ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗ


kion1     ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: http://www.ekivolos.gr/Arxaia%20ellhnikh%20filosofia%20kai%20iatrikh.pdf

Εκηβόλος-μήτρα 2ΝΑΦ

Advertisements

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: http://www.ekivolos.gr/H%20thesh%20ths%20Sofistikhs%20sth%20dialektikh%20tou%20Aristotelh.pdf

Εκηβόλος-μήτρα1Μ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ» Τόμ. 10, Αρ. 36 (1981)

http://academia.lis.upatras.gr/index.php/deukalionas/issue/view/191

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ


kion1Ἀ­πὸ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ στὸ «Πλά­τω­νος Συμ­πό­σι­ο»

(τό ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τόν παι­δι­κόν – ἐ­φη­βι­κόν ἔ­ρω­τα)*

  Ἰ­ω­άν. Συ­κου­τρὴ

SykoutrhsἩ προ­έ­λευ­σις τοῦ θε­σμοῦ τού­του δεν μᾶς εἶ­ν’ ἐ­πα­κρι­βῶς γνω­στή. Δὲν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­τι εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ στρα­το­πέ­δου καὶ ὅ­τι ἀ­νή­κει εἰς ἐ­πο­χὰς με­τα­να­στεύ­σε­ων καὶ νο­μα­δι­κῶν πε­ρι­πε­τει­ῶν πο­λε­μι­κῶν στι­φῶν, κα­τὰ τάς ὁ­ποί­ας αἱ γυ­ναῖ­κες λεί­πουν, ἢ εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κῶς ἀ­νε­παρ­κεῖς. Τ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὄ­χι μό­νον ἡ ἀ­να­λο­γί­α πρὸς ἄλ­λους λα­ούς[1], εἰς τοὺς ὁ­ποί­ους οἱ ἀρ­χαῖ­οι πα­ρε­τή­ρη­σαν τὴν ὕ­παρ­ξιν τοῦ ἐ­θί­μου (τοὺς Γα­λά­τας καὶ τοὺς Γερ­μα­νούς), καὶ λα­οὺς τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων (θὰ ἀ­νέ­φε­ρα τοὺς Τούρ­κους), ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ κα­τό­πιν συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν πο­λε­μι­κὴν ζω­ήν, τὰ στρα­τι­ω­τι­κὰ κα­θή­κον­τα καὶ τὴν γυ­μνα­στι­κήν[2]. Ἀλ­λὰ τὸ ζή­τη­μα, δὲν εἶ­ναι ἂν μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ὡ­δή­γη­σε καὶ ὁ­δη­γεῖ πάν­το­τε εἰς δι­α­στρο­φὰς· αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου προ­βλη­μα­τι­κόν. Τὸ πρό­βλη­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴν πού μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­ξευ­γε­νι­ζε­ται, γε­μί­ζει μ’ ἒν ἀ­νώ­τε­ρον πνευ­μα­τι­κὸν καὶ ἠ­θι­κὸν πε­ρι­ε­χό­με­νον ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τόν παι­δι­κὸν ἔ­ρω­τα εἰς τοὺς Ἕλ­λη­νας, καὶ μό­νον εἰς αὐ­τούς[3]. Καὶ ἀ­πὸ τῆς ἀ­πό­ψε­ως αὐ­τῆς ἡ προ­ὲ­λευ­σις τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ παι­δι­κοῦ ἔ­ρω­τος εἶ­ναι σκο­τει­νή. Βε­βαί­ως ὀρ­θὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­τή­ρη­σις[4] ὅ­τι εἰς τὸ ἔ­θι­μον αὐ­τό ὑ­πο­κρύ­πτε­ται ἴ­σως ἡ πρω­τό­γο­νος πί­στις, ὅ­τι ἡ ἀν­δρι­κὴ δύ­να­μις καὶ ζω­τι­κό­της δύ­να­ται νὰ με­τα­βι­βα­σθῇ ἐκ τῶν ὡ­ρί­μων εἰς τὸν ἀ­νώ­ρι­μον δι­ὰ πρά­ξε­ως ὑ­λι­κῆς καὶ ὁ­ρα­τῆς, πί­στις εἰς τὴν ὁ­ποί­αν καὶ ἡ ἀν­θρω­πο­φα­γί­α στη­ρί­ζε­ται ἀ­κό­μη. Ἀλ­λ’ ἡ ἑρ­μη­νεί­α αὐ­τὴ δὲν ἐ­παρ­κεῖ, νο­μί­ζω, νὰ ἑρ­μη­νεύ­σῃ πλή­ρως τό φαι­νό­με­νον. Δι­α­πι­στώ­νο­μεν μό­νον, ὅ­τι ἐ­νω­ρίς ἐ­χρη­σι­μο­ποι­ή­θη ὁ παι­δι­κὸς ἔ­ρως, δι­ά ν’ ἀ­να­πτύ­ξῃ, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς τι­μῆς (αὐ­τό πού θὰ το­νί­σῃ ὁ Φαῖ­δρος εἰς τὸν λό­γον του), ἰ­δί­ως εἰς τὸν πὸ­λε­μον. Εἰς τὸ βά­θος ὑ­πό­κει­ται ἡ ὀρ­θὴ ψυ­χο­λο­γι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­σις, ὅ­τι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός αὐ­ξά­νει πάν­το­τε εἰς τὸ ἀρ­σε­νι­κὸν τὴν μα­χη­τι­κό­τη­τα καὶ δε­κα­πλα­σι­ά­ζει τάς δυ­νά­μεις του. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν νά δι­η­γοῦν­ται ἕ­να πλῆ­θος σχε­τι­κῶν πα­ρα­δειγ­μά­των[5], ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ κα­λύ­τε­ρον ἑρ­μη­νευ­τι­κόν ὑ­πό­μνη­μα εἰς τοὺς λό­γους τοῦ Φαί­δρου καὶ τοῦ Παυ­σα­νί­ου. Ὁ Πλού­ταρ­χος λ.χ. μὰς ἀ­να­φέ­ρει εἰς τὸν Ἐ­ρω­τι­κὸν του 761c τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς πο­λε­μι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰς τὴν μά­χην ὠ­λί­σθη­σε καὶ ἔ­πε­σε πρη­νὴς ὁ ἐ­χθρὸς ἦ­τον ἕ­τοι­μος νὰ τὸν κτυ­πὴ­σῃ, καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν πα­ρε­κά­λε­σε νὰ πε­ρι­μέ­νῃ ὀ­λί­γον νὰ στρα­φῇ ὕ­πτι­ος, ὥ­στε νὰ μὴ τὸν ἴ­δῃ ὁ ἐ­ρω­μέ­νος τοῦ πλη­γω­μέ­νου εἰς τὰ νῶ­τα. Εἰς τὴν Χαλ­κί­δα ἐ­δεί­κνυ­αν τὸν τά­φον ποῦ Θεσ­σα­λοῦ ἱπ­πέ­ως Κλε­ο­μά­χου, τὸν ὁ­ποῖ­ον ὡς ἥ­ρω­α ἔ­θα­ψαν εἰς τὴν ἀ­γο­ρὰν καὶ ἐ­λά­τρευ­αν. Εἶ­χεν ἔλ­θει ὡς σύμ­μα­χος τῶν Χαλ­κι­δέ­ων εἰς τὸν πε­ρί­φη­μον πό­λε­μον κα­τὰ τῆς Ἐ­ρε­τρί­ας πε­ρὶ τοῦ Λη­λαν­τί­ου πε­δί­ου. Εἰς τὴν μά­χην οἱ Χαλ­κι­δεῖς ἐ­πι­έ­ζον­το σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ρο­χὴν τοῦ ἱπ­πι­κοῦ τῶν ἀν­τι­πά­λων. Ὁ κίν­δυ­νος ἦ­το με­γά­λος, ὅ­λοι ἐ­ζη­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς Θεσ­σα­λοὺς ἱπ­πεῖς νὰ ἐ­ξορ­μή­σουν. Ὁ Κλε­ό­μα­χος ἐ­ρω­τᾷ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νον του, ἂν θὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἔ­βλε­πε μα­χό­με­νον, καὶ με­τὰ κα­τα­φα­τι­κὴν ἐ­κεί­νου ἀ­πάν­τη­σιν, ὁ Κλε­ό­μα­χος τὸν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τοῦ φο­ρέ­σῃ μὲ τὰ χέ­ρι­α του τὸ κρά­νος, τὸν φι­λεῖ καὶ ὁρ­μᾶ ὁ­λο­τα­χῶς πρὸς τὴν πυ­κνὴν φά­λαγ­γα τοῦ ἐ­χθρι­κοῦ ἱπ­πι­κοῦ — δι­ὰ νὰ μὴ γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ von Langenau τοῦ Rilke ἐ­κέρ­δι­σε τὴν ἀ­θα­να­σί­αν καὶ τὴν νί­κην εἰς ἕ­να με­θύ­σι ἡ­ρω­ι­σμοῦ, ἔ­ρω­τος, θα­νά­του.

Συνέχεια

ΟΙ «ΣΟΦΙΣΤΕΣ» ΩΣ ΚΙΝΗΜΑ ΙΔΕΩΝ


kion1ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΩΣ «ΚΙΝΗΜΑ» ΙΔΕΩΝ

 

Δημήτρη Τζωρτζόπουλου

 Σοφιστές και Πλάτων: Ηθικός σχετικισμός και ηθικός ρεαλισμός

  • 1 – Ι. Ποιοι ονομάζονται σοφιστές; Οιστοχαστές εκείνοι, που εμφανίστηκαν μετά τους προσωκρατικούς στοχαστές και επιχείρησαν να στρέψουν το ενδιαφέρον της σκέψης σε θέματα τουθεωρητικο-πρακτικού βίου των ανθρώπων. Η λέξη σοφιστής, στην αρχέγονη-πρωταρχική της σημασία, αποδίδεται σε όποιον «καλλιεργεί τη σοφία». Οι Έλληνες σοφιστές, κατ’ αυτή την έννοια, επιχείρησαν να προωθήσουν, κατά κανόνα, καινοτόμες ιδέες, ικανές για την ανάπτυξη πολυσύνθετων περαιτέρω προβληματισμών στο πεδίο της άμεσης ζωής, αλλά και της ηθικής.

ΙΙ. Γιατί λοιπόν οι σοφιστές; Επειδή αποτέλεσαν τον πρώτο –χρονικά και λογικά– Ελληνικής μορφής Διαφωτισμό στην ιστορία της  Δυτικής σκέψης, που προκάλεσε τέτοιες συζητήσεις φιλοσοφικού προβληματισμού, ώστε να εξακολουθούν να ενδιαφέρουν ακέραια το εκάστοτε σήμερα. Στο πνεύμα αυτό, η φιλοσοφία γίνεται τώρα πέρα για πέρα πρακτική, με το νόημα ότι φέρνει σε διαρκή συζήτηση δυνατότητες να βρίσκει κανείς το δρόμο του στη ζωή. Κάτι παρόμοιο συζητά και ο Πλάτων στα έργα του. Έτσι, μια καλή γνώση των σοφιστικών ιδεών δεν νοείται έξω από τη γνώση και των πλατωνικών ιδεών. Υπ’ αυτή την έννοια ήταν καθοριστική και η συμβολή τους για να γνωρίσουμε την τιτάνια φιλοσοφική μορφή του Πλάτωνα ως αεί παρούσα στους μικρούς ή μεγάλους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου.

Συνέχεια

Η ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


kion1Η ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

 Λήψη του αρχείου
Διονυσίου Κριάρη  
 Αθήνα Ιούλιος 2013

Οι επιστήμες για να αναπτυχθούν χρειάζονται την βοήθεια της μετρητικής, με την οποία, οι αποστάσεις, οι δυνάμεις, ο χρόνος και άλλα μεγέθη πρέπει να μπορούν να μετρηθούν με ακρίβεια και ευκολία. [2]

Ο χρόνος ήταν από τα δυσκολότερα μεγέθη που οι επιστήμονες έπρεπε να ορίσουν.

Η έννοια του χρόνου που όσο απλή και οικεία μας φαίνεται τόσο πιο δύσκολα ορίζεται. Είναι ο χρόνος το μέγεθος που μετρούν τα ρολόγια μας ή είναι κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο; Τα ερωτήματα αυτά απασχόλησαν για αιώνες αστρονόμους και φιλοσόφους , αλλά η απάντηση μένει πεισματικά χαμένη στα δαιδαλώδη μονοπάτια των φιλοσοφικών και μεταφυσικών στοχασμών.

[3] Στο τελευταίο βιβλίο του, La Fin des Certitudes, “το τέλος της βεβαιότητας» ο Ιλια Πριγκοζίν Βραβευμένος με Νομπέλ Χημείας,  έδωσε το στίγμα της μακρόχρονης πνευματικής του δημιουργίας με τα εξής λόγια: «Το όνειρο της νιότης μου ήταν να συμβάλω στην ενοποίηση της επιστήμης και της φιλοσοφίας λύνοντας το αίνιγμα του χρόνου».

Εκείνο που αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα εδώ είναι ότι η πορεία που ακολούθησε η σκέψη του μεγάλου αυτού πνευματικού ανθρώπου, που σημάδεψε με το έργο του τον 20ό αιώνα, παρουσιάζει μια εκπληκτική αναλογία με την πορεία εξέλιξης όλου του αρχαίου πνεύματος: φιλοσοφικός στοχασμός – ανάπτυξη επιστημονικής και πειραματικής έρευνας.

Συνέχεια