Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


kion1 Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

            Απόσπασμα από το κεφάλαιο «ΕΜΠΟΡΟΙ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ»

στο έργο του Antony Andrewes

 «ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Λήψη του αρχείου

 Ὥς ἐδῶ ἀφήσαμε νά περάσει ἀσχολίαστο τό γεγονός ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας γινόταν ἀπό δούλους. Πρέπει λοιπόν τώρα νά στραφοῦμε στό θέμα τῆς δουλείας, πού προκαλοῦσε ἀνέκαθεν κάποια ἀμηχανία στούς θαυμαστές τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀξιοσέβαστοι ἐπιστήμονες ἔπεισαν ἀπεγνωσμένα τόν ἑαυτό τούς ὅτι ἡ δουλεία στήν ἀρχαία Ἑλλάδα πρέπει νά ὑπῆρξε θεσμός κάπως πιό ἀνθρώπινος ἀπό ὅ,τι φαίνεται· καί μολονότι αὐτη ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων εἶναι τώρα λιγότερο διαδομένη, ἐξακολουθεῖ νά προκαλεῖται σύγχυση ἀπό τή συζήτηση γιά τό ἐπίμαχο θέμα τοῦ χαρακτήρα τῆς δουλείας τῶν νέγρων τῆς Ἀμερικῆς καί ἀπό τή μαρξιστική ἔμφαση στή δουλεία ὡς βάση τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ. Σέ πολύ γενικές γραμμές, ἡ δουλεία ἦταν κάτι βασικό γιά τόν ἑλληνικό πολιτισμό, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ κατάργησή της καί ἡ ἀντικαταστασή της ἀπό τήν ἐλεύθερη ἐργασία, ἄν εἶχε περάσει ἀπό τό νοῦ κανενός νά προχωρήσει σέ τέτοιες καινοτομίες, θά σήμαιναν τήν ἀποδόμηση ὁλόκληρής τῆς κοινωνίας καί τήν ἐκμηδένιση τοῦ ἐλεύθερου χρόνου τῶν ἀνώτερων τάξεων τῆς Ἀθήνας καί τῆς Σπάρτης. Ὁ μέσος Ἀθηναῖος εἶχε βαθιά ριζωμένη τήν πεποίθηση ὅτι ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος ἦταν ἀδύνατο νά ἐργάζεται ἔχοντας κάποιον ἄλλο ἄμεσο ἀφεντικό του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καί ἐλεύθεροι καί δοῦλοι ἀπασχολοῦνταν στίς περισσότερες μορφές τοῦ ἐμπορίου καί τῆς βιομηχανίας· ἡ ἀπομάκρυνση ὅμως τῶν δούλων ἀπό τά ἔργα αὐτά θά συνεπαγόταν μιά ἐξαιρετικά ἄβολη ἀναδιοργάνωση τῆς ἐργασίας καί τῆς ἰδιοκτησίας. Ὡστόσο, τό πρόβλημα ἄν μποροῦσε νά εἶναι ἀλλιώτικο τό σύστημα δέν πρέπει νά μᾶς ἀπασχολήσει πάρα πολύ. Τό πρῶτο ἐρώτημα εἶναι πῶς λειτουργοῦσε στήν πραγματικότητα ὁ θεσμός τῆς δουλείας.

Στή μυκηναϊκή ἐποχή ἡ διάκριση ἀνάμεσα σέ δούλους καί ἐλευθέρους πρέπει νά εἶχε κάποια σημασία, ἀφοῦ οἱ πινακίδες τῆς Γραμμικῆς Β δέν παραλείπουν νά ἀναφέρουν τή διάκριση· δέν εἴμαστε ὅμως σέ θέση νά πούμε τί σημασία εἶχε νά εἶναι κανείς δοῦλος στή μυκηναϊκή Πύλο, ἀφοῦ δέν γνωρίζουμε ὥς ποιό βαθμό ἦταν ἐλεύθερος ὁ μή δοῦλος. Παρόμοιες ἀμφιβολίες δυσκολεύουν τίς ἀπόπειρες νά ξεκαθαριστεῖ ποιά ἦταν ἡ κατάσταση τῶν δούλων στήν ὁμηρική ἐποχή. Βασικά ὁ Ὅμηρος μᾶς παρουσιάζει τήν παραδοσιακή εἰκόνα πόλεων πού λεηλατοῦνται καί γυναικῶν πού σκλαβώνονται, κι αὐτό δέν φαίνεται νά ἐνοχλεῖ τήν εὐαισθησία του. Γιά μία ἀκόμη φορά, ὁ κόσμος τῶν ἀρχόντων ἑλκύει περισσότερο τήν προσοχή του: τά αἰσθήματα τοῦ Ἀχιλλέα γιά τήν αἰχμάλωτη πριγκίπισσα Βρισηίδα, καί τά δικά της γι’ αὐτόν, ἀφοῦ ὁ Ἀχιλλεας εἶχε σκοτώσει τόν πατέρα της καί εἶχε λεηλατήσει τήν πόλη της· ἤ ἡ ζωή πού περιμένει τήν Ἀνδρομάχη, ὅταν σκοτωθεῖ ὁ ἄντρας της, ὁ Ἕκτορας, καί κυριευτεῖ ἡ Τροία. Οἱ ἄπιστες οἰκιακές δοῦλες τοῦ Ὀδυσσέα, πού εἶχαν κοιμηθεῖ μέ τούς μνηστῆρες τῆς Πηνελόπης, ἄνηκαν σέ μιά τάξη διαφορετική, καί ἦταν εὔκολο νά τίς κρεμάσουν χωρίς πολλή φασαρία καί σχόλια. Ὁ Εὔμαιος, ὁ πιστός χοιροβοσκός, πού τόν εἶχαν ἀπαγάγει στήν παιδική του ἡλικία φοίνικες ἔμποροι, μᾶς δείχνει ἕναν ἄλλο τρόπο ἀπόκτησης δούλων καί ἕνα ἄλλο στερεότυπο, τόν πρόθυμο ἀφοσιωμένο δοῦλο πού ἐξελίσσεται σέ οἰκογενειακό φίλο· καί ἡ Εὐρύκλεια, πού εἶχε ἀγοραστεῖ μέ ἀντάλλαγμα, ἦταν ἡ τροφός τοῦ Ὀδυσσέα καί ἀργότερα ἔγινε ἡ οἰκονόμος τοῦ παλατιοῦ, ἡ πρώτη σέ μιά μακρά σειρά ἀπό θετές μητέρες, τροφούς καί κηδεμόνες, πού τίς ἀγαπούσαν οἱ οἰκογένειες στίς ὁποῖες ἀνῆκαν, καί οἱ περισσότερες μᾶς εἶναι γνωστές μόνο ἀπό τή γνήσια ἀγάπη πρός τό πρόσωπό τους πού μαρτυροῦν οἱ ἐπιτύμβιες ἐπιγραφές.

Καί ἐδῶ πάλι θά ἦταν εὐκολότερο νά ἀναλύσουμε τήν κατάσταση τῶν δούλων, ἄν γνωρίζαμε πιό καλά ποιά ἦταν ἡ θέση τῶν ἐλεύθερων πού ἦταν ἐξαρτημένοι ἀπό τό παλάτι τοῦ Ὀδυσσέα. Τό παλάτι ἐκεῖνο ἀποτελοῦσε μιά στενά δεμένη καί σχεδόν αὐτάρκη μονάδα, στήν ὁποία ἦταν βαθιά ἀφοσιωμένοι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κάθε τάξης, καί γιά τήν ὁποία ἐργάζονταν ὅλοι μέ τόν τρόπο τούς —ἀκόμη καί ἡ Πηνελόπη ὑφαίνει μέ τά ἴδια τῆς τά χέρια. Ὑπῆρχαν, φυσικά, μεγάλες διακρίσεις περιωπῆς καί διαφοροποιήσεις ἀνάμεσα στά καθήκοντα πού ἐκτελοῦσε ὁ καθένας —μόνο οἱ οἰκοδεσπότες καί οἱ φιλοξενούμενοί τους εἶχαν τό προνόμιο νά λούζονται καί νά ντύνονται ἀπό ἄλλους— ἀλλά ἡ διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στά ἔργα ἑνός δούλου καί ἑνός ἐλευθέρου δέν εἶναι πολύ σαφής. Ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στoύc ἄρχοντες καί στούς ὑπολοίπους εἶναι πολύ μεγαλύτερη ἀπό ὁποιαδήποτε ἀπόσταση ἀνάμεσα στίς διάφορες τάξεις πού τούς ὑπηρετοῦσαν. Ἄν ἡ διάκριση ἀνάμεσα σέ δούλους καί σέ ἐλευθέρους ἔγινε βαθύτερη καί σαφέστερη κατά τήν κλασική περίοδο, αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι τό νόημα τῆς ἐλευθερίας εἶχε πιά ξεκαθαριστεῖ καί ἡ ἀξία της εἶχε αὐξηθεῖ ἀφάνταστα

Ὁ Ἕλληνας τῆς κλασικῆς περιόδου διέτρεχε τόν κίνδυνο νά γίνει δοῦλος, ἄν πιανόταν αἰχμάλωτος στόν πόλεμο· ὑπάρχουν ἀρκετές περιπτώσεις πόλεων πού εἶδαν τούς ἄνδρες τους νά ἐκτελοῦνται καί τά γυναικόπαιδά τους νά γίνονται δοῦλοι, ἄν καί, γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι δέν ἔλειψαν καί κάποιες διαμαρτυρίες γιά τίς ἀγριότητες αὐτές. Ἀλλά οἱ αἰχμάλωτοί τοῦ πολέμου δέν ἦταν δυνατό νά πλησιάσουν οὔτε κατά προσέγγιση τόν ἀπαιτούμενο ἀριθμό δούλων. Οἱ περισσότεροι δοῦλοι ἔρχονταν  διά μέσου δουλεμπόρων ἀπό τά σκλαβοπάζαρα τῆς Ἀνατολῆς, ἤ ἦταν αἰχμάλωτοι ἀπό πολέμους μεταξύ βαρβάρων, πού τούς πουλοῦσαν οἱ νικητές, ἤ, ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἡρόδοτος, ἦταν ἀπό τή Θράκη, ὅπου οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς πουλοῦσαν ἀπευθείας τά παιδιά τους ὡς δούλους. Πολλοί ἀνειδίκευτοι ἐργάτες ἔρχονταν ἀπό τόν Βορρᾶ, ἀπό τή Θράκη ἡ τή Φρυγία (ὑπῆρχαν ὅμως ἀπό τά μέρη αὐτά καί μερικοί πεπειραμένοι μεταλλωρύχοι)· Οἱ πιό ἀποδοτικοί ἐργάτες προέρχονταν κυρίως ἀπό τή Συρία καί τήν Ἀνατολή. Πρωταρχικό γεγονός γιά τήν Ἀθήνα τῆς κλασικῆς ἐποχῆς εἶναι ὅτι ἡ προσφορά ἐργασίας ἦταν ἄφθονη καί σχετικά φτηνή. Συνήθως ἕνας δοῦλος δέν κόστιζε πολύ περισσότερο ἀπό τή συντήρησή του γιά ἕνα χρόνο.

Οἱ ἐκτίμησεις τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν δούλων τῆς Ἀττικῆς διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, ἀλλά ἴσως ὁ πιθανότερος ἀριθμός νά ἦταν περίπου 80-100 χιλιάδες τήν ἐποχή πού ἡ Ἀθήνα εἶχε τή μεγαλύτερη εὐημερία καί τό μεγαλύτερο πληθυσμό πολιτῶν —κατά μέσον ὅρο δηλαδή ἀναλογοῦσαν περίπου ἕνας δοῦλος καί μισός γιά κάθε ἐνήλικο ἀθηναῖο πολίτη, ἤ ἕνας δοῦλος γιά κάθε τέσσερα ἄτομα τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ. Μεγάλο μέρος τῶν ἀπασχολουμένων δούλων ἦταν οἰκιακοί ὑπηρέτες.[1] Αὐτό δέν ἴσχυε μόνο γιά τούς εὐγενεῖς πού ἡθελαν νά ἐπιδειχθοῦν, ἀλλά ἐπεκτεινόταν καί σέ πολύ κατώτερες τάξεις, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ συγκριτικά φτωχοῦ ἀνθρωπάκου πού ἐμφανίζεται ὡς ἥρωας σέ τόσο πολλές κωμωδίες τοῦ Ἀριστοφάνη καί συνέχεια φωνάζει τό δοῦλο ἤ τούς δούλους του. Ἀκόμη καί μεμονωμένες οἰκογένειες, πού καλλιεργοῦσαν ἕναν μικρό ἀγρό, εἶχαν συνήθως στήν κατοχή τούς δούλους· σ’ αὐτή τήν τυπική μικρή μονάδα παραγωγῆς οἱ δοῦλοι βοηθοῦσαν σέ ὁλες τίς ἐργασίες, οἰκιακές ἤ ἀγροτικές, δουλεύοντας μαζί μέ τους, κυρίους τους· στίς οἰκιακές ἐργασίες περιλαμβάνονταν τό ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ καί ἡ ὑφαντική. (Στό σημεῖο αὐτό ὑπάρχει μεγάλη διαφορά ἀπό τό σύστημα στίς φυτεῖες τῶν νότιων πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου οἱ περισσότεροι δοῦλοι ἀποτελοῦσαν ἰδιοκτησία μίας μικρῆς μειονότητας τοῦ λευκοῦ πληθυσμοῦ, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι λευκοί, μέ λιγότερη ἄνεση, ἔκαναν τίς δουλειές τους μόνοι τους.) Μέσα στήν πόλη, ἕνας ἐλεύθερος εἶχε ἐλπίδες νά βρεῖ κάποιο δοῦλο, γιά νά τόν βοηθᾶ στό ἐμπόριό του ἤ ἀκόμη καί νά τό ἀναλάβει ἐξ ὁλοκλήρου. Ἕνα παράδειγμα, πού τό ἀναφέρουν συχνά καί ἀσφαλῶς ἔχει σημασία, εἶναι ὁ ἀνάπηρος γιά τόν ὁποῖο ἔγραψε ἕνα λόγο ὁ Λυσίας,[2] ὑποστηρίζοντας μπροστά στή βουλή τό δικαίωμά του νά παίρνει ἕνα μικρό ἐπίδομα ἀπό τό κράτος: ὁ ἀνάπηρος σημειώνει παρεκβατικά ὅτι δυσκολεύεται στήν ἄσκηση τοῦ ἐπαγγέλματός του καί ὅτι δέν εἶχε καταφέρει ὡς τότε νά ἀγοράσει ἕνα δοῦλο γιά νά τό ἀναλάβει. Στά δημόσια ἔργα, πάλι, ἐλεύθεροι καί μέτοικοι δούλευαν μαζί μέ τούς δούλους τους σέ μικρές ὁμάδες.

Σέ ἐργασίες ὅπως αὐτή, μολονότι ὅλοι ἔκαναν τήν ἴδια δουλειά καί εἶχαν τήν ἴδια ἀμοιβή, τίς ἀποδοχές τοῦ δούλου τίς εἰσέπραττε ὁ κύριός του, τοῦ ὁποίου τό κέρδος ἦταν ἡ διαφορά ἀνάμεσα στίς ἀποδοχές τοῦ δούλου καί στά ἔξοδα τῆς συντήρησής του. Μέ ὅμοιο τρόπο, οἱ μεγαλύτερες μονάδες ἀντιπροσώπευαν μιά ἐπένδυση σέ μιά ὁμάδα δούλων. Τό εἰσόδημα γιά τό ὁποῖο μιλᾶ ὁ Δημοσθένης (βλ. σ. 177) εἶναι ἡ τιμή πού εἰσέπραττε γιά τά προϊόντα πού παρῆγαν οἱ δοῦλοι, ἀπ’ ὅπου ἔπρεπε νά ἀφαιρεθοῦν τά ἔξοδα συντήρησής τους καί κάποιο ποσό ὥσπου νά ἀποσβεστεῖ ἡ τιμή πού εἶχε ἀρχικά πληρωθεῖ γιά τήν ἀπόκτησή τους —ἀλλά ἡ ὁμάδα τῶν δούλων μέ τά ὑλικά καί τά ἐργαλεῖα τους ἦταν στήν περίπτωση αὐτή τό μόνο πράγμα πού ἐνδιέφερε τόν Δημοσθένη. Ἕνας ἄλλος συνηθισμένος τρόπος γιά νά εἰσπράττει κανείς εἰσόδημα ἦταν νά ἀφήσει τό δοῦλο νά δουλεύει μόνος του στή μικροεπιχείρηση, νά μεριμνᾶ ὁ ἴδιος γιά τή συντήρησή του, ἀλλά νά πληρώνει ἕνα τακτικό ποσό στόν κύριό του. Αὐτό τό βλέπουμε ἰδιαίτερα συχνά στήν Ἀθήνα, ὅπου ἡ «χωριστή ζωή» ἔγινε τεχνικός ὅρος γιά τούς δούλους πού ἐργάζονταν μέ αὐτούς τούς ὅρους. Μερικοί μάλιστα ἀπό αὐτούς ἔγιναν ἐντυπωσιακά πλούσιοι.

Ἕνας ἄλλος τρόπος ἐκμετάλλευσης τῶν δούλων ἦταν ἡ ἐκμίσθωσή τους σέ κάποιον ἐλεύθερο ἐργοδότη, ὁ ὁποῖος πάλι φρόντιζε γιά τή συντήρησή τους καί πλήρωνε ἕνα συμφωνημένο ποσό στόν ἰδιοκτήτη γιά τήν ἐργασία τοῦ δούλου. Αὐτό μποροῦσε νά γίνει καί σέ πολύ μικρή κλίμακα: συναντοῦμε μάλιστα τήν περίπτωση ἐνός ἀνθρώπου πού ξεκίνησε γιά ἕνα μακρινό ταξίδι μέ σκοπό νά εἰσπράξει τό ποσό ἀπό τήν ἐκμίσθωση ἑνός καί μόνο δούλου. Ἀλλά ἕνας πλούσιος μποροῦσε νά ἐπενδύσει πολλά χρήματα σέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἐπιχείρηση, ὅπως ὁ ἀθηναῖος στρατηγός Νικίας στά τέλη τοῦ 5ου αἰώνα, πού λέγεται ὅτι εἶχε στήν ἰδιοκτησία του χίλιους τέτοιους δούλους.

Ἀριθμοί ὅπως αὐτοί θά μποροῦσαν νά μᾶς ὑποβάλουν νά ἐξετάσουμε πάλι τό ἐνδεχόμενο νά ὑπῆρχαν μεγάλοι ἐργολάβοι πού ἀπασχολοῦσαν πολλά ἐργατικά χέρια. Ὑπῆρχε μιά περιοχή, τά ἀργυρωρυχεῖα στό Λαύριο, ὅπου χρησιμοποιοῦσαν εὐρύτατα δούλους ἐργάτες, ἄν καί πιθανόν ὄχι παραπάνω ἀπό μιά ὀλιγοπρόσωπη ὁμάδα σέ κάθε ὀρυχεῖο. Τά ὀρυχεῖα αὐτά τά ἐκμεταλλεύτηκαν ἐντατικά ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰώνα ὡς τίς τελευταῖες φάσεις τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου, καί ἀργότερα, μετά ἀπό μιά περίοδο μικρότερης δραστηριότητας, τόν 4ο αἰώνα. Ὅπως καί ἄλλα ὀρυχεῖα στόν ἑλληνικό κόσμο, ἀποτελοῦσαν καί αὐτά μιά μορφή κρατικῆς ἰδιοκτησίας, μολονότι δέν εἶναι ξεκαθαρισμένο ἄν ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς ἀποτελοῦσε ἰδιωτική περιουσία ἡ ἀνῆκε στό δημόσιο. Χαρακτηριστικά, ἡ δημοκρατία τά ἐκμίσθωνε γιά σχετικά μικρές περιόδους σέ ἰδιῶτες ἐπιχειρηματίες, συνήθως μικρῆς κλίμακας, πού χρησιμοποιοῦσαν ἐγκαταστάσεις ἐπιφανείας, δικές τους ἡ τοῦ γείτονα, καί ἀποκόμιζαν ὅσα κέρδη τούς ἔφερνε ἡ τύχη, ἀφοῦ πρῶτα πλήρωναν στό κράτος τά δικαιώματα ἐκμετάλλευσης. Τά ἀρχεῖα τῶν ἀρχόντων πού πουλοῦσαν τά μεταλλευτικά δικαιώματα σώζονται κατά ἕνα μέρος χαραγμένα σέ λίθο, μεταξύ 367 καί 307, καί περιλαμβάνουν μεγάλο ἀριθμό σημαντικῶν ἀθηναϊκῶν ὀνομάτων. Τό ὕψος τῶν κερδῶν τους δέν εἶναι εὔκολο νά ὑπολογιστεῖ, ἀλλά ὁ Ξενοφῶν, στό σχέδιό του γιά τήν ἐκμίσθωση δούλων τοῦ δημοσίου στά ὀρυχεῖα, ὑπολογίζει, μέ βάση τά συμφωνητικά τοῦ Νικία καί ἄλλων ἰδιωτῶν δουλοκτητῶν, ὅτι κάθε δοῦλος θά μποροῦσε νά ἀποδίδει καθαρά ἕναν ὀβολό τήν ἡμέρα. Ἔτσι, μιά δύναμη ἕξι χιλιάδων δούλων ἐργατῶν θά ἀπέφερε εἰσόδημα ἑξήντα τάλαντα τό χρόνο (ποσό πού θά μποροῦσε, λόγου χάρη, νά καλύψει τό μισθό τῶν κωπηλατῶν ἑνός στόλου ἑξήντα πλοίων γιά δύο μῆνες). Αὐτό μᾶς δίνει μία ἰδέα γιά τό μέγεθος τῶν κερδῶν πού ἔλπιζαν νά ἔχουν οἱ ἐκμισθωτές δούλων. Ὅσο γιά τόν συνολικό ἀριθμό τῶν δούλων στήν ἐκμετάλλευση τῶν ὀρυχείων, ἔχει ὑπολογιστεῖ πώς, ὅταν οἱ ἐργασίες ἦταν σέ πλήρη ἀνάπτυξη, ἀπασχολοῦνταν ἐκεῖ κάπου τριάντα χιλιάδες δοῦλοι. Πολλοί ἀπό αὐτούς ἦταν Θράκες ἡ Παφλαγόνες, ἄνθρωποι πού ὑποθέτουμε ὅτι θά εἶχαν κάποια πείρα ἀπό ὀρυχεῖα στίς ἰδιαίτερες πατρίδες τους· ἄλλοι ἀπό διάφορα μέρη δούλευαν ὡς ἀνειδίκευτοι ἐργάτες. Τέλος, στά ὀρυχεῖα τοῦ Λαυρίου δούλευαν καί μερικοί ἐλεύθεροι Ἀθηναῖοι.

Συχνά τίθεται τό ἐρώτημα γιατί ὁ ἀρχαῖος κόσμος δέν ἀνέπτυξε ποτέ τεχνολογία πιό ἀποτελεσματική—γιατί π.χ. ἡ ἀτμομηχανή πού ἐφεῦρε ὁ Ἥρων ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια δέν ἐξελίχτηκε ποτέ σέ κάτι περισσότερο ἀπό ἐνδιαφέρον παιχνίδι—καί ἄν ἡ δουλεία εἶχε καθόλου συντελέσει σ’ αὐτή τήν ὁλοφάνερη τεχνολογική καθυστέρηση. Τό ἴδιο ἐρώτημα μπορεῖ νά τεθεῖ, μέ διαφορετική ἔμφαση, καί ἀναφορικά μέ ὁποιονδήποτε πολιτισμό πρίν ἀπό τή βιομηχανική ἐπανάσταση, καί αὐτό ἀρκεῖ γιά νά δείξει ὅτι ἡ δουλεία δέν ἦταν ἡ μόνη αἰτία πού ἐπενέργησε. Ἀναμφίβολα, πάντως ἡ δουλεία ἀποτέλεσε μιά, ἀπό τις αἰτίες, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ἡ παρουσία φτηνῶν ξένων δούλων ἦταν   το κύριο μέσο με το ὁποῖο οἱ ἀνώτερες τάξεις τῆς Ἀθήνας ξεπέρασαν τήν ἀνάγκη νά ἀφιερώνουν μεγαλύτερο μέρος τοῦ χρόνου τους στήν καλλιέργεια τῆς γῆς γιά τό βιοπορισμό τους, καί μπόρεσαν ἔτσι να ἀποκτήσουν τήν ἄνεση χρόνου πού τούς καρπούς της ἐξακολουθοῦμε νά θαυμάζουμε ὥς σήμερα. Μιά πού οἱ πνευματικές καί οἱ καλλιτεχνικές ἀνησυχίες τους ἔβρισκαν ἱκανοποιητικές διεξόδους, εἶχαν λιγότερη διάθεση νά ἐπανεξετάσουν τά θεμέλια τῆς ἄνεσης αὐτῆς καί νά ἐρευνήσουν ἄν μποροῦσαν νά τή βελτιώσουν. Μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἴδιας περίπτωσης εἶναι ὅτι οἱ μορφωμένοι Ἀθηναῖοι (καί οἱ λιγότερο μορφωμένοι, πού ἀναπόφευκτα ἀκολουθοῦσαν τό παράδειγμα τους) ἔβλεπαν μέ ὁλοένα μεγαλύτερη περιφρόνηση τά μηχανικά ἐπαγγέλματα, πού δεν ἄφηναν τόν ἄνθρωπο νά χαρεῖ τόν ἐλεύθερο χρόνο του. Ἀλλά δέν εἶναι ἐξίσου ἰσχυρό τό ἐπιχείρημα, ὅσο ἀληθινό καί ἄν εἶναι, ὅτι τά καλύτερα μυαλά τῆς Ἑλλάδας ἐνδιαφέρονταν μόνο γιά τή θεωρία καί πραγματοποίησαν μεγάλες προόδους στά μαθηματικά και στήν ἀστρονομία ἀλλά παραμέλησαν τίς πρακτικές ἐφαρμογές. Ἄλλωστε, καί οἱ δικές μας τεχνικές πρόοδοι ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί πέρα ἔγιναν σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ἀνθρώπους πού εἶχαν στραμμένα τά νῶτα στούς θεωρητικούς καί στά πανεπιστήμια. Ἐνῶ ὁ Πλάτων ἦταν βυθισμένος στούς στοχασμούς του, κάποιος ἀπό τούς δούλους πού «ζοῦσαν χωριστά» θά μποροῦσε εὔκολα νά ἔχει ἐπινοήσει κάποια ἐπαναστατική μηχανική ἐφεύρεση· καί δέν πρέπει νά ἦταν ἰδιαίτερα δύσκολο νά χρηματοδοτηθεῖ ἡ ἀνάπτυξή της. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στήν πραγματικότητα ὅλοι ἐνδιαφέρονταν ἁπλῶς καί μόνο γιά τίς δουλειές πού εἶχαν μπροστά τους, καί τό ἐρώτημα δέν ἔχει τεθεῖ σωστά: δέν πρέπει νά ρωτοῦμε τί ἐμπόδισε τόν ἀρχαῖο κόσμο νά ἀναπτύξει τήν ἀτμομηχανή, ἀλλά γιά ποιό λόγο ἡ ἀτμομηχανή ἀποτέλεσε βιώσιμη ὑπόθεση τήν ἐποχή τοῦ Watt καί τοῦ Newcomen.

Τό χαμηλό ἐπίπεδο οἰκονομικῆς ὀργάνωσης βοήθησε νά ἀποφευχθεῖ μιά ἄλλη πιθανή ἐπιπλοκή τῆς δουλείας, δηλαδή ἡ ὑποτίμηση τῆς ἀξίας τῆς ἐργασίας τῶν ἐλευθέρων ἐξαιτίας τῆς ἐργασίας τῶν δούλων. Κανένας ἕλληνας βιοτέχνης ἡ γαιοκτήμονας δέν εἶχε τόσο εὐρύ κύκλο ἐργασιῶν, ὥστε μιά τέτοια ὑποτίμηση νά μπορεῖ νά ἔχει συνέπειες. Ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ, δέν ὑπῆρχε ἐκμετάλλευση τῆς γῆς ἀπό ὁμάδες δούλων μέ τόν τρόπο πού λειτουργοῦσαν τά ρωμαϊκά λατιφούντια. Ἀκόμη καί σέ μικρῆς κλίμακας βιοτεχνίες, τό περιθώριο κέρδους ἦταν πάρα πολύ μικρό γιά νά προσφέρει κανείς ἀγαθά ἡ ὑπηρεσίες σέ τιμή αἰσθητά κατώτερη ἀπό τήν τρέχουσα τιμή τῆς ἀγορᾶς. Μέ ὅσο μεγαλύτερη προσέγγιση μᾶς ἐπιτρέπει ἡ ἐπικίνδυνα ἀνεπαρκής πληροφόρησή μας, μποροῦμε νά ὑπολογίσουμε ὅτι ὁ δοῦλος ὡς ἐπένδυση ἀπέδιδε ἀρκετά χαμηλό εἰσόδημα, πού δέν ἦταν τόσο ἀσφαλές καί ἱκανοποιητικό ὅσο τῆς γῆς, ἀλλά ἦταν ἀσφαλέστερο, ἄν καί σημαντικά μικρότερο, ἀπό ὅσα ἀπέφερε ἡ δανειοδότηση γιά θαλάσσια ἐμπορικά ταξίδια. Ἡ ἐπένδυση χρημάτων σέ δούλους, ὅσο ἡ προμήθειά τους ἦταν ἄφθονη καί φτηνή, ἄξιζε τόν κόπο, ἀλλά δέν προσφερόταν γιά ἀνταγωνιστική ἐκμετάλλευση τοῦ εἴδους πού ἔρχεται ἀμέσως στό νοῦ μας. Ἔτσι, βρίσκουμε δούλους καί ἐλευθέρους νά δουλεύουν μαζί σέ οἰκοδομές. Δέν ὑπάρχει ἔνδειξη ὅτι τά προϊόντα τῶν ἐργαστηρίων πού γνωρίζουμε ὅτι χρησιμοποιοῦσαν δούλους τά πουλοῦσαν σέ διαφορετική τιμή, οὔτε ἔχουμε πληροφορίες γιά παράπονα ἀνταγωνισμοῦ σχετικά μέ δούλους.

Δέν μποροῦμε νά προχωρήσουμε σέ εὔκολες γενικεύσεις γιά τίς σχέσεις ἀνάμεσα στό δοῦλο καί στόν κύριό του στόν ἀρχαῖο Ἕλληνικό κόσμο, ἀφοῦ οἱ ἀπόψεις τῶν δούλων, ὅπως συνήθως συμβαίνει, δέν μᾶς εἶναι γνωστές. Στό κλειστό περιβάλλον τῆς ἑλληνικῆς οἰκιακῆς ζωῆς, δέν ἦταν δυνατό νά κρατηθεῖ καμιά ἀπόσταση σάν αὐτή πού συνήθιζαν νά κρατοῦν οἱ ἀγγλικές μεσοαστικές οἰκογένειες ἀπό τούς ὑπηρέτες τους —καί ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἦταν ἀδύνατο νά κρατήσει τό στόμα του κλειστό σέ ὁποιεσδήποτε περιστάσεις. Ἡ στενή σχέση ἀνάμεσα στήν τροφό και το παιδί, στό γραμματοδιδάσκαλο καί τό μαθητή, μεταβαλλόταν εὔκολα σέ ἀγάπη, καί δέν ὑπάρχει λόγος νά δυσπιστοῦμε στίς ἱστορίες γιά τόν πιστό δοῦλο πού ἔσωσε τη ζωή τοῦ κυρίου του στο πεδίο τῆς μάχης, καί τά παρόμοια. Ἀλλά καί στήν καλύτερη μορφή της ἡ σχέση αὐτή ἦταν ἀναπόφευκτο νά ἔχει καί θλιβερά παρεπόμενα, ὅπως ὅταν ἐπιβαλλόταν τιμωρία στό δοῦλο μέ δυνατά χτυπήματα τοῦ εἴδους πού δέν θά ἀνεχόταν ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος. Μποροῦμε νά πάρουμε ἕνα παράδειγμα ἀπό τόν Ἀριστοφάνη, πού ὑπερηφανευόταν γιά τήν ἀπέχθειά του πρός τά στερεότυπα ἀστεῖα. Ἀρχίζει τούς Βατράχους παρουσιάζοντας τόν Διόνυσο νά ἀπαγορεύει στό δοῦλο του, τόν Ξανθία, νά κάνει τά συνηθισμένα ἀστεῖα του γιά τίς σωματικές ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς τοῦ δούλου. Στή διάρκεια τοῦ πρώτου μισοῦ τῆς κωμωδίας κύριος καί δοῦλος συζητοῦν μέ ἀπόλυτη σχεδόν ἐλευθερία: ὡστόσο, ἡ τελευταία φορά πού ἐμφανίζεται ὁ Ξανθίας ἀποτελεῖ γελοιογραφία, εἶναι δηλαδή μιά σκηνή ὅπου αὐτός καί ἕνας ἄλλος δοῦλος ἀλληλοσυγχαίρονται γιά τήν κατεργαριά τους. Ἐδῶ βέβαια δέν ἔχουμε τήν αὐθεντική φωνή τοῦ δούλου, ἀλλά τήν ἐκδοχή τοῦ ἐλεύθερου γιά τόν τύπο τοῦ δούλου —καί πάλι θά μπορούσαμε νά συγκρίνουμε τά ἀστεῖα πού κυκλοφοροῦσαν γιά τούς ἄγγλους ὑπηρέτες πρίν ἀπό μιά δύο γενιές, ἀστεῖα πού τώρα εὐτυχῶς μᾶς εἶναι σχεδόν ἀκατανόητα. Ὡστόσο οἱ ξυλιές τοῦ Ξανθία ἀποτελοῦν ἀναμφισβήτητη πραγματικότητα, μόνιμο χαρακτηριστικό τῆς κατάστασης τῶν δούλων ὅσο καί ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου.

Ὁ οἰκιακός,δοῦλος πού διατηροῦσε καλές σχέσεις μέ τόν κύριό του εἶχε κάποια πιθανότητα νά ἀπελευθερωθεῖ, καί ὁ δοῦλος πού ζοῦσε χωριστά και ἀσκοῦσε τη μικροεπιχείρησή του εἶχε ἐλπίδες να κερδίσει ἀρκετά,  ὥστε να ἐξαγοράσει την ἐλευθερία του. Ἡ χειραφέτηση δέν ἦταν καθόλου ἀσυνήθιστη, μολονότι ἡ πρακτική καί οἱ τυπικές διαδικασίες της παρουσίαζαν μεγάλες διαφορές ἀπό τόπο σέ τόπο. Συχνά ὁ κύριος διατηροῦσε τό δικαίωμα νά τοῦ προσφέρει ὁ πρώην δοῦλος του, ἀκόμη καί μετά τή χειραφέτησή του, διάφορες ὑπηρεσίες γιά ὁρισμένο χρονικό διάστημα, ἡ καί ἰσόβια. Μερικοί ἀπό τούς δούλους πού «ζοῦσαν γωριστά» εὐημεροῦσαν ἐντυπωσιακά, προκαλώντας σχόλια ἀποδοκιμασίας τῶν ὀλιγαρχικῶν ὅτι στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας κυκλοφοροῦν δοῦλοι ντυμένοι καλύτερα ἀπό τούς ἐλευθέρους. Ἐντελῶς ἐξαιρετική ἦταν ἡ περίπτωση τοῦ τραπεζίτη Πασίωνα τόν 4ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος κατάφερε ὄχι μόνο νά ἐξαγοράσει τήν ἐλευθερία του ἀλλά καί νά γίνει ἀθηναῖος πολίτης. Ἀλλά ὁ οἰκιακός δοῦλος πού εἶχε δύστροπο ἀφεντικό βρισκόταν σέ ἄσχημη θέση, καί εἶχε πολύ λίγες ἐλπίδες νά τή βελτιώσει, ἐνῶ οἱ προοπτικές ἦταν ὅπωςδήποτε ζοφερότερες γιά ὅσους εἶχαν ἐκμισθωθεῖ στά ὀρυχεῖα καί σέ ἄλλα ἔργα —καί δέν ἔχει σωθεῖ τίποτε πού νά μᾶς δίνει ἔστω καί μία παραμορφωμένη εἰκόνα τοῦ πῶς ἔνιωθαν. Ὅταν ὅμως οἱ Σπαρτιάτες ὀχύρωσαν τίς θέσεις τούς ἔξω ἀπό τήν Ἀθήνα τό 413,[3] πάνω ἀπό εἴκοσι χιλιάδες δοῦλοι, μᾶς λέει ὁ Θουκυδίδης, δραπέτευσαν καί πέρασαν στίς γραμμές τοῦ ἐχθροῦ, οἱ περισσότεροι δημιουργοί (ὁ ὅρος καλύπτει κάθε εἶδος εἰδικευμένων ἐργατῶν, καί δέν χρειάζεται νά τόν περιορίζουμε μόνο στούς μεταλλωρύχους τοῦ Λαυρίου, ἄν καί δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολλοί ἀπό τους δραπέτες προέρχονταν ἀπό ἐκεῖ). Δέν γνωρίζουμε τί ὑποσχέσεις τούς εἶχαν δώσει οἱ εἰσβολεῖς, οὔτε τί ἀπέγιναν τελικά, ἀλλά ἀπό τό περιστατικό αὐτό φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ δοῦλος, ἀκόμη και ἄν ἦταν εἰδικευμένος ἐργάτης, ζοῦσε τέτοια ζωή, πού ἦταν ἕτοιμος νά τήν ἐγκαταλείψει, ἀκόμη κι ἄν οἱ προοπτικές ἦταν πολύ ἀβέβαιες.

Γιά νά διαφωτίσουμε περισσότερο τήν εἰκόνα αὐτή πρέπει νά ἐξετάσουμε τή δουλεία ἔξω ἀπό τήν Ἀθήνα, ἀκόμη καί τήν περίπτωση τῶν σπαρτιατῶν εἱλώτων, πού ἀποτελεῖ κάτι ἰδιαίτερο.

Οἱ εἵλωτες ἦταν δοῦλοι στήν κυριολεξία, καί συχνά ὀνομάζονται μέ αὐτή τή λέξη. Κάθε ἄλλη ὀνομασία, παρμένη ἀπό διαφορετικά ἱστορικά συμφραζόμενα, θά ἦταν παραπλανητική. Ὅταν ἀρχαῖοι κριτικοί τούς κατατάσσουν ὡς κάτι «ἀνάμεσα σέ δοῦλο καί ἐλεύθερο», ὁπωςδήποτε δέν ἀναφέρονται στίς συνθῆκες τῆς ζωῆς τους, ἀλλά στό γεγονός ὅτι οἱ ἰδιῶτες κύριοι εἶχαν πάνω τους λιγότερες ἐξουσίες ἀπ’ ὅσες εἶχαν ἀλλοῦ πάνω στά ἀνδράποδα, πού τά ἀγόραζαν καί τά πουλοῦσαν ἐλεύθερα. Ὁ Ἀθηναῖος Κριτίας, θαυμαστής τοῦ σπαρτιατικοῦ συστήματος, πλησίαζε περισσότερο στήν ἀλήθεια ὅταν ἔλεγε ὅτι στή Σπάρτη, περισσότερο ἀπό ὅπουδήποτε ἀλλοῦ, οἱ ἐλεύθεροι ἦταν πιό ἐλεύθεροι καί οἱ δοῦλοι πιό πολύ δοῦλοι. Ὁ μεγάλος ἀριθμός τῶν μεσσήνιων εἱλώτων καί ἡ ἀδιάσπαστη ἐθνική τους συνείδηση ἀποτελοῦσαν μόνιμο κίνδυνο γιά τή σπαρτιατική ἀριστοκρατία. Ἡ βιαιότητα τῆς καταπίεσής τους ἦταν περιβόητη. Ὁ Θουκυδίδης [5, 80, 3-4] ἀναφέρει μιά περίπτωση, λίγο πρίν ἀπό τό 424, ὅταν οἱ ἀρχές διακήρυξαν ὅτι θά ἄφηναν ἐλεύθερους ὅσους μποροῦσαν νά ἀποδείξουν ὅτι εἶχαν προσφέρει ἰδιαίτερα πολύτιμες ὑπηρεσίες στόν πόλεμο: ἀπό αὐτούς πού ἔκαναν αἴτηση ἐπιλέχτηκαν περίπου δύο χιλιάδες, ἀλλά ἀμέσως ἔπειτα ἐξαφανίστηκαν, ἄγνωστο πῶς. Λεγόταν ὅτι μιά φορά τό χρόνο οἱ σπαρτιάτες ἄρχοντες κήρυσσαν πόλεμο στούς εἵλωτες, ὥστε νά μή βαραίνουν τή συνείδησή τους οἱ φόνοι εἱλώτων πού γίνονταν στή διάρκεια τοῦ ἔτους. Ὁ θεσμός πού λεγόταν κρυπτεία σήμαινε, κατά τόν Ἀριστοτέλη, ὅτι ἕνα σῶμα ἀπό νέους Σπαρτιάτες περνοῦσαν μιά περίοδο τῆς ζωῆς τους μέ τό νά κρύβονται τήν ἡμέρα καί νά περιφέρονται τή νύχτα στήν ὕπαιθρο σκοτώνοντας εἵλωτες. Ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ ἀλήθεια,[4] μιά σαφής ἔνδειξη τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ὁ κίνδυνος ἀπό τούς εἵλωτες ἐπηρέαζε τήν ὁμαλή ζωή περιέχεται στόν Ξενοφώντα, ὁ ὁποῖος λέει, χωρίς ἔμφαση καί παρεμπιπτόντως, ὅτι οἱ Σπαρτιάτες στίς ἐκστρατεῖες κρατοῦσαν τούς δούλους μακριά ἀπό τά ὅπλα τους καί δέν ἄφηναν τό ἀκόντιο ἀπό τό χέρι τους, ὅπου κι ἄν πήγαιναν. Ἀκόμη καί οἱ πιό εὐνοϊκοί πρός τή Σπάρτη συγγραφεῖς δέν προσπαθοῦν νά ὑπερασπιστοῦν τό σύστημα. Καί ὅμως, ἀκόμη καί ὑπό αὐτές τίς ἀπαίσιες συνθῆκες, παρατηροῦμε μιά δυσεξήγητη ἀνωμαλία, τό γεγονός δηλαδή ὅτι οἱ Σπαρτιάτες δέν δίσταζαν καθόλου νά χρησιμοποιοῦν ἔνοπλους εἵλωτες ἡ εἵλωτες εἰδικά ἀπελευθερωμένους γιά ἐκτέλεση στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας (βλ. σ. 241) στίς ἐκστρατεῖες τους ἔξω ἀπό τή Σπάρτη. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἦταν ἐκπαιδευμένοι, ὁ ἀριθμός τους ὄχι πολύ μικρότερος ἀπό τό ἴδιο τό στρατιωτικό σῶμα τῶν πολιτῶν, καί ὅμως δέν ὑπάρχει ὁ παραμικρός ὑπαινιγμός σχετικά μέ τήν ἀφοσίωσή τους. Ἡ ἄγρυπνη ἐχθρότητα πού ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὁ Ξενοφῶν δέν ἀντιπροσώπευε ὅλη τήν ἀλήθεια γιά τίς σχέσεις ἀνάμεσα στούς Σπαρτιάτες καί τούς εἵλωτες, οὔτε ἴσχυε πάντοτε.

Μολονότι ἄκουμε ὅτι στήν ἀρχαιότητα ὑπῆρχε μεγάλη ὁμοιότητα ἀνάμεσα στούς θεσμούς τῆς Σπάρτης καί τῆς Κρήτης, ἡ Κρήτη ἀκολούθησε στό θέμα τῶν δούλων διαφορετικό σύστημα. Μετά τήν κατάχτησή της ἀπό τους Δωριεῖς, στό ἀνατολικό ἄκρο τοῦ νησιοῦ ἐπέζησε ἕνα προελληνικό ὑπόλειμμα πληθυσμοῦ, μέ τή δική του ἀκατανόητη γιά τούς ἄλλους γλώσσα: κατά τά ἄλλα, οἱ ἀπόγονοι τῶν Μινωιτῶν πού ἐπέζησαν ἔγιναν δοῦλοι. Οἱ φιλολογικές πηγές μᾶς παραδίδουν ἕναν ἀριθμό εἰδικῶν ὅρων γιά τή δουλεία, γιά τούς ὁποίους συνήθως τό μόνο πού μποροῦμε νά πούμε εἶναι ὅτι πρόκειται γιά λέξεις τῆς κρητικῆς διαλέκτου πού δήλωναν κάποια κατηγορία δούλων· ἔχουμε ἐπίσης τή γενική πληροφορία ὅτι ἡ γεωργία στήν Κρήτη βρισκόταν στά χέρια μίας τάξης πού ἔμοιαζε μέ τούς εἵλωτες. Ἀλλά οἱ νόμοι τῆς Γόρτυνας, ἄν καί γενικά εἶναι γραμμένοι σέ διάλεκτο ἀρκετά ἰδιωματική, ὥστε νά τήν καταλαβαίνουν μόνο οἱ εἰδικοί, ἀποφεύγουν τήν πολύπλοκη ὁρολογία καί χρησιμοποιοῦν, ἐντελῶς ἰσοδύναμα, δύο κοινόχρηστες ἑλληνικές λέξεις γιά τούς δούλους. Οἱ διατάξεις τους ἀναφέρονται ἀποκλειστικά σέ δούλους πού ἀνῆκαν σέ ἰδιῶτες, τούς ὁποίους ἀγόραζαν καί πουλοῦσαν στήν ἀγορά· ὡστόσο, ὁ κώδικας τῆς Γόρτυνας ἀποτελεῖ μιά πολύ ποικίλη συναγωγή διατάξεων, καί ἡ σιωπή του γιά δούλους πού ἀνῆκαν στό δημόσιο δέν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ὅτι δέν ὑπῆρχαν καθόλου.

Ἀπό ἀρκετές ἀπόψεις τό δουλοκτητικό σύστημα τῆς Κρήτης ἦταν πιό φιλελεύθερο ἀπό της Ἀθήνας, λόγου χάρη, τήν ἴδια ἐποχή. Ὁ δοῦλος μποροῦσε νά ἔχει ἰδιοκτησία, πού περιλάμβανε ἴσως πρόβατα καί βόδια, καί τά δικαιώματά του ἦταν προσεκτικά διασφαλισμένα ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης πέθαινε καί οἱ κληρονόμοι του μοίραζαν τήν περιουσία. Οἱ γάμοι δούλων ἀναγνωρίζονταν ἀπό τό νόμο καί, μετά τίς διατάξεις πού πρόβλεπαν τήν τύχη τῆς περιουσίας ὅταν ὁ γάμος ἐλεύθερων πολιτῶν λυόταν ἐξαιτίας διαζυγίου ἡ θανάτου, ὑπῆρχε καί μιά μικρή παράγραφος πού προστάτευε τήν περιουσία τῆς δούλης συζύγου. Τά παιδιά ἀπό γάμο δούλων ἀναπόφευκτα ἀνῆκαν στόν ἰδιοκτήτη τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου ἀπό τούς δύο γονεῖς, ἀλλά ὑπάρχει μία ἀπροσδόκητη διάταξη πού προβλέπει γιά τά τέκνα ἀπό δοῦλο πατέρα καί ἐλεύθερη μητέρα. Ἡ νομική θέση τοῦ παιδιοῦ ἀποφασιζόταν ἀνάλογα μέ τό ἄν ἡ ἐλεύθερη γυναίκα εἶχε πάει νά ζήσει μέ τό δοῦλο ἡ ἀντίστροφα. Οἱ πιθανές ἐπιπλοκές ἴσως ἐπηρεάσουν κάποιον νά σκεφτεῖ ὅτι αὐτό ἀποτελοῦσε σπάνια περίπτωση, ὁ νόμος ὅμως παρακάτω ρυθμίζει τήν περίπτωση ὅπου μιά γυναίκα εἶχε καί δοῦλα καί ἐλεύθερα παιδιά, γεγονός πού ὑποδηλώνει ὅτι στήν πράξη πρόκυπταν πράγματι ἐπιπλοκές. Αὐτό ἔχει κάποια σημασία γιά τό γενικότερο πρόβλημα τῶν δούλων παιδιῶν καί τοῦ ζευγαρώματος ὡς πηγῆς προμήθειας δούλων —πού παραπάνω παραλείψαμε νά τό ἀναφέρουμε, γιατί ἡ πηγή αὐτή δέν φαίνεται νά εἶχε σοβαρή σημασία σέ πόλεις-κράτη ὅπως ἡ Ἀθήνα, πού εἶχαν ἀναπτύξει στήν ἐντέλεια τό σύστημα τῆς πώλησης τῶν δούλων ὡς κινητῆς περιουσίας. Αὐτό συνέβαινε ἴσως ἐπειδή στήν Ἀθήνα τό κόστος διατροφῆς καί ἐκπαίδευσης ἑνός δούλου παιδιοῦ ἦταν σημαντικά μεγαλύτερο ἀπό τό κόστος ἀγορᾶς ἑνός ἐνήλικου καί ἐξασκημένου δούλου· ἄλλωστε, ὁ ἀποκλειστικά ἀντρικός πληθυσμός δούλων τῶν ἀθηναϊκῶν μεταλλωρυχείων δέν μποροῦσε νά συμβάλει στήν ἀναπαραγωγή. Ἀντίθετα, δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι ὁ πληθυσμός τῶν εἱλώτων τῆς Λακωνίας καί τῆς Μεσσηνίας, παρά τίς ὄχι ἰδεώδεις συνθῆκες τῆς ζωῆς του, ἐξακολουθοῦσε νά πολλαπλασιάζεται, καί δέν ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι ἐλαττωνόταν μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου. Ὁ κώδικας τῶν νόμων τῆς Γόρτυνας ὑποδηλώνει ὅτι ὁ ἀριθμός δούλων παιδιῶν πού γεννιοῦνταν στίς ἀποκλεισμένες ἀγροτικές κοινότητες τῆς Κρήτης ἦταν σημαντικός.

Ἀλλά καί στή Γόρτυνα ὁ δοῦλος ἐξακολουθοῦσε νά εἶναι ἀντικείμενο ἀγοροπωλησίας, δέν εἶχε ὁ ἴδιος δικαίωμα νά προσφύγει στά δικαστήρια, καί στίς περισσότερες περιπτώσεις ἦταν ἀβοήθητος στή διάθεση τοῦ ἰδιοκτήτη του. Τό γεγονός ὅτι οἱ νόμοι πού διάλεξαν νά χαράξουν σέ δημόσιες ἐπιγραφές περιέχουν ἀναφορές σχετικές μέ τά δικαιώματα τῶν δούλων σημαίνει, ὅπως σημαίνουν πάντοτε αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δημοσιεύσεις, ὅτι τά δικαιώματα αὐτά ἦταν ἐνδεχόμενο νά καταπατοῦνται. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις δέν πρέπει νά ἦταν εὔκολο γιά τό δοῦλο νά βρεῖ τό δίκιο του· ὡστόσο παραμένει ἐντυπωσιακό ὅτι ἡ κοινότητα δέχτηκε ἔστω νά παραχωρήσει τά δικαιώματα αὐτά. Ἡ λογική τῆς δουλείας δέν εἶναι, εὔκολο νά ἐφαρμόζεται, σέ ὅλες τίς ἐποχές καί σέ ὅλα τά σημεῖα της.

Στή Γόρτυνα βρίσκουμε ἐπίσης ἀνθρώπους πού βάζουν ὑποθήκη τόν ἑαυτό τους σέ ἄλλους ἀνθρώπους —θεσμός πού στήν Ἀθήνα καταργήθηκε ἀπό τόν Σόλωνα. Στόν κώδικα δέν περιγράφεται ἡ φύση αὐτῆς τῆς διαδικασίας, γιατί ὁ νόμος περιστασιακά μόνο ἀσχολεῖται μέ τούς ἀνθρώπους αὐτούς καί τή νομική τους θέση, πού διατηρεῖ μερικά ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς δουλείας. Γιά τόν ἄλλο συμβαλλόμενο, στόν ὁποῖο κάποιος βάζει ὑποθήκη τόν ἑαυτό του, τό κείμενο τοῦ κώδικα δέν χρησιμοποιεῖ τόν κοινόχρηστο ὅρο «κύριος», ἀλλά μιά μετοχή πού σημαίνει στήν πραγματικότητα «πιστωτής». Ὁ νόμος προβλέπει ὅτι ὁ δοῦλος ἦταν ἐνδεχόμενο νά ἀπελευθερωθεῖ ἐξοφλώντας τό χρέος του, ἄν καί δέν μποροῦμε νά πούμε κατά πόσο αὐτό ἦταν ἐφικτό. Ἐπίσης, ὅποιος ἔχανε μιά ὑπόθεση στό δικαστήριο μποροῦσε νά βρεθεῖ σέ παρόμοια θέση, ὥσπου νά ἐξοφλήσει τό χρέος του· καί ὅποιος πλήρωνε τά λύτρα γιά νά ἐξαγοράσει τήν ἐλευθερία ἑνός αἰχμαλώτου πολέμου εἶχε εὐρύτατα δικαιώματα πάνω του, ὥσπου νά ἐξοφληθοῦν τά λύτρα. Τό ἀθηναϊκό δίκαιο μόνο σ’αὐτή τήν τελευταία περίπτωση ἀναγνώριζε τέτοια δικαιώματα σέ ἰδιώτη «πιστωτή», ἐνῶ ὅποιος δέν ἐξοφλοῦσε τίς ὀφειλές του στό δημόσιο διέτρεχε τόν κίνδυνο νά φυλακιστεῖ.

Ἀπό ἄλλες πόλεις-κράτη πού ἱδρύθηκαν μέ κατάκτηση δέν γνωρίζουμε θεσμούς δουλείας πού νά ἀξίζει νά τούς συζητήσουμε διεξοδικά. Ἡ Κόρινθος καί ἡ Αἴγινα, τῶν ὁποίων ἡ εὐνοϊκή γιά τό ἐμπόριο γεωγραφική θέση συνδυαζόταν μέ περιορισμένη ἔκταση γιά καλλιέργεια, ἀναπτύχθηκαν, φυσικά, μέ διαφορετικό τρόπο. Οἱ πόλεις αὐτές ἦταν πασίγνωστες γιά τόν μεγάλο ἀριθμό τῶν δούλων τους, ἄν καί τά στοιχεῖα πού μᾶς σώζονται ἀπό τήν ἀρχαιότητα εἶναι ὑπερβολικά. Οἱ δοῦλοι αὐτοί πρέπει νά εἶχαν εἰσαχθεῖ ὡς ἀνδράποδα. Γενικά, ἡ κατάσταση στίς πόλεις αὐτές ἀναφορικά μέ τό θέμα τῆς δουλείας πρέπει, κατά τά φαινόμενα, νά ἔμοιαζε περισσότερο μέ τῆς Ἀθήνας παρά μέ τῶν δωρικῶν πόλεων, πού ἦταν ἀμιγέστερα γεωργικές.

Στή γενιά τοῦ Σωκράτη, πού δέν ἄφηνε τίποτε ἀνεξέταστο, συζητήθηκε καί ἡ ὀρθότητα τοῦ θεσμοῦ τῆς δουλείας. Ἀκούστηκαν μεμονωμένες φωνές ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐξίσου ἄνθρωποι, καί ὅτι ἡ δουλεία εἶναι ἀντίθετη πρός τή φύση. Ἡ ἀντίκρουση τοῦ Ἀριστοτέλη, ὅτι μερικοί εἶναι «ἐκ φύσεως» δοῦλοι, ἀνίκανοι γιά πλήρη ἀνθρώπινη λογική, καί χρειάζονται τή θέληση ἑνός κυρίου γιά νά συμπληρώνει τή δική τους, μᾶς φαίνεται ἀσύστατη, κι ἄν ἀκόμη δέν λαμβάναμε ὑπόψη τό γεγονός ὅτι «φύσει ἐλευθεροι» Ἕλληνες ἦταν ἐνδεχόμενο νά γίνουν δοῦλοι σέ κάποιον ἄτυχο πόλεμο. Ἔχουμε μπροστά μας ἕναν κόσμο ὅπου ἡ δουλεία, μέ τή μιά ἡ τήν ἄλλη μορφή, ἦταν φαινόμενο καθολικό, καί δέν ὑπῆρχε στή μνήμη κανενός ἔθνους μιά ἐποχή ὅπου ἡ κατάσταση νά ἦταν διαφορετική. Δέν πρέπει νά μᾶς ἐκπλήσσει τό γεγονός ὅτι ποτέ δέν ζητήθηκε ἔντονα ἡ χειραφέτηση τῶν δούλων. Ἔχει ὑποστηριχτεῖ πειστικά ὅτι στήν ἀρχαία Ἑλλάδα τό οἰκονομικό περιθώριο πέρα ἀπό τήν ἁπλή ἐπιβίωση ἦταν τόσο στενό, ὥστε τό πλεόνασμα πού χρειαζόταν γιά νά χαρίσει στή μειονότητα ἄνεση χρόνου μποροῦσε νά ἐξασφαλιστεῖ μόνο μέ τεχνητά φτηνή ἐργασία. Ἄν αὐτό εἶναι σωστό, δέν ὑπῆρχαν πολλές ἐναλλακτικές λύσεις στήν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἡ Ἀθήνα στίς ἀρχές τοῦ 6ου αἰώνα εἶχε νά διαλέξει ἀνάμεσα στόν ὑποβιβασμό τῶν πολιτῶν της σέ δούλους καί στή μαζική εἰσαγωγή δούλων μέ ἀγορά ἀπό τό ἐξωτερικό. Μόνο μιά πολύ πιό προοδευμένη τεχνολογία, κάτι σάν βιομηχανική ἐπανάσταση, θά μποροῦσε νά ἔχει ἐπηρεάσει ἀποφασιστικά αὐτές τίς διαπιστώσεις.

Τέλος, ὑπάρχει τό πρόβλημα κατά πόσο μπορεῖ νά εἶχε ἐπηρεάσει τήν πολιτική τοῦ κράτους ὅλη αὐτή ἡ οἰκονομική δραστηριότητα, κατανεμημένη ὅπως ἦταν ἀνάμεσα στούς ἐλεύθερους, τούς μετοίκους καί τούς δούλους, καί σέ ποιούς τομεῖς τῆς οἰκονομίας τό ἴδιο τό κράτος αἰσθανόταν ὑποχρεωμένο νά παρεμβαίνει. Ἡ πίεση πού μποροῦσε νά ἀσκήσει κάποια ἀπό αὐτές τίς μικρές ἰδιωτικές ἐπιχείρησεις ἦταν, φυσικά, ἀμελητέα σέ σύγκριση μέ ὅ,τι μπορεῖ νά συμβεῖ σήμερα ὕστερα ἀπό παρασκηνιακές πιέσεις μεγάλων συμφερόντων, ἄν καί συλλογικά οἱ βιοτέχνες καί οἱ ἔμποροι μποροῦσαν γενικότερα νά ἐπηρεάζουν τήν πολιτική τοῦ κράτους. Ἔτσι, στήν ’Ἀθήνα, ὁ χωρικός πού ζοῦσε σέ κάποιο ἀπόμακρο χωριό ἔπρεπε ἴσως νά ἀφήσει δύο μέρες τή δουλειά του γιά νά ἔρθει νά ψηφίσει στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου, καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μειονεκτοῦσε σαφῶς σέ σύγκριση μέ τό βιοτέχνη πού ζοῦσε μέσα στό ἄστυ· ὑπῆρχαν μερικοί πού ἐξέφραζαν δυσαρέσκεια γιά τό πόσο πολύ οἱ μάζες πού ζοῦσαν μέσα στό ἄστυ μποροῦσαν να ρυθμίζουν τή μοίρα τῆς Ἀθήνας. Ἀλλά, ἐκτός ἀπό τίς περιπτώσεις πού ἀφοροῦσαν τά ὑλικά τους συμφέροντα, θέματα δηλαδή σχετικά μέ τήν προμήθεια τροφίμων, τίς δικαστικές ἀμοιβές ἤ τή διανομή γῆς σέ κληρουχίες, οἱ μάζες αὐτές ἀποζητοῦσαν πάνω ἀπ’ ὁλα δόξα καί μεγαλεία. Ἡ ἐπέκταση τῆς ἡγεμονίας τῆς Ἀθήνας τόν 5ο αἰώνα δέν συντελέστηκε μέ τήν πίεση τῶν ἐπιχειρηματιῶν.

Ὅπως ἔχουμε πεῖ, τό κράτος ἐνδιαφερόταν νά ἐξασφαλίσει τήν εἰσαγωγή βασικῶν ἀγαθῶν, καί σημαντικότερη ἀπ’ ὅλες ἦταν ἡ εἰσαγωγή δημητριακῶν. Βλέπουμε τήν Ἀθήνα νά ἀπονέμει ἐπίσημα τιμές σέ ἄρχοντες τῆς Κριμαίας, σέ ἀναγνώριση τῶν λιμενικῶν προνομίων πού παρεῖχαν στούς Ἀθηναίους. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου πολλές πόλεις-κράτη, καί ὄχι μόνο οἱ δημοκρατίες, διόριζαν εἰδικούς ἄρχοντες νά φροντίζουν γιά τήν προμήθεια, σιτηρῶν: κακές σοδειές καί λιμός ἀνάμεσα στούς φτωχούς ἦταν γεγονότα μέ πολιτική σημασία καί ἔπρεπε νά προλαμβάνονται. Στόν πόλεμο οἱ προμήθειες τοῦ ἔχθροῦ ἀποτελοῦσαν, φυσικά, τόν ἀντικειμενικό στόχο τῶν ἀντιπάλων. Ἔτσι, τό 427, λίγα δηλαδή χρόνια μετά τήν ἔναρξη τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου, ἡ Ἀθήνα ἔστειλε μέ πλοῖα στή Σικελία ἕνα ἐκστρατευτικό σῶμα, πού ἀνάμεσα σέ ἄλλα εἶχε σκοπό νά διερευνήσει καί τή δυνατότητα τῆς κατάκτησης τοῦ νησιοῦ, πράγμα πού θά εἶχε ὡς συνέπεια νά ἀποκοπεῖ στήν πηγή της ἡ προμήθεια τροφίμων πού προορίζονταν κυρίως γιά τήν Πελοπόννησο. Ἡ προμήθεια ὑλικῶν ναυπήγησης ἀποτελοῦσε ἄλλο μεγάλο πρόβλημα· εἰσαγωγέας ἐδῶ ἦταν τό ἴδιο τό κράτος, ὅπως βλέπουμε ἀπό μιά συμφωνία πού συνομολογή- θηκε τό 409 μέ τό βασιλιά Ἀρχέλαο τῆς Μακεδονίας γιά τήν εἰσαγωγή ξυλείας στήν Ἀθήνα, καί ἀπό μερικές ἄλλες συμφωνίες.

Ἦταν ἐπίσης ἀναγνωρισμένο (καί ὄχι μόνο ἀπό τόν Ξενοφώντα. στήν πραγματεία πού ἀναφέραμε παραπάνω) ὅτι τό κράτος ἔπρεπε νά ἐνδιαφέρεται γιά τή γενική ροή τοῦ ἐμπορίου, πού τοῦ ἀπέφερε λιμενικά τέλη καί δασμούς. Γι’ αὐτό ἡ Ἀθήνα καί ἄλλα ἐμπορικά κέντρα ἔδιναν ἰδιαίτερη σημασία στήν κατασκευή λιμενικῶν ἐγκαταστάσειον καί ἄλλων συναφῶν κτιρίων καί στή γρήγορη διεκπεραίωση τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων πού σχετίζονταν μέ τό ἐμπόριο. Κατά τόν 5ο αἰώνα ἦταν ἡδη συνηθισμένο νά συνάπτουν οἱ πόλεις-κράτη εἰδικές συνθῆκες, πού ἔδιναν στούς πολίτες καθεμιᾶς κάποια δυνατότητα πρόσβασης στά δικαστήρια της ἄλλης, γεγονός πού ἀποτελοῦσε σημαντικό βῆμα γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐμπορίου ἀνάμεσά τους. Στούς δικανικούς λόγους πού μᾶς σώζονται καί ἀναφέρονται σέ ἐμπορικές ὑποθέσεις στήν Ἀθήνα, ὁ ἀριθμός τῶν μή ἀθηναίων διαδίκων εἶναι, φυσικά, μεγάλος —οἱ πιό πολλοί εἶναι ξένοι πέρα γιά πέρα, περισσότεροι ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐγκαταστημένους στήν πόλη μετοίκους. Ὑπῆρχε ἐπίσης ὁ θεσμός τῶν προξένων, πού τά καθήκοντά τους ἔμοιαζαν κάπως μέ τῶν προξένων πού διατηροῦν σήμερα τά κράτη σέ χῶρες τοϋ ἔξωτερικοῦ· ὁ πρόξενος ὅμως τῆς Μιλήτου ἤ τῆς Σπάρτης στήν Ἀθήνα ἦταν ἀθηναῖος πολίτης, πού ἀναλάμβανε ἐθελοντικά νά φροντίζει γιά τά συμφέροντα, δημόσια καί ἰδιωτικά, τῶν Σπαρτιατῶν ἤ τῶν Μιλησίων στήν Ἀθήνα.

Ἀλλά πέρα ἀπό τή γενική αὐτή φροντίδα γιά τήν ὁμαλή διεξαγωγή τοῦ ἐμπορίου, τό κράτος δέν ἔκανε σχεδόν τίποτε γιά νά προωθήσει τά συμφέροντα τῶν πολιτῶν του στό ἐξωτερικό ἐμπόριο. Ἡ ἀναζήτηση ἀγορῶν γιά ἐξαγωγές δέν ἀποτελοῦσε ποτέ μέρος τῆς κρατικῆς πολιτικῆς. Οἱ Ἕλληνες, φυσικά, γνώριζαν κατά ἕναν γενικό τρόπο ὅτι οἱ ἀναγκαῖες εἰσαγωγές τους ἔπρεπε νά ἐξισορροποῦνται ἀπό ἐξαγωγές ἀποδεκτές ἀπό τίς ἄλλες πόλεις, ἀλλά αὐτό ἦταν ὑπόθεση τοῦ ἰδιώτη ἐμπόρου· καί, ἄν πιστέψουμε τόν Ξενοφώντα, ἡ Ἀθήνα δέν εἶχε προχωρήσει πολύ στή θεωρητική ἐξέταση τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἐκτός ἀπό αὐτό, τήν κλασική ἐποχή μεγάλο μέρος τῆς βιομηχανίας καί τοῦ ἐμπορίου πού εἶχε ἕδρα τήν Ἀθήνα βρισκόταν στά χέρια μή ἀθηναίων πολιτῶν, ἰδιαίτερα τῶν μετοίκων· καί, μολονότι ἀναγνωριζόταν ἴσως ἡ χρησιμότητά τους γιά τήν Ἀθήνα, ἡ πόλη δέν θά ἦταν διατεθειμένη νά ὑποβληθεῖ σέ μεγάλες θυσίες, καί πολύ λιγότερο νά κηρύξει πόλεμο, γιά χάρη τῶν συμφερόντων τους.

Ὡστόσο, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν τό κράτος ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορο σέ παλαιότερες ἐποχές, προτοῦ ἀναπτυχθεῖ τό σύστημα τῶν μετοίκων καί ἐπικρατήσει τόσο πολύ στίς ἀνώτερες κοινωνικές τάξεις τό ἰδανικό τοῦ ἐλεύθερου χρόνου γιά πνευματική καλλιέργεια. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τά κίνητρα τῶν ἡγετῶν τῆς ἀποικιακῆς κίνησης ἦταν, ἀποκλειστικά σχεδόν, ἀγροτικά· ὅπως ὅμως ἀναφέραμε παραπάνω, μᾶς εἶναι δύσκολο νά ὑποθέσουμε ὅτι τό κράτος τῆς Μιλήτου δέν εἶχε ἐπίγνωση ὅτι θά ἀποκόμιζε κάποια ἐμπορικά ὀφέλη, ἄν ἵδρυε πολλές ἀποικίες Μιλησίων στίς παραλίες καί στίς προσβάσεις τῆς Μαύρης Θάλασσας, ἤ ὅτι ἡ Χαλκίδα δέν εἶχε στό νοῦ της τά ταξίδια τῶν ἐμπορικῶν της πλοίων, ὅταν Χαλκιδεῖς ἀποίκιζαν καί τίς δύο πλευρές τῶν Στενῶν τῆς Μεσσήνης. Πολλές τέτοιες εἰκασίες ἔχουν γίνει καί σχετικά μέ τόν πρωιμότατο πόλεμο ἀνάμεσα στίς δύο μεγάλες πόλεις τῆς Εὔβοιας, τή Χαλκίδα καί τήν Ἐρέτρια, δηλαδή γιά τή σύγκρουση πού ὀνομάστηκε, ἀπό τό ὄνομα τῆς εὐβοϊκῆς πεδιάδας[5] γιά τήν ὁποία πολέμησαν, Λιλάντιος Πόλεμος. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ πόλεμος αὐτός ὑπῆρξε σημαντικό γεγονός πού ἔζησε στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων, γιατί ὁ Θουκυδίδης [1, 15, 3] τόν ἀναφέρει ὡς ἐξαίρεση τοῦ κανόνα ὅτι δέν ὑπῆρξαν σπουδαῖες συμπράξεις ἀνάμεσα σέ ἑλληνικές πόλεις-κράτη τήν πρώιμη ἐκείνη ἐποχή, καί λέει ὅτι γενικά ὁ ἑλληνικός κόσμος τάχθηκε τότε μέ τό μέρος τοῦ ἕνος ἡ τοῦ ἄλλου ἀπό τους ἐμπολέμους. Οἱ πενιχρές μαρτυρίες μας συγκλίνουν στά τέλη τοῦ 8ου αἰώνα καί μᾶς παραδίδουν δύο περιπτώσεις ὅπου ἄποικοι ἕνος κράτους πού εἶχε ταχθεῖ μέ τό μέρος τοῦ ἑνός ἐξορίστηκαν ἀπό μιά ἀποικία ἀπό ἐκείνους πού εἶχαν ταχθεῖ μέ τό μέρος τοῦ ἄλλου. Ἡ συμπαγής παρουσία τῶν χαλκιδικῶν ἀποικιῶν στή βορειοανατολική Σικελία ἀνήκει χρονικά στήν ἐποχή περίπου τοῦ Λιλάντιου Πολέμου, ἐνῶ μετά τήν ἵδρυση τῆς Κύμης (μιά γενιά πιό πρίν) ἡ Ἐρέτρια δέν παίζει πιά ρόλο στόν ἀποικισμό τῆς Δύσης· ἀπό τήν ἄλλη, στήν Ἀνατολή, δύο ἀπό τους συμμάχους τῆς Ἐρέτριας, ἡ Μίλητος καί τά Μέγαρα, πέτυχαν τόν 7ο αἰώνα τή μονοπώληση σχεδόν τοῦ ἀποικισμοῦ πρός τήν κατεύθυνση τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ὅποιο κι ἄν ἦταν τό ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου στήν πατρίδα τους, τήν Εὔβοια, μιά ἀπό τίς συνέπειές του στό ἐξωτερικό ἦταν, ὅπως φαίνεται, κάποια διαίρεση τῆς περιοχῆς ἀποικισμοῦ σέ σφαῖρες ἐπιρροῆς. Δέν πρέπει, ὡστόσο, νά συμπεράνουμε ὅτι ὁ πόλεμος ἔγινε γιά νά διευθετηθοῦν τέτοια θέματα. Ὁ Λιλάντιος Πόλεμος ἀνήκει στά γεγονότα πού ἀπέχουν πολύ ἀπό τήν πρώτη τους καταγραφή, καί δέν ἔχουμε πολλές ἐλπίδες νά ἐπιβεβαιώσουμε τό συμπέρασμα αὐτό· μᾶς λείπει ἐπίσης ἡ γνώση τῶν ἱστορικῶν συμφραζομένων πού θά μποροῦσαν νά τό ἐξηγήσουν· οἱ συνέπειες τοῦ πολέμου ἐκείνου ἐνδέχεται νά εἶναι συμπτωματικές.

Πρόκειται γιά κάτι διαφορετικό, ὅταν προβάλλονται οἰκονομικά αἴτια γιά τόν Πελοποννησιακό Πόλεμο πρός τό τέλος τοῦ 5ου αἰώνα, μέσα στό ἄπλετο φῶς τῆς ἱστορίας τῆς κλασικῆς ἐποχῆς. Ἡ ὑπόθεση αὐτή εἶναι ἐδῶ περισσότερο βάσιμη, γιατί ἡ τελευταία ἐνέργεια τῆς Ἀθήνας πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ πολέμου μοιάζει σάν μέτρο οἰκονομικοῦ πολέμου: τό περιβόητο μεγαρικό ψήφισμα, μέ τό ὁποῖο ἀποκλείονταν οἱ μεγαρεῖς ἔμποροι ἀπό ὅλες τίς ἀγορές καί τά λιμάνια τῆς Ἀθηναϊκῆς Συμμαχίας· καί γιατί οἱ σύγχρονοι εἶχαν διάφορες θεωρίες γιά τούς ὕποπτους, ἴσως, καί μυστικούς λόγους γιά τούς ὁποίους ὁ Περικλῆς δέν ἄφησε νά ρυθμιστεῖ ἡ διαμάχη, μιά καί οἱ δημόσιες ἐξηγήσεις του δέν εἶναι ἐντελῶς πειστικές. Θά ἔκανε ὅμως κανείς πολύ κακή χρήση τῶν μαρτυριῶν, ἄν ἔβλεπε πίσω ἀπό τόν Περικλῆ τήν ὀλέθρια ἐπιρροή μίας ὁμάδας ἐμπόρων, πού ἐπιδίωκαν τήν ἐπεκταση τοῦ ἐμπορίου τοῦ Πειραιᾶ, ἤ ἀκόμη καί τήν ἐπιρροή μεμονωμένων πλουσίων. Ὅπως ἔχουμε πεῖ, τό ἑλληνικό ἐμπόριο δέν ἦταν ὀργανωμένο ἔτσι ὥστε νά μπορεῖ νά ἀσκεῖ τέτοιες πιέσεις, καί εἶναι ἀπίθανο ὅτι ἕνα γεγονός τέτοιου εἴδους θά ξέφευγε ἐντελῶς ἀπό τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς. Ὅταν ἡ σπαρτιατική λαϊκή συνέλευση, ἡ ἀπέλλα, ἀποφάσισε μέ ψηφοφορία τόν πόλεμο, καί ἡ ἀθηναϊκή λαϊκή συνέλευση, ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου, ἀπέρριψε τό σπαρτιατικό τελεσίγραφο, οἱ ψηφοφόροι ἀσφαλῶς ἐπηρεάστηκαν ἀπό τό εἶδος τῶν ἐπιχειρημάτων πού πρόβαλαν οἱ σύγχρονοί τους: δηλαδή ἀπό τή μιά πλευρά ὅτι ἡ Σπάρτη εἶχε ἀγανακτήσει μέ τήν τυραννία τῆς Ἀθήνας, καί ἀπό τήν ἄλλη ὅτι ἡ Ἀθήνα εἶχε χάσει τήν ὑπομονή της, ἐπειδή ἡ Σπάρτη τῆς ὑπαγόρευε ποιά πολιτική θά ἀκολουθήσει.

Οἱ συζητήσεις γύρω ἀπό τήν οἰκονομία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας φαίνεται ὅτι βρίσκονται ἀκόμη στό στάδιο τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἀρχῶν στίς ὁποῖες πρέπει νά βασιστεῖ ἀπό δῶ καί πέρα ἡ ἐπιχειρηματολογία. Ὁ πρῶτος ἐνθουσιασμός πού προκάλεσε ἡ δοκιμή τῆς χρήσης οἰκονομικῶν θεωριῶν ὁδήγησε σέ ἀβάσιμες νεοτεριστικές ἑρμηνεῖες, πού πρέπει ἀσφαλῶς νά πεταχτοῦν στό καλάθι τῶν ἀχρήστων· εἶναι ὀρθό, καί πρέπει νά ἐπιμείνουμε σ’ αὐτό, ὅτι στήν οἰκονομία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας δέν εἶναι ἐφαρμόσιμες οἱ παραδεδεγμένες ἀρχές τῆς οἰκονομίας τοῦ 19ου αἰώνα· ὡστόσο ἡ ἀντίδρασή μας δέν ὑπάρχει λόγος νά ὑπερβεΐ τά ὅρια, σέ σημεῖο νά ἀγνοήσουμε τήν ἐπίδραση τοῦ ἐμπορίου σέ ὁλόκληρη τήν ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Ἕνα ἄλλο παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ μαρξιστική ἑρμηνεία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἱστορίας, στήν Ἀγγλία τουλάχιστον, προσπαθοῦσε πάντοτε νά βρίσκει τά ἐμφανῆ οἰκονομικά κίνητρα, καί νά ἀρκεῖται, λόγου χάρη, στή θεωρία ὅτι ὁ ἀθηναῖος τύραννος Πεισίστρατος ἦταν μεγιστάνας τῶν μεταλλωρυχείων. Ὑποθέτω ὅτι οἱ μαρξιστές θά κατέληγαν σέ χρησιμότερα συμπεράσματα ἄν προσπαθοῦσαν να ἀποκαλύψουν τήν κρυφή οἰκονομική βάση τῶν τάσεων γιά πολιτική δύναμη καί δόξα, πού φαινομενικά παρακινοῦσαν τίς ἑλληνικές πόλεις-κράτη στίς ἐνέργειές τους. Οἱ μαρτυρίες πού ἔχουμε γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική οἰκονομία θά παραμείνουν πάντα πάρα πολύ ἀποσπασματικές γιά νά μπορέσουμε νά προχωρήσουμε σέ ὁποιοδήποτε εἶδος ποσοτικῆς ἀνάλυσης: πάντως, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, ὑπάρχουν ἀκόμη περιθώρια γιά νά διερευνηθεῖ περισσότερο ἡ θέση πού εἶχαν πράγματι στή ζωή τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς κοινωνίας τό ἐμπόριο καί ἡ βιομηχανία.

[1] [Οἱ οἰκιακοί δοῦλοι λέγονταν οἰκέται.]

[2] [Ὑπέρ ἀδυνάτου.]

[3] [Στή Δεκέλεια, ἀπ’ ὅπου καί ἡ ὀνομασία Δεκελεικός Πόλεμος γιά τήν τελευταία μεγάλη περίοδο (413-404) τοῦ Πελοποννησιακοϋ Πολέμου.]

[4] Ὁ Πλάτων παρουσιάζει τήν κρυπτεία ὡς μέσο ἄσκησης τῶν νέων Σπαρτιατῶν γιά νά ἀντέχουν στίς κακουχίες (βλ. σ. 307-308) καί δέν ἀναφέρει τίποτε γιά φόνους εἱλώτων.

[5] [Ὀνομαζόταν Λιλάντιον (ἤ Λήλαντον) πεδίον, ἀπό τόν ποταμό Λίλαντον (ἤ Λήλαντον).]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s