Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


kion1Η ελληνική γλώσσα

Egon Friedell
Πολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας
[Εκδόσεις Πορεία, 1994, σελ. 62-71]

 

Το πρώτο και ίσως μεγαλύτερο καλλιτεχνικό δημιούργημα των Ελλήνων είναι η γλώσσα τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «βάρβαρος» σήμαινε αρχικά αυτόν που βγάζει άναρθρους ήχους: η λέξη μιμείται ηχητικά το κακόφωνο ρέκασμα των ξένων λαών, στους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες συγκατάλεγαν αρχικά όχι μόνο τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες, αλλά και τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους. Σιγά-σιγά η λέξη βάρβαρος έγινε απλώς πολιτιστική έννοια: όποιος μιλούσε και σκεφτόταν ελληνικά, δεν ήταν πια βάρβαρος. Αλλά, όπως είναι γνωστό, αυτό έκαναν σχεδόν όλοι οι κυρίαρχοι λαοί στα τέλη της αρχαιότητας: ειδικά οι Ρωμαίοι έγιναν κυριολεκτικά δίγλωσσος λαός. Στην αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι η γαλλική τον δέκατο όγδοο αιώνα, γιατί δεν είχε δίπλα της, όπως τα γαλλικά, άλλες γλώσσες και λογοτεχνίες που ν’ αποτελούν ασθενέστερους μεν, αλλά εξελίξιμους αντίπαλους.

Συνέχεια

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


kion1Ιδεολογία

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του M. I. Finley

«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ»)

 Λήψη του αρχείου

 Το 415 π.Χ. οι Αθηναίοι με όλες τους τις δυνάμεις εκστρατεύσανε κατά της Σικελίας σε μία τολμηρή και εμπνευσμένη απόπειρα να επηρεάσουν προς όφελος δικό τους την έκβαση του πολέμου κατά της Σπάρτης, που διαρκούσε ήδη περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια. Λίγο μετά την απόβαση στη Σικελία, ο Αλκιβιάδης, ιθύνων νους του σχεδίου της εισβολής και ένας από τους τρεις επικεφαλής στρατηγούς, διατάχτηκε να επιστρέψει στην Αθήνα με την κατηγορία ότι συνωμοτούσε κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο Αλκιβιάδης όμως αυτοεξορίστηκε, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και χωρίς να χάσει στιγμή βρήκε καταφύγιο στη Σπάρτη. Εκεί συμμετείχε σε δημόσιες συζητήσεις στρατηγικής σημασίας για τη διεξαγωγή του πολέμου, δικαιολογώντας την αποστασία του μ’ αυτά τα λόγια (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη 6.92.4):

Όσο για την αγάπη προς την πόλη δεν την αισθάνομαι για την πόλη που με αδικεί, αλλά για την πόλη όπου άσκησα με ασφάλεια τα δικαιώματα μου ως πολίτης. Δεν δέχομαι ότι βαδίζω εναντίον της πατρίδας μου· αντίθετα, προσπαθώ να ανακτήσω την πατρίδα που δεν είναι πλέον δική μου. Αγαπάει κανείς πραγματικά την πόλη όχι όταν αρνιέται να πολεμήσει εναντίον της ενώ την έχει χάσει άδικα, αλλά όταν κάνει τα πάντα για να την κερδίσει πίσω, από τη λαχτάρα του γι’ αυτήν.

Συνέχεια

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ


kion1Ὁρισμός τῆς τραγωδίαςἑρμηνεία ἀριστοτελικοῦ ὁρισμοῦ

Ἀπόσπασμα ἀπό το ἔργο τῆς Α. Τζιροπούλου – Εὐσταθίου

«ΤΡΑΓΩΔΙΑ – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΚΑΘΑΡΣΙΣ»

«Ἔστι μέν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καί τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καί οὐ δί’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα, τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

                                                                            (Ἀριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)

Εἶναι λοιπόν ἡ τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας καί τελείας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης (1448 Α) ἐπεξηγεῖ τή λέξη «μίμησις»: «μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδή ὑποδύονται ἀνθρώπους εὐρισκομένους ἐν δράσει. Ὁ δέ ὅρος «πράξις» ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα στίς «πράξεις» τῶν θεατρικῶν ἔργων. Ἡ «πρᾶξις» τῆς τραγωδίας εἶναι σπουδαία καί τελεία, δηλαδή ἀξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας καί ἐντελής καθ’ ἑαυτήν. Φθάνει σέ ὁρισμένο τέλος. Γι’ αὐτό καί ἐπιβάλλεται νά ἔχει μέγεθος καθορισμένον, τό ὁποῖον συγκροτεῖται εἰς ἐν  «ὅλον»: «ὅλον δέ ἔστιν τό ἔχον ἀρχήν καί μέσον καί τελευτήν». 1450,30. Ἐάν ἡ «πρᾶξις» παραταθεῖ πέραν τῶν ὁρίων τῆς λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται ἡ σύνθεσις «καί ἀποτυγχάνουσι πάντες».

Συνέχεια

Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


kion1Ἡ ὁπλιτική ἐπανάσταση

 (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Claude Mossé
«Η ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ»

Σέ ἕνα μεγάλο καί πλούσια διακοσμημένο κορινθιακό ἀγγεῖο τῶν μέσων του 7ου αἰώνα, τήν οἰνοχόη Chigi, ὑπάρχει στό πάνω μέρος, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τό λαιμό, μία σκηνή μάχης, ὅπου ἀντιπαρατάσσονται δυό ὁμάδες στρατιωτῶν. Ἴσως βέβαια νά πρόκειται γιά κάποια τελετουργική σκηνή. Ἐκεῖνο ὅμως πού μᾶς ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ διάταξη τῶν στρατιωτῶν καί στίς δυό ὁμάδες: προχωρώντας μέ κοινό βηματισμό κρατοῦν τίς ἀσπίδες τους ἔτσι ὥστε νά ἐφάπτονται καί νά σχηματίζουν ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος. Πρόκειται γιά τήν παλαιότερη ἀναπαράσταση στρατιωτικῆς φάλαγγας, πράγμα πού ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι ἀπό τόν 7ο αἰώνα αὐτή ἡ μέθοδος ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖται σέ ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις.

Συνέχεια