Ο «ΦΥΣΕΙ» ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΗΡ


kion1Ὁ «φύσει» πολιτικός ἀνήρ

 Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Ηλία Βαβούρα

«Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΗΡ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ:

οι φιλοσοφικές καταβολές της πολιτικής πράξης»

Νόμος ὁ πάντων βασιλεύς θνατῶν τε καί ἀθανάτων ἄγει δικαιῶν τό βιαιότατον ὑπερτάτᾳ χειρί. τεκμαίρομαι ἔργοισιν Ἡρακλέος· ἐπεί Γηρυόνα βόας Κυκλώπειον ἐπί πρόθυρον Εὐρυσθέος ἀνατεί τε] και ἀπριάτας ἔλασεν[1].

 

Α) Η διά της επιστήμης ανακάλυψη της ανθρώπινης φύσης: Ιπποκράτης

Όλη η προεξετασθείσα θεώρηση εδράζεται στην κυριαρχία του συμπεφωνημένου νόμου, στην ισχυρότατη αντίληψη ότι οι ανθρώπινες πολιτικές κοινωνίες και οι ηθικές και πολιτικές προεκτάσεις τους είναι προϊόν μιας εξ ανάγκης νομικής εγκαθίδρυσης που βαίνει συμφώνως με την υποκειμενικότητα – σχετικότητα – φαινομενικότητα των πραγμάτων. Η απουσία ορθολογικά τεκμηριωμένης αλήθειας, η απουσία της επιστήμης και ιδιαίτερα της πολιτικής επιστήμης επικυρώνει κάθε πολιτική διενέργεια (π.χ. δημοκρατική ή τυραννική ή οποιαδήποτε άλλη), στο βαθμό που υπάρχει η δυνατότητα  διά της πειθούς και της βίας επιβολής της. Η πλατωνική ειρωνική κατάθεση στο Μενέξενο αποδίδει την πραγματικότητα της ισχύος αυτής της σοφιστικού τύπου πολιτικής αντίληψης: πολιτεία γάρ τροφή ἀνθρώπων ἐστί, καλή μέν ἀγαθῶν, ἡ δέ ἐναντία κακῶν (…) ἡ γάρ αὐτή πολιτεία καί τότε ἦν καί νῦν, ἀριστοκρατία (…) καλεῖ δέ ὁ μέν αὐτην δημοκρατίαν, ὁ δέ ἄλλο, ᾦ ἄν χαίρῃ…εἷς ὁ ὅρος. ὁ δόξας σοφός ἤ ἀγαθός εἶναι κρατεῖ καί ἄρχει. «Γιατί το πολίτευμα ανατρέφει (ηθι­κά και πνευματικά) τους ανθρώπους, το καλό τους καλούς, το αντίθετο τους κακούς. Πραγματικά η πολιτειακή δομή ή­ταν η ίδια και τότε όπως και τώρα, δηλαδή «διακυβέρνηση των αρίστων» (…) Το αποκαλεί άλλος δημοκρατία, άλλος με άλλο όνομα, όπως του αρέσει καλύτερα (…) ένας είναι ο ό­ρος, αυτός που έδωσε την εντύπωση σοφού ή ενάρετου επικρατεί και εξουσιάζει»[2].

Συνέχεια

Advertisements

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΟΦΙΣΤΩΝ


kion1Οι πολιτικές απόψεις των Σοφιστών

Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Γιάννη Πλάγγεση

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»

 Λήψη του αρχείου

 Η διαμόρφωση της Σοφιστικής. Η έννοια και το α­ντικείμενο της Σοφιστικής. Η αντίθεση του «νόμω» και του «φύσει». Η έννοια του Δικαίου: Δίκαιο = το νόμιμον, Δίκαιο = το συμφέρον του ισχυρότερου, Δίκαιο = το ίσον. Η αρχαία Σοφιστική και ο θεσμός της δου­λείας. Η εξέλιξη του πολιτισμού. Η θεωρία του Πρωτα­γόρα για τη δημοκρατία. Το κοινωνικό συμβόλαιο. Η Σοφιστική στην ιστορία της φιλοσοφίας: οι απόψεις των Πλάτωνα, Hegel, Popper, Havelock και Kerferd.

 

  1. I. Η διαμόρφωση της Σοφιστικής

Η Σοφιστική ως μια συγκεκριμένη μορφή του αρχαίου ελληνικού στοχασμού τοποθετείται ανάμεσα στο 446 και το 336 π.Χ. Αρχίζει με τον Πρωταγόρα και εξακολουθεί να υπάρχει ως την εποχή που ο Πλάτων γράφει τους Νόμους.1 Η εμφάνιση της Σοφιστικής συνδέεται άμεσα με τις κοινω- νικοπολιτικές αλλαγές που συντελούνται κατά τον πέμπτο αιώνα, και ιδιαίτερα με την κοινωνική και πολιτική κατά­σταση που επικρατεί στην Αθήνα την εποχή αυτή. Η σοφι­στική κίνηση, που, όπως θα δούμε, εκφράζει μια στροφή στην πνευματική ζωή της Αρχαίας Ελλάδας, προετοιμάζε­ται από την προηγούμενη ελληνική σκέψη, και ειδικότερα από την προσωκρατική φιλοσοφική παράδοση.

Σύμφωνα με τον Guthrie, «η επίδραση των Ελεατών στον Πρωταγόρα και τον Γοργία είναι αναμφισβήτητη, ό­πως αναμφισβήτητη είναι και η επίδραση του Ηρακλείτου στον Πρωταγόρα, ενώ ο Γοργίας λέγεται πως υπήρξε μαθητής και οπαδός του Εμπεδοκλή».2 Ωστόσο, η κύρια επίδρα­ση των Προσωκρατικών πάνω στους Σοφιστές πρέπει να α- ναζητηθεί στις θεωρίες τους για τη φυσική καταγωγή της ζωής και της κοινωνίας, που ήταν χαρακτηριστικό γνώρι­σμα της ιωνικής σκέψης από τον Αναξίμανδρο και ύστερα. Σύμφωνα με τον Μπαγιόνα, οι απόψεις του Ηρακλείτου, τουλάχιστον όπως τον ερμηνεύει ο Πλάτων, δηλαδή ως φι­λόσοφο της μεταβολής, του γίγνεσθαι, επηρεάζουν τις από­ψεις των Σοφιστών για το σχετικό χαρακτήρα των ηθικών αξιών. Εξάλλου, η κριτική του πολυθεϊσμού και του ανθρω- πομορφικού χαρακτήρα της θρησκείας από τον Ξενοφάνη προετοιμάζει τις αντίστοιχες απόψεις του Προδίκου και του Κριτία. Ακόμη και η διάκριση του «νόμω» και του «φύσει», που αντιστοιχεί προς την αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό και έχει συνεπώς γνωσιοθε- ωρητικό χαρακτήρα, υιοθετείται από τους Σοφιστές. Οι Σο­φιστές εφαρμόζουν τη διάκριση αυτή σε ζητήματα πρακτι­κής φιλοσοφίας, στις ηθικές και κοινωνικοπολιτικές τους απόψεις. Τέλος, οι απόψεις του Δημοκρίτου για τη γένεση και την εξέλιξη του πολιτισμού φαίνεται να προετοιμάζουν τις αντίστοιχες απόψεις του Πρωταγόρα.3

Συνέχεια

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΕΣ


kion1Οι Ελληνιστικές Φιλοσοφίες

 

Brad Inwood

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – που είναι συνάμα και η γοητεία της-, είναι η ισορροπία μεταξύ συνέχειας και αλλαγής. Οι άθλοι της προσωκρατικής περιόδου της ελληνικής σκέψης, όπως και τα επιτεύγματα που είχε να επιδείξει ο τέταρτος αιώνας (προπάντων το έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη), ουδέποτε βρέθηκαν μακριά από το ενδιαφέρον των μεγάλων στοχαστών της ελληνιστικής εποχής. Κάθε τόσο ανακαλύπτουμε αδιάσειστες μαρτυρίες ότι ο Επίκουρος, ο Ζήνων και οι άλλοι εργάζονταν πάνω σε προβλήματα που έθεσαν οι προκάτοχοί τους, και έβρισκαν τα εννοιολογικά εργαλεία τους στις ιδέες των προηγούμενων φιλοσόφων. Εντούτοις η πρωτοτυπία τους παραμένει αδιαμφισβήτητη. Μετά από τις φιλότιμες διερευνήσεις του ιδεαλισμού του Πλάτωνα και της εργώδους αναθεώρησης της πλατωνικής σκέψης από τον Αριστοτέλη, οι Ελληνιστές φιλόσοφοι χάραξαν ένα καινούργιο μονοπάτι. Για να μπορέσουμε να περιγράψουμε αυτή την ισορροπία μεταξύ συνέχειας και αλλαγής, θα ήταν ίσως αποτελεσματικό να καταφύγουμε στο παραδοσιακό εκείνο δεκανίκι των ιστοριογράφων της φιλοσοφίας, τους -ισμούς.

Συνέχεια

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ


kion1Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

ΣΤΙΣ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ*

  ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ ΖΑΝΕΚΑ, Δρ. Φιλολογίας Α.Π.Θ

Στον «Παρμενίδη» του Πλάτωνος, η αρχή της ταυτότητας δηλώνει την τάση της μονάδας να παραμένει ενιαία και άρτια στην ακεραιότητά της, ενώ η αρχή της ετερότητας δηλώνει την τάση της να μερίζεται σε υποδιαιρέσεις[1].  Κατά τον Παρμενίδη, στο Ένα ή στο είναι αρμόζει η αιωνιότητα, το αγέννητο και ανώλεθρο, ιδιαίτερα όμως η τέλεια ενότητα, η αδιαφοροποίητη ταυτότητα με τον εαυτό του, δηλαδή η καθολική ομοιογένεια και η απόλυτη αμεταβλητότητα. Από την άποψη αυτή ο ελεατισμός είναι ακοσμικός[2]: η ποικιλία των πραγμάτων έχει αφανιστεί μέσα στο παν-ένα∙ εκείνο μόνο «είναι», ενώ η ετερότητα των πραγμάτων είναι πλάνη και απάτη της αισθητηριακής αντίληψης. Η πολλαπλότητα των πραγμάτων, που η εμπειρία μας τα παρουσιάζει να συνυπάρχουν και να διαδέχονται το ένα το άλλο, στάθηκε για τους Μιλήσιους φιλοσόφους η αφορμή να αναρωτηθούν ποια ήταν η κοινή σταθερή βάση (το είναι) – που όλα τ’ άλλα είναι δικές της μεταβολές (το γίγνεσθαι).  Οι διάφορες έννοιες του είναι είχαν σε τελική ανάλυση μοναδικό σκοπό να κάνουν κατανοητό το γίγνεσθαι.  Η ανάπτυξη της Προσωκρατικής σκέψης χαρακτηρίζεται από τη διαρκή αναφορά στο γίγνεσθαι και καθορίστηκε από την ανάγκη να νοηθεί το είναι με τρόπο που όχι μόνο συμβιβάζεται το γίγνεσθαι μαζί του αλλά και να εξηγείται με αυτό.

Συνέχεια

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ


kion1Ὁρισμός τῆς τραγωδίαςἑρμηνεία ἀριστοτελικοῦ ὁρισμοῦ

Ἀπόσπασμα ἀπό το ἔργο τῆς Α. Τζιροπούλου – Εὐσταθίου

«ΤΡΑΓΩΔΙΑ – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΚΑΘΑΡΣΙΣ»

«Ἔστι μέν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καί τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καί οὐ δί’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα, τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

                                                                            (Ἀριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)

Εἶναι λοιπόν ἡ τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας καί τελείας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης (1448 Α) ἐπεξηγεῖ τή λέξη «μίμησις»: «μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδή ὑποδύονται ἀνθρώπους εὐρισκομένους ἐν δράσει. Ὁ δέ ὅρος «πράξις» ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα στίς «πράξεις» τῶν θεατρικῶν ἔργων. Ἡ «πρᾶξις» τῆς τραγωδίας εἶναι σπουδαία καί τελεία, δηλαδή ἀξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας καί ἐντελής καθ’ ἑαυτήν. Φθάνει σέ ὁρισμένο τέλος. Γι’ αὐτό καί ἐπιβάλλεται νά ἔχει μέγεθος καθορισμένον, τό ὁποῖον συγκροτεῖται εἰς ἐν  «ὅλον»: «ὅλον δέ ἔστιν τό ἔχον ἀρχήν καί μέσον καί τελευτήν». 1450,30. Ἐάν ἡ «πρᾶξις» παραταθεῖ πέραν τῶν ὁρίων τῆς λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται ἡ σύνθεσις «καί ἀποτυγχάνουσι πάντες».

Συνέχεια