Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ


kion1Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Απόσπασμα από το έργο του Egon Friedell

«Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»

(σελ. 100-103)

 FriedellΟ ελληνικός αποικισμός έφτασε στο αποκορύφωμα της έντασής του ανάμεσα στο 750 και το 550. Οι κυριότεροι «κόμβοι» του, κάτι σαν γάγγλια που έστελναν τα νεύρα τους προς όλες τις κατευθύνσεις, ήταν από τη δωρική πλευρά η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Αίγινα, από την ιωνική η Χαλκίδα και η Ερέτρια στην Εύβοια και η Μίλητος και η Φώκαια στη Μικρά Ασία. Οι δύο τελευταίες πόλεις, καθώς ήταν χτισμένες στη θάλασσα και ταυτόχρονα στην εκβολή μεγάλων ποταμών (η Μίλητος όχι μακριά από τον Μαίανδρο, η Φώκαια κοντά στον Έρμο), είχαν δεσπόζουσα θέση. Οι καινούριες αποικίες ήταν πριν απ’ όλα γεωργικές πόλεις και γι’ αυτό τις έχτιζαν κοντά σε εύφορα εδάφη· αλλά φυσικά, εκτός απ’ αυτό, φρόντιζαν να τις χτίζουν κοντά σε παράλια κατάλληλα για ελλιμενισμό. Έτσι, μέσα σε δυο αιώνες απλώθηκαν («σαν βεντάλια», λέει ο Μπούρκχαρτ) ελληνικές αποικίες σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο και, σαν πυκνοπλεγμένο στεφάνι, γύρω από τη Μαύρη θάλασσα. Δεν πρέπει όμως να φανταζόμαστε κάτι σαν τις σημερινές αποικιακές αυτοκρατορίες, όπως λόγου χάρη η αγγλική, γιατί οι θυγατρικές πόλεις ήταν απόλυτα αυτόνομες και το μόνο που τις έδενε με τη μητρόπολη ήταν συναισθηματικοί δεσμοί, που συχνά όμως ήταν πολύ δυνατοί.

Συνέχεια

Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ


kion1Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ

Ομώνυμο κεφάλαιο στο έργο του Γεωργίου Σταϊνχάουερ

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»

  Λήψη του αρχείου

Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται τα οργανωτικά και οικονομικά θέματα της στρατιωτικής λειτουργίας: η στρατιωτική οργάνωση και αγωγή των πολιτών, η οργάνωση της επιστράτευσης, της τροφοδοσίας και της ασφάλειας του στρατού σε εκστρατεία, τέλος η οικονομία του πολέμου. Η εξέλιξη της σχέσης πόλεως και στρατηγών ως προς τη διοίκηση των επιχειρήσεων ταυτίζεται με την ανεξαρτοποίηση της πολεμικής ως επαγγελματικής λειτουργίας και σημαίνει το τέλος της κλασσικής πόλης. Οι μακρινές αρχές και η επικράτηση του στρατιωτικού επαγγελματισμού με τη μορφή της μισθοφορίας, όπως και η επιβίωση της αρχαιότατης μορφής του πολέμου, του ιδιωτικού πολέμου, εξετάζονται στο τέλος του κεφαλαίου.

Συνέχεια

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ


kion1ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ:

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ,

περ. 500-400 π.Χ.

 (Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Paul Cartledge

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ»)

 

Όσοι είναι δυσαρεστημένοι με τη μοναρχία την αποκαλούν τυραννία, όσοι είναι δυσαρεστημένοι με την αριστοκρατία την αποκαλούν ολιγαρχία. Επίσης, όσοι αισθάνονται αδικημένοι σε μια δημοκρατία την αποκαλούν αναρχία.

                                                                                                        ΤΟΜΑΣ ΧΟΜΠΣ, Λεβιάθαν, 1651*

Οι συζητήσεις περί διακυβέρνησης και κράτους ανάγονται στις απαρχές της σωζόμενης ελληνικής λογοτεχνίας, δηλαδή γύρω στο 700 π.Χ. Αυτό που με απασχολεί εδώ ωστόσο είναι ένας στενότερος και ακριβέστερος ορισμός των πολιτικών θεωριών με την πλήρη έννοια του όρου, σύμφωνα με τον οποίο «αποτελούν γενικά αρθρωμένες, συστηματικές και σαφείς εκδοχές των άναρθρων, περισσότερο ή λιγότερο συστηματικών και έμμεσων ερμηνειών, μέσω των οποίων οι απλοί άνθρωποι κατανοούν την εμπειρία των πράξεων των άλλων με έναν τρόπο που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιδράσουν με τις δικές τους πράξεις» (MacIntyre 1983).

Η στιγμή που χωρίζει αυτή την αρθρωμένη, θεωρητική συστηματοποίηση από την έμμεση, πρακτική ερμηνεία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, αλλά το terminus post quem (η παλαιότερη δυνατή ημερομηνία επινόησής της) ήταν η πρωτοποριακή πνευματική δραστηριότητα, από το πρώτο μισό του έκτου αιώνα π.Χ. κι έπειτα, της σχολής ιστορίας της Μιλήτου (ιστορίη στην ιωνική διάλεκτο, δηλαδή «έρευνα»), η οποία εκπροσωπείται κυρίως από τους Μιλήσιους Θαλή, Αναξιμένη και Αναξίμανδρο. Στον Όμηρο συναντήσαμε ένα είδος πολιτικής σκέψης, αλλά όχι και μια πόλιν που θα παρείχε το πλαίσιό της. Στον Ησίοδο συναντήσαμε τόσο την πόλιν όσο και μια πιο εξελιγμένη μορφή -και με ακριβέστερη έννοια- πολιτικής σκέψης. Οι απαρχές της μετάβασης από την πολιτική σκέψη στη θεωρία μπορούν ίσως να εντοπιστούν στον Αθηναίο Σόλωνα γύρω στο 600 π.Χ. (βλ. Vlastos 1946· Irwin 2005 και Lewis 2006), αν και αυτός κοιτάζει προς τα πίσω και όχι μπροστά, εν μέρει για πνευματικούς, εν μέρει για πολίτικους λόγους. Η αποφασιστική εξέλιξη ωστόσο ήρθε με την πνευματική και συμβολική μεταμόρφωση που συνδέεται με το λεγόμενο ιωνικό διαφωτισμό του έκτου αιώνα π.Χ.

Συνέχεια

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


kion1

Οι τελευταίοι Έλληνες:

φιλοσοφία και παγανισμός, περίπου 260-360 μ. X.

 Peter Brown, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας 150-750 μ.Χ.

[ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΑ 1998, σελ. 76-86]

Τον 3o αιώνα, η ιντελιγκέντσια του ελληνικού κόσμου ζούσε μία προστατευμένη ζωή. Κατά την όξυνση της οικονομικής κρίσης, γύρω στο 260, ο φιλόσοφος Πλωτίνος είχε εγκατασταθεί ανενόχλητος σε μια έπαυλη στην Καμπανία, υπό την προστασία Ρωμαίων συγκλητικών και οι μαθητές του έφταναν από την Αίγυπτο, τη Συρία και την Αραβία. Αργότερα, κατά τον 4o και τον 5ο αιώνα, παγανιστές φιλόσοφοι και ρήτορες ευδοκιμούσαν στις παραλιακές πόλεις του Αιγαίου που ζούσαν ακόμα με την ανάμνηση της Ελλάδας. Όπως και στην περίπτωση των αριστοκρατών γαιοκτημόνων βρίσκουμε εδώ έναν κόσμο με μακρόχρονες παραδόσεις που άλλαζε βραδύτατα και ανασυντασσόταν χωρίς να αποκόβεται από το παρελθόν του.

Αυτοί οι άνθρωποι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Έλληνες» και τα πιστεύω τους «ελληνισμό». Είχαν ανορθώσει το απειλούμενο προπύργιο της αυθεντικής ελληνικής σοφίας. Στα τέλη του 3oυ αιώνα είχαν απωθήσει για τα καλά αυτόν το βάρβαρο επιδρομέα του πνεύματος – το γνωστικισμό. Ο ζοφερός, πλαστός πλατωνισμός των γνωστικών είχε βρει απήχηση σε διανοούμενους μιας προηγούμενης γενιάς αλλά αντί να γίνουν ακόμα πιο απαισιόδοξοι και να απορρίψουν ριζικότερα τον φυσικό κόσμο, οι άνθρωποι του τέλους του 3oυ αιώνα αποτίναξαν αυτή τη σκοτεινή διάθεση και δεν ξαναγύρισαν να κοιτάξουν πίσω τους. Η ήττα του γνωστικισμού στους κύκλους της διανόησης είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα της ικανότητας της αριστοκρατικής κουλτούρας κατά την ύστερη αρχαιότητα να αναχαιτίσει ένα κίνημα που έναν αιώνα νωρίτερα φαινόταν να οδηγεί στην πλήρη «προδοσία των διανοουμένων».

Συνέχεια

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ


kion1Οι ευθύνες του πολίτη

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του R. K. Sinclair

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ»)

 Λήψη του αρχείου

 Οικογενειακά και τοπικά συμφέροντα και ευθύνες

Ορισμένες υποχρεώσεις συνδέονταν ιδιαίτερα με την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη, όπως η προσωπική υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις και, στην περίπτωση των εύπορων τάξεων, τα οικονομικά βάρη, αλλά υπήρχε επίσης μια μεγάλη κλίμακα ευθυνών, οι οποίες προϋπέθεταν τη συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα. Οι φίλοι του Σωκράτη, για παράδειγμα, όταν είχε καταδικαστεί σε θάνατο με την κατηγορία της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων, τον προέτρεπαν να δραπετεύσει και να ζήσει στην εξορία. Δεν ήταν λίγοι οι Αθηναίοι που επέλεγαν την εξορία, ό­ταν υφίσταντο πολιτική ή δικαστική επίθεση, και η εξορία ήταν, πράγματι, μια ποινή που μπορούσε να επιβληθεί με νόμο. Αλλά ο Σωκράτης στη δίκη του αρνήθηκε αυτή την εναλλακτική νόμιμη λύση και απέρριψε, επίσης, τις εκκλήσεις του Κρίτωνα να αποδράσει από τη φυλακή. Πρόβαλε το επιχείρημα ότι σ’ όλη του τη ζωή είχε απολαύσει την προστασία και τα ευεργετήματα των νόμων και γι’ αυτό δεν έπρεπε τώρα να προσπαθήσει να τους αποφύγει και μ’ αυτό τον τρόπο να τους καταστρέψει καθώς και ολόκληρη την πόλη[1]. Όλοι οι Αθηναίοι δεν θα συμμερίζονταν πλήρως την υψηλόφρονα στάση του Σωκράτη, αλλά, θεωρητικά, θα υποστήριζαν την ιδέα της υπακοής στους νόμους, γιατί μοιράζονταν με τους άλλους Έλληνες μια βαθιά πεποίθηση ότι οι νόμοι, και όχι οι ιδιοτροπίες ενός δεσπότη όπως ο Πέρσης βασιλιάς, ήταν ο κύριός τους και ότι η υπακοή στους νόμους είχε θεμελιώδη σημασία για την ευημερία της πόλης τους[2]. Στην πράξη, οι αντικρουόμενες απαιτήσεις θα μπορούσαν να κάνουν έναν πολίτη να παραβεί τις νόμιμες υποχρεώσεις του – ή τις ευρύτερες ευθύνες του – ή να τους επιβάλει ορισμένους περιορισμούς. Γιατί, αν και οι Αθηναίοι έδιναν μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι είχαν γραπτούς νόμους, είχαν και επίγνωση της δύναμης του «άγραφου νόμου». Σε μια σχετικά μικρή κοινότητα, όπως η αθηναϊκή πόλη, οι συμβατικότητες και οι ηθικές και κοινωνικές αξίες εξακολουθούσαν να είναι πολύ ισχυρές δυνάμεις, παρά την αμφισβήτηση πολλών παραδοσιακών αξιών κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, που οφειλόταν εν μέρει στην πνευματική επανάσταση η οποία πήγαζε από τους σοφιστές και εν μέρει από τις πιέσεις της ζωής που ασκήθηκαν στην Αθήνα κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο[3]. Αυτό που εξετάζουμε σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι, επομένως, το πεδίο των δραστηριοτήτων στις οποίες υποκινούνταν να λάβουν μέρος οι πολίτες, έστω και με διαφορετικούς βαθμούς «καταναγκασμού» και με κάποιες έκδηλες διαφορές στον ενθουσιασμό και στο βαθμό συμμετοχής.

Συνέχεια