ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ: Ο ΜΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΔΥΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ


kion1 ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ: http://www.ekivolos.gr/Parmenidjs,%20O%20monismos%20tou%20einai%20kai%20o%20dyismos%20tou%20gignesthai.pdf

Εηβόλος-μήτρα 2ΝΑΠ

Advertisements

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ: ΕΛΕΑΤΕΣ


kion1   ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ: http://www.ekivolos.gr/Mathimatika-Eleates.pdf

Εκηβόλος-μήτρα1Μ

 

ΖΗΝΩΝΑΣ


kion1Ζήνωνας

Λήψη του αρχείου

Richard D. McKiraham JR.

 Ο πρόλογος του πλατωνικού διαλόγου Παρμενίδης παρέχει αρκετές από τις ελάχιστες, κατά τα άλλα, πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή του Ζήνωνα. Η πλειονότητα των μελετητών αποδέχεται τη δήλωση του Πλάτωνα σύμφωνα με την οποία, όταν ο Σωκράτης «ήταν πολύ νέος» [Σωκράτη δέ είναι τότε σφο­δρά νέον (Παρμενίδης, 127b)] και μολονότι αρκετά μεγάλος πια για να συμμε­τέχει σε φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις, ο Ζήνωνας ήταν περίπου σαράντα ετών και ο Παρμενίδης εξήντα πέντε. Ο διάλογος διεξάγεται ενώ στην Αθήνα τελεί- ται η τετραετής γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων και ο πιο πιθανός δραματικός χρόνος που μπορούμε να εικάσουμε είναι το διάστημα μεταξύ του 454 π.Χ., όταν ο Σωκράτης είναι 15 ετών και του 450 π.Χ. όταν ο φιλόσοφος είναι 19 ετών.[1] Προβάλλει, επίσης, εξαιρετικά πιθανή, αν και δεν επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές, η μαρτυρία του Πλάτωνα (Παρμενίδης 127b) ότι ο Ζήνωνας «ήταν ψηλός και ευπαρουσίαστος και φημολογούνταν ότι υπήρξε ερωμένος του Παρ­μενίδη» [εὐμήκη δέ καί χαρίεντα ἰδεῖν καί λέγεσθαι αὐτόν παιδικά τοῦ Παρμενίδον γεγονέναΙ]. Ακόμη και αν από ιστορική άποψη η σκηνοθεσία[2] του πλατωνικού Παρμενίδη κρίνεται ευλογοφανής, η κραυγαλέα έλλειψη αξιοπι­στίας που χαρακτηρίζει τις αναφορές του Πλάτωνα στους πρώιμους φιλοσό­φους επιβάλλει να σκεφτούμε ότι δεν είναι φρόνιμο να υιοθετούμε αβασάνιστα οποιαδήποτε δήλωσή του. Είναι βέβαιο ότι η συζήτηση των προσώπων του πλα­τωνικού Παρμενίδη δεν διεξήχθη ποτέ, και έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλουμε αν ο Σωκράτης συνάντησε ποτέ τους φιλοσόφους από την Ελέα. Επιπλέον, ο Πλάτωνας επισημαίνει ότι η πραγματεία του Ζήνωνα παρέμενε άγνωστη στην Αθήνα πριν από τον δραματικό χρόνο του Παρμενίδη (127c)· υπονοεί, ωστόσο, ότι ο στοχαστής τη συνέγραψε πολλά χρόνια πριν και υποστηρίζει ότι κυκλο­φόρησε (προφανώς αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της) δίχως την έγκριση του Ζήνωνα (128d)· οι παραπάνω ισχυρισμοί, αν και δεν είναι στην ουσία αντιφα­τικοί, δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους.[3]

Συνέχεια

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ


kion1       Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ*

      Σημειώσεις για το ποίημα τού Παρμενίδη και την προέλευσή του από   την  πρώιμη ελληνική κοσμολογία

                    Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Karl R. Popper

               «Ο κόσμος του Παρμενίδη – δοκίμια για τον Προσωκρατικό Διαφωτισμό»

 Λήψη του αρχείου

 1 Η σημασία τής κοσμολογίας

 Ο Δυτικός μας πολιτισμός είναι πολιτισμός ο οποίος στηρίζεται στην επιστήμη. Είναι πολιτισμός ο οποίος στηρίζεται στην επιστήμη που θεμελιώθηκε από τον Κοπέρνικο, τον Γαλιλαίο, τον Kepler και τον Newton. Αλλά η επιστήμη του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου, του Kepler και του Newton ήταν η συνέχεια της κοσμολογίας των Ελλήνων.

Είναι λοιπόν σωστό να πούμε ότι ο Δυτικός πολιτισμός μας θεμελιώθηκε από τους Έλληνες. Από αυτούς επίσης έχουμε κληρονομήσει τις έννοιες της αλήθειας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, του ανθρωπισμού, ακόμα και της αδελφοσύνης των ανθρώπων- τέτοιες ιδέες υπήρξαν από κάθε άποψη σπουδαίες για την πολιτική ιστορία του Δυτικού πολιτισμού. Στους Έλληνες χρωστάμε και τη Δυτική μας λογοτεχνία και ήταν και αυτή, στο ξεκίνημά της, αλληλένδετη με την επιστήμη και την κοσμολογία. Λογοτεχνία μαζί και επιστήμη έχουν την αρχή τους στον αφηγητικό λόγο, στη μυθοποιία και ιδιαίτερα στην κοσμολογική μυθοπλασία.

Η ιδέα μου είναι πως αφήγηση ή μυθοποιία είναι ένας από τους πρώιμους καρπούς της αρχικής εμφάνισης της ειδικά ανθρώπινης γλώσσας.[1] Ειδοποιός ή χαρακτηριστική διαφορά της ανθρώπινης γλώσσας δεν είναι ούτε η αυτο-έκφραση ούτε η επικοινωνία: διότι και τα

ζώα εκφράζουν τον εαυτό τους και επικοινωνούν μεταξύ τους. Ό, τι δεν φαίνεται πως είναι σε θέση να κάνουν τα ζώα και μπορούν να το κάνουν οι άνθρωποι με τη βοήθεια της γλώσσας, είναι να αφηγούνται· που θα πεί, να περιγράφουν καταστάσεις: η ανθρώπινη γλώσσα είναι ικανή να περιγράφει πραγματικές ή πιθανές καταστάσεις, πραγματικά γεγονότα ή ενδεχόμενα.[2]

Αυτό είναι κάτι που έχει υπέρτατη σπουδαιότητα. Η κατανόηση και μόνο και της πιο απλής ακόμα λεκτικής περιγραφής τού πιο απλού γεγονότος είναι ύψιστου βαθμού επίτευγμα και απαιτεί ενεργοποίηση της φαντασίας. Προκαλείται λοιπόν ερέθισμα στη φαντασία. Και αυτό τελικά οδηγεί σε δημιουργική και ευφάνταστη αφήγηση· αφήγηση συμβάντων ίσως για δικαιολόγηση κάποιας αποτυχίας ή για έξαρση κάποιας επιτυχίας στο κυνήγι.

Συνέχεια