοράς και δωροδοκίας του αντιπάλου βασισμένος σε πονηρό σκεπτικό, γιατί ο στρατηγός πίστευε εκτός από τη γενναιότητα και στην πονηριά και στην πανουργία για την επιτυχή έκβαση της μάχης και του πολέμου γενικά.

·        Η λογική, η ορθή εκτίμηση, η αρχική επιλογή και η εκμετάλλευση και η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων του γεωγραφικού χώρου που χρησιμοποιούσε ως βάση, η οποία σε συνδυασμό και με άλλα τού δίνει τη δυνατότητα δράσης και το πλεονέκτημα ανάληψης πρωτοβουλιών έτσι ώστε να εξασφαλίσει τη νίκη.

·        Επίσης, η αντικειμενική αξιολόγηση και στάθμιση των συνθηκών, των παραγόντων, των αναγκαίων και των δεδομένων, τα συμπεράσματα των οποίων τα χρησιμοποιεί με απόλυτη επιτυχία και προς όφελος του στρατού του.

·        Η προσαρμοστικότητα, η επιλογή της κατάλληλης στιγμής επίθεσης.

·        Το ότι φροντίζει και πετυχαίνει να έχει η δική του πλευρά την πρωτοβουλία κινήσεων και τις επιλογές και δεν αφήνει τον εχθρό να τον παρασύρει αλλά ακολουθεί το σχέδιο του όπως αυτός θέλει.

·        Η ηγετική και αρχηγική φυσιογνωμία του που ξέρει να επιτηρεί και να επιβάλλεται στο στράτευμα και να το φροντίζει, όπως επιβάλλει η κατάσταση, απολαμβάνει την εκτίμηση των όσων διατάσσει, κ.τλ.

·        Όπως μπορούμε επαρκώς και ασφαλώς να εξάγουμε, ο Λύσανδρος είχε καταστρώσει λεπτομερειακό συνολικό σχέδιο που αποτελούταν από επιμέρους σχέδια με αναλογική σύνδεση αλληλουχίας και κλιμάκωσης. Το τελικό σχέδιο ήταν η πολιορκία και η άλωση της Αθήνας που απαιτούσε την επιτυχή έκβαση των ναυμαχιών ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα ανάγκαζαν τους Αθηναίους να υποταχθούν και αποδεχθούν ως νικητές τους Σπαρτιάτες.

·        Ο Λύσανδρος, τελικά, συνδυάζει το πρώτιστο καθήκον προς την πόλη του τη Σπάρτη μέσα από το σημαντικότατο και πλήρη ευθυνών ρόλο του ως στρατηγού και ναύαρχου, δηλ. τη δημόσια θέση του με τα προσωπικά χαρίσματα του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του.

·        Η λεπτομέρεια του σχεδιασμού τόσο στα επιμέρους χαρακτηριστικά όσο στο σύνολό του:

·        Η άρτια οργάνωση και η άψογη εκτέλεση του σχεδίου του, σ’ αυτό «συνέβαλαν» και οι Αθηναίοι με τη στάση τους και τη συμπεριφορά τους.

·        Η πειθαρχία των στρατιωτών της Σπάρτης και των συμμάχων της, η υπα­κοή, ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη προς τον αρχηγό τους και η ακατάπαυστη επι­θυμία να νικήσουν τους Αθηναίους, το ηθικό και το φρόνιμα που διατηρούνται ακμαία και μαχητικά.

·        Η ακρίβεια εκτέλεσης του σχεδίου του Λύσανδρου.

·        Η τακτική της κατασκοπείας που ακολούθησε ο Λύσανδρος και τα πλεονεκτήματα που του επέφερε.

·        Η τακτική του αιφνιδιασμού τη στιγμή που οι Αθηναίοι ήταν απολύτως ανοργάνωτοι και ανέτοιμοι να συντάξουν τις δυνάμεις τους και να τις αντιπαρατάξουν.

·        Το μέγεθος της επίθεσης, η ολοκληρωτική επίθεση, ο συντονισμός κινήσε­ως ναυτικής δύναμης και πεζικού.

·        Τα χαρακτηριστικά του στρατεύματος των Σπαρτιατών:

·        Η ενότητα και η αυτοπεποίθηση του στρατεύματος.

·        Η πολεμική ετοιμότητα-αρτιότητα του.

·        Η πειθαρχία.

·        Η υπακοή και ο σεβασμός προς το Λύσανδρο, απόδειξη απόλυτης πί­στης και εμπιστοσύνης στον αρχηγό και στρατηγό τους.

·        Οι λανθασμένες εκτιμήσεις και ενέργειες του αντιπάλου, η εγωιστική στάση του που δημιουργούσε ένα κλίμα περιφρόνησης και υποτίμησης του Λύσανδρου, η χαλάρωση της στρατιωτικής και πολεμικής ετοιμότητάς του και η έλλειψη ενότητας στο στρατόπεδο των Αθηναίων.

 

Συνεπώς, η στρατηγική και πολεμική υπεροχή της προσωπικότητας και τα χαρίσματα του Λύσανδρου αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν περίτρανα ακόμα περισσότερο το μέγεθος και την αξία τόσο του ίδιου όσο και της περίφημης νίκης του στους Αιγός ποταμούς. Η ωριμότητα και η επιδεξιότητά του είναι πρότυπα.

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Επομένως, με βάση όλα τα προηγούμενα μπορούμε σαφώς να συμπεράνουμε ότι ο Λύσανδρος, για μια ακόμα φορά, όπως και αργότερα που σχεδιάζει με λεπτομέρεια τη σκληρή πολιορκία της Αθήνας και επιδιώκει την παράδοσή της και τη συνθηκολόγηση σύμφωνα με τους όρους και τα συμφέροντα της πατρίδας του, καταστρώνει ένα ευφυέστατο και καλά οργανωμένο σχέδιο και οι όποιες κινήσεις του αποκαλύπτουν την κοινή σκοπιμότητά τους και τη φιλόδοξη επιθυμία του Σπαρτιάτη στρατηγού και ναυάρχου. Η μεθόδευση του γενικού στόχου επιτυγχάνεται με την εξασφάλιση της επιτυχίας του συνόλου των επιμέρους στόχων σταδιακά και σταθερά. Σε καμία στιγμή ο Λύσανδρος δεν αφήνει από το μυαλό του τον αρχικό στόχο και σκοπό και μεριμνά και μεθοδεύει μέσα προς αυτήν την κατεύθυνση. Χρησιμοποιεί κάθε δυνατή ικανή παράμετρο επιτυχίας και τις συνδυάζει όλες με τον κατάλληλο τρόπο προσαρμόζοντας το σχέδιο στα δεδομένα που διαθέτει και που ανανεώνει ανά πάσα στιγμή. Αυτό αποδεικνύει πως κάθε κίνησή του δεν είναι τυχαία αλλά αποκρύπτει σκοπιμότητες, που όπως φαίνεται, δε γίνονται αντιληπτές από τους Αθηναίους. Είναι πραγματικός ηγέτης και συμπεριφέρεται κατά τα αρμόζοντα.

Μετά την ταπεινωτική πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς το κλίμα στην πόλη της Αθήνας δεν ευνοούσε αντιπαράταξη και οργάνωση αντεπίθεσης. Η Αθήνα δε διέθετε πλέον ικανό αριθμό πλοίων, ούτε δικό της ούτε συμμαχικό, για να μπορέσει να διεκδι­κήσει εκ νέου πολεμικές επιτυχίες. Όλα τα πλεονεκτήματα έγερναν υπέρ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, οι οποίοι φρόντισαν να αξιοποιήσουν την εύνοια της κατάστασης.

 

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Αν θα θέλαμε να κάνουμε έναν απολογισμό για τα όσα επέφερε αυτός ο πόλεμος στον ελληνικό χώρο, σίγουρα το πρώτο που θα αναφέραμε ήταν η διάσπαση της ενότητας που επικρά­τησε κατά τους Περσικούς πολέμους (492-479 π.Χ.) που έληξαν με το θρίαμβο των ενωμένων Ελλήνων. Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσέας (5ος αι. π.Χ.), ο πατέ­ρας της Ιστορίας, «pater historiae» τον αποκαλεί ο Ρωμαίος Κικέρωνας, μας περιγράφει αυτούς τους πολέμους στο έργο του «Ηροδότου Ιστορίαι» και στα Δ’ (Μελπομένη), Ε’ (Τερψιχόρη), ΣΤ'(Ερατώ), Ζ’ (Πολυμνια), Η’ (Ουρανία), Θ’ (Καλλιόπη) βιβλία του έργου του. Εδώ, οφείλουμε να διευκρινίσουμε και να επισημάνουμε ότι μιλώντας για ενωμένους Έλληνες εννοούμε συμμαχικά, μέσα από την πολιτειακή και διοικητική οργάνωση των Ελλήνων σε πόλεις – κράτη, γιατί οι αρχαίοι Έλληνες ήδη διέθεταν κοινή εθνική συνείδηση και ταυτότητα, πολύ πριν τους Περσικούς, η οποία διατηρείται ανόθευτη και γνήσια σε μια αδιάσπαστη συνέχεια μέχρι τις μέρες μας, για την οποία είμαστε όλοι υπερήφανοι.

Σημαντική παράμετρος για να αντιληφτούμε πλήρως τη σημασία αυτού του πολέμου για τους Έλληνες είναι τα όσα μας εξηγεί ο Θουκυδίδης με επιστημονική αντικειμενικότητα και αμεροληψία, βασισμένος σε αποδεικτικά στοιχεία που πείθουν για την αλήθεια των καταγραφών του. Η σφοδρότητα και η αγριότητα του Πελοποννησιακού πολέμου οδήγησαν το μεγάλο αρχαίο Έλληνα ιστορικό, τον Αθηναίο Θουκυδίδη, το μεγαλύτερο ιστορικό της αρχαιότητας με διαχρονική λάμψη και παγκόσμια ακτινοβολία του πρότυπου επιστημονικού έργου του, να αποφασίσει να τον καταγράψει.

Όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης στο προοίμιο του έργου του «Ιστορίαι», τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος Αθηναίων και Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές βρίσκονταν στην ακμή της δύναμής τους, ήταν καλά προετοιμασμένοι και οι υπόλοιποι Έλληνες έπαιρναν το μέρος ή ήταν έτοιμοι να εισχωρήσουν στη μια ή στην άλλη παράταξη. Αυτό το γεγονός έκανε τον Θουκυδίδη να τον αξιολογήσει ως τον πιο σημαντικό και τον πιο σπουδαίο απ’ όσους προηγήθηκαν, και από τον Τρωικό και από τους Περσικούς. Επίσης, η πρωτοφανής ένταση του πολέμου, η μεγάλη διάρκειά του, ο εκτενής χώρος διεξαγωγής και ανάπτυξης πολεμικών επιχειρήσεων σε στεριά και θάλασσα, ήταν παράγοντες που τον προκάλεσαν να ξεκινήσει αυτό το σημαντικότατο αλλά και πρότυπο και πρωτότυπο ως προς την αντιμετώπιση του γεγονότος πόνημα. Έτσι, ξεκίνησε τη συγγραφή του κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του πολέμου, αμέσως μετά την έναρξή του, όπως καταμαρτυρεί ο ίδιος.

Επανερχόμενοι στις συνέπειες και στα αποτελέσματα του Πελοποννησιακού πολέμου θα προσθέταμε σε ανθρωπιστικό και ηθικό επίπεδο και σε επίπεδο δικαιοσύνης και αισθήματος δικαίου ότι τα ήθη εξαχρειώθηκαν και εξαγριώθηκαν, αξίες διαχρονικές εκφυλίστηκαν και διασύρθηκαν, αρχές πατροπαράδοτες καταπατήθηκαν, συμφωνίες παραβιάστηκαν, η ασέβεια και η επιορκία επικράτησαν ανάμεσα σε υποκριτές «συμμάχους», η γλώσσα παραποιήθηκε ως προς το νόημα και την αυθεντικότητά της, η ανθρωπιά εξαφανίστηκε. Η κακοποίηση ανθρώπων, κοινωνιών, πόλεων – κρατών, πολιτισμικών κατακτήσεων συμπυκνώνει τα όσα διαπράχθηκαν.

Έγιναν άδικες και ανόσιες πράξεις και από τις δυο πλευρές, βαρβαρότητες, αγριότητες, δεν υπήρξε έλεος και οίκτος. Η λογική και το μέτρο των μετριοπαθών και ειρηνόφιλων πλευ­ρών και των δυο στρατοπέδων συχνά παραμερίζονταν από τη δύναμη των λόγων του πάθους και των άκρων των πολεμοχαρών και σκληροπυρηνικών που εξοστράκιζαν οποιαδήποτε ελπίδα άμεσης και ειρηνικής διευθέτησης των όποιων προβλημάτων.

Συμφέρον όσων υποστήριζαν και επιζητούσαν αυτόν τον πόλεμο ήταν να διατηρήσουν την αντιπαλότητα, το μίσος, την εχθρότητα, την όξυνση στις σχέσεις των αντιμαχόμενων πλευρών. Τα κίνητρα ήταν η απόκτηση δύναμης και εξουσίας, ο έλεγχος, η κυριαρχία, η εξουδετέρωση των αντιπάλων. Η διαπλοκή, οι μυστικές συνεννοήσεις, η διπλωματία, η προσωπική φιλοδοξία του καθενός από τους πρωταγωνιστές, η διπλοπροσωπία, η δημαγωγία, η εκμετάλλευση προς ίδι­ον όφελος, η διαφθορά των ηθών και η κατάπτωση της ηθικής αξίας, ο χρηματισμός, η εξαγορά των αντιπάλων, η προδοσία, ήταν αναμφισβήτητα χαρα­κτηριστικά αυτού του πολέμου.

Πέρα από τα προαναφερόμενα, σημαντικότατες υπήρξαν και οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και η πολιτισμική ανάσχεση. Από αυτήν την πολεμική στάση πληθυσμοί χάθηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, το εμπόριο μαράζωσε και η δημιουργική δραστηριότητα γενικά εκτοπίστηκε αφού οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες ευημερίας, προόδου, εξέλιξης και ευδαιμονίας ευημερούν μόνο σε περίοδο ειρήνης και αρμονικής συνύπαρξης των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, ο πολιτισμός έμεινε στάσιμος και η οπισθοδρομικότητα επήλθε σ’ όλα τα επίπεδά του και τις εκφράσεις του.

Επιπλέον, εξετάζοντας τις επιπτώσεις στα αντίπαλα δέη, ανεπηρέαστο δεν έμεινε το πολιτικό και πολιτειακό επίπεδο. Η αθηναϊκή δημοκρατία καταπατήθηκε και υπέστη φθορά. Αυτό τεκμηριώνεται με τα εξής:

 

·        Δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για την εκδήλωση δημαγωγικών στάσεων, ο αθηναϊκός λαός μετατράπηκε σε όχλο.

·        Με την ολιγαρχική μεταρρύθμιση με το καθεστώς των 400, με το καθεστώς των 5000 (410 π.Χ.). Αυτήν την περίοδο οι συνέπειες της αποτυχημένης Σικελικής εκστρατείας (415-413 π.Χ.) προκάλεσαν έντονες εσωτερικές αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις στο πολιτικό σκηνικό, που, παρόλο που είχαν ως στόχο και απαιτούσαν τον περιορισμό των δημαγωγικών δραστηριοτήτων που απέβαιναν όχι εις όφελος της πόλης, προκάλεσαν ολιγαρχική μεταρρύθμιση του πολιτεύματος και του πολιτειακού καθεστώτος. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτή η πολιτειακή μετατροπή πήρε εκτάσεις τρομοκράτησης της δημοκρατικής παράταξης, επιβολής ομάδας της ολιγαρχικής παράταξης, η εξουσία ασκούνταν ουσιαστικά από τη Βουλή των 400, τα μέλη της Εκκλησίας του δήμου περιορίστηκαν στους 5000 πολίτες, οι οποίοι «χρήμασι καί σώμασι» είχαν τη δυνατότητα να ωφελούν περισσότερο την πόλη, οι άρχοντες δεν κληρώνονταν πλέον αλλά εκλέγονταν, η μισθοφόρο εκτός από κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις καταργήθηκε.

·        Ακόμα, με την προσωρινή κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος με το καθεστώς της τυραννίας των Τριάκοντα, Αθηναίων ολιγαρχικών που επιθυμούσαν την εξάρτηση της Αθήνας από τη Σπάρτη και για άλλους λόγους και για να απολαμβάνουν προσωπικά προνόμια και να εκπληρώσουν τη φιλοδοξία για απόκτηση εξουσίας. Με την ήττα της Αθήνας η Εκκλησία του δήμου προχώρησε στη μεταρρύθμιση και την αναγκαστική εκλογή των Τριάκοντα τυράννων, ανωτέρων αρχόντων με ολιγαρχικές πεποιθήσεις και φιλοσπαρτιατικές διαθέσεις, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν άτομα εμπαθή και φιλόδοξα, ανεξέλεγκτα και ανήθικα. Η αρχή των Τριάκοντα που δημιουργήθηκε λόγω των συνθηκών της ήττας και με την πρωτοβουλία και τη μέριμνα του Σπαρτιάτη στρατηγού Λύσανδρου φρόντισε για την εξουδετέρωση των αντιπάλων δημοκρατικών και των πιθανών αντιπάλων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη διατάραξη της σταθερότητας της εξουσίας της, επανέφερε στον Άρειο Πάγο τα δικαιώματα που ίσχυαν πριν τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, κατήργησε τα δικαστήρια ενόρκων, η Βουλή των 500 είχε πλέον και αρμοδιότητες ποινικού δικαστηρίου, συγκρότησε κατάλογο χιλίων «φίλων», έμπιστων πολιτών που εναλλάσσονταν στην εξουσία και επικροτούσαν άκριτα τις αποφάσεις των τυράννων.

·        Η δημοκρατία στην πόλη – κράτος των Αθηνών επανήλθε και αποκαταστάθηκε πλήρως και διατηρήθηκε ως την εμφάνιση της δύναμης των Μακεδόνων και την ανάμιξή τους στις εσωτερικές υποθέσεις της Αθήνας και στα πολιτικά θέματά της. Ο στρατηγός Κόνωνας που συμμετείχε στη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς ξαναέκτισε τα γκρεμισμένα τείχη της Αθήνας και πρωταγωνίστησε στην ανάκαμψή της και στην ανάπτυξή της.

·        Επίσης, και ο ηθικός κώδικας υπέστη διασυρμό στην Αθήνα. Το σύστημα αξιών και αρχών παραβιάστηκε. Αξίες ανατράπηκαν, αρχές καταπατήθηκαν, κοινωνικά ήθη και γενικότερα η ηθική χαλάρωσαν. Αυτά δηλώνουν οι τραγωδίες του Ευριπίδη και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που παρέχουν τη δυνατότητα πληροφόρησης εκ των έσω και από άμεσους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες για την εσωτερική κατάσταση που επικρατούσε στο «κλεινόν άστυ» μέσα από τον ευφυή λόγο της λογοτεχνικής ικανότητας και ευαισθησίας.

·        Ακόμα, μετά την ήττα υπήρχαν και άλλες αρνητικές επιπτώσεις στην Αθήνα ως προς την ηγετική θέση της στην εξωτερική πολιτική και την πολιτισμική της πρωτοπορία, έτσι όπως αυτή εκφράζεται με τη φράση του Περικλή στο έργο του Θουκυδίδη, που την αποκαλεί «παίδευσις ταῆς Ἑλλάδος». Επήλθε η κατάλυση και η πλήρης διάλυση της Αθηναϊκής Ηγεμονίας. Η Αθήνα έπαψε σε οικονομικό επίπεδο να είναι η οικονομική και εμπορική δύναμη της εποχής. Επιπλέον, η Αθήνα συνθηκολόγησε με τους ταπεινωτικούς όρους του αφοπλισμού και της δουλικής υπακοής στις προθέσεις των Σπαρτιατών σε ζητήματα στρατιωτικά και εξωτερικής πολιτικής. Οι αγώνες για την αποκατάσταση της Αθήνας περιελάμβαναν και αποστροφή προς την περσική πλευρά για βοήθεια, όπως έκαναν και οι αντίπαλοι, έχοντας έτσι και οι δυο αντίπαλες πόλεις – κράτη ευθύνη για τη ανάμειξη των Περσών στα πράγματα της Ελλάδος. Το μεγαλείο της Αθήνας δεν επανήλθε ποτέ ως προς το μέγεθος και τη λάμψη της που ξεχώρι­ζαν αυτήν την πόλη – κράτος παρ’ όλες τις προσπάθειες.

·        Η πρωτοκρατορία άλλαξε. Η Σπάρτη έγινε κυρίαρχη στα ελληνικά τεκταινόμενα. Ωστόσο, επειδή η εποφθαλμιούσα πολιτική των Περσών έναντι των ελληνικών πόλεων – κρατών της Ιωνίας ήταν προκλητική, οι Σπαρτιάτες εγκατέστησαν στρατιωτικές φρουρές στις πόλεις και στη συνέχεια προχώρησαν σε πόλεμο εναντίων των βαρβάρων. Η Σπάρτη συνέχισε να έχει διπλωματικές επαφές και την υποστήριξη των Περσών φυσικά με ανταλλάγματα, όπως είναι οι όροι της «Ανταλκιδείου» ειρήνης. Απέναντι στις ελληνικές πόλεις επέδειξε αλαζονική και ηγεμονική συμπεριφορά στην προσπάθειά της να επιβληθεί, να ασκήσει εξουσία, να ελέγξει καταστάσεις και να σταθεροποιήσει την επικυριαρχική εξουσία της προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και δυσαρέσκειες. Η δύναμή της, όμως, δεν μπορούσε να επιβληθεί από μόνη της. Οι αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου ήταν εμφανείς και στο στρατόπεδο των νικητών Σπαρτιατών.

 

Επομένως, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε πως παρά τη νίκη και την επικράτηση των Σπαρτιατών, και οι δυο πλευρές κατέληξαν εξουθενωμένες. Ήταν η απόλυτη σύγκρουση.

Πέρα από όλα αυτά, η συμπεριφορά που επέδειξαν και η τακτική που ακολούθησαν τόσο η Αθήνα όσο και η Σπάρτη κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να επαινεθεί. Καθώς επιδίωκαν την επικράτηση και την κατατρόπωση του εχθρού δε δίστασαν, αλλά, αντιθέτως, επιδίωξαν τη σύναψη συμμαχίας και την υποστήριξη των παλαιών εχθρών, που πάντα εποφθαλμιούσαν την Ελλάδα και δεν ξεχνούσαν την επεκτατική πολιτική τους απέναντί της, των Περσών. Όσα υψηλά ιδανικά συνεπικούρησαν για να πετύχουν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, παραμερίστηκαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεκινήσουν σχέσεις εξάρτησης και οι Πέρσες να αναμειχθούν στα εσωτερικά ζητήματα των Ελλήνων και να ρυθμίζουν τα ελληνικά θέματα με την ανοχή και την παρότρυνση των ίδιων των Ελλήνων. Επομένως, μέσα από μια γενικότερη θεώρηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων η εξωτερική πολιτική και διπλωματία δεν κινήθηκε με τη λογική του πραγματικού οφέλους που μπορεί να εξασφαλίσει μια συμμαχία.

Επίσης, ως προς την πολιτική που άσκησαν φρόντισαν να παραβιάζονται και να καταπατώνται οι «σπονδαί», οι συμφωνίες ειρήνης που συνήπταν μεταξύ τους. Έτσι, η ειρήνη φαινόταν ανεπαρκής για να ικανοποιήσει τις αντιμαχόμενες δυνάμεις και καθίστατο αδύνατη η όποια διαπραγματευτική επίλυση των διαφορών τους μέσα από εποικοδομητικό και ουσιαστικό διάλογο με ειλικρινείς προθέσεις και ισχυρές θέσεις.

Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου οι διενέξεις δε σταμάτησαν και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Η Σπάρτη με τους συμμάχους της ήταν η νικήτρια. Η κυριαρχία της σύντομα αμφισβητήθηκε από τη Θήβα. Αλλά και αυτή δε διήρκησε και πολύ. Η ελληνική δύναμη από το βορρά, οι Μακεδόνες, έκαναν για πρώτη φορά τη δυναμική εμφάνισή τους. Ο βασιλιάς Φίλιππος και ο Μέγας Αλέξανδρος άνοιξαν μια νέα λαμπρή σελίδα στην ελληνική ιστορία. Η εποχή της πόλης – κράτους άλλαζε σε εποχή του κράτους υπό τη μορφή αυτοκρατορίας. Η ονομαστή αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου πραγματοποιούνταν. Ο εμπνευστής της πέτυχε και με την εκστρατεία του έφτασε μέχρι τις Ινδίες κατατροπώνοντας με τις επιτυχημένες επιθέσεις του τους Πέρσες. Και το αξιοσημείωτο όλων είναι ότι μέχρι και σήμερα ο Μέγας Αλέξανδρος ενώνει πολιτισμικά τις περιοχές από τις οποίες πέρασε με την Ελλάδα. Οι Έλληνες, λοιπόν, γνωρίζουν μια νέα ακμή και δόξα με το μεγάλο Έλληνα στρατηλάτη.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

 

1.       1999. Θουκυδίδου «Ιστορίαι», Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1999.

2.       Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια «Κόσμος», Εκδόσεις Κοντέου – Νάστου, Θεσσαλονίκη 1985.

3.       «Θουκυδίδη Ιστορία», μτφ. Α. Γεωργοπαπαδάκου, Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία, Θες     σαλονίκη 1985

4.       Jacqueline de Romilly, «Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας», μετάφραση Αγκαβανάκης Ν., Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.

5.       «Η Αθηναϊκή δημοκρατία, Μελέτες για το πολί­τευμα και την ιδεολογία των Αθηναίων», Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα της επιτροπής ερευνών τόμος 2, Αθήνα 1995.

6.       Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, www.ime.gr

7.       www.2egiklopedia.gr

8.       Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.

9.       Al. Lesky, «Ιστορία Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μετάφραση Αγαπητός Τσοπανάκης, Εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη Ξενοφώντος «Ελληνικά», Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα, Θεσσαλονίκη 1988. ^ Παυσανίας, «Παυσανίου Περιήγησις», Βιβλίο «Φωκικά, Λοκρών Οζόλων», ed. F. Spiro. Leipzig, Teubner. 1903.

 

 

 

 

 

 

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΓΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ *

 

Του ΑθΑΝΑΣΙΟΥ Ιωαν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας

στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

 

Η τελευταία πολεμική σύρραξη, ανάμεσα στους Αθηναίους κατ τους Σπαρτιάτες, με την οποία έκλεισε ο μακροχρόνιος Πελοποννησιακός πόλεμος, συνέβηστους Αιγός ποταμούς. Η καταστροφή του αθηναϊκού στόλου θα μπορούσε να λεχθεί ότι ήταν ολοσχερής. Τα περιστατικά συνέβησαν κάπως έτσι: ο σπαρτιατικός στόλος προσορμίστηκε στο λιμάνι της Κυζίκου  με αρχηγό, στην πραγματικότητα, τον Λύσαν­δρο, που ήταν ωστόσο μόνο «επιστολέας». Ο αθηναϊκός στόλος κατέλαβε το λιμάνι των Αιγός ποταμών, που βρισκόταν στην   απέναντι παραλία. Από όσα γνωρίζουμε, το λιμάνι των Αιγός ποταμών, μικρής παραλιακής πόλης, δεν ήταν κατάλληλο για τον ελλιμενισμό πολλών πλοίων ούτε ήταν εύκολο οι Αθηναίοι στρατιώτες να βρίσκουν από την αγορά της μικρής αυτής πόλης τροφή. Υποχρεώνονταν λοιπόν να απομακρύνονται από τα καράβια και την πόλη για να ανεύρουν τροφή. Τουναντίον, το Λιμάνι της Κυζίκου ήταν σε θέση να προμηθεύει τα προς το ζηναναγκαία στους Σπαρτιάτες στρατιώτες. Όμως οι Αθηναίοι είχαν ένα θεωρητικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορούσε να καταλήξει μειονέκτημα στο στόμα και τη σκέψη επιπόλαιων Αθηναίων στρατηγών: οι ίδιοι θεωρούνταν αήττητοι στη θάλασσα. Αυτό το ήξεραν οι Σπαρτιάτες, γι’ αυτό δίσταζαν και ήσαν επιφυλακτικοί σε μία κατά μέτωπο ναυμαχία. Έτσι ο Λύσανδρος με το στόλο του καραδοκούσε τη μεγάλη ευκαιρία, που δεν άργησε να έρθει. Οι Αθηναίοι στρατηγοί, ίσως από αυτοπεποίθηση, ίσως από απερισκεψία και επιπολαιότητα, ίσως για άλλους λόγους, καθημερινά προκαλούσαν τους Σπαρτιάτες, κάπως έτσι: επί τέσσερις ημέρες ο αθηναϊκός στόλος απέπλεε πρωί πρωί από το λιμάνι των Αιγός ποταμών και παρατασσόταν απέναντι από το σπαρτιατικό στόλο, στο λιμάνι της Κυζίκου. Όμως ο Λύσανδρος είχε δώσει εντολή στους Σπαρτιάτες να μην απαντούν στις προκλήσεις των Αθηναίων, αλλά να παραμένουν παρατεταγμένοι κανονικά. Κατά το δειλινό ο αθηναϊκός στόλος επέστρεφε στο λιμάνι των Αιγός ποταμών, οι στρατιώτες έβγαιναν από τα πλοία και διασκορπίζονταν προς εξεύρεση τροφής. Τα πλοία παρέμεναν αφύλακτα. Δεν θα πρέπει να είχαν παρατηρήσει οι Αθηναίοι ότι διακριτικά παρακολουθούνταν τα καράβια τους από ταχύπλοα σπαρτιατικά. Αλλά και να είχαν παρατηρήσει τις κινήσεις των Σπαρτιατών -πράγμα πολύ πιθανόν- εντούτοις δεν προβληματίστηκαν, ώστε να λάβουν όλα τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα, μετά την επιστροφή τους στο λιμάνι των Αιγός ποταμών. Έτσι, οι Σπαρτιάτες είχαν αντιληφθεί την παράλειψη μέτρων ασφαλείας στο λιμάνι, την απουσία φρουράς και την καθημερινή μετακίνηση των Αθηναίων για τρόφιμα. Δεν αποκλείεται βέβαια όλα αυτά να είχαν γνωστοποιηθεί και από κάποιους πληροφοριοδότες. Όμως, δεν έχουμε καμία σαφή μαρτυρία γι’ αυτό. Την πέμπτη ημέρα, προς το βράδυ, ειδοποίησαν τον υπόλοιπο στόλο στο λιμάνι της Κυζίκου με μία ασπίδα, στην οποία συγκέντρωσαν τις ακτίνες του ηλίου και την έστρεψαν στην Κύζικο. Έτσι, με αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο ειδοποίησαν το στόλο για την επίθεση. Οι Σπαρτιάτες με τα πλοία τους έπλευσαν γρήγορα και επέπεσαν αιφνιδιαστικά εναντίον των Αθηναίων, που μόλις είχαν εγκαταλείψει τα πλοία τους και είχαν διασκορπιστεί στην πόλη και αλλού για να βρουν τροφή, για το δείπνο. Οι Σπαρτιάτες αιχμαλώτισαν πολλούς Αθηναίους στρατιώτες και κατέλαβαν πολλά καράβια, εκτός από λίγα που κατόρθωσαν να διαφύ­γουν προς τον Ευαγόρα της Κύπρου, υπό το στρατηγό Κόνωνα.

Από τους αρχαίους συγγραφείς ο Ισοκράτης (5ος-4ος αι. π.Χ.), ο Αριστοτέλης (4ος αι. π.Χ.), ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (lος αι. π.Χ.), ο Κορνήλιος Νέπως (log αι. π.Χ.) και ο Πολύαινος (2ος αι. π.Χ.), αναφερόμενοι omv περιοχή ίων Αιγός ποταμών και εξιστορούντες τα γεγονότα της καταστροφής του αθηναϊκού στόλου, δεν κάνουν μνεία ούτε καν υπαινιγμό για προδοσία των αθηναϊκών δυνάμεων στους Αιγός ποταμούς.

Οι σημερινοί ιστορικοί φαίνεται ότι στηρίχθηκαν στις αρχαίες μαρτυρίες των προαναφερομένων συγγραφέων, οι οποίοι σημειώνουν ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος έληξε με την καταστροφή των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς. Ωστόσο, οι αρχαίοι συγγραφείς που θα αναφερθούν, καθώς και λόγοι που απορρέουν από τη λογική επεξεργασία των δεδομένων, πείθουν, νομίζω, ότι η καταστροφή των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς ήταν αποτέλεσμα προδοσίας (Λυσίας κατά Αλκιβιάδου λιποταξίου XIV, 38-39. Ξενοφών, Ελλ. II, Ι,32. Παυσ., Μεσσην. IV, 17, 3. Παυσ., Φωκ. Χ, 11 κ.εξ. Πλουτ., Λυσ. XI, 1 κατ XI 2-13. Πλουτ., Αλκ. XXXVII, 1-4) που εξυφάνθηκε στην Αθήνα, στο στρατόπεδο των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς, όπως επίσης και στις συμμαχικές πόλεις της Αθήνας. Σ’ αυτές, όπως φυσικά και στην Αθήνα, είχαν δημιουργηθεί πυρήνες πολιτών φίλων του πολιτειακού καθεστώτος των Σπαρτιατών. Αυτοί, αδιαφορώντας για τις συνέπειες μιας ήττας της Αθήνας ή και επιδιώκοντας την ήττα της, φρόντιζαν να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία τους, που δεν ήταν άλλη από την ανάληψη της εξουσίας από αυτούς τους ίδιους, με ένα ολιγαρχικό σχήμα, όμοιο με το καθεστώς της Σπάρτης. Οι συμμαχικές πόλεις της Αθήνας εξάλλου, από μίσος προς τους Αθηναίους για τις ατασθαλίες τους και την εν γένει πολιτική τους, θα φρόντιζαν να συμβάλουν στην πτώση της Αθήνας και την άνοδο της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη στην Ελλάδα. Έτσι, αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Λυσίας (5ος αι. π.Χ.), ο Ξενοφών (5ος/4ος αι. π.Χ.), ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.), ο Πλούταρχος (2ος αι. μ.Χ.), γρά­φουν με σαφήνεια για την προδοσία των Αθηναίων κατ αναφέρουν χαρακτηριστικά τους προδότες της αθηναϊκής καταστροφής στους Αιγός ποταμούς.

Ο Λυσίας γράφει ότι ο Αλκιβιάδης, μαζί με  τον Αθηναίο  στρατηγό Αδείμαντο πρόδωσαν τα αθηναϊκά πλοία στον Λύσανδρο. Η κατηγορία αυτή εναντίον του Αλκιβιάδη και του Αδείμαντου αναφέρεται ρητά και δεν πρέπει να την αγνοήσουμε. Άλλωστε η καταγγελία αυτή του Λυσία γίνεται στο δικαστήριο ενώπιον ακροατηρίου κατ μάλιστα σε μια εποχή που δεν απείχε πολύ από το χρόνο της καταστροφής του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς. Επομένως η μαρτυρία του Λυσία στο δικαστήριο πρέπει να είναι αληθινή και αξιόπιστη. Γιατί όμως αυτοί οι δύο πρόδωσαν τον αθηναϊκό στόλο; Πιθανόν ο Αλκιβιάδης, μετά τη σκαιά από πομπή του από το στρατόπεδο ίων Αθηναίων, εξοργίστηκε, μια και to τελευταίο έρεισμα για την επάνοδο του στην πατρίδα είχε χαθεί. Έτσι σκέφθηκε να συνεργαστεί με τον Αδείμαντο για την προδοσία του αθηναϊκού στόλου. Αλλά και ο Αδείμαντος ποιο λόγο είχε να κάνει τούτο; Δεν είναι εξακριβωμένο, αλλά δεν αποκλείεται να ήταν δυσαρεστημένος με την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα, ή ακόμη λόγω προσωπικών πεποιθήσεων να συμπαθούσε το ολιγαρχικό καθεστώς της Σπάρτης. Είναι γνωστό ότι τόσο στην Αθήνα όσο και στις συμμαχικές πόλεις-κράτη είχαν σχηματιστεί φιλοσπαρτιατικές παρατάξεις ή ομάδες, όπως ακροθιγώς προαναφέρθηκε, οι οποίες επιζητούσαν την ανατροπή του δημοκρατικού καθεστώτος της Αθήνας, γιατί ήσαν, ενδεχομένως, δυσαρεστημένοι από την Αθηναϊκή πολιτεία. Διόλου απίθανο λοιπόν και ο Αδείμαντος να επιζητούσε την εγκαθίδρυση του ολιγαρχικού πολιτεύματος στην Αθήνα και να ανήκε σε μια από αυτές τις ομάδες ή παρατάξεις. Η υπόθεση αυτή, όπως θα φανεί από άλλες ενδείξεις, είναι πολύ πιθανή.

Με ποιο τρόπο οι δύο αυτοί Αθηναίοι, Αλκιβιάδης και Αδείμαντος, πρόδωσαν τον αθηναϊκό στόλο; Απλούστατα συμπαρασύροντας, ίσως, και τους άλλους στρατηγούς σε μια αμελή και αδιάφορη φύλαξη των ναυτικών δυνάμεων, πιστεύοντας ότι αυτή η τρόπον τινά έμμεση προδοσία δεν ήταν δυνατόν να γίνει ποτέ γνωστή. Ο Λυσίας εξάλλου, σύγχρονος προς τα γεγονότα, δεν ήταν δυνατόν να έγραφε ψεύδη κατά του Αλκιβιάδου. Αλλά και αν ο Λυσίας, στο λόγο του «Κατά Αλκιβιάδου λιποταξίου», ενδιαφερόταν να περιγράψει τον άστατο και κακό χαρακτήρα του τελευταίου, για ποιο λόγο θα ενέπλεκε και τον Αδείμαντο στην προδοσία; Ή μήπως ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε και μόνος να ενεργήσει προδοτικά, όπως είχε κάνει σε άλλη περίπτωση; Ο Ξενοφών(Ελλην. Π, Ι, 32) γράφει: «(ο Αδείμαντος) ᾐτιάθη ὑπό τίνων προδοῦναι τάς ναῦς». Ο Ξενοφών, φυγάς ων, διέκειτο συμπαθώς προς το ολιγαρχικό καθεστώς της Σπάρτης. Προσθέτει μάλιστα ο ίδιος και κάτι ακόμη: Όλοι όσοι ήσαν Αθηναίοι και είχαν αιχμαλωτισθεί, φονεύθηκαν «πλην Αδειμάντου». Ποιος όμως ήταν ο λόγος εξαιτίας του οποίου σώθηκε κατ’ εξαίρεση ο Αδείμαντος; Σύμφωνα με τα παραπάνω θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι ο Αδείμαντος, «ως προδότης» ή «ως συμπαθών» το ολιγαρχικό καθεστώς της Σπάρτης, μετά την καταστροφή των Αθηνών και την αλλαγή του πολιτεύματος από δημοκρατία σε ολιγαρχία, θα έπρεπε να διακριθεί στην πολιτική σκηνή. Όμως, από τις μαρτυρίες που έχουμε, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Άγνωστο βέβαια γιατί έγινε συνεργός στην προδοσία, αλλά δεν αποκλείεται η απόφαση του αυτή να προέκυψε από την κατάσταση που επικρατούσε στο στόλο της Αθήνας: απροθυμία για πόλεμο με τους Σπαρτιάτες εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων ή, ακόμη, απροθυμία και από άλλους στρατηγούς του αθηναϊκού στόλου, οι οποίοι διέκειντο φιλικά, ενδεχομένως, προς το ολιγαρχικό καθεστώς της Σπάρτης. Η κατάσταση αυτή διαμορφωνόταν από το γεγονός ότι ο αθηναϊκός στόλος δεν μπορούσε να παραμείνει στον Ελλήσποντο περισσότερο χρονικό διάστημα, γιατί αντιμετώπιζε δυσκολίες στη συντήρηση του. Το γεγονός τούτο θα μπορούσε να εξηγηθεί σαφώς κατ από τις επίμονες κατ αλλεπάλληλες, επί τέσσερις ημέρες, προκλήσεις των Αθηναίων. Τρόφιμα δυσκολεύονταν να βρίσκουν, σε σίγουρο κατ κατάλληλο λιμάνι δεν είχαν προσορμισθεί, επομένως δεν τους απέμενε τίποτε άλλο, από το να προκαλέσουν το ταχύτερο μια έσχατη λύση. Και ό­μως, κάτω από τα πιεστικά αυτά προβλήματα, θα ανέμενε κάποιος μια διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στον Αλκιβιάδη, που τους πρότεινε λύσεις στα προβλήματα τους και υποσχόταν βοήθεια από θράκες στρατιώτες.

Ωστόσο, ενώ ευάριθμες αρχαίες μαρτυρίες μιλούν σαφώς για προδοσία του αθηναϊκού στόλου, τα νεότερα εγχειρίδια της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας όχι μόνο δεν δέχονται την εκδοχή ή την πιθανότητα της προδοσίας, αλλά ούτε απλή μνεία του περιστατικού κάνουν.

Οι δύο στόλοι, Αθηναίων και Σπαρτιατών, αποτελούνταν από τον ίδιο, περίπου, αριθμό πλοίων. Μάλιστα ο Ξενοφών αναφέρει ότι οι μεν Σπαρτιάτες είχαν διακόσια πλοία, οι δε Αθηναίοι εκατόν ογδόντα. Με τον Ξενοφώντα συμφωνεί και ο Διόδωρος. Ο Ξενοφών αναφέρει ακόμη ότι το πλοίο του Κόνωνος, η Πάραλος, κατ άλλα εφτά πλοία διασώθηκαν. Ο Λυσίας, αντίθετα, αναφέρει ότι τα πλοία τα οποία σώθηκαν από την αιχμαλωσία ήταν δώδεκα και ότι μεταξύ αυτών ήταν και τα δύο πλοία που έσωσε ο ίδιος. Ο Διόδωρος, επίσης, ότι μόνο δέκα πλοία διασώθηκαν, από τα οποία το ένα ήταν το πλοίο του Κόνωνος. Κατά τη γνώμη μας, διασώθηκαν από τον αθηναϊκό στόλο, πράγματι, περίπου είκοσι πλοία. Ο Κόνων έφυγε για την Κύπρο με οχτώ πλοία, ενώ η Πάραλος κατέφυγε στην Αθήνα. Τα άλλα δώδεκα πλοία, πιθανότατα, δεν ήταν στους Αιγός ποταμούς, το χρονικό διάστημα που έγινε η επίθεση από τους Σπαρτιάτες του Λυσάνδρου. Είναι αλήθεια ότι καθημερινώς μοίρα πλοίων πήγαινε στη Σηστό προκειμένου να εξοικονομήσει τρόφιμα για το στόλο, που ήταν αγκυροβολημένος στους Αιγός ποταμούς. Έτσι φαίνεται αληθινός ο Λυσίας, ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη και υποστηρίζει ότι διασώθηκαν δώδεκα πλοία. Επίσης πρέπει να σώθηκαν και άλλα οχτώ, εννιά ή δέκα πλοία, που αναφέρουν οι άλλοι συγγραφείς. Από τα είκοσι πλοία που διασώθηκαν, τα δώδεκα, που αναφέραμε πρώτα, κατέφυγαν στον Πειραιά, ενώ τα οχτώ ή δέκα στην Κύπρο. Πιθανώς μάλιστα αυτά τα δώδεκα πλοία να είναι εκείνα που τελικά επέτρεψαν οι Σπαρτιάτες να διατηρούν οι Αθηναίοι, μετά την καταστροφή των τειχών της Αθήνας.

Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Αλλά πόσοι ήσαν οι Αθηναίοι που αιχμαλωτίσθηκαν και τελικά εσφάγησαν από τον Λύσανδρο; Ο Λυσίας, ο Ξενοφών και ο Διόδωρος δεν αναφέρουν τίποτε σχετικά με τον αριθμό των Αθηναίων αιχμαλώτων. Από τους μεταγενέστερους, ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας αναφέρουν, ο πρώτος σε δύο χωρία ότι εσφάγησαν τρεις χιλιάδες Αθηναίοι ναύτες, ενώ ο δεύτερος ανεβάζει τον αριθμό των φονευθέντων σε τέσσερις χιλιάδες. Όμως είναι πολύ δύσκολο να υπολογίσουμε τον αριθμό των αιχμαλώτων. Ο Λύσανδρος αιχμαλώτισε όσους πρόλαβε την πρώτη ημέρα της καταστροφής του αθηναϊκού στόλου, ενώ δεν γίνεται μνεία ότι κυνήγησε τους άλλους στρατιώτες τις επόμενες ημέρες, που είχαν καταφύγει στα «τειχύδρια» ή τη Σηστό. Εξάλλου ο Πλούταρ­χος δεν κάνει διάκριση, αν οι τρεις χιλιάδες αιχμάλωτοι ήσαν Αθηναίοι στρατιώτες ή σύμμαχοι τους. Ο Ξενοφών γράφει ότι ο Λύσανδρος σκότωσε όλους τους αιχμαλώτους, όσοι ήσαν Αθηναίοι, πλην Αδειμάντου.

Ως γνωστόν ο Λύσανδρος διακήρυσσε ότι πολεμούσε εναντίον των Αθηναίων ως απελευθερωτής των συμμαχικών πόλεων της Αθήνας. Αφού οι Αθηναίοι είχαν 180 πλοία, από 200 ναύτες το καθένα, υπολογίζουμε ότι ο συνολικός αριθμός των ναυτών ανέρχεται στους 36.000. Επομένως ο αριθμός των αιχμαλώτων, συγκριτικά με τον αριθμό των ναυτών, ήταν πολύ μικρός. Γι’ αυτό δεν αποκλείεται να συνέλαβαν περισσότερους από 3.000 ή 4.000 και να τους άφησαν ελεύθερους, όταν διαπίστωσαν ότι δεν ήσαν Αθηναίοι πολίτες αλλά δούλοι ή σύμμαχοι των Αθηναίων. Επομένως ο Λύσανδρος δεν στρέφεται κατά των συμμάχων των Αθηναίων. Άλλωστε σε ελάχιστο χρόνο και μόλις έμαθαν οι συμμαχικές πόλεις την καταστροφή του στόλου των Αθηναίων, αποστάτησαν και πήγαν με τους Σπαρτιάτες. Στη συνέχεια ο Λύσανδρος απέκλεισε τα πλοία που μετέφεραν σιτάρι από τις πόλεις του Ευξείνου Πόντου στην Αθήνα. Επίσης ο Λύσανδρος επέτρεψε, σε όσους ήσαν Αθηναίοι και διασώθηκαν, να επιστρέψουν στην Αθήνα, ώστε να προκληθεί έλλειψη τροφίμων και πείνα. Από την άλλη μεριά, οι ολιγαρχικοί της Αθήνας και των συμμαχικών πόλεων αυτό περίμεναν. Η ευκαιρία είχε δοθεί. Δεν έμενε παρά να την εκμεταλλευθούν, διώχνοντας τους δημοκρατικούς άρχοντες και εγκαθιστώντας, με τη βοήθεια του Λυσάνδρου, ολιγαρχικούς, πιστούς φίλους της Σπάρτης.

 

 

* Το κείμενο αυτό στηρίχθηκε στη μελέτη μας: «Η καταστροφή του Αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς» (405 π.Χ.), η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Παρνασσός», τόμος ΚΓ (1981), σσ. 576-609.

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΙΣΤΟΡΙΚΑ,  11 – 10 – 2001

 

 

 

 

 

 

Η καταστροφή του Αθηναϊκού στόλου στους Αιγός Ποταμούς

( 405 π.X.)

 

(Σοβαρό στρατιωτικό σφάλμα των Αθηναίων)

 

            Ο μελετητής του Πελοποννησιακού Πολέμου εκπλήσσεται από τη ζωτικότητα του Αθηναϊκού κράτους και την ανθεκτικότητα του αθηναϊκού δήμου. Για την Αθήνα, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είναι μια αλυσίδα ατυχιών, συμφορών και καταστροφών. Μόλις μπήκαν στον πόλεμο, επλή­γησαν από το λοιμό που αφάνισε το 1/5 της στρατιωτικής τους δυνάμεως και τους στέρησε τον μεγάλο ηγέτη τους, τον Περικλή. Ακολούθως υποχρεώθηκαν ν’ αντιμετωπίσουν τις αποστασίες των συμμάχων τους (Λεσβιακά) και να υποστούν την χωρίς προηγούμενο καταστροφή της Σικελικής Εκστρατείας. Κάθε φορά όμως συνέρχονταν, ανακτούσαν τις δυνάμεις τους και αποκτούσαν ένα αίσθημα υπεροχής. Σε τελική ανάλυση οι Αθηναίοι δεν νικήθηκαν από τους αντιπάλους τους, νικήθηκαν από τα λάθη τους, από την υπεροψία ή την ανικανότητα των στρατηγών τους, από την πλήρη περιφρόνηση των αρχών του πολέμου. Στον πόλεμο νικά όχι ο δυνατότερος αλλ’ ο ευφυέστερος. Αυτός που αξιοποιεί τις δικές του δυνάμεις και εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του αντιπάλου. Αυτός που έχει βάλει στόχο τη νίκη και όχι την επίδειξη. Αυτό τουλάχιστον διδάσκει η νίκη των Σπαρτιατών επί των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς το 405 π.Χ.

Ένα έτος πριν (406 π.Χ.) οι Αθηναίοι σε μια ύστατη προσπάθεια ανασυγκρότησαν το στόλο τους και νίκησαν στις Αργινούσες (νησίδες μεταξύ Λέσβου και Μ. Ασίας) τον σπαρτιατικό στόλο που κυβερνούσε ο ευγενούς φρονήματος Καλλικρατίδας. Αλλ’ η  άτη (= σύγχυση φρενών) οδήγησε τους Αθηναίους σε νέα απονενοημένη πράξη. Κατεδίκασαν και εκτέλεσαν τους 8 (από τους 10) νικητές στρατηγούς με την κατηγορία ότι «οὐκ ἀνείλοντο (= δεν περισυνέλεξαν) τούς ναυαγούς». Η νίκη αντί να τους προσφέρει ορθοφροσύνη, τους προσέφερε υπερ­φροσύνη, που τους έσπρωξε στην παραφροσύνη, με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή στους Αιγός Ποταμούς.

 

 

Επάνοδος του Λυσάνδρου στα πλοία

 

Η Αθηναιοκεντρική αντίληψη που έχουν οι περισσότεροι ιστορικοί (αρχαίοι και νέοι) για την αρχαία ιστορία, δεν τους επέτρεψε να κατανοήσουν ότι ο μεγάλος πρωταγωνιστής του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν είναι ούτε ο Περικλής που τον άρχισε, ούτε ο Αλκιβιάδης που τον συνέχισε αλλά ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος που τον τελείωσε. Πρωταγωνιστής είναι ο νικητής. Και νικητής ταυ πολέμου ήταν ο Λύσανδρος. Πολλοί νεώτεροι ιστορικοί, που βλέπουν τα πράγματα ιδεαλιστικά και εξιδανικευτικά, επικρίνουν το πολίτευμα της αρχαίας Σπάρτης για την αυταρχικότητά του. Αλλά μια πολιτεία δεν μπορεί να στηρίξει την ύπαρξή της σε αρχές μεταγενεστέρων κατά δύο χιλιετίες ηθικολόγων, αλλά σε αρχές που θα της επιτρέπουν την επιβίωση και προκειμένου για τη Σπάρτη, την υπερίσχυση στις τότε συνθήκες. Για την Σπάρ­τη δύναμη ζωής (visvitalis) και πρώτος κανόνας αγωγής ήταν τό «νικᾶν». Και φυσικά μέσα από ένα σύστημα σκληρής στρατιωτικής παιδείας η ανάδειξη εκείνων των ανδρών, που να μπορούν να εμπραγματώνουν το σπαρτιατικό ιδανικό του «νικάν» .

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, η Σπάρτη δεν είχε τα κοινωνικά στεγανά της Αθήνας. Έτσι συχνά δίνονται πολιτικά δικαιώματα ακόμη και σε επίλεκτους είλωτες. Κι ακόμα γόνοι επιφανών σπαρτιατικών οικογενειών μπορούσαν ν’ αποκτήσουν τέκνο με γυναίκα προερχόμενη από την τάξη των ειλώτων. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο Λύσανδρος. Ο πατέρας του λεγόταν Αριστόκριτος και καταγόταν από το γένος των Ηρακλειδών. Η μητέρα του ήταν, κατά την παράδοση, από την τάξη των ειλώτων.

 

Ο Λύσανδρος ήταν η σπαρτιατική απάντηση στον Αλκιβιάδη. Φιλόδοξος, αυταρχικός, αδίστακτος. Ενεργούσε πάντα με σύνεση, επιμονή και πανουργία. Ήξερε να περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία και να επεμβαίνει. Δεν προετοίμαζε τα γεγονότα. Καιροφυλακτούσε, για να εκμεταλλευθεί το λάθος του αντιπάλου. Όπως ο Αλκιβιάδης, δεν είχε ηθικές αρχές. Είχε όμως αυτοπειθαρχία. Κύριο προσόν του ήταν η πανουργία. Ο ίδιος, μάλιστα, κατά τη μαρτυρία του Πλουτάρχου, συνήθιζε να λέει ότι η πονηρή αλεπού πετυχαίνει περισσότερα από το λιοντάρι και ότι οι άνδρες εξαπατώνται με τους όρκους, όπως τα παιδιά με τους αστραγάλους.

 

            Χάρη στα προσόντα αυτά μπόρεσε και νίκησε τον αθηναϊκό στόλο στο ακρωτήριο Νότιο το 407 π.Χ. Ο Αλκιβιάδης έλειπε για περισυλλογή χρημάτων. Την ευθύνη είχε ο αντικαταστάτης του Αντίοχος, που έδωσε ναυμαχία, μολονότι είχε λάβει αντίθετες διαταγές. Οι Αθηναίοι, ωστόσο, θεώρησαν υπεύθυνο τον Αλκιβιάδη και του αφαίρεσαν την στρατηγία. Αυτός αποσύρθηκε στα κτήματά του στη Θράκη. Αυτό ήταν ένα νέο λάθος των Αθηναίων. Ο Αλκιβιάδης με τ’ αναμφισβήτητα προσόντα του, που είχαν ήδη αυξηθεί λόγω ηλικίας και πείρας, μπορούσε να τους φανεί χρήσιμος. Επειδή η θητεία του ναυάρχου διαρκούσε ένα χρόνο, ο Λύσανδρος αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα, ο οποίος νικήθηκε και πνίγηκε στις Αργινούσες. Μετά τη συντριβή του στόλου, οι σύμμαχοι της Σπάρτης ζήτησαν επάνοδο του Λυσάνδρου στα πλοία. Επειδή, όμως, ο σπαρτιατικός νόμος δεν επέτρεπε διορισμό δύο φορές στο αξίωμα του ναυάρχου, τον έστειλαν ως «επιστολέα» (κάτι σαν επιτελάρχη), ενώ ως ναύαρχο διόρισαν τον Άρακο. Ουσιαστικά όμως το γενικό πρόσταγμα είχε ο Λύσανδρος

 

 

Η καταστροφή των Αθηναίων

 

Σ’ εκείνη τη στιγμή οι Αθηναίοι είχαν κατά θάλασσα υπεροχή. Κυριαρχούσαν στο Αιγαίο και στα Στενά. Το αίσθημα υπεροχής καλλιέργησε μέσα τους το αίσθημα της υπεροψίας. Ούτε την επάνοδο του Λυσάνδρου αντιμετώπισαν με τη δέουσα προσοχή, διότι ο Λύσανδρος απέφευγε τη θεαματικότητα κι έδινε εντύπωση άτολμου και διστακτικού ηγέτη. Όμως αμέσως κατόρθωσε να επιβληθεί, να εμπνεύσει θάρρος στα πληρώματα και να κάνει αισθητή την παρουσία του στις ελληνικές θάλασσες.

            Οι Αθηναίοι στρατηγοί διέπραξαν ένα σοβαρό στρατιωτικό σφάλμα. Έφεραν τα πλοία τους μέσα στο στενό του Ελλησπόντου και προσορμίστηκαν στους Αιγός Ποταμούς, πολίχνη και ποταμός στην ανατολική παραλία της θρακικής χερσονήσου απέναντι από τη Λάμψακο. Η δύναμη των Αθηναίων έφθανε τα180 πλοία. Η θέση που επέλεξαν οι Αθηναίοι δεν ήταν καλή. Πρώτον , διότι το μέρος ήταν στενό και δεν μπορούσαν να εκμεταλλευθούν την αριθμητική υπεροχή τους, και δεύτερον, διότι το μέρος δεν παρείχε δυνατότητες για επαρκή ανεφοδιασμό και ασφαλή ελλιμενισμό. Ο Λύσανδρος που είχε ανασυγκροτήσει το στόλο του με χρήματα του Κύρου, σατράπη των Σάρδεων, είχε προσορμιστεί στη Λάμψακο την οποία κατέλαβε. Έτσι οι δύο στόλοι ήσαν ο ένας απέναντι του άλλου.

            Είχε φθάσει ο Σεπτέμβριος του 405, όταν οι Αθηναίοι, μια ημέρα μετά την εγκατάστασή τους στους Αιγός Ποταμούς, βγήκαν στ’ ανοικτά και προκαλούσαν υπεροπτικά τον Λύσανδρο για ναυμαχία. Αυτός, όμως, έμε­νε ακίνητος, δίνοντας την εντύπωση ότι φοβόταν. Μετά από λίγες ώρες οι Αθηναίοι γύρισαν στη βάση τους και βγήκαν στη στεριά για ανεφοδιασμό. Τις κινήσεις τους, όμως, παρακολουθούσαν κατασκοπευτικά πλοιάρια του Λυσάνδρου. Πολύ πριν από τον Φίλιππο ο Λύσανδρος είναι αυ­τός που χρησιμοποίησε το φοβερό όπλο της κατασκοπίας. Κατά τον Σουν Τζου, «Οι κατάσκοποι είναι σπουδαιότατο στοιχείο του πολέμου, επειδή σ’ αυτούς βασίζεται η δυνατότητα του στρατού να κινείται». Για να νικήσεις πρέπει να ξέρεις πού βρίσκεται και σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο αντίπαλός σου.

            Τα κατασκοπευτικά πλοιάρια του Λυσάνδρου μετέφεραν την ακόλουθη χρήσιμη πληροφορία: τα αθηναϊκά πληρώματα μετά την αποβίβασή τους στην ακτή διασκορπίσθηκαν και μερικοί άνδρες κατευθύνθηκαν στη Σηστό για να εξασφαλίσουν τρόφιμα. Επί 4 ημέρες ο αθηναϊκός στόλος, μόλις έβγαινε ο ήλιος, έβγαινε στ’ ανοιχτά και προκαλούσε τον Λύσανδρο που ήταν πάντα παρατεταγμένος προς ναυμαχία, αλλά πάντα έμενε ακίνητος. Το απόγευμα οι Αθηναίοι γύριζαν στους Αιγός Ποταμούς κι έβγαιναν στην ξηρά. Η στάση του Λυσάνδρου είχε γεννήσει μέσα τους το πνεύμα της αμεριμνησίας και αδιαφορούσαν για τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας. Ο πολύπαθος Αλκιβιάδης, που κατοικούσε εκεί κοντά, παρακολουθούσε τις κινήσεις των Αθηναίων και ανησυχούσε για την ακινησία του Λυσάνδρου. Γνώριζε από προσωπική εμπειρία την πανουργία του. Εμφανίστηκε, λοιπόν, στον αθηναϊκό στόλο και συνέστησε στους συμπατριώτες του να μεθορμισθούν στη Σηστό, όπου θα είχαν και άφθονα τρόφιμα και ασφαλή ελλιμενισμό. Οι στρατηγοί, όμως, Μένανδρος και Τυδεύς, τον έδιωξαν με τρόπο σκαιό, λέγοντάς του πως πέρασε πια ο καιρός που στρατηγούσε αυτός.

            Την πέμπτη μέρα ο Λύσανδρος αποφάσισε να δράσει. Είχε πεισθεί ότι εί­χε ανατραπεί η ψυχολογική ισορροπία του αντιπάλου: οι Αθηναίοι δεν περίμεναν μάχη. Όταν οι Αθηναίοι γύρισαν στη βάση τους και βγήκαν αμέριμνοι στη στεριά, τα κατασκοπευτικά πλοιάρια που τους παρακολουθούσαν , μόλις έφθασαν στο μέσο του στενού, ύψωσαν μια χάλκινη ασπίδα που η λάμψη της, καθώς ο ήλιος έπεφτε πάνω της, ήταν ορατή από τη Λάμψακο. Αυ­τό ήταν το «σήμα» που περίμενε ο Λύσανδρος. Διέταξε αμέσως να κινηθεί ο πάντα πανέτοιμος στόλος του κατά του ανέτοιμου πλέον αθηναϊκού. Ο μόνος αξιόλογος Αθηναίος στρατηγός, ο Κόνων , που συγκρατούσε πειθαρχημένη τη μοίρα του, μόλις αντιλήφθηκε την προσέγγιση του Λυσάνδρου, έδωσε διαταγή να επιβιβασθούν οι Αθηναίοι στα πλοία.  Ήταν όμως αργά. Οι Αθηναίοι διασκορπισμένοι βρίσκονταν μακριά. Ο Λύσανδρος αμαχητί κατέλαβε τον αθηναϊκό στόλο. Γλίτωσαν μόνο η ναυαρχίδα του Κόνωνος, το ιερό πλοίο «Πάραλος» που έφερε την είδηση της καταστροφής στην Αθήνα και άλλα 7 πλοία που πρόφθασαν να επανδρωθούν. Ο Κόνων, φοβούμενος την οργή του λαού, δεν επέστρεψε στην Αθήνα. Κατέφυγε στον Ευαγόρα της Κύπρου.

            Ο Λύσανδρος αφού έγινε κύριος των εγκαταλελειμμένων πλοίων, συνέλαβε πάνω από 3.000 άνδρες. Πολλοί Αθηναίοι γλίτωσαν καταφεύγοντας στη Σηστό. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήσαν οι στρατηγοί Τυδεύς, Μέ­νανδρος, Φιλοκλής, Αδείμαντος. Ο Λύσανδρος ζήτησε τη γνώμη των συμμάχων του για την τύχη των Αθηναίων. Αυτοί ενθυμούμενοι τις ταπεινώσεις που είχαν υποστεί από την Αθήνα, αποφάσισαν τη θανάτωσή τους. Τους σκότωσαν όλους εκτός από τον στρατηγό Αδείμαντο, που είχε αντιταχθεί παλαιότερα σε ανάλογη απόφαση των Αθηναίων να σκοτώσουν αιχμαλώτους. Ειδικά τον στρατηγό Φιλοκλή, που κάποτε είχε ρίξει στη θάλασσα τα πληρώματα ενός κορινθιακού και ανδριώτικου πλοίου, όχι μόνο τον σκότωσαν αλλά και τον άφησαν άταφο.

            Η είδηση έφθασε στην Αθήνα στη διάρκεια μιας νύχτας. Θρήνος διέτρεξε την πόλη από τον Πειραιά μέχρι το Άστυ. Ωστόσο, η απόφαση που ίσχυσε ήταν αντίσταση μέχρι εσχάτων. Άρχισε η οχύρωση της πόλης. Ο Λύσανδρος όμως δεν βιαζόταν. Ήθελε να εδραιώσει στα Στενά την κυριαρχία της Σπάρτης. Στη Χαλκηδόνα και στο Βυζάντιο τοποθέτησε Σπαρτιάτες «αρμοστές». Μετά, επικεφαλής 200 πλοίων έπλευσε στη Λέσβο που προσχώρησε στο συνασπισμό της Σπάρτης. Μόνο η Σάμος έμεινε πιστή στην Αθήνα, γι’ αυτό αργότερα οι Σάμιοι τιμήθηκαν με το να ανακηρυχθούν Αθηναίοι πολίτες. Τμήμα του σπαρτιατικού στόλου υπό τον Ετεόνικο έφθασε στα παράλια της Θράκης. Οι πόλεις της περιοχής εγκατέλειψαν την Αθηναϊκή Συμμαχία. Έτσι η κραταιά Συμμαχία που επί 75 περίπου χρόνια εξασφάλισε την ηγεμονία των Αθηνών, διαλύθηκε. Όμως οι Αθηναίοι επέμειναν ν’ αντισταθούν. Σκότωσαν μάλιστα τους αριστοκρατικούς, για να μην έχουν στην πόλη τους εσωτερικούς εχθρούς. Αλλ’ ο Λύσανδρος αργούσε να έλθει. Και όσο αργούσε, τόσο περισσότερο μούδιαζε το πολεμικό μένος των Αθηναίων. Όταν πλέον απέκλεισε αυτός με 150 πλοία τον Πειραιά και ο βασιλιάς Άγις την Αθήνα από τη στεριά, είχαν γίνει μέσα στην πόλη οι αναγκαίες ενδοτικές ζυμώσεις που θα φέρουν την παράδοση.

 

 

Άρθρο του Σ. Καργάκου στην πρωτοχρονιάτικη έκδοση του

«ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» του 1995

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s