ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ

ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

 

Χαρινέλα Τουρνά
 δ.φ .Καθηγήτρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

 

Στον τρίτο τόμο του Κορνήλιου Καστοριάδη, Η ελληνική ιδιαιτερότητα με τον τίτλο Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο, που περιλαμβάνει 12 σεμινάρια της περιόδου 1984-5[1] η σκέψη του εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από ένα θέμα· τη γένεση στην Ελλάδα μιας ατέρμονης διερώτησης για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, και την εμφάνιση κοινωνιών οι οποίες αμφισβητούν ανοιχτά τον εαυτό τους-, ζήτημα το οποίο τον απασχολεί από τη δεκαετία του 1970[2].

Ο Καστοριάδης διακρίνει στην αθηναϊκή δημοκρατία ένα σπέρμα, μια καταγωγή, όπως θα έλεγε ο Walter Benjamin, με την έννοια ότι υπήρξε η πρωταρχική εκδήλωση μιας Ιδέας, εγγεγραμμένης στο «γίγνεσθαι» της και ταυτοχρόνως διαρκώς επίκαιρης. Αντίθετα από το παραδειγματικό το οποίο προκαλεί τη μίμηση και την αναπαραγωγή, το εν σπέρματι αποκαλύπτει δυνατότητες που άλλοτε πραγματοποιούνται, άλλοτε μένουν σε δυνητική κατάσταση και άλλοτε λησμονούνται, πάντοτε όμως αναδύονται δια μέσου των αιώνων, κάθε φορά μέσα στη μοναδικότητά τους. Και ακριβώς αυτή η μοναδικότητα της Αθήνας, σε σχέση με τις άλλες πόλεις που γνώρισαν τη δημοκρατία, η ιδιορρυθμία της αλλά και η κρίση την οποία γνώρισε στο τέλος του 5ου αιώνα, όλα αυτά μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τις δυνατότητες που κυοφορεί η δημοκρατική ιδέα. Βεβαίως, στο λόγο του Περικλή ο Θουκυδίδης δεν μιλά για δημοκρατία, αλλά για το «πολίτευμα το οποίο ονομάζουμε δημοκρατία» σαν να επιδίωκε να διατηρήσει η Αθήνα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της[3]. Και ο Καστοριάδης τον ακολουθεί κατά πόδας. Θεωρεί ότι η «αθηναϊκή αυτονομία είναι ένα έργο το οποίο ανάγεται στη δημοκρατία, όπως ο Άμλετ είναι ένα έργο το οποίο ανάγεται στο τραγικό θεατρικό στοιχείο χωρίς να καλύπτουν από μόνα τους όλες τις δημοκρατικές ή τραγικές δυνατότητες»[4].

Συνέχεια

Advertisements

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1Ο Θουκυδίδης και η αθηναϊκή δημοκρατία[1]

 Βασίλης Κάλφας,

καθηγητής Α.Π.Θ.

Θεωρώ ότι η Ιστορία του Θουκυδίδη είναι ένα από τα πιο τρο­μακτικά αναγνώσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο αναγνώστης τρομάζει πρώτα απ’ όλα με την αγριότητα των γεγονότων που περιγράφονται. Μπροστά στον Πελο­ποννησιακό πόλεμο, που είναι στην ουσία ένας μεγάλος εμ­φύλιος πόλεμος, με πολλούς μικρότερους εμφυλίους πολέ­μους στο εσωτερικό του, οι μεταγενέστεροι εμφύλιοι πόλε­μοι (και ο πρόσφατος δικός μας) είναι πολεμικά παιδικά παιχνίδια. Τι να σας θυμίσω; Ότι από τα 180 καράβια και τους 70000 στρατιώτες των Αθηναίων και των συμμάχων τους δεν γυρίζει πίσω ούτε ένας; Ότι σώζονται την τελευ­ταία στιγμή, πριν από τους Μηλίους που δεν σώθηκαν, οι Μυτιληνιοί, γιατί οι Αθηναίοι αλλάζουν την τελευταία στιγ­μή γνώμη, οπότε σκοτώνουν μόνο 1000 πρωταίτιους πολί­τες; Ότι οι τιμημένες από τους Περσικούς πολέμους Πλα­ταιές σβήνουν από τον χάρτη σ’ αυτόν τον πόλεμο, και ότι οι Αιγινήτες εξοντώνονται περίπου όλοι; Ότι οι μισοί Κερ­κυραίοι εναλλάξ αφανίζουν τους άλλους μισούς, στην πιο άγρια εμφύλια σύρραξη που έχει ποτέ περιγραφεί σε κεί­μενο;

Συνέχεια

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


kion1‘…ΕΠΑΝΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΡΟΣ ΑΛΛΗΛΟΥΣ’:

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ

ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ[1]

Josef Wiesehofer

Στη μνήμη του Peter Herrmann (1927-2002),

με ευγνωμοσύνη

 Εισαγωγή

 Η στάση του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας Δαρείου του Β΄ και των σατραπών του προς τις δύο ελληνικές συμμαχίες υπήρξε αποφασιστική για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο πόλεμος κρίθηκε υπέρ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους μόνον όταν οι Αχαιμενίδες προσέφεραν την υποστή­ριξή τους στους Σπαρτιάτες, αντιδρώντας αρχικά στη βοήθεια των Αθηναίων προς τον επαναστάτη Αμόργη και έπειτα στις αθηναϊκές επιτυχίες μετά το 410 π.Χ. Το γεγονός ότι η βοήθεια των Περσών προς τους εχθρούς της Αθήνας δεν αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά θέματα του Θουκυδίδη και ότι τα περσικά χωρία του έργου γενικά αποδεικνύονται μάλλον λιγοστά, θα μπορούσε να αποδοθεί εν μέρει στις προκαταλήψεις του ιστορικού. Η ερμηνεία αυτή, όμως, δεν μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ο Θουκυδίδης μνημονεύει κάποια γεγονότα της ιστορίας των ελληνοπερσικών σχέσεων, ενώ για κάποια άλλα σιωπά.

Η μελέτη αυτή έχει τρεις σκοπούς: πρώτον, να ορίσει και να περιγράφει τον ρόλο των Περσών πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και κατά τη διάρκεια αυτού, έτσι όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης· δεύτερον, να εξετάσει την άποψη του ιστορικού για τους Πέρσες, σε σύγκριση κυρίως με τις απόψεις των συγγραφέων της εποχής του· και, τέλος, να θίξει το ζήτημα της παράδοσης των περσικών ονομάτων και των θεσμών της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών από τον Θουκυδίδη.

Συνέχεια

ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ


 

Λέγοντας την αλήθεια

(στην Ιστορία του Θουκυδίδη)

 (ομώνυμο κεφάλαιο του έργου της  Emily Greenwood

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ)

Λήψη του αρχείου

 

Στην Ιστορία του Θουκυδίδη, η έννοια του «λέγοντας την αλήθεια» μπορεί να υπαινίσσεται πολλά διαφορετικά πράγματα. Πρώτον, το «λέγοντας την αλήθεια» μπορεί να έχει φιλοσοφικές ή, ακριβέστερα, οντολογικές προεκτάσεις (αν αυτό για το οποίο μιλάμε υπάρχει ή όχι). Δεύτερον, το «λέγοντας την αλήθεια» μπορεί να έχει ιδεολογική διάσταση: την αλήθεια ποιου ή ποιου την εκδοχή της αλήθειας (την εκδοχή του Θουκυδίδη, την εκδοχή του ομιλητή ή την εκδοχή του ακροατηρίου); Τρίτον, στην περιγραφή του Θουκυδίδη, η αλήθεια έχει μιαν άβολη σχέση με τον προφορικό λόγο· γι’ αυτό, ακριβώς η ιδέα τού «λέγοντας την αλήθεια» είναι προβληματική. Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, ο Θουκυδίδης αντιπαραθέτει στο «λέγοντας την αλήθεια» το «γράφοντας την αλήθεια». Τέταρτον, αφού η Ιστορία του Θουκυδίδη είναι λογοτεχνική αφήγηση, αν και αφήγηση πραγματικών γεγονότων, που ασχολείται με την παρουσίαση και ανάλυση πραγματικών συμβάντων, ως αντίθετων προς φανταστικό περιεχόμενο, πρέπει να εξετάσουμε και τις τυπικές, ρητορικές συμβάσεις, που χρησιμοποιούνται στην παρουσίαση της αλήθειας (τη «μορφή» της αλήθειας). Το κεφάλαιο αυτό εξετάζει αυτές τις διαφορετικές διαστάσεις της αλήθειας στα συμφραζόμενα των λόγων της Ιστορίας του Θουκυδίδη.

Συνέχεια

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ


kion1Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ

 (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Jacqueline De Romilly

 «Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ», σελ. 387-415)

Λήψη του αρχεἰου

 Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Στη σύνθεση του διαλόγου διακρίνουμε τρεις κινήσεις. Ένα προεισαγωγικό μέρος που περιέχει μία συζήτηση για τη θεμελιώδη ηθική θέση του δικαίου και της δύναμης. Στη συνέχεια, στην παράγραφο 91, οι Αθηναίοι εισάγουν την πολιτική θέση τους, δηλώνοντας ότι, προς το συμφέρον και των δύο πόλεων, η Μήλος πρέπει να ενδώσει χωρίς μάχη· μέχρι την παράγραφο 100, προσπαθούν ευσυνείδητα να δείξουν, αντικρούοντας τις αντιρρήσεις των Μηλίων, ότι πρέπει να επιτευχθεί η υποταγή της νήσου· και, από την παράγραφο 100 και εξής, ότι οι Μήλιοι δεν έχουν καμιά ελπίδα επιτυχίας. Αυτά σημαίνουν πρώτα ότι η Αθήνα χρειάζεται αυτή την κατάκτηση και, δευτερευόντως, ότι μπορεί να την επιτύχει.

Η πρώτη από αυτές τις δύο δηλώσεις παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον· γιατί, παρ’ όλο που εφαρμόζεται στην ειδική περίπτωση της Μήλου, δανείζεται, απλά από τις περιστάσεις επιχειρήματα a fortiori (του τύπου: πόσο μάλλον) που ισχύουν στη συνέχεια για κάθε άλλη χώρα· εξηγεί δηλαδή επακριβώς την ίδια την πρακτική του κατακτητικού ιμπεριαλισμού· κατά τα άλλα, ακόμη και οι ειδικές συνθήκες της Μήλου (97: άλλως τε και χρησιμοποιούνται μόνο για να εκτεθεί με πιο συγκεκριμένο τρόπο το γενικό σύστημα του ιμπεριαλισμού· έτσι, το μέρος αυτό του διαλόγου μας επιτρέπει να ορίσουμε τη φύση του συστήματος.

Συνέχεια