ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ


kion1Ἀ­πὸ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ στὸ «Πλά­τω­νος Συμ­πό­σι­ο»

(τό ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τόν παι­δι­κόν – ἐ­φη­βι­κόν ἔ­ρω­τα)*

  Ἰ­ω­άν. Συ­κου­τρὴ

SykoutrhsἩ προ­έ­λευ­σις τοῦ θε­σμοῦ τού­του δεν μᾶς εἶ­ν’ ἐ­πα­κρι­βῶς γνω­στή. Δὲν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­τι εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ στρα­το­πέ­δου καὶ ὅ­τι ἀ­νή­κει εἰς ἐ­πο­χὰς με­τα­να­στεύ­σε­ων καὶ νο­μα­δι­κῶν πε­ρι­πε­τει­ῶν πο­λε­μι­κῶν στι­φῶν, κα­τὰ τάς ὁ­ποί­ας αἱ γυ­ναῖ­κες λεί­πουν, ἢ εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κῶς ἀ­νε­παρ­κεῖς. Τ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὄ­χι μό­νον ἡ ἀ­να­λο­γί­α πρὸς ἄλ­λους λα­ούς[1], εἰς τοὺς ὁ­ποί­ους οἱ ἀρ­χαῖ­οι πα­ρε­τή­ρη­σαν τὴν ὕ­παρ­ξιν τοῦ ἐ­θί­μου (τοὺς Γα­λά­τας καὶ τοὺς Γερ­μα­νούς), καὶ λα­οὺς τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων (θὰ ἀ­νέ­φε­ρα τοὺς Τούρ­κους), ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ κα­τό­πιν συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν πο­λε­μι­κὴν ζω­ήν, τὰ στρα­τι­ω­τι­κὰ κα­θή­κον­τα καὶ τὴν γυ­μνα­στι­κήν[2]. Ἀλ­λὰ τὸ ζή­τη­μα, δὲν εἶ­ναι ἂν μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ὡ­δή­γη­σε καὶ ὁ­δη­γεῖ πάν­το­τε εἰς δι­α­στρο­φὰς· αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου προ­βλη­μα­τι­κόν. Τὸ πρό­βλη­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴν πού μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­ξευ­γε­νι­ζε­ται, γε­μί­ζει μ’ ἒν ἀ­νώ­τε­ρον πνευ­μα­τι­κὸν καὶ ἠ­θι­κὸν πε­ρι­ε­χό­με­νον ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τόν παι­δι­κὸν ἔ­ρω­τα εἰς τοὺς Ἕλ­λη­νας, καὶ μό­νον εἰς αὐ­τούς[3]. Καὶ ἀ­πὸ τῆς ἀ­πό­ψε­ως αὐ­τῆς ἡ προ­ὲ­λευ­σις τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ παι­δι­κοῦ ἔ­ρω­τος εἶ­ναι σκο­τει­νή. Βε­βαί­ως ὀρ­θὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­τή­ρη­σις[4] ὅ­τι εἰς τὸ ἔ­θι­μον αὐ­τό ὑ­πο­κρύ­πτε­ται ἴ­σως ἡ πρω­τό­γο­νος πί­στις, ὅ­τι ἡ ἀν­δρι­κὴ δύ­να­μις καὶ ζω­τι­κό­της δύ­να­ται νὰ με­τα­βι­βα­σθῇ ἐκ τῶν ὡ­ρί­μων εἰς τὸν ἀ­νώ­ρι­μον δι­ὰ πρά­ξε­ως ὑ­λι­κῆς καὶ ὁ­ρα­τῆς, πί­στις εἰς τὴν ὁ­ποί­αν καὶ ἡ ἀν­θρω­πο­φα­γί­α στη­ρί­ζε­ται ἀ­κό­μη. Ἀλ­λ’ ἡ ἑρ­μη­νεί­α αὐ­τὴ δὲν ἐ­παρ­κεῖ, νο­μί­ζω, νὰ ἑρ­μη­νεύ­σῃ πλή­ρως τό φαι­νό­με­νον. Δι­α­πι­στώ­νο­μεν μό­νον, ὅ­τι ἐ­νω­ρίς ἐ­χρη­σι­μο­ποι­ή­θη ὁ παι­δι­κὸς ἔ­ρως, δι­ά ν’ ἀ­να­πτύ­ξῃ, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς τι­μῆς (αὐ­τό πού θὰ το­νί­σῃ ὁ Φαῖ­δρος εἰς τὸν λό­γον του), ἰ­δί­ως εἰς τὸν πὸ­λε­μον. Εἰς τὸ βά­θος ὑ­πό­κει­ται ἡ ὀρ­θὴ ψυ­χο­λο­γι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­σις, ὅ­τι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός αὐ­ξά­νει πάν­το­τε εἰς τὸ ἀρ­σε­νι­κὸν τὴν μα­χη­τι­κό­τη­τα καὶ δε­κα­πλα­σι­ά­ζει τάς δυ­νά­μεις του. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν νά δι­η­γοῦν­ται ἕ­να πλῆ­θος σχε­τι­κῶν πα­ρα­δειγ­μά­των[5], ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ κα­λύ­τε­ρον ἑρ­μη­νευ­τι­κόν ὑ­πό­μνη­μα εἰς τοὺς λό­γους τοῦ Φαί­δρου καὶ τοῦ Παυ­σα­νί­ου. Ὁ Πλού­ταρ­χος λ.χ. μὰς ἀ­να­φέ­ρει εἰς τὸν Ἐ­ρω­τι­κὸν του 761c τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς πο­λε­μι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰς τὴν μά­χην ὠ­λί­σθη­σε καὶ ἔ­πε­σε πρη­νὴς ὁ ἐ­χθρὸς ἦ­τον ἕ­τοι­μος νὰ τὸν κτυ­πὴ­σῃ, καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν πα­ρε­κά­λε­σε νὰ πε­ρι­μέ­νῃ ὀ­λί­γον νὰ στρα­φῇ ὕ­πτι­ος, ὥ­στε νὰ μὴ τὸν ἴ­δῃ ὁ ἐ­ρω­μέ­νος τοῦ πλη­γω­μέ­νου εἰς τὰ νῶ­τα. Εἰς τὴν Χαλ­κί­δα ἐ­δεί­κνυ­αν τὸν τά­φον ποῦ Θεσ­σα­λοῦ ἱπ­πέ­ως Κλε­ο­μά­χου, τὸν ὁ­ποῖ­ον ὡς ἥ­ρω­α ἔ­θα­ψαν εἰς τὴν ἀ­γο­ρὰν καὶ ἐ­λά­τρευ­αν. Εἶ­χεν ἔλ­θει ὡς σύμ­μα­χος τῶν Χαλ­κι­δέ­ων εἰς τὸν πε­ρί­φη­μον πό­λε­μον κα­τὰ τῆς Ἐ­ρε­τρί­ας πε­ρὶ τοῦ Λη­λαν­τί­ου πε­δί­ου. Εἰς τὴν μά­χην οἱ Χαλ­κι­δεῖς ἐ­πι­έ­ζον­το σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ρο­χὴν τοῦ ἱπ­πι­κοῦ τῶν ἀν­τι­πά­λων. Ὁ κίν­δυ­νος ἦ­το με­γά­λος, ὅ­λοι ἐ­ζη­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς Θεσ­σα­λοὺς ἱπ­πεῖς νὰ ἐ­ξορ­μή­σουν. Ὁ Κλε­ό­μα­χος ἐ­ρω­τᾷ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νον του, ἂν θὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἔ­βλε­πε μα­χό­με­νον, καὶ με­τὰ κα­τα­φα­τι­κὴν ἐ­κεί­νου ἀ­πάν­τη­σιν, ὁ Κλε­ό­μα­χος τὸν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τοῦ φο­ρέ­σῃ μὲ τὰ χέ­ρι­α του τὸ κρά­νος, τὸν φι­λεῖ καὶ ὁρ­μᾶ ὁ­λο­τα­χῶς πρὸς τὴν πυ­κνὴν φά­λαγ­γα τοῦ ἐ­χθρι­κοῦ ἱπ­πι­κοῦ — δι­ὰ νὰ μὴ γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ von Langenau τοῦ Rilke ἐ­κέρ­δι­σε τὴν ἀ­θα­να­σί­αν καὶ τὴν νί­κην εἰς ἕ­να με­θύ­σι ἡ­ρω­ι­σμοῦ, ἔ­ρω­τος, θα­νά­του.

Ἀλ­λ’ ὄ­χι μό­νον δι­ὰ τὸν πό­λε­μον δι­ὰ κά­θε εἴ­δους κοι­νω­νι­κὴν δρᾶ­σιν εἶ­χεν ἀ­να­χθῇ ὁ παι­δι­κὸς ἔ­ρως εἰς ση­μαν­τι­κὸν πα­ρά­γοντ’ ἀ­γω­γῆς σω­μα­τι­κῆς καὶ ψυ­χι­κῆς (ἦ­σαν τό­τε ἀ­κό­μη ἀ­χώ­ρι­στα τὰ δύ­ο). Καὶ ἀ­κρι­βῶς ὁ παι­δα­γω­γι­κὸς χα­ρα­κτὴρ τοῦ παι­δι­κοῦ ἔ­ρω­τος τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν θε­με­λι­ώ­δη δι­α­φο­ρὰν του ἀ­πὸ ἀ­νά­λο­γα ὁ­μο­φυ­λι­κά φαι­νό­με­να ἄλ­λων ἐ­θνῶν καὶ ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν[6].

Αἱ ἀ­ξι­ώ­σεις, τάς ὁ­ποί­ας εἶ­χεν ἡ ἀρ­χαί­α πό­λις ἀ­πὸ τοὺς πο­λί­τας της, ἦ­σαν με­γά­λοι καὶ ποι­κι­λώ­τα­ται, καὶ τὸ πρό­βλη­μα τῆς ἀ­γω­γῆς τοῦ πο­λί­του εἶ­χε κα­θο­λι­κω­τέ­ραν ση­μα­σί­αν ἀ­π’ ὅ,τι σή­με­ρον, ἰ­δί­ως εἰς πό­λεις χω­ρὶς τὴν στρα­το­κρα­τι­κὴν μο­νο­μὲ­ρει­αν τῆς Σπάρ­της καὶ τῆς Κρή­της, ὅ­πως αἱ Ἀ­θῆ­ναι. Στρα­τι­ώ­της νὰ γί­νῃ κα­λός, τὰ ὅ­πλα νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῇ, εἰς τὴν πει­θαρ­χί­αν καὶ τὴν σκλη­ρα­γω­γί­αν νὰ συ­νη­θί­σῃ, αὐ­τὰ ἠμ­πο­ροῦ­σεν, εἰς τάς Ἀ­θή­νας του­λά­χι­στον, νὰ μά­θῃ ὡς νε­ο­σύλ­λε­κτος εἰς τάς πε­ρι­πό­λους τῶν ἐ­φή­βων. Ἀλ­λὰ παν­τοῦ δὲν εἶ­χεν εἰ­σα­χθῇ ὁ θε­σμὸς αὐ­τὸς· ἐ­χρει­α­ζε­το λοι­πὸν κά­ποι­ος νὰ τοῦ τὸν δι­δά­ξῃ. Τὸ σῶ­μα του νὰ γυ­μνά­σῃ εἰς τοὺς κό­πους, νὰ τοῦ χα­ρί­σῃ ὑ­γεί­αν καὶ ἐ­λα­στι­κο­τη­τα, — δι’ αὐ­τό ὑ­πῆρ­χαν τὰ γυ­μνά­σι­α καὶ ὁ παι­δο­τρὶ­βης ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὸς ὄ­χι εἰς ὅ­λας τάς πό­λεις. Ἀλ­λὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴν καὶ ἠ­θι­κήν του ἀ­γω­γὴν ποῦ θὰ εὕ­ρι­σκεν ὁ νέ­ος; Ὡς ὁ αὐ­ρι­α­νός πο­λί­της θὰ ἦ­το ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ἔ­χῃ γνώ­μην, ὑ­πεύ­θυ­νον γνώ­μην, δι’ ἕ­να πλῆ­θος ζη­τη­μά­των ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, νο­μι­κῶν, οἰ­κο­νο­μι­κῶν, πο­λε­μι­κῶν, καὶ ὡς μέ­λος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας νὰ ἐ­κλέ­γῃ με­τα­ξὺ τῶν ἀν­τι­τι­θε­μέ­νων γνω­μῶν, νὰ ψη­φί­ζῃ στρα­τη­γούς, δι­πλω­μά­τας, ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς κλπ. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χῃ κά­ποι­αν πεῖ­ραν τῆς κρα­τού­σης νο­μο­θε­σί­ας, δι­ὰ νὰ ἠμ­πο­ρῇ νὰ φερ­θῇ ὡς μάρ­τυς, ὡς δι­ά­δι­κος χω­ρὶς τὴν βο­ή­θει­αν δι­κη­γό­ρου, ὡς δι­κα­στὴς αὔ­ρι­ον, ὅ­ταν θὰ τὸν ἔ­φε­ρεν ὁ κλῆ­ρος, εἰς μί­αν δὺ­σκο­λον ποι­νι­κὴν ἢ πο­λι­τι­κὴν ὑ­πό­θε­σιν. Βρα­δύ­τε­ρον ὁ κλῆ­ρος ἢ ἡ ψῆ­φος τῶν συμ­πο­λι­τῶν του θὰ τὸν ὤ­ρι­ζαν μέ­λος τῆς βου­λῆς, ὅ­που δι­ε­ξή­γον­το λε­πταὶ δι­πλω­μα­τι­καὶ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις, δι­α­χει­ρι­στὴν τῆς δη­μο­σί­ας πε­ρι­ου­σί­ας, ἐ­πι­στά­την εἰς τὴν ἀ­νέ­γερ­σιν καὶ δι­α­κό­σμη­σιν τει­χῶν, να­ῶν, δη­μο­σί­ων οἰ­κο­δο­μη­μά­των, μέ­λος ἐ­πι­τρο­πῆς πρὸς ναυ­πή­γη­σιν στό­λου, κρι­τὴν εἰς τοὺς δρα­μα­τι­κοὺς ἀ­γῶ­νας, πλοί­αρ­χον πο­λε­μι­κοῦ σκά­φους (τρι­ή­ραρ­χον), δι­ευ­θυν­τὴν γυ­μνα­στη­ρί­ου, δι­πλω­μα­τι­κὸν ἀ­πε­σταλ­μέ­νον, ἀ­ξι­ω­μα­τι­κόν, ὑ­πουρ­γὸν (στρα­τη­γόν). Δι ὅ­λα αὐ­τὰ τὶ γνώ­σεις ἐ­χρει­α­ζον­το καὶ τὶ πεί­ρα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῆς ζω­ῆς, ἂν ἐ­πρό­κει­το καὶ στοι­χει­ω­δῶς ν’ ἀν­τα­πο­κρι­θῇ εἰς τάς προσ­δο­κί­ας τῶν ἐ­κλο­γέ­ων του! Ἀλ­λὰ καὶ εἰς τὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴν του ζω­ήν, ἔ­πρε­πε πολ­λὰ νὰ γνω­ρί­ζῃ. Τοὺς τρό­πους τοῦ φέ­ρε­σθαι πρῶ­τον καὶ τοὺς κα­νό­νας τῆς εὐ­πρε­πεί­ας, ὥ­στε νὰ εἶ­ναι με­τρι­ό­φρων ἂλ­λ’ ἀ­κα­τά­πλη­κτος, ψύ­χραι­μος καὶ ἑ­τοι­μό­λο­γος, ἀλ­λ’ ὄ­χι ἀ­πό­το­μος καὶ ὑ­πε­ρό­πτης, εὐ­γε­νὴς ἀλ­λ’ ἀ­τα­πεί­νω­τος, εὐ­τρά­πε­λος ἀλ­λ’ ὄ­χι χυ­δαῖ­ος. Ἔ­πει­τα ἔ­πρε­πε τὸ πνεῦ­μα του νὰ ἒ­χῃ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νον, ὥ­στε νὰ πα­ρα­κο­λου­θῇ καὶ νὰ κρί­νῃ μί­αν τρα­γω­δί­αν τοῦ Σο­φο­κλέ­ους, μί­αν μου­σι­κὴν σύν­θε­σιν ποῦ Τι­μο­θέ­ου, μί­αν φι­λο­σο­φι­κὴν συ­ζή­τη­σιν μὲ τὸν Σω­κρά­τη, νὰ δι­α­βά­ζῃ τὰ βι­βλί­α τοῦ Ἀ­να­ξα­γό­ρου, ν’ ἀ­πο­λαὺ­ῃ ἕ­να ἄ­γαλ­μα ποῦ Φει­δί­ου, νὰ ἔ­χῃ με­ρι­κάς στοι­χει­ώ­δεις γε­ω­γρα­φι­κάς καὶ ἱ­στο­ρι­κάς γνώ­σεις, νὰ ἠμ­πο­ρῇ ν’ ἀ­νοί­γῃ τὸ στό­μα του χω­ρὶς νὰ λέ­γῃ ἀ­νο­η­σί­ας, νὰ συ­νει­σφέ­ρῃ, ἐ­νερ­γὸν καὶ αὐ­τὸς μέ­λος τῆς συν­τρο­φι­ᾶς, κά­τι εἰς ἕ­να συμ­πό­σι­ον. Καὶ πρὸς τού­τοις ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι εἰς θέ­σιν νὰ δι­α­χει­ρί­ζε­ται τὴν πε­ρι­ου­σί­αν του, νὰ εὑ­ρί­σκῃ δι­έ­ξο­δον εἰς τάς δύ­σκο­λους στιγ­μὰς τῆς ζω­ῆς καὶ νὰ ἔ­χῃ ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου τὸ ἀ­πα­ραί­τη­τον ἦ­θος ἑ­νὸς χρη­στοῦ πο­λί­του καὶ ἑ­νὸς εὐ­σε­βοῦς ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι τῶν θε­ῶν, τῆς πα­τρί­δος, τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας του, τῶν συμ­πο­λι­τῶν του, νὰ γνω­ρί­ζῃ τί­μι­α νὰ ζῇ καὶ ὡ­ραῖ­α ν’ ἀ­πο­θνή­σκῃ. Ὅ­λ’ αὐ­τὰ μα­ζὶ καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­παρ­τί­ζουν ὅ,τι ὁ ἀρ­χαῖ­ος ὠ­νό­μα­ζεν ἀ­ρε­τήν, ὅ,τι ἀ­πε­τέ­λει τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κῶς καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κῶς τέ­λει­ον ἄν­θρω­πον, τὸν κα­λὸν κἀ­γα­θόν.

Ἀ­πὸ ποῦ καὶ πῶς θὰ τ’ ἀ­πο­κτοῦ­σεν ὁ νέ­ος: Ἕ­να με­γά­λον μέ­ρος (πάν­τως ὄ­χι τό ὅ­λον) ἀ­πο­κτᾷ σή­με­ρον ὁ νέ­ος εἰς τὸ σχο­λεῖ­ον. Εἰς τὴν Ἀρ­χαι­ό­τη­τα ὅ­μως καὶ αἱ ἀ­ξι­ώ­σεις ἦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ροι καὶ σχο­λεῖ­α ἀ­νώ­τε­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χαν μό­λις τὸν 4ον αἰ­ῶ­να ἱ­δρύ­θη­σαν, καὶ αὐ­τὰ μὲ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κὴν ἀ­πο­στο­λήν. Ἔτ­σι ὁ ἔ­φη­βος τὴν μόρ­φω­σίν του ἔ­πρε­πε νά ζη­τή­σῃ εἰς τὴν κοι­νω­νί­αν μέ­σα. Ἐ­χρει­ά­ζε­το λοι­πὸν ἔ­ναν ἢ πε­ρισ­σο­τέ­ρους ἀν­θρώ­πους πε­πει­ρα­μέ­νους, πού θὰ τὸν εἰ­σα­γά­γουν, θὰ τὸν χει­ρα­γω­γή­σουν εἰς τὰ δυ­σχε­ρῆ, θὰ τὸν προ­στα­τεύ­σουν ἀ­πὸ κιν­δύ­νους, θὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γή­σουν προ­σω­πι­κάς γνω­ρι­μί­ας καὶ κοι­νω­νι­κάς σχέ­σεις, πού θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σαν πρὸ παν­τός, εἴ­τε οἱ ἴ­δι­οι εἴ­τε δι’ ἄλ­λων, νὰ τοῦ με­τα­δώ­σουν γνώ­σεις καὶ γνῶ­σιν τῆς ζω­ῆς καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ,τι μέ­σα των ἐ­κεῖ­νοι εἶ­χαν ἀ­πο­θη­κεύ­σει ὄ­χι ἀ­πὸ θε­ω­ρη­τι­κὴν δι­δα­σκα­λί­αν τό­σον, ὅ­σον ἀ­πὸ τὴν ζων­τα­νὴν πα­ρά­δο­ση τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κὴν τῶν πεῖ­ραν τῶν τα­ξι­δι­ών, τῶν συ­να­να­στρο­φῶν, τῶν πα­θη­μά­των τῶν. Θὰ τὸν ὡ­δη­γοῦ­σαν ἐ­πί­σης νὰ βλέ­πῃ τὸ νό­η­μα τῶν γε­γο­νό­των γύ­ρω του καὶ νὰ συ­νὰ­γῃ συμ­πε­ρά­σμα­τα καὶ δι­δάγ­μα­τα ἐξ αὐ­τῶν.

Τὸ ἔρ­γον αὐ­τό θὰ ἠμ­πο­ροῦ­σε βέ­βαι­α ν ἀ­να­λὰ­βῃ καὶ ἀ­νε­λάμ­βα­νε πολ­λά­κις ὁ πα­τέ­ρας, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει ζή­τη­μα ὅ­τι ἔ­νας πα­τέ­ρας ἀ­φω­σι­ω­μέ­νος εἰς τά παι­δι­ὰ του εἶ­ναι εἰς θέ­σιν νὰ ἐ­ξα­σκή­σῃ ἐ­πί­δρα­σιν ἰ­σχυ­ράν εἰς τὴν δι­α­μόρ­φω­σιν των, κυ­ρί­ως δι­ό­τι ἔ­χει ἕ­να σπου­δαῖ­ον μέ­σον: τὴν κα­θη­με­ρι­νὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­αν εἰς ὅ­λας τῆς ζω­ῆς τάς πε­ρι­πτώ­σεις. Ἀλ­λ’ ἡ ἐ­πί­δρα­σις αὐ­τὴ εἰς ἔ­ναν ἔ­φη­βον, καὶ δὴ εἰς ἔ­ναν ἀρ­χαῖ­ον ἔ­φη­βον, δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τι­μᾶ­ται. Πρῶ­τον δι­ό­τι γε­νι­κὼς εἰς στὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α ὡς πα­ρά­γων ἀ­γω­γῆς δὲν εἶ­χε τὴν ση­μα­σί­αν, πού ἔ­χει εἰς τὴν χρι­στι­α­νι­κὴν κοι­νω­νί­αν. Ἦ­τον ἔ­νας πο­λι­τι­κὸς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὸς δε­σμὸς εὐ­δι­ά­λυ­τος καὶ ἀ­τε­λής, χω­ρὶς τὴν ἱ­ε­ρό­τη­τα τοῦ μυ­στη­ρί­ου, ὅ­που παι­δι­ὰ δι­α­φό­ρων γά­μων, πολ­λά­κις καὶ νό­θα, ἀ­νέ­τρε­φον­το, ἀ­πὸ κοι­νοῦ ἀ­πὸ γυ­ναί­κας ἀ­μορ­φώ­τους καὶ ἀ­πὸ δού­λους, ἐ­νῷ ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἀ­φι­έ­ρω­νεν εἰς αὐ­τά, ἐ­φ’ ὅ­σον του­λά­χι­στον ἦ­σαν μι­κρά, τὴν προ­ο­ο­χὴν του, σπα­νί­ως δὲ πάν­τως τάς κα­λυ­τέ­ρας του ὥ­ρας — δὲν ἔ­με­νεν ἄλ­λω­στε πο­λὺ εἰς τὸ σπί­τι. Ἔ­πει­τα ὑ­πάρ­χει γε­νι­κὼς εἰς τάς σχέ­σεις τῶν γο­νέ­ων πρὸς τὰ παι­δι­ὰ πολ­λὴ συμ­πτω­μα­τι­κό­της. Λεί­πει τὸ αἴ­σθη­μα ὅ­τι σὺ μό­νος σου ἐ­δι­α­λε­ξες τὸν πα­τέ­ρα σου ἢ τὰ παι­δι­ά σου, τὸ στοι-χεῖ­ον τῆς ψυ­χι­κῆς συγ­γε­νεί­ας, τὴν ὁ­ποί­αν αἰ­σθά­νε­σαι ἠ­θι­κῶς ἀ­νω­τέ­ραν, ὅ­ταν εἶ­ναι πρᾶ­ξις τῆς ἐ­λευ­θέ­ρας, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πεύ­θυ­νου σου δι­α­γνώ­μης, συμ­φώ­νου μὲ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­αν σου, συμ­φώ­νου πρὸ παν­τὸς μὲ ὅ,τι μέ­σα σου ἔ­χεις ὡς ἰ­δε­ῶ­δες[7]. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως δι­ὰ τὸν ἔ­φη­βον — καὶ τὸ εἶ­χαν λε­πτό­τα­τα πα­ρα­τη­ρή­σει οἱ Ἕλ­λη­νες — ἔρ­χε­ται και­ρός, πού ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­σιν ν’ ἀ­πο­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ τὸ προ­σκή­νι­ον τῆς ζω­ῆς του, χω­ρὶς φυ­σι­κὰ νὰ τὸν χά­νῃ ἀ­πὸ τὰ μά­τι­α του. Τοῦ ὑ­πεν­θυ­μι­ζει πο­λύ, καὶ μὲ τὴν ὕ­παρ­ξίν του ἀ­κό­μη, ὅ­τι ἦ­το κά­πο­τε μι­κρὸ παι­δὶ — κά­τι δι­ὰ τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐν­τρέ­πε­ται σχε­δὸν ὁ ἔ­φη­βος. Οὔ­τε ὁ ἴ­δι­ος ἄλ­λω­στ εὔ­κο­λον εἶ­ναι νὸ συ­νη­θί­σῃ νὰ μὴν ἀν­τι­κρὺ­ζῃ εἰς τὸν ἔ­φη­βον τῆς σή­με­ρον τὸ μι­κρὸ παι­δὶ τῆς χθές. Ἐ­ξάλ­λου εἰς τὴν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τὴν ὁ ἔ­φη­βος ζη­τεῖ τά ἰ­δα­νι­κὰ του (καὶ μό­νον μὲ τὸ ἀν­τί­κρυ­σμα ἑ­νὸς ἰ­δα­νι­κοῦ εἶ­ναι νο­η­τὴ ἡ ἀ­γω­γὴ) εἰς τὰ μα­κρι­νὰ καὶ τ’ ἀ­συ­νή­θι­στα, καὶ φυ­σι­κὰ ἐν­σαρ­κω­μέ­να εἰς ὡ­ρι­σμέ­να πρό­σω­πα. Ὁ πα­τέ­ρας ὅ­μως εὑ­ρί­σκε­ται πο­λὺ κον­τὰ του, ἔ­χει τρι­βῆ πο­λὺ εἰς τὴν κα­θη­με­ρι­νὴν του πεῖ­ραν, ἢ ὥ­στε νὰ ἒ­χῃ τὴν αἴ­γλην τοῦ νέ­ου· ἔ­χει πα­ρου­σι­ά­σει εἰς τὸ παι­δὶ του συ­χνὰ πολ­λὰς μι­κρό­τη­τας (καὶ ἂς μὴν εἶ­ναι μι­κρό­τη­τες ἠ­θι­καὶ ἂς εἶ­ναι μό­νον μι­κρο­λε­πτο­μέ­ρει­αι τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς πε­ζό­τη­τος), ἢ ὥ­στε νὰ τοῦ γὶ­νῃ ἰ­δε­ῶ­δες, πού νὰ τὸν ἰ­κα­νο­ποι­ῇ. Τοῦ λεί­πει ἡ ἀ­πό­στα­σις.

  ἡ ἐπεξήγηση εἶναι τοῦ ἀναρτήσαντος
[1] Διὰ τούς πρωτογόνους λαοὺς ἔχει συγκεντρώσει παραδείγματα πολλὰ ὁ ἐθνολόγος Ed Westermarck Ursprung und Entwicklung det Moralbegriffe Γερμαν μετάφρ τοῦ Ι. Katsctiei τόμ 2 (Leipzig 1909)767-91
[2] Ἔπειτα παρατηρεῖται ὅτι εἶναι πολὺ περισσὸτερον περιωρισμένον εἰς τάς ἑλληνικὰς ἐκείνας χώρας, εἰς τάς ὁποίας ἔλαβε μεγίστην διὰδοοιν ὁ θεσμὸς ταῶν ἑταίρων ὅπως εἰς τὴν Ἰωνίαν.
[3] Ὁμοίως προβληματικὸν εἶναι ὄχι ὅτι ὁ ἄνθρωπός ἑχρησιμοποίησε τὴν στέγην ἑνὸς σπηλαίου ἢ μιᾶς καλύβης, διὰ να προστατευθῇ ἀπὸ τὴν βροχήν και τὸ ψῦχος, ἀλλ’ ὅτι ἀπὸ τὴν καλύβην ἐπροχώρησεν εἰς τὸν Παρθενῶνα καὶ ὅτι μὲ τὴν κατοικίαν συνέδεσε τάς βαθύτερος ἠθικὰς ἐννοίας τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας καὶ τῆς ἱεροτητός της.
[4] Την ἀνέπτυξεν εἰς το περίφημον ἄρθρον του εἰς το Rheimscnes Museum 62 (1907) σ. 438-475 ὁ Ε Bethe
[5] Ἕνα νόστιμον ἐπεισόδιον διηγεῖται καὶ ὁ Ξενοφῶν περὶ τοῦ Ὀλυνθίου λοχαγοῦ Ἐπισθένοῦς (Ἀνάβ. 7, 4,7-11).
[6] Γενικὼς ἄλλωστε οἱ ἀρχαῖοι ὡς πρὸς τὸν ἔρωτα ἐπρόσεχαν περισσότερον τὸ συναίσθημα παρὸ τὸ ἀντικείμενον, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ ἀντὶληψις πιστεύει ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἐκεῖνο πού θὰ ἠμποροῦσε νά ἑξαγνίςῃ κάπως τό ἔνστικτον καὶ τὸ αἴσθημα π.χ ὄχι ἄν ὁ ἔρως καθ’ ἑαυτὸν εἶναι δυνατός, εἰλικρινής, γνήσιος, ἀλλ’ ἂν στρέφεται πρὸς τὴν νόμιμον σύζυγόν σου λ.χ., τότε εἶναι ἠθικὸς.
[7] Αὐτὸ τὸ αἴσθημα ἀναπτύσσεται καὶ ὅταν ἔχεις μεταξὺ τῶν διδασκάλων σου νὰ διαλέξῃς. Δι’ αὐτο μόνον ὅπου ἡ δυνατότης ἐπαφῆς μὲ περισσοτέρους διδασκάλους ὑπάρχει, δημιουργοῦνται καὶ γόνιμοι δεσμοὶ μαθητῶν πρὸς αὐτούς.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s