Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ


kion1Η Ελληνική Αρχαιότητα στον σύγχρονο κόσμο

 Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος

image002Ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για «Δυτικό Πολιτισμό» και «Ανατολικό Πολιτισμό». Και όταν λέμε «Δυτικό Πολιτισμό», εννοούμε τον Ευρωπαϊκό και Αμερικανικό Πολιτισμό. Ο Ανατολικός περιλαμβάνει όλη την Ασία. Ο Δυτικός Πολιτισμός έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα, που τον διακρίνει από τον Ανατολικό λεγόμενο Πολιτισμό. Αυτό το γνώρισμα του Δυτικού Πολιτισμού το ονόμασε ένας από τους μεγαλύτερους κλασικούς φιλολόγους του 20ου αιώνα ο Βέρνερ Γιαίγκερ «Ελληνοκεντρικότητα».

Αυτό σημαίνει, ότι ο Δυτικός κόσμος έχει πνευματικό κέντρο και πολιτιστικό πυρήνα το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και την ελληνική αντίληψη περί ανθρώπου, μορφώσεως και ζωής. Επειδή δε η Ελληνοκεντρικότητα αυτή του Δυτικού κόσμου είναι διαρκές φαινόμενο όχι μόνον του σύγχρονου κόσμου, αλλά και όλων σχεδόν των μετά τους αρχαίους Έλληνες εποχών, λαών και ανθρώπων, είναι δηλαδή υπερχρονικό και σχεδόν οικουμενικό και παγκόσμιο φαινόμενο, όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί κλασικοί φιλόλογοι, ιστορικοί και φιλόσοφοι ομιλούν για την πνευματική παρουσία της Ελληνικής Αρχαιότητας στη ζωή των ανθρώπων και ιδιαίτερα των ανθρώπων του Δυτικού κόσμου. Παλαιότερα την παρουσία αυτή την ονόμασαν «Ελληνικό θαύμα».

Συνέχεια

ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ


kion1ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

 

Λήψη του αρχείου

  1. (αντίστοιχη αναφορά στο έργο του Μ. Β. Σακελλαρίου

  «Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

Η λέξη λειτουργία, πανελλήνια, δήλωνε γενικότερα την προσφορά μιας δημόσιας υπηρεσίας από έναν πολίτη, ειδικότερα την υποχρέωσή του να αναλάβει τη δαπάνη συγκεκριμένου έργου. Έργα που πραγματοποιούνταν στην Αθήνα με μία λειτουργία ήσαν θρησκευτικές εκδηλώσεις και εξοπλισμοί. Ως λειτουργίες της πρώτης ομάδας αναφέρονται η χορηγία, η γυμνασιαρχία, η ἀρχιθεωρία και η ἐστίασις. Ο πολίτης που χρεωνόταν με μια χορηγία, ο χορηγός, όφειλε να αναλάβει τη δαπάνη για τις αμοιβές των μελών του χορού ενός θεατρικού έργου (τραγωδίας ή κωμωδίας) ή διαφόρων πανηγύρεων για αρκετές ημέρες. Ένας γυμνασίαρχος κατέβαλλε τα έξοδα που απαιτούνταν για μια λαμπαδηδρομία. Περιβαλλόμενος με την τιμή να ηγηθεί της θεωρίας (αντιπροσωπείας) που έστελνε η πόλη στη Δήλο για την ετήσια εορτή του Απόλλωνα, ο ἀρχιθέωρος ανταπέδιδε καταβάλλοντας τα έξοδα της αποστολής. Η ἐστίασις προοριζόταν για οργάνωση δείπνου προσφερομένου στα μέλη μιας φυλής σ’ ορισμένες εορτές. Μοναδική λειτουργία με σκοπό στρατιωτικό, η τριηραρχία καθιερώθηκε την εποχή που οι Αθηναίοι, με την παρακίνηση του Θεμιστοκλή, επιδόθηκαν στη συγκρότηση μεγάλου στόλου. Τότε το κράτος επέλεξε 100 από τους πλουσιότερους πολίτες και ανέθεσε στον καθένα από αυτούς τη φροντίδα της ναυπηγήσεως μιας τριήρους με δημόσια επιχορήγηση ενός ταλάντου και πρόσθετα δικά τους έξοδα. Στη συνέχεια όμως η τριηραρχία δεν περιλάμβανε μεν τη ναυπήγηση του σκάφους και τον εφοδιασμό του με ξάρτια, αποστολές που ανέλαβε το κράτος, επιβάρυνε όμως τον τριήραρχο με τα έξοδα της συντηρήσεως και των επισκευών του σκάφους, της αντικαταστάσεως των εξαρτημάτων που φθείρονταν ή χάνονταν και της εκπαιδεύσεως των κωπηλατών, καθώς και, επί πλέον, με τα καθήκοντα κυβερνήτη. Οι λειτουργίες ήσαν βαρύτατοι ατομικοί φόροι. Τον 4ον αιώνα το κόστος μιας χορηγίας κυμαινόταν από 1.500 ώς και 5.000 δραχμές, μια τριηραρχία στοίχιζε από 4.000 ώς και 6.000 δραχμές. Αυτά τα ποσά αποτελούσαν πολύ μεγάλα ποσοστά του κεφαλαίου του καλουμένου να αναλάβει μια λειτουργία και ακόμη μπορούσαν να υπερβαίνουν το ετήσιο εισόδημά του. Εξ άλλου, κάθε χρόνο χρειάζονταν, τον 5αν αιώνα π.Χ. τουλάχιστον, εκατό χορηγοί και περίπου 300 τριήραρχοι για ολόκληρο έτος. Τον 4ον αιώνα π.Χ. επιβάλλονταν τριηραρχίες όχι πια για όλες τις πλώιμες τριήρεις και για τη διάρκεια του έτους, αλλά για όσες αποφάσιζε κάθε φορά ο Δήμος και για τη διάρκεια της συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Υποτίθεται ότι μια ακίνητη περιουσία μπορούσε να φορολογηθεί σε διάστημα από τριάντα μέχρι σαράντα ετών με δύο χορηγίες, άλλες τόσες τριηραρχίες και μερικές άλλες, πιο μικρές, λειτουργίες. Αν ένας πολίτης υποχρεωνόταν να αναλάβει μια λειτουργία, ενώ δεν διέθετε πια χρηματικό απόθεμα, δεν είχε άλλες διεξόδους από το να χρεωθεί ή να πουλήσει ένα μέρος από την περιουσία του. Για τούτο το λόγο καθιερώθηκε η συντριηραρχία, περί το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ανεπίσημα, έπειτα επίσημα. Έτσι μία τριηραρχία κατανεμόταν μεταξύ δύο ή τριών πολιτών. Τέλος, το 358/7 π.Χ., εφαρμόσθηκε για τις συντριηραρχίες ένα νέο σύστημα: ανά 4-6 από τα 60 μέλη κάθε συμμορίας (βλ. σελ. 200, 262) σχημάτιζαν μια συντέλεια και αυτή ήταν που χρεωνόταν με μια συντριηραρχία.

Συνέχεια

Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ


kion1Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ

Ομώνυμο κεφάλαιο στο έργο του Γεωργίου Σταϊνχάουερ

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»

  Λήψη του αρχείου

Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται τα οργανωτικά και οικονομικά θέματα της στρατιωτικής λειτουργίας: η στρατιωτική οργάνωση και αγωγή των πολιτών, η οργάνωση της επιστράτευσης, της τροφοδοσίας και της ασφάλειας του στρατού σε εκστρατεία, τέλος η οικονομία του πολέμου. Η εξέλιξη της σχέσης πόλεως και στρατηγών ως προς τη διοίκηση των επιχειρήσεων ταυτίζεται με την ανεξαρτοποίηση της πολεμικής ως επαγγελματικής λειτουργίας και σημαίνει το τέλος της κλασσικής πόλης. Οι μακρινές αρχές και η επικράτηση του στρατιωτικού επαγγελματισμού με τη μορφή της μισθοφορίας, όπως και η επιβίωση της αρχαιότατης μορφής του πολέμου, του ιδιωτικού πολέμου, εξετάζονται στο τέλος του κεφαλαίου.

Συνέχεια

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ


kion1ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ:

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ,

περ. 500-400 π.Χ.

 (Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Paul Cartledge

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ»)

 

Όσοι είναι δυσαρεστημένοι με τη μοναρχία την αποκαλούν τυραννία, όσοι είναι δυσαρεστημένοι με την αριστοκρατία την αποκαλούν ολιγαρχία. Επίσης, όσοι αισθάνονται αδικημένοι σε μια δημοκρατία την αποκαλούν αναρχία.

                                                                                                        ΤΟΜΑΣ ΧΟΜΠΣ, Λεβιάθαν, 1651*

Οι συζητήσεις περί διακυβέρνησης και κράτους ανάγονται στις απαρχές της σωζόμενης ελληνικής λογοτεχνίας, δηλαδή γύρω στο 700 π.Χ. Αυτό που με απασχολεί εδώ ωστόσο είναι ένας στενότερος και ακριβέστερος ορισμός των πολιτικών θεωριών με την πλήρη έννοια του όρου, σύμφωνα με τον οποίο «αποτελούν γενικά αρθρωμένες, συστηματικές και σαφείς εκδοχές των άναρθρων, περισσότερο ή λιγότερο συστηματικών και έμμεσων ερμηνειών, μέσω των οποίων οι απλοί άνθρωποι κατανοούν την εμπειρία των πράξεων των άλλων με έναν τρόπο που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιδράσουν με τις δικές τους πράξεις» (MacIntyre 1983).

Η στιγμή που χωρίζει αυτή την αρθρωμένη, θεωρητική συστηματοποίηση από την έμμεση, πρακτική ερμηνεία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, αλλά το terminus post quem (η παλαιότερη δυνατή ημερομηνία επινόησής της) ήταν η πρωτοποριακή πνευματική δραστηριότητα, από το πρώτο μισό του έκτου αιώνα π.Χ. κι έπειτα, της σχολής ιστορίας της Μιλήτου (ιστορίη στην ιωνική διάλεκτο, δηλαδή «έρευνα»), η οποία εκπροσωπείται κυρίως από τους Μιλήσιους Θαλή, Αναξιμένη και Αναξίμανδρο. Στον Όμηρο συναντήσαμε ένα είδος πολιτικής σκέψης, αλλά όχι και μια πόλιν που θα παρείχε το πλαίσιό της. Στον Ησίοδο συναντήσαμε τόσο την πόλιν όσο και μια πιο εξελιγμένη μορφή -και με ακριβέστερη έννοια- πολιτικής σκέψης. Οι απαρχές της μετάβασης από την πολιτική σκέψη στη θεωρία μπορούν ίσως να εντοπιστούν στον Αθηναίο Σόλωνα γύρω στο 600 π.Χ. (βλ. Vlastos 1946· Irwin 2005 και Lewis 2006), αν και αυτός κοιτάζει προς τα πίσω και όχι μπροστά, εν μέρει για πνευματικούς, εν μέρει για πολίτικους λόγους. Η αποφασιστική εξέλιξη ωστόσο ήρθε με την πνευματική και συμβολική μεταμόρφωση που συνδέεται με το λεγόμενο ιωνικό διαφωτισμό του έκτου αιώνα π.Χ.

Συνέχεια

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


kion1

Οι τελευταίοι Έλληνες:

φιλοσοφία και παγανισμός, περίπου 260-360 μ. X.

 Peter Brown, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας 150-750 μ.Χ.

[ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΑ 1998, σελ. 76-86]

Τον 3o αιώνα, η ιντελιγκέντσια του ελληνικού κόσμου ζούσε μία προστατευμένη ζωή. Κατά την όξυνση της οικονομικής κρίσης, γύρω στο 260, ο φιλόσοφος Πλωτίνος είχε εγκατασταθεί ανενόχλητος σε μια έπαυλη στην Καμπανία, υπό την προστασία Ρωμαίων συγκλητικών και οι μαθητές του έφταναν από την Αίγυπτο, τη Συρία και την Αραβία. Αργότερα, κατά τον 4o και τον 5ο αιώνα, παγανιστές φιλόσοφοι και ρήτορες ευδοκιμούσαν στις παραλιακές πόλεις του Αιγαίου που ζούσαν ακόμα με την ανάμνηση της Ελλάδας. Όπως και στην περίπτωση των αριστοκρατών γαιοκτημόνων βρίσκουμε εδώ έναν κόσμο με μακρόχρονες παραδόσεις που άλλαζε βραδύτατα και ανασυντασσόταν χωρίς να αποκόβεται από το παρελθόν του.

Αυτοί οι άνθρωποι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Έλληνες» και τα πιστεύω τους «ελληνισμό». Είχαν ανορθώσει το απειλούμενο προπύργιο της αυθεντικής ελληνικής σοφίας. Στα τέλη του 3oυ αιώνα είχαν απωθήσει για τα καλά αυτόν το βάρβαρο επιδρομέα του πνεύματος – το γνωστικισμό. Ο ζοφερός, πλαστός πλατωνισμός των γνωστικών είχε βρει απήχηση σε διανοούμενους μιας προηγούμενης γενιάς αλλά αντί να γίνουν ακόμα πιο απαισιόδοξοι και να απορρίψουν ριζικότερα τον φυσικό κόσμο, οι άνθρωποι του τέλους του 3oυ αιώνα αποτίναξαν αυτή τη σκοτεινή διάθεση και δεν ξαναγύρισαν να κοιτάξουν πίσω τους. Η ήττα του γνωστικισμού στους κύκλους της διανόησης είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα της ικανότητας της αριστοκρατικής κουλτούρας κατά την ύστερη αρχαιότητα να αναχαιτίσει ένα κίνημα που έναν αιώνα νωρίτερα φαινόταν να οδηγεί στην πλήρη «προδοσία των διανοουμένων».

Συνέχεια