Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


kion1Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

 Κ. Καστοριάδης

 …Στον ελληνικό κόσμο σκέψης δεν υπάρχει ρητή θεματοποίηση της δημιουργίας, ιδιαίτερα στον κόσμο της κοινωνίας. Θα μιλήσουμε διά μακρών για τον Επιτάφιο του Περικλή, όπου η ιδέα ότι η Αθήνα είναι δημιούργημα των Αθηναίων στηρίζει όλο το λόγο, χωρίς αυτό να διατυπώνεται ρητά. Βρίσκουμε όμως τον 5ο αιώνα στοιχεία τα οποία, μέσα από το στοχασμό γύρω από την αντίθεση φύσις/νόμος, οδεύουν προς αυτή την κατεύθυνση: στους ιπποκρατικούς, τον Ηρόδοτο, τον Δημόκριτο ή στους σοφιστές. Όλα αυτά τα στοιχεία θα καταπνιγούν με την άφιξη του Πλάτωνα και τη μετέπειτα συντριπτική επιρροή του πλατωνισμού. Στον Αριστοτέλη, το ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, παραδείγματος χάριν, από τη σκέψη του για την τέχνη: πρόκειται άραγε για απλή μίμηση της φύσης ή μήπως δημιουργεί κάτι το οποίο δεν υπήρχε πριν; Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι πλάστης, ό, τι κι αν λένε. Είναι κάπως σαν το δημιουργό του Πλάτωνα’ υπάρχει πάνω από αυτόν ένα κριτήριο προς το οποίο πρέπει να συμμορφώνεται και ο ίδιος. Κατά μία έννοια, ούτε η ύπαρξη του κόσμου είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι είναι φτιαγμένος για τον άνθρωπο. Στη συνέχεια, εμφανίζεται στους θεολόγους του 13ου-14ου αιώνα, όπως οι Duns Scot και Guillaume d’Ockham, η ιδέα της παντοδυναμίας και της απολύτους ελεύθερης βούλησης του Θεού – ίσως η μόνη πρωτότυπη ιδέα στο πεδίο αυτό με­τά τους Έλληνες. Οι αλήθειες τις οποίες θεωρούμε αιώνιες είναι ταυτοχρόνως θεία δημιουργία και τυχαίες. Ο Θεός θα μπορούσε να είχε θελήσει έναν άλλο κόσμο, όπου δύο και | δύο να κάνουν πέντε. [Σημ. περιθ.: Αντινομία: οι «αιώνιες αλήθειες» είτε είναι τυχαίες είτε δεν είναι, και ο Θεός δεν είναι πλέον παντοδύναμος.] Αυτή η θεία βούληση επιβάλλει σε κάποια ύλη, την οποία δημιούργησε όπως της άρεσε, τους νόμους οι οποίοι της άρεσαν, και καθορίζεται η ίδια μέσα στην πιο απόλυτη αυθαιρεσία, κυριαρχία και ελευθερία. Καμία | όμως θεολογία δεν μπόρεσε να ακολουθήσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αυτή την οδό» θα επανέλθουν, λοιπόν, σε μια πιο ορθολογική θεολογία και θα υποβάλουν και τον ίδιο : το Θεό σε ορισμένους περιορισμούς.

 

«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ»

ΤΟΜΟΣ Γ΄ – ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Advertisements

ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ


kion1               ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ*

                 – απόσπασμα από το σεμινάριο της 16ης Μαΐου 1983 –
 Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Κορνήλιος Καστοριάδης

Μερικές παρατηρήσεις τώρα για την ιστοριογραφία, αρχίζοντας από τον Ηρόδοτο. Χρονολογική υπόμνηση: έζησε μεταξύ 480 και 420 περίπου. Υποθέτω βεβαίως ότι τον έχετε διαβάσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε ήδη, πριν από αυτόν, σημαντικός αριθμός ιστοριογραφικών κειμένων. Δεν μιλάω για χρονικά ή για αρχεία, όπως αυτά που βρίσκουμε πρακτικά από τότε που έχουμε γραπτά κείμενα, στην Αίγυπτο, στη Βαβυλώνα ή αλλού, αλλά για τους λογογράφους – τους συγγραφείς έργων πεζού λόγου για διάφορα θέματα που εμφανίστηκαν στην Ιωνία τον 6ο αιώνα, ο σημαντικότερος από τους οποίους είναι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος. Έφτασε στην ακμή του λίγο πριν από το 500 και του χρωστάμε, μεταξύ άλλων έργων, το έργο Περίοδος γης ή ταξίδι γύρω από τη Γη, περιγραφή του τότε γνωστού κόσμου από την οποία διασώθηκαν μερικά αποσπάσματα. Το πρώτο στη συλλογή του Jacoby([1]) είναι εντελώς χαρακτηριστικό και δίνει τον τόνο για όλα όσα θα ακολουθήσουν: «Γράφω αυτό που νομίζω ότι είναι αλήθεια, διότι οι Έλληνες διηγούνται ιστορίες τόσο πολυάριθμες όσο και παράλογες». Ιδού λοιπόν το μέλος μιας κοινότητας όπου υπάρχουν παραδόσεις, καλά θεμελιωμένες παραστάσεις, το οποίο δηλώνει εκ προοιμίου δύο πράγματα: ότι του φαίνονται παράλογα αυτά που σκέφτεται η κοινότητα του και ότι έχει ο ίδιος την πρόθεση να γράψει αυτό που του φαίνεται αληθινό. Ο Εκαταίος δεν αποτελεί μεμονω­μένη περίπτωση. Έχουμε τα ονόματα πολλών άλλων συγγραφέων, πριν ή μετά τον Ηρόδοτο, όπως ο Ξάνθος ο Λυδός, ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος, ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς κ.ά., οι οποίοι γράφουν κυρίως για τους Έλληνες της Ασίας και για τους Πέρσες, αλλά κανένα έργο τους δεν διασώθηκε, καθώς και άλλοι, όπως ο Αντίοχος ο Συρακόσιος, οι οποίοι ενδιαφέρονται κυρίως για τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Η καθεαυτό Ελλάδα όμως δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει ακόμη μεγάλο ενδιαφέρον. Στη συνέχεια έρχεται ο Ηρόδοτος. Ο Ηρόδοτος ταξίδεψε πολύ – πιθανώς περί το 450, επομένως μετά τους Μηδικούς Πολέμους-, το λέει και μπορούμε να τον πιστέψουμε: οι αρχαιολογικές ανασκαφές επιβεβαίωσαν όσα λέει σε πολλά σημεία. Σχετικά με τις περιστάσεις της σύνθεσης των γραπτών του έχουν συσσωρευτεί αναρίθμητες θεωρίες, διατριβές κ.λπ. Δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε αυτό το θέμα· θα παραμερίσουμε πολλά σημαντικά ζητήματα για να επικεντρωθούμε σε μερικές ουσιώδεις για μας πλευρές, στο πλαίσιο αυτού του σεμιναρίου. Σχετικά με τη σύνθεση, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι αν και η Ἱστορίη, η έρευνα, είναι αναμφίβολα από ορισμένες απόψεις ανολοκλήρωτη και θα μπορούσε ο Ηρόδοτος να επανέλθει, η μορφή με την οποία μας παραδίδεται είναι απολύτως συγκροτημένη – ακόμη κι αν η διαίρεση σε εννέα βιβλία έγινε αργότερα – και το πρόγραμμά του εμφανίζεται με απόλυτη σαφήνεια Αρχικά στόχος του έργου, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του, είναι να μην αφήσει να βυθιστούν στη λήθη αυτά τα περίφημα έργα μεγάλα τε και θωμαστά, αυτά τα επιτεύγματα των Ελλήνων και των Βαρβάρων. Ο συγγραφέας θέλει επιπλέον να περιγράφει αυτό που θεωρεί ως τη θεμελιώδη διαμάχη της εποχής του, τη διαμάχη ανάμεσα σε Πέρσες και Έλληνες, ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη και να ανιχνεύσει τις ρίζες της. Αλλά, πίσω από όλα αυτά, εμφανίζεται σε τρίτο επίπεδο ένα άλλο θέμα που διατρέχει όλο το έργο, ως αντίσταξη στις διαδοχικές αφηγήσεις: ο Ηρόδοτος θέλει τελικά να περιγράψει πώς αυτό που υπήρξε μεγάλο έγινε τελικά μικρό και πώς το μικρό έγινε μεγάλο. Να περιγράψει επομένως αυτό το είδος κοσμικής ταλάντευσης – κι εδώ ο νους μας πάει αμέσως στον Αναξίμανδρο([2]) – που έφερε μικρές πόλεις σε θέσεις παγκόσμιας κυριαρχίας και αυτοκρατορίες σε καταποντισμό.

Συνέχεια

Ο ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ


kion1O Καστοριάδης και η ελληνική ιδιαιτερότητα

  Κική Αλατζόγλου – Θέμελη,

Ομότ. Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Ελλάδα.

Του έχουν καταλογίσει ότι ερμήνευσε προνομιακά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό επειδή ήταν ελληνικής καταγωγής. Ο σοφός ελληνογνώστης Πιέρ-Βιντάλ Νακιέ απαντώντας στην κριτική αυτή παρατηρεί: ‘ο Καστοριάδης είναι γάλλος φιλόσοφος του 20ου αι. ελληνικής καταγωγής, άρχισε να ενδιαφέρεται για την αρχαία Ελλάδα εξαιτίας της εξέλιξης της φιλοσοφικής και πολιτικής του σκέψης. Και Ντυπόν να λεγόταν θα συνέβαινε ακριβώς το ίδιο‘[1]. Συμφωνώ και επαυξάνω, μόνο προσθέτω μια μικρή παρατήρηση, ότι ο Καστοριάδης είναι Γάλλος στη φιλοσοφική του διαμόρφωση και έκφραση, αλλά Έλληνας όχι μόνο στην καταγωγή αλλά και στη βασική του παιδεία -έφυγε από την Ελλάδα 23-24 χρονών, έχοντας φοιτήσει σε ελληνικό πανεπιστήμιο και έχοντας προσχωρήσει στην ελληνική κομμουνιστική νεολαία από τα δεκαπέντε του. Με τα λόγια του Jean Louis Prat ‘ έχοντας βιώσει την Ελλάδα των δεκαετιών του 30 και του 40, τη μεταξική δικτατορία, την ιταλική εισβολή, τη γερμανική κατοχή και την εθνική αντίσταση υπό την ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος‘ [2]. Και για του λόγου το ασφαλές σας διαβάζω μια εξομολογητική φράση του: ‘στην Ελλάδα τη γενέτειρά μου υπήρχε ένα πολύ ωραίο σύνταγμα… τελείωνε με το καταπληκτικό άρθρο 114, το οποίο μαθαίναμε απέξω στο Λύκειο, έλεγε: η τήρησις του παρόντος Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων… που βρισκόταν ο εν λόγω πατριωτισμός το 1933 στο πρώτο στρατιωτικό πραξικόπημα, το 1935 στο δεύτερο και το 1936 στη δικτατορία του Μεταξά;‘[3]. Θα έλεγα λοιπόν ότι ο ριζοσπαστισμός του έχει τις ρίζες του εδώ, στην Αθήνα, στην Αθήνα του ’30 και του ’40.

Συνέχεια