Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΙΓΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ


kion1Η καταστροφή του Αθηναϊκού στόλου στους Αιγός Ποταμούς

( 405 π.X.)

(Σοβαρό στρατιωτικό σφάλμα των Αθηναίων)

Άρθρο του Σ. Καργάκου στην πρωτοχρονιάτικη έκδοση του

«ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» του 1995

             Ο μελετητής του Πελοποννησιακού Πολέμου εκπλήσσεται από τη ζωτικότητα του Αθηναϊκού κράτους και την ανθεκτικότητα του αθη­ναϊκού δήμου. Για την Αθήνα, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είναι μια αλυσίδα ατυχιών, συμφορών και καταστροφών. Μόλις μπήκαν στον πόλεμο, επλή­γησαν από το λοιμό που αφάνισε το 1/5 της στρατιωτικής τους δυνάμεως και τους στέρησε τον μεγάλο ηγέτη τους, τον Περικλή. Ακολούθως υποχρεώθηκαν ν’ αντι­μετωπίσουν τις αποστασίες των συμμάχων τους (Λεσβιακά) και να υποστούν την χωρίς προηγούμενο καταστροφή της Σικελικής Εκστρατείας. Κάθε φορά όμως συνέρχονταν, ανακτούσαν τις δυνάμεις τους και αποκτούσαν ένα αίσθημα υπε­ροχής. Σε τελική ανάλυση οι Αθηναίοι δεν νικήθηκαν από τους αντιπάλους τους, νικήθηκαν από τα λάθη τους, από την υπεροψία ή την ανικανότητα των στρατη­γών τους, από την πλήρη περιφρόνηση των αρχών του πολέμου. Στον πόλεμο νι­κά όχι ο δυνατότερος αλλ’ ο ευφυέστερος. Αυτός που αξιοποιεί τις δικές του δυ­νάμεις και εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του αντιπάλου. Αυτός που έχει βάλει στόχο τη νίκη και όχι την επίδειξη. Αυτό τουλάχιστον διδάσκει η νίκη των Σπαρ­τιατών επί των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς το 405 π.Χ.

Συνέχεια

Advertisements

ΟΙ ΤΥΡΑΝΝΟΙ


kion1Οἱ τύραννοι

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Claude Mossé

«Η ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ»)

Λήψη του αρχείου

Claude-Mosse_3226

Δέν εἶναι εὔκολο νά γράψει κάνεις τήν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς τυραννίδας τῶν ἀρχαϊκῶν χρόνων, ἀφοῦ οἱ πηγές πού διαθέτει εἶναι πολύ μεταγενέστερες ἀπό τά γεγονότα στά ὁποῖα ἀναφέρονται, πράγμα πού θέτει στόν ἱστορικό ἕνα πρόβλημα σχεδόν ἄλυτο: πρέπει ἄραγε νά δώσουμε πίστη σ’ αὐτές τίς πηγές καί νά προσπαθήσουμε νά ἄρουμε τίς ἀντιφάσεις πού συχνά παρουσιάζουν, ἡ, ἀντίθετα, νά τίς θεωρήσουμε φανταστικές καί νά δοκιμάσουμε νά τίς ἀποκρυπτογραφήσουμε; Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔπλασαν μιά εἰκόνα τοῦ τυράννου πού εἶναι ἕνα κράμα ἀπό παραδόσεις, ἀπό πράξεις σχεδόν ἀπάνθρωπες πού μαρτυροῦν τήν ἀνατροπή τῶν ἀξιῶν τῆς πόλης, καί ἀπό πεπρωμένα πού θυμίζουν τή μοίρα τῶν τραγικῶν ἡρώων. Ἀλλά συγχρόνως εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ τυραννίδα καλύπτει μιά περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας τῶν ἀρχαϊκῶν χρόνων. Ὁ Θουκυδίδης, μιλώντας γιά τό παρελθόν τῆς Ἑλλάδας στήν ἀρχή τῆς ἱστορίας τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου εἶναι σαφέστατος ὡς πρός αὐτό. Ἀφοῦ ἀναφέρει τό μεγάλο ἀποικιακό ρεῦμα μετά τό τέλος τῆς περιόδου τῶν μεταναστεύσεων, προσθέτει: «Καθώς ἡ Ἑλλάδα γινόταν ἰσχυρότερη καί ἀποκτοῦσε ὁλο καί περισσότερα πλούτη, στίς περισσότερες πόλεις ἐπικρατοῦσαν τυραννικά καθεστῶτα» (Α’ 13, 1). Ὁ ἱστορικός καθορίζει ἔπειτα τί ἐννοεῖ λέγοντας «γινόταν ἰσχυρότερη» καί «ἀποκτοῦσε πλούτη», θεωρεῖ ὅτι καί τά δυό αὐτά γεγονότα συνδέονται μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ναυτιλίας, καί ἀναφέρει ὡς ἀποδείξεις τά παραδείγματα τῆς Κορίνθου, τῆς Σάμου καί τῶν σικελικῶν πόλεων. Ὡστόσο, πάντα σύμφωνα μέ ὅσα ἀναφέρει ὁ ἀθηναῖος ἱστορικός, αὐτή ἡ ἀνάπτυξη θά διακοπεῖ γιά ἕνα διάστημα στήν Ἰωνία λόγω τῆς περσικῆς ἀπειλῆς, καθώς καί στήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα, ἐπειδή «ὅσοι τύραννοι ὑπῆρχαν στίς ἑλληνικές πόλεις δέν σκέπτονταν παρά μόνο τόν ἑαυτό τους καί τήν αὔξηση τῆς περιουσίας τους, κι ἔτσι κυβερνοῦσαν τίς πόλεις ὅσο τό δυνατόν πιό συντηρητικά, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν κάνουν τίποτε τό ἀξιόλογο στή διάρκεια τῆς διακυβέρνησής τους παρά μόνο πολέμους ἐναντίον τῶν γειτόνων τους» (Α’ 17). Αὐτό τό χωρίο θεωρήθηκε συχνά ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἐμφάνιση τῆς τυραννίδας συνδέεται μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή δημιουργία τῆς τάξης τῶν ἐμπόρων, τήν ὁποία ἐκπροσωποῦσαν οἱ τύραννοι. Ἔχουμε ἡδη μιλήσει γι’ αὐτό τό θέμα, ὅταν ἀναφερθήκαμε στήν ἀφύπνιση τῶν ναυτικῶν συναλλαγῶν κατά τήν ἀρχαϊκή ἐποχή. Εἶναι φανερό ὅτι στό χωρίο αὐτό ὁ Θουκυδίδης δέν ἐννοεῖ τήν ἐμπορική ναυτιλία ἀλλά τή ναυτική δύναμη, δηλαδή κάτι πολύ διαφορετικό. Καί ἐπικρίνει τούς τυράννους, γιατί τούς ἀπασχολοῦσαν ὑπερβολικά τά προσωπικά τους συμφέροντα, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀδιαφοροῦν γιά τή συνένωση τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν πού τούς ἀπειλοῦσαν εἴτε ἀπό τήν Ἀνατολή εἴτε ἀπό τή Δύση. Γι’ αὐτό ἄλλωστε θεωρεῖ τήν ἀνατροπή τῶν τυράννων ἀπό τους Σπαρτιάτες ἔναρξη τῆς πραγματικῆς ἰσχύος τῶν δύο κυριότερων ἑλληνικῶν πόλεων τῆς ἐποχῆς του, τῆς Σπάρτης καί τῆς Ἀθήνας.

Συνέχεια

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ


kion1   Η επιθυμία της Κίρκης

 

  Δημήτρης I. Κυρτάτας

Καθηγητής της Ύστερης Αρχαιότητας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

τχ. 109 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ

 

Η διαχείριση της ερωτικής επιθυμίας απασχόλησε την ελληνική αρχαιότητα από τη λεγόμενη αρχαϊκή έως την ύστε­ρη εποχή. Με λιγοστές εξαιρέσεις, όπως τις περιπτώσεις που διάφορες υποθέσεις ακραίας ερωτικής συμπεριφο­ράς έφθαναν στα αθηναϊκά δικαστήρια, οι καλοί τρόποι δεν επέτρεπαν να τίθεται το ζήτημα με αναφορές στους ζώντες ή ακόμα και σε υπαρκτά πρόσωπα του παρελθόντος. O προβληματισμός γινόταν ευχερέστερος με όρους μυθολογικούς και με αναφορές σε μύθους. Οι περιπέτειες του Οδυσσέα, για παράδειγμα, γίνονταν συχνά αφορμή για σχολιασμό. Ιδιαίτερη έλξη ασκούσε το επεισόδιο της Κίρκης, το οποίο επικαλέστηκε αιώνες αργότερα και ο Πλούταρχος για να διατυπώσει τις απόψεις του γύρω από τις ηδονές και τους ερωτικούς πειρασμούς. Η ομηρική αφήγηση αφήνει άλλωστε περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μια πλευρά παρουσιάζει την Κίρκη ως απειλητική μάγισσα που μεταμόρφωνε τους επισκέπτες της σε ζώα και που κράτησε δέσμιο τον Οδυσσέα με τον έρωτά της για ένα χρόνο, ενώ από την άλλη προσκαλεί σε μια σύγκριση με την Πηνελόπη. Η συμπεριφορά της Κίρ­κης παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας οικοδέσποινας η οποία προσπαθεί να προστατέψει την τιμή της. Όσα φανερώνονται για την ερωτική της επιθυμία ενδέχεται να αντανακλούν αντιλήψεις για τις προβλεπόμενες συμπερι­φορές γυναικών. Η αναζήτηση μιας μόνιμης σχέσης και ενός γάμου αντιδιαστέλλεται προς τη λαγνεία και την ελευ­θεριότητα. Η προσφυγή στα μαγικά φίλτρα αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην ενδυνάμωση μιας σχέσης που την απει­λούσαν οι πειρασμοί του κόσμου.

Συνέχεια

Ο ΟΜΗΡΟΣ «ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ» ΤΑ ΑΣΤΡΑ


kion1O Όμηρος «ακολούθησε» τα άστρα

  ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΤΣΙΜΙΤΑΚΗΣ

 

Μια νέα απόπειρα χρονολόγησης των Ομηρικών Επών, η ακριβέστερη μέχρι στιγμής, συγκρίνει τα φυσικά φαινόμενα που περιγράφονται στα έπη με αστρονομικά φαινόμενα, και ελέγχει την ιστορική αλήθεια της αφήγησης. Αποτέλεσμα, ο εντοπισμός ημερομηνιών για συμβάντα που αποτυπώνονται στα έπη, και μια νέα αντίληψη για την ιστορικότητά τους, η οποία φιλοδοξεί να παρέμβει στο Ομηρικό ζήτημα.

«Πιστεύουμε ότι ο μύθος εξυφαίνεται γύρω από πραγματικά γεγονότα», λέει ευθέως η κ. Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, καθηγήτρια Αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η ίδια μαζί με διεπιστημονική ομάδα, η οποία και έκανε σχετικές δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, πιστεύουν ότι μερικά από τα γεγονότα που περιγράφονται συνέβησαν στ’ αλήθεια και αποδεικνύουν ότι τα φυσικά φαινόμενα που αναφέρονται συμπίπτουν με τον χρόνο της αφήγησής τους.

«Ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη στις 25 Οκτωβρίου 1207 π.Χ. Πέντε μέρες αργότερα έγινε έκλειψη ηλίου σε ποσοστό 75%, η οποία σκέπασε το Ιόνιο Πέλαγος και τότε συνέβη και η μνηστηροφονία», λέει η κ. Παπαδήμα, διευκρινίζοντας ότι η πεποίθηση για την αλήθεια του συμβάντος είναι προσωπική. Η έκλειψη ηλίου όπως και μερικά από τα γεγονότα που αναφέρονται αποδείχθηκαν με χάρτες της NASA, οι οποίοι περιγράφουν τα προβλέψιμα φυσικά φαινόμενα από το 4500 π.Χ. έως το 10.000 μ.Χ.

Συνέχεια

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ


kion1Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Απόσπασμα από το έργο του Egon Friedell

«Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»

(σελ. 100-103)

 FriedellΟ ελληνικός αποικισμός έφτασε στο αποκορύφωμα της έντασής του ανάμεσα στο 750 και το 550. Οι κυριότεροι «κόμβοι» του, κάτι σαν γάγγλια που έστελναν τα νεύρα τους προς όλες τις κατευθύνσεις, ήταν από τη δωρική πλευρά η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Αίγινα, από την ιωνική η Χαλκίδα και η Ερέτρια στην Εύβοια και η Μίλητος και η Φώκαια στη Μικρά Ασία. Οι δύο τελευταίες πόλεις, καθώς ήταν χτισμένες στη θάλασσα και ταυτόχρονα στην εκβολή μεγάλων ποταμών (η Μίλητος όχι μακριά από τον Μαίανδρο, η Φώκαια κοντά στον Έρμο), είχαν δεσπόζουσα θέση. Οι καινούριες αποικίες ήταν πριν απ’ όλα γεωργικές πόλεις και γι’ αυτό τις έχτιζαν κοντά σε εύφορα εδάφη· αλλά φυσικά, εκτός απ’ αυτό, φρόντιζαν να τις χτίζουν κοντά σε παράλια κατάλληλα για ελλιμενισμό. Έτσι, μέσα σε δυο αιώνες απλώθηκαν («σαν βεντάλια», λέει ο Μπούρκχαρτ) ελληνικές αποικίες σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο και, σαν πυκνοπλεγμένο στεφάνι, γύρω από τη Μαύρη θάλασσα. Δεν πρέπει όμως να φανταζόμαστε κάτι σαν τις σημερινές αποικιακές αυτοκρατορίες, όπως λόγου χάρη η αγγλική, γιατί οι θυγατρικές πόλεις ήταν απόλυτα αυτόνομες και το μόνο που τις έδενε με τη μητρόπολη ήταν συναισθηματικοί δεσμοί, που συχνά όμως ήταν πολύ δυνατοί.

Συνέχεια