Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ


kion1Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ TOΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ: ΙΣΟΝΟΜΙΑ

 (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Μ. Β. Σακελλαρίου

«Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

SakellariouΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ της τυραννίδας διαμορφώθηκαν δύο πολιτικά ρεύματα: το ένα με αρχηγό τον Κλεισθένη, το άλλο με αρχηγό τον Ισαγόρα. Κατά τις εκλογές του έτους 508/7 π.Χ. πλειοψήφησε το ρεύμα του Ισαγόρα, ο οποίος εξελέγη ’Άρχων. Με τον Ισαγόρα συντάχθηκαν όλοι σχεδόν οι ευπατρίδες, οι οποίοι συμφωνούσαν μαζί του για την εγκαθίδρυση αριστοκρατικού καθεστώτος. Αλλά μόνοι οι αριστοκράτες δεν θα επαρκούσαν για να τον φέ­ρουν στην εξουσία’ πρέπει λοιπόν να υπερψηφίσθηκε και από μη ευπατρίδες. Πολλοί αγρότες και λαϊκά στοιχεία της πόλεως, από συμπάθεια προς τον Πεισίστρατο, δεν θα είχαν καλές διαθέσεις για τους Αλκμεωνίδες, που υπήρ­ξαν οι πιο αδιάλλακτοι αντίπαλοι του ίδιου και του Ιππία, ενώ θα ήσαν περισ­σότερο πρόθυμοι να εμπιστευθούν ανθρώπους όπως ο Ισαγόρας, που δεν είχαν συγκρουσθεί με τους τυράννους.

Συνέχεια

ΜΕΤΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΙ


kion1ΜΕΤΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΙ

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Μ. Β. Σακελλαρίου

«Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»)

Λήψη του αρχείου

1

Α. Μέτοικοι

Οι μέτοικοι[1] ήσαν ξένοι μόνιμα εγκατεστημένοι σε μία κοινωνία. Στις κοινωνίες που ανακλώνται στα ομηρικά έπη ο μέτοικος ήταν συνήθως φυγάς. Οι επίσημοι φυγάδες απολάμβαναν την προστασία του βασιλέα ή ενός άλλου ισχυρού παράγοντα. Οι άλλοι ήσαν ουσιαστικά εκτός νόμου, αλλά ανεκτοί. Ήδη ο Σόλων συνειδητοποίησε τη σημασία που θα είχε για την αθηναϊκή οικονομία η αύξηση του ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού με μετοίκους.

Έτσι όρισε με ειδικό νόμο ότι θα ήταν δυνατή η πολιτογράφηση μετοίκων δύο κατηγοριών: εκείνων που είχαν εξορισθεί από την πατρίδα τους ισόβια και εκείνων που θα έρχονταν στην Αθήνα με ολόκληρη την οικογένειά τους και με σκοπό να ασκήσουν ένα επάγγελμα. Αρχαίοι σχολιαστές έκριναν ότι μέτοικοι αυτών των κατηγοριών παρείχαν αυτόματα την εγγύηση ότι θα παρέμεναν στην Αθήνα μόνιμα. Η οικονομική ανάπτυξη της Αθήνας μετά τους περσι­κούς πολέμους προσείλκυε διαρκώς μετοίκους, οι οποίοι έβρισκαν εργασία σ’ όλη την κλίμακα των βιοποριστικών ασχολιών, από κωπηλάτες ώς έμποροι ή τραπεζίτες. Οι Αθηναίοι, από την πλευρά τους, ανταποκρίνονταν θετικά στη συρροή μετοίκων, γιατί διαπίστωναν τη χρησιμότητά τους. Η ανταπόκρισή τους δεν έφθασε μέχρι παραχωρήσεως πολιτικών δικαιωμάτων, όπως είχε νομοθετήσει ο Σόλων. Η δημοκρατική Αθήνα έδωσε πολιτικά δικαιώματα σε μετοίκους κατ’ εξαίρεση και με το αιτιολογικό ανταμοιβής για προσφορά στην πόλη υπηρεσιών υψίστης σημασίας.[2] Με λιγότερη δυσκολία αποφάσιζε ο αθηναϊκός Δῆμος να εκφράσει την ευαρέσκειά του με παροχή ἰσοτελείας σ’ ένα μέτοικο, η οποία συνεπαγόταν την απαλλαγή του από πρόσθετα φορολογικά βάρη. Οι Αθηναίοι των κλασσικών χρόνων αφ’ ενός διαπίστωναν διαρκώς ότι η συρροή μετοίκων είχε μια δική της δυναμική και δεν χρειαζόταν να ενισχυθεί με το κίνητρο που είχε χρησιμοποιήσει ο Σόλων και αφ’ ετέρου διακατέχονταν από πνεύμα περιορισμού των πολιτών στα όρια των καθαρόαιμων Αθηναίων.

Συνέχεια

ΔΟΥΛΟΙ


kion1ΔΟΥΛΟΙ

 (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Μ. Β. Σακελλαρίου

«Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»)

Η αθηναϊκή δημοκρατία αναπτύχθηκε σ’ έδαφος οικονομίας που χρησιμοποιούσε εντατικά, αλλά όχι αποκλειστικά, την εργασία δούλων. Για τούτο οι δημοκρατικοί δεν στράφηκαν εναντίον τού λογικώς αντιδημοκρατικού δουλοκτητικού συστήματος, αλλά το συντήρησαν. Βέβαια, επί δημοκρατίας σημειώθηκαν κάποιες βελτιώσεις στο επίπεδο των περιορισμών που επιβάλλονταν στους δούλους. Αλλά, όπως θα δούμε, μερικές από αυτές, δημόσιες, οφείλονταν σε σκοπιμότητες που εξυπηρετούσαν την ασφάλεια του κράτους, ενώ άλλες, ιδιωτικές, αποτελούσαν προνόμιο λίγων δούλων: εκείνων στους οποίους οι κύριοι ανέθεταν εργασίες που χρειάζονταν αυτονομία ή και πρωτοβουλία. Οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ήσαν ώριμες ώστε ένα δημοκρατικό καθεστώς να σκεφθεί καν να καταργήσει τη δουλεία μέσα στην επικράτειά του (βλ. σελ. 56).

Και στη δημοκρατική Αθήνα, κάθε δούλος[1] ήταν κτήμα κάποιου ελεύθερου. Ήταν περιουσιακό στοιχείο, μεταβιβάσιμο εμπόρευμα: ο δούλος αγοραζόταν και πουλιόταν, δωριζόταν, κληρονομιόταν επίσης μπορούσε να κατασχεθεί. Δεν ήταν ελεύθερος: δεν διέθετε τον εαυτό του, δεν είχε δικαιώματα επί της ζωής του. Ωστόσο του αναγνωριζόταν ότι ήταν ανθρώπινο ον.

Συνέχεια

ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ


kion1ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

 

Λήψη του αρχείου

  1. (αντίστοιχη αναφορά στο έργο του Μ. Β. Σακελλαρίου

  «Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

Η λέξη λειτουργία, πανελλήνια, δήλωνε γενικότερα την προσφορά μιας δημόσιας υπηρεσίας από έναν πολίτη, ειδικότερα την υποχρέωσή του να αναλάβει τη δαπάνη συγκεκριμένου έργου. Έργα που πραγματοποιούνταν στην Αθήνα με μία λειτουργία ήσαν θρησκευτικές εκδηλώσεις και εξοπλισμοί. Ως λειτουργίες της πρώτης ομάδας αναφέρονται η χορηγία, η γυμνασιαρχία, η ἀρχιθεωρία και η ἐστίασις. Ο πολίτης που χρεωνόταν με μια χορηγία, ο χορηγός, όφειλε να αναλάβει τη δαπάνη για τις αμοιβές των μελών του χορού ενός θεατρικού έργου (τραγωδίας ή κωμωδίας) ή διαφόρων πανηγύρεων για αρκετές ημέρες. Ένας γυμνασίαρχος κατέβαλλε τα έξοδα που απαιτούνταν για μια λαμπαδηδρομία. Περιβαλλόμενος με την τιμή να ηγηθεί της θεωρίας (αντιπροσωπείας) που έστελνε η πόλη στη Δήλο για την ετήσια εορτή του Απόλλωνα, ο ἀρχιθέωρος ανταπέδιδε καταβάλλοντας τα έξοδα της αποστολής. Η ἐστίασις προοριζόταν για οργάνωση δείπνου προσφερομένου στα μέλη μιας φυλής σ’ ορισμένες εορτές. Μοναδική λειτουργία με σκοπό στρατιωτικό, η τριηραρχία καθιερώθηκε την εποχή που οι Αθηναίοι, με την παρακίνηση του Θεμιστοκλή, επιδόθηκαν στη συγκρότηση μεγάλου στόλου. Τότε το κράτος επέλεξε 100 από τους πλουσιότερους πολίτες και ανέθεσε στον καθένα από αυτούς τη φροντίδα της ναυπηγήσεως μιας τριήρους με δημόσια επιχορήγηση ενός ταλάντου και πρόσθετα δικά τους έξοδα. Στη συνέχεια όμως η τριηραρχία δεν περιλάμβανε μεν τη ναυπήγηση του σκάφους και τον εφοδιασμό του με ξάρτια, αποστολές που ανέλαβε το κράτος, επιβάρυνε όμως τον τριήραρχο με τα έξοδα της συντηρήσεως και των επισκευών του σκάφους, της αντικαταστάσεως των εξαρτημάτων που φθείρονταν ή χάνονταν και της εκπαιδεύσεως των κωπηλατών, καθώς και, επί πλέον, με τα καθήκοντα κυβερνήτη. Οι λειτουργίες ήσαν βαρύτατοι ατομικοί φόροι. Τον 4ον αιώνα το κόστος μιας χορηγίας κυμαινόταν από 1.500 ώς και 5.000 δραχμές, μια τριηραρχία στοίχιζε από 4.000 ώς και 6.000 δραχμές. Αυτά τα ποσά αποτελούσαν πολύ μεγάλα ποσοστά του κεφαλαίου του καλουμένου να αναλάβει μια λειτουργία και ακόμη μπορούσαν να υπερβαίνουν το ετήσιο εισόδημά του. Εξ άλλου, κάθε χρόνο χρειάζονταν, τον 5αν αιώνα π.Χ. τουλάχιστον, εκατό χορηγοί και περίπου 300 τριήραρχοι για ολόκληρο έτος. Τον 4ον αιώνα π.Χ. επιβάλλονταν τριηραρχίες όχι πια για όλες τις πλώιμες τριήρεις και για τη διάρκεια του έτους, αλλά για όσες αποφάσιζε κάθε φορά ο Δήμος και για τη διάρκεια της συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Υποτίθεται ότι μια ακίνητη περιουσία μπορούσε να φορολογηθεί σε διάστημα από τριάντα μέχρι σαράντα ετών με δύο χορηγίες, άλλες τόσες τριηραρχίες και μερικές άλλες, πιο μικρές, λειτουργίες. Αν ένας πολίτης υποχρεωνόταν να αναλάβει μια λειτουργία, ενώ δεν διέθετε πια χρηματικό απόθεμα, δεν είχε άλλες διεξόδους από το να χρεωθεί ή να πουλήσει ένα μέρος από την περιουσία του. Για τούτο το λόγο καθιερώθηκε η συντριηραρχία, περί το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ανεπίσημα, έπειτα επίσημα. Έτσι μία τριηραρχία κατανεμόταν μεταξύ δύο ή τριών πολιτών. Τέλος, το 358/7 π.Χ., εφαρμόσθηκε για τις συντριηραρχίες ένα νέο σύστημα: ανά 4-6 από τα 60 μέλη κάθε συμμορίας (βλ. σελ. 200, 262) σχημάτιζαν μια συντέλεια και αυτή ήταν που χρεωνόταν με μια συντριηραρχία.

Συνέχεια

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


kion1 Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

            Απόσπασμα από το κεφάλαιο «ΕΜΠΟΡΟΙ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ»

στο έργο του Antony Andrewes

 «ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Λήψη του αρχείου

 Ὥς ἐδῶ ἀφήσαμε νά περάσει ἀσχολίαστο τό γεγονός ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας γινόταν ἀπό δούλους. Πρέπει λοιπόν τώρα νά στραφοῦμε στό θέμα τῆς δουλείας, πού προκαλοῦσε ἀνέκαθεν κάποια ἀμηχανία στούς θαυμαστές τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀξιοσέβαστοι ἐπιστήμονες ἔπεισαν ἀπεγνωσμένα τόν ἑαυτό τούς ὅτι ἡ δουλεία στήν ἀρχαία Ἑλλάδα πρέπει νά ὑπῆρξε θεσμός κάπως πιό ἀνθρώπινος ἀπό ὅ,τι φαίνεται· καί μολονότι αὐτη ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων εἶναι τώρα λιγότερο διαδομένη, ἐξακολουθεῖ νά προκαλεῖται σύγχυση ἀπό τή συζήτηση γιά τό ἐπίμαχο θέμα τοῦ χαρακτήρα τῆς δουλείας τῶν νέγρων τῆς Ἀμερικῆς καί ἀπό τή μαρξιστική ἔμφαση στή δουλεία ὡς βάση τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ. Σέ πολύ γενικές γραμμές, ἡ δουλεία ἦταν κάτι βασικό γιά τόν ἑλληνικό πολιτισμό, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ κατάργησή της καί ἡ ἀντικαταστασή της ἀπό τήν ἐλεύθερη ἐργασία, ἄν εἶχε περάσει ἀπό τό νοῦ κανενός νά προχωρήσει σέ τέτοιες καινοτομίες, θά σήμαιναν τήν ἀποδόμηση ὁλόκληρής τῆς κοινωνίας καί τήν ἐκμηδένιση τοῦ ἐλεύθερου χρόνου τῶν ἀνώτερων τάξεων τῆς Ἀθήνας καί τῆς Σπάρτης. Ὁ μέσος Ἀθηναῖος εἶχε βαθιά ριζωμένη τήν πεποίθηση ὅτι ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος ἦταν ἀδύνατο νά ἐργάζεται ἔχοντας κάποιον ἄλλο ἄμεσο ἀφεντικό του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καί ἐλεύθεροι καί δοῦλοι ἀπασχολοῦνταν στίς περισσότερες μορφές τοῦ ἐμπορίου καί τῆς βιομηχανίας· ἡ ἀπομάκρυνση ὅμως τῶν δούλων ἀπό τά ἔργα αὐτά θά συνεπαγόταν μιά ἐξαιρετικά ἄβολη ἀναδιοργάνωση τῆς ἐργασίας καί τῆς ἰδιοκτησίας. Ὡστόσο, τό πρόβλημα ἄν μποροῦσε νά εἶναι ἀλλιώτικο τό σύστημα δέν πρέπει νά μᾶς ἀπασχολήσει πάρα πολύ. Τό πρῶτο ἐρώτημα εἶναι πῶς λειτουργοῦσε στήν πραγματικότητα ὁ θεσμός τῆς δουλείας.

Συνέχεια