Η ΘΟΥΚΥΔΙΔΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ


kion1Η ΘΟΥΚΥΔΙΔΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ:

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ

 Λήψη του αρχείου

Αντώνης Ρεγκάκος

Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη δύο σημαντικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αφηγηματικής τέχνης του ιστορικού προδίδουν τη διπλή οφειλή του στο ομηρικό έπος και τις Ιστορίες του Ηροδότου. Το πρώτο από αυτά τα γνωρίσματα είναι η χρησιμοποίηση του τρίτου είδους αφήγησης που ορίζει ο Πλάτωνας σε ένα περίφημο χωρίο της Πολιτείας (392c- 394b), δηλαδή της μεικτής αφηγηματικής μορφής, η οποία συνδυάζει την αφήγηση καθεαυτή (ἁπλῆ διήγησις) και τη μίμησιν, την παράθεση ομιλιών σε ευθύ λόγο. Το δεύτερο είναι η λεγόμενη ‘εσωτερική εστίαση’ (κατά την ορολογία του Genette), δηλαδή η γνώση των σκέψεων και των συναισθημάτων διαφόρων ατόμων που μεταφέρει ο Θουκυδίδης στους αναγνώστες του μέσω της σταθερής χρήσης ρημάτων που περιγράφουν τις γνώσεις, σκέψεις και προθέσεις των ατόμων. Όπως είναι ευρέως γνωστό, ο ευθύς λόγος και η περιγραφή εσωτερικών διεργασιών αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία τόσο του ομηρικού έπους όσο και του έργου του Ηροδότου.[1]

Για τον Θουκυδίδη η οφειλή που μόλις περιγράψαμε και η υιοθέτηση αυτών των βασικών γνωρισμάτων στην ιστοριογραφική αφήγησή του δεν είναι ούτε αυτονόητες ούτε ασύνειδες.[2] Όπως είναι γνωστό, ο Θουκυδίδης θεματοποιεί μόνο ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, τη χρήση του ευθέος λόγου, στο περίφημο μεθοδολογικό κεφάλαιο (1.22), σε μια ατελέσφορη προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ υποκειμενικότητας (ὡς δ’ ἄν ἐδόκουν ἐμοί ἕκαστοι περί τῶν αἰεί παρόντων τά δέοντα μάλιστ’ εἰπεῖν) και αντικειμενικότητας (ἐχομένῳ ὅτι ἐγγύτατα τῆς ξυμπάσης γνώμης τῶν ἀληθῶς λεχθέντων). Αυτές οι φράσεις δεν επιτυγχάνουν την άρση της αντίφασης που υπάρχει ανάμεσα στην αξίωση για αντικειμενικότητα την οποία ο ιστορικός εγείρει στο δεύτερο τμήμα της πρότασης και στις ίδιες τις δημηγορίες όπως αυτές απαντούν μέσα στο έργο. Για πολλαπλούς λόγους οι δημηγορίες δεν είναι δυνατό να είναι αυθεντικές, τουλάχιστον όχι στη μορφή με την οποία καταγράφονται στο έργο.

Συνέχεια

Advertisements

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1Η Αθηναϊκή Δημοκρατία

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Charles Freeman

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ»)

  Λήψη του αρχείου

Πριν την πανωλεθρία που υπέστη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η Αθήνα υπήρξε η πλέον ευημερούσα πόλη στο Αιγαίο. Ένας λόγος της οικονομικής ευρωστίας της ήταν τα λάφυρα και οι φόροι υποτελείας που συλλέγονταν από την αυτοκρατορία (βλέπε: Δέκατο Κεφάλαιο), πόροι οι οποίοι αποδείχτηκαν ουσιωδώς επαρκείς πόροι όχι μόνο για τη συντήρηση ενός μεγάλου στόλου, αλλά και για τη μεταμόρφωση της Ακρόπολης της πόλης σε ένα διαχρονικό, μεγαλειώδες οροθέσιο. Εντούτοις, η πόλη είχε επίσης και δικούς της πόρους. Ενώ το έδαφος της Αττικής, μια περιοχή έκτασης άνω των 2.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, δεν ήταν καθόλου εύφορο (ο Πλάτωνας, γράφοντας τον 4ο αιώνα π.Χ., έφτασε μέχρι του σημείου να περιγράφει την Αττική ως «σκελετό σώματος ρημαγμένου από αρρώστια· το πλούσιο μαλακό χώμα είχε παρασυρθεί αφήνοντας τη γη κυριολεκτικά πετσί και κόκαλο»), ελαιόδεντρα και αμπέλια ευδοκιμούσαν στα χαμηλά εδάφη και στις παράκτιες περιοχές και παρήγαν σημαντικό πλεόνασμα ελαιόλαδου και κρασιού για εξαγωγή. Κρίσιμης σημασίας, επίσης, ήταν το γεγονός ότι η πόλη διέθετε μια μείζονα πηγή ορυκτού πλούτου, τα αργυρωρυχεία του Λαυρίου. Παρότι αποτελούσαν κρατική ιδιοκτησία, τα μεταλλεία εκμισθώνονταν σε ιδιώτες παραχωρούμενα .για τρία ή τέσσερα χρόνια, με το ασήμι να εξορύσσεται από ένα σκαιά αντιμετωπιζόμενο εργατικό δυναμικό που αριθμούσε μερικές χιλιάδες δούλους. Το ασήμι κοβόταν σε νομί­σματα1 και στη συνέχεια, κατά τρόπον που δεν είναι τελείως σαφής, που ένα εμπορικό πλοίο θα μπορούσε να αποπλεύσει από την Αθήνα, χωρίς κανένα άλλο φορτίο πλην ασημένιων νομισμάτων, με τη βεβαιότητα ότι ο εμπορευόμενος πλοιοκτήτης θα μπορούσε να αγοράσει όλα όσα χρειαζόταν.

Συνέχεια

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Gustave Glotz

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΠΟΛΙΣ»)

 

Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν τέλεια συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ἐγκαθίδρυση τῆς δημοκρατίας σὲ μία πόλη τόσο πολυάνθρωπη ὄσο ἡ δική τοὺς ἦταν μεγάλος νεωτερισμός. Ἦταν ὑπερήφανοι για τὸ σύνταγμά τούς. Ἀπὸ τὰ τρία καθεστῶτα πού χαρακτήριζαν τοὺς Ἕλληνες ἕνα μόνο φαινόταν νὰ ἁρμόζει στήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια: αὐτό πού ἀντέτασσε τὴν ἀρχὴ τῆς ἰσότητας στήν ἀρχή τῆς ὀλιγαρχίας καὶ ὑπεράσπιζε τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν τυραννία. Ἐλευθερία, Ἰσότητα, ἦταν κυριολεκτικὰ τὸ ἔμβλημα τῶν Ἀθηναίων· πρόσθεσαν τὴν ἀδερφοσύνη, κάτω ἀπὸ τή λέξη φιλανθρωπία. Mέ αἴσθημα ὑπερηφάνειας σύγκριναν τὴν πόλη τούς μὲ ὅλες τὶς ἄλλες, καὶ εἰδικὰ μὲ τή Σπάρτη, πρὸς τὴν ὁποία στρέφονταν μὲ νοσταλγία ὅλοι οἱ ἀντίπαλοι τῶν ἰδεῶν πού ἦταν ἀγαπητὲς σ’ αὐτούς. Πιθανότατα οἱ δημόσιοι ἄνδρες καί οἱ Ἀθηναῖοι ποιητὲς ὑπερέβαλλαν σὲ ἐπαίνους, ὅταν μιλοῦσαν για τὸ πολίτευμά τούς· ἀλλὰ κι αὐτὸς ὁ λυρισμὸς ἔχει ἱστόρικὴ ἀξία: τέτοιες διαχύσεις αἲσθἡμάτων μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ψυχή ἑνὸς λαοῦ· ὑπάρχουν ἐνθουσιασμοὶ πού μαρτυροῦν ἕνα ἰδεῶδες.

Τὸ ἀθηναϊκο ἰδεῶδες κανένας ἄλλος δὲν τὸ παρουσίασε μὲ εὐγλωττία πιὸ μεγαλειώδη καί πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν Θουκυδίδη. Ὁ ἱστόρικὸς προσέχει καλὰ νὰ μὴ μιλήσει γιά λογαριασμὸ του· δὲν θὰ ἦταν εἰλικρινής, ἀφοῦ δὲν αἰσθανόταν καμιὰ τρυφερότητα γιὰ τὴν πολιτικὴ τῆς χώρας του. Ἔτσι, αὐτό τὸ θαυμάσιο σχόλιο, τοῦ ὁποίου ἡ κάθε λέξη εἶναι σὰν ἕνα χρυσὸ μεταλλιο μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδας, τὸ ἀποδίδει στόν φίλο τοῦ Ἀναξαγόρα, τὸν ἐμψυχωτή τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας, τὸν «Ὀλύμπιο» πού ὑπέταξε, ἐπὶ τριάντα χρόνια, τὶς καθημερινὲς μικρότητες τῆς ἀγορᾶς: στόν Περικλη.

Συνέχεια

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Jacqueline De Romilly

                «Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ», σελ. 387-415) 

  Λήψη του αρχείου

Η θέση που αποδίδει στον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό ο Θουκυδίδης, εξαρτάται τόσο από τη διανοητική ιδιοσυστασία του όσο και από τα ίδια τα γεγονότα. Και είναι ολοφάνερο ότι στη σύνθεση του καθενός επεισοδίου, καθώς και στον επιμερισμό των επεισοδίων, ακολουθεί ορισμένες κατευθυντήριες ιδέες που τείνουν να τονίζουν την παρουσία του ιμπεριαλισμού. Αλλά, εάν υπάρχει μέσα στο έργο ένα μέρος στο οποίο αυτός ο ρόλος της ερμηνείας γίνεται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού εμφανής, αυτό είναι ασφαλώς το μέρος που ανα- φέρεται στην έκθεση των αιτίων του πολέμου. Οι φάσεις των εκστρατειών αποτελούν για τον ιστορικό ένα πεδίο αντικειμενικά οριοθετημένο· η ανάλυση των αιτίων συνεπάγεται μια επιλογή, η οποία ενδέχεται να αναδεικνύει μια ορισμένη σειρά από περιστάσεις, να ανατρέχει κατά προτίμηση σε μια αφετηριακή χρονολογία, να φέρνει στο προσκήνιο ορισμένα πρόσωπα. Οπότε η ανάπτυξη γίνεται αναγκαστικά για εμάς περισσότερο αποκαλυπτική, και περισσότερο αποδεικτική.

Όμως, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, το πρόβλημα που θέτει, γίνεται ακόμη πιο λεπτό και χρειάζεται να του αφιερώσουμε μια χωριστή εξέταση. Ένας δείκτης τόσο σημαντικός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιοριστικά για την ανάδειξη ενός σταθερού χαρακτηριστικού ή απλά για τη σύσταση ενός μέσου όρου: εφόσον αυτό το μέρος του έργου προϋποθέτει την προσωπική παρέμβαση και την έκφραση κρίσης, φέρει με τρόπο πιο έντονο τη σφραγίδα μιας χρονολογίας, ίσως και περισσότερων χρονολογιών· πρόκειται πράγματι για την αρχή του έργου – κάτι που μας επιτρέπει να υποθέσουμε μια παλαιότερη σύνταξη- αλλά πρόκειται επίσης και για μια, κατά κάποιον τρόπο, εισαγωγή, πράγμα που συνεπάγεται συνολική θέαση και πιθανές αναθεωρήσεις[1]. Ώστε είμαστε αναγκασμένοι ως προς το μέρος αυτό να θέσουμε, ως έ­να τουλάχιστον σημείο, το ζήτημα της γένεσης του έργου.

Συνέχεια

ΤΑ ΝΕΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ


kion1Τά νέα ἐρωτήματα τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Thomas Alexander Szlezák

«Τι ὀφείλει η Εὐρώπη στους Ἕλληνες»

                  Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στην ἑλληνική ἀρχαιότητα)

Λήψη του αρχείου

 Τό ἕως τώρα ἐρευνούμενο ζήτημα τῆς διαμόρφωσης τῆς εὐρωπαϊκῆς μας ταυτότητας διά τῆς ἐπίδρασης τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας θά γίνει ἀντικείμενο περαιτέρω πραγμάτευσης, ὅταν θά ἀναφερθοῦν οἱ νέοι λογοτεχνικοί τύποι τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας (κατωτέρω, κέφ. 6, 9 καί 10). Πρωτύτερα ὅμως πρέπει νά ἐξεταστεῖ ἕνα ἄλλο θέμα. Περίπου ἑκατό χρόνια πρίν ἀπό τή γένεση τῆς ἀττικῆς τραγωδίας ἡ ἑλληνική φιλοσοφία ἔδωσε τό παρόν μέ ἕνα διανοητικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι, πού ὀνομάζουμε «προσωκρατικό», διότι προηγεῖται τόσο χρονικά, ὅσο καί θεματικά της ριζικῆς στροφῆς, τήν ὁποία ἐπέφερε ἡ ἐπικέντρωση τοῦ Σωκράτη στά ἠθικά ἐρωτήματα.

Ἀφοῦ ὅλοι οἱ σύγχρονοι ἑρμηνευτές διακρίνουν σ’ αὐτή τήν πρώτη, περιλαμβάνουσα περίπου 200 χρόνια, φάση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας τή γέννηση τοῦ ὀρθολογικοῦ πνεύματος καί τῆς ἐπιστημονικότητας κι ἀφοῦ ἡ εὐρωπαϊκή κουλτούρα κυριάρχησε παγκοσμίως ὡς ἐπιστημονική – τεχνική καί ὀρθολογική δύναμη, προφανῶς τό ἐρώτημα, ἄν τούτη ἡ ἐποχή εἶναι σημαντική γιά τό ἀρχικό μας ἐρώτημα, ἔχει ἤδη ἀπαντηθεῖ. Παραμένει πάντως φλέγον καί ἀνοιχτό τό ζήτημα, τί ἀπό τήν πληθώρα τῶν ἀπόψεων, πεποιθήσεων, διανοητικῶν πειραμάτων καί ἐπιστημονικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνου τοῦ καιροῦ μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὡς «δική» μας κληρονομιά, καθώς καί ἀπό ποιές μή ὀρθολογικές ἤ πρό-λογικές ρίζες πήγασε ὁ νοητικός τύπος τῆς ἐπιστήμης.

Συνέχεια