Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Gustave Glotz

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΠΟΛΙΣ»)

Λήψη του αρχείου

      Α

 ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ἡ πολιτικὴ ἐξελιξη τῆς Ἑλλάδας ἦταν σαφὴς ὡς τὸ τέλος τοῦ 6ου αἰώνα. Ἡ πόλη ἔγινε ἰσχυρὴ ἐλευθερώνοντας τὸ ἄτομο ἀπὸ τὶς πατριαρχικὲς ὑποχρεώσεις· τὸ ἄτομο ἔγινε ἐλεύθερο μὲ τὴν προστασία τῆς πόλης. Ἀλλά ἀπὸ τή στιγμή πού ἐπιτεύχθηκαν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ὑπῆρξαν πόλεις ὅπου ἡ δημόσια ἐξουσία κατακτήθηκε ἀπὸ μεγάλες οἰκογένειες πού κατόρθωσαν νά διατηρήσουν τὰ κληρονομικὰ τους προνόμια· σὲ ἄλλες πόλεις ἡ ἐξουσία πέρασε στό σύνολο τῶν ἐλευθέρων ἀτόμων. Ἀπέναντι στίς ἀριστοκρατικὲς καὶ ὀλιγαρχικὲς πόλεις στέκονταν οἱ πόλεις ὅπου ἡ φωνή τοῦ λαοῦ στάθηκε ἱκανὴ νὰ ἐπιβάλει τὴν κυριαρχία της. Σὲ ποιά πλευρὰ βρισκόταν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας;

Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ ὑλικὴ δύναμη, ἡ ἀπαντήση θὰ ἦταν εὔκολη. Ἡ Σπάρτη διαθέτει μεγάλες δυνάμεις ἀφότου εἶναι ἐπικεφαλῆς τῆς πελοποννησιακῆς συμμαχίας, καὶ γι’ αὐτό προτείνεται ὁμόφωνα γιὰ νὰ διοικήσει τὸν ἑλληνικό στρατὸ καὶ στόλο στον πόλεμο κατὰ τῶν Μήδων. Ἀλλὰ πρόκειται γιὰ ἐντελῶς ἄλλο πράγμα ἀπὸ τή στρατιωτική ὀργάνωση. Τὸ ἑλληνικο πνεῦμα θὰ μποροῦσε νὰ πάει μπροστὰ μὲ θεσμοὺς ὅπως τῆς Σπάρτης; Θὰ ἦταν ἱκανό νὰ ἀποδώσει ὅλους τοὺς καρπούς, ἐὰν παντοῦ, ὅπως στις ὄχθες τοῦ Εὐρώτα, τὸ κράτος εἶχε μόνη ἀπασχόληση τὴν ψυχικὴ καὶ ἠθικὴ διαμόρφωση ἐξαιρετικῶν ὁπλιτῶν καὶ τή διατήρηση ἑνὸς πολιτεύματος πού ἑξασφάλιζε αὐτό τὸ ἀποτέλεσμα; Ὄχι· ἡ Σπαρτή, ἀναδιπλωμένη στον ἑαυτὸ της, στραμμένη ὁλόκληρη πρὸς ἕνα παρελθὸν τὸ ὁποῖο θέλει νὰ διαιωνίσει, παραμένει τέλειο παράδειγμα αὐτοῦ πού μποροῦσε νὰ εἶναι μιὰ ἀριστοκρατικὴ πόλη κατὰ τὸ 550· ἀλλά τὸν 5ο αἰώνα δὲν εἶναι πιὰ παρὰ μιὰ περιπτωση πού μπορεῖ κανεὶς νὰ μὴ λάβει ὑπόψη, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ συλλάβει τή γενική μεταμόρφωση τῆς πόλης. Γιὰ νὰ μπορέσει ἡ Ἑλλάδα νὰ ἐκπληρώσει τὸ πεπρωμένο της, χρειάζεται νὰ κινηθεῖ ἀποφασιστικὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς φυσικῆς της ἐξέλιξης, καὶ οἱ ἀτομικὲς ἐνέργειες νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐλεύθερα γιὰ τὸ δημόσιο καλό. Μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις πού ἔχουν μπεῖ πιὸ ἀποφασιστικὰ στοὺς νέους δρόμους τῆς δημοκρατίας χρειάζεται νὰ εἶναι ἕτοιμη νὰ βαδίσει μπροστὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες καὶ νὰ εἶναι ἱκανὴ νά τις παρασύρει. Ἔτσι θὰ ἐκπληρώσει μιὰ ἔνδοξη ἀποστολή, θὰ γίνει τὸ σχολεῖο τῆς δημοκρατίας. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ κλῆρος τῆς Ἀθήνας.

Ὅλο τῆς τὸ παρελθὸν τὴν ἐτοίμαζε γιὰ τὸ δημοκρατικό ἔργο πού ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρώσει.

Οἱ Ἀθηναῖοι περηφανεύονταν ὅτι ἦταν αὐτόχθονες, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι σ’ αὐτοὺς δὲν ὑπῆρχε οὔτε φυλὴ κυρίαρχη οὔτε φυλὴ ὑποδουλωμένη: τίποτε ἀνάλογο μὲ τοὺς εἴλωτες πού δούλευαν γιὰ τοὺς Σπαρτιάτες. Ὅταν αὐτὸς ὁ ὁμοιογενὴς καὶ ἐλεύθερος πληθυσμὸς σχημάτισε κράτος, τοῦτο ἔγινε μέ ἕνα συνοικισμὸ πού κατέστησε ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἀττικῆς Ἀθηναίους καί τὴν Ἀθήνα πρωτεύουσα ἑνὸς ἑνοποιημένου λαοῦ: τίποτε πού νὰ μοιάζει μὲ τὴν ὁμοσπονδία τῶν Βοιωτῶν, ὅπου οἱ Θηβαῖοι εἶχαν ἀξιώσεις γιὰ ἡγεμονία. Ἔτσι ἀπὸ τὰ πιὸ παλαιὰ χρόνια ἡ ἐθνικὴ καὶ ἐδαφικὴ ἑνότητα ἐξέθρεψε γιὰ πάντα τὶς ἠθικές καὶ ὑλικές συνθῆκες γιὰ τὴν πολιτικὴ ἰσότητα. Σ’ αὐτὴ τὴν πόλη, ὅπως καὶ στίς ἄλλες, ἡ βασιλεία παράκμαζε πρὸς ὄφελος τῆς ἀριστοκρατίας. Τουλάχιστον τὰ γένη ἦταν ἴσα μεταξὺ τους: τίποτε τὸ ἀνάλογο μὲ τοὺς Ἀγιάδες καὶ τοὺς Εὐρυπωντίδες πού στή Σπάρτη διατήρησαν τὸ βασιλικὸ προνόμιο. Ἀκόμη καὶ στό ἐσωτερικὸ τῶν γενῶν ἴσχυε ἡ ἰσότητα, ἀφοῦ οἱ ἀποφάσεις τους λαμβάνονταν ὁμόφωνα. Κάτω ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς, ἡ μάζα, πού τὴν ἀποτελοῦσαν γεωργοί, βοσκοί, βιοτέχνες, ψαράδες καὶ ναυτικοί, θεωροῦσε σωστὸ ὅτι καθένας ἔπρεπε νὰ ἀμείβεται ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του, καὶ συνήθιζε μέσα στοὺς θιάσους καὶ στοὺς ὀργεῶνες νὰ συζητεῖ πάνω σὲ κοινὰ προβλήματα.

Ὅπως παντοῦ, οἱ λαϊκὲς τάξεις ἄρχισαν τὸν ἀγώνα ἐναντίον μιᾶς καταπιεστικῆς ὀλιγαρχίας. Χωρικοὶ πού κινδύνευαν νὰ γίνουν δοῦλοι γιὰ χρέη, ἔμποροι πού ἀγανακτοῦσαν γιατὶ οὔτε καὶ ἡ περιουσία τοὺς ἐπέτρεπε νὰ ἐλπίζουν σὲ πολιτικὰ δικαιώματα, ὅλοι συμφώνησαν νὰ ἀπαιτήσουν τή δημοσίευση τῶν νόμων πού τὸ μυστικὸ τους τὸ κρατοῦσαν οἱ εὐπατρίδες κατάφεραν νὰ διοριστοῦν θεσμοθέτες μὲ αὐτή τὴν ἀποστολή. Ἀλλά ἡ ἐργασία πού εἶχε προγραμματιστεῖ δὲν τελείωνε. Τὰ μίση ἑξάπτονταν, οἱ ἐκδικήσεις αἱματοκυλοῦσαν τή χώρα. Ἕνας νέος εὐγενής, ὁ Κύλων, ἀποπειράθηκε νὰ ἐγκατασταθεῖ ὡς τύραννος στὴν ἀκρόπολη· δὲν κατάφερε παρὰ νὰ ἑξάψει τὰ πάθη, σὲ σημεῖο πού οἱ ἀντίπαλοί του, γιὰ νὰ σφάξουν τοὺς ὀπαδοὺς του, δὲν ὀπισθοχώρησαν ἐμπρὸς στὴν ἱεροσυλία.

Τότε ἐμφανιστηκε ὁ Δράκων. Ἐνας ἄνθρωπος κατάφερε σὲ λίγους μῆνες νὰ ἐκτελέσει τὸ ἔργο πού ἀπὸ πολλὰ χρόνια καταπονοῦσε μάταια ὁλόκληρη ἐπιτροπή. Ἄφησε ἕνα ὄνομα πού ἠχεῖ ἄσχημα καὶ προκαλεῖ φόβο, γιατὶ ὅπλισε τὸ κράτος μὲ δικαστικὴ δύναμη· θεωρήθηκε αἰμοσταγὴς νομοθέτης, γιατὶ προσπάθησε νὰ βάλει τέλος στὴν αἱματοχυσία. Οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι ἦταν ἄλυ-σίδα ἰδιωτικῶν πολέμων, ὅπου τὰ γένη συγκρούονταν μὲ ὅλες τους τίς δυνάμεις. Γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς παθόντες νὰ καταφύγουν στὰ δικαστήρια, ὁ Δράκων καθορίζει τις περιπτώσεις ὅπου ἐπιτρέπεται ἐκδίκηση ἤ ἰδιωτικὸς συμβιβασμός. Γιὰ νὰ διαλύσει τις συγγενικὲς ὁμάδες, διακρίνει στὴν καθεμιὰ οἰκογενειακοὺς κύκλους λιγότερο ἤ περισσότερο στενούς, καὶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις μάλιστα ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς πού καλοῦνται νὰ πάρουν μιὰ ἀπόφαση νὰ τὴν πάρουν ὁμόφωνα· μέσα στο γένος ἀπευθύνεται στον ἀτομικισμό.

Τεράστια πρόοδος, ὡστόσο ἀνεπαρκής. Ἡ ἀριστοκρατία τῶν γαιοκτημόνων διατηροῦσε ὅλα της τὰ προνόμια· μεγάλωνέ τίς ἐκτάσεις της σὲ βάρος τῶν μικρῶν χωρικῶν· ὑποδούλωνε τὸ πλῆθος τῶν χρεοκόπων ὀφειλετῶν, γιὰ νὰ τοὺς πουλήσει στό ἐξωτερικὸ ἤ γιὰ νὰ τοὺς προσκολλήσει στή γή, ἀφήνοντάς τους μόνο τὸ ἔκτο τῆς συγκομιδῆς (ἑκτήμοροι). Ἡ κατάσταση ἦταν δραματική. Δυο ἀντίθετες παρατάξεις ἔσπρωχναν τίς ἀξιώσεις τους ὡς τὰ ἄκρα, ἡ μιὰ στηριγμένη στὴν παραδοσιακὴ νομιμότητα, ἡ ἄλλη προβάλλοντας μιὰ ἐπαναστατικὴ ἰσότητα. Ἡ Ἀττικὴ πήγαινε νὰ γίνει χώρα μεγαλογαιοκτημόνων καὶ δουλοπάροικων ὅπως ἡ Λακωνία ἤ ἡ Θεσσαλία; Ἤ, ἀγνοώντας κατακτημένα δικαιώματα, θὰ καταργοῦσαν τὰ χρέη καὶ θὰ προχωροῦσαν σὲ ἀναδασμὸ τῆς γῆς;

Ἡ Ἀθήνα βρῆκε καὶ πάλι τὸν ἄνθρωπο πού ἦταν ἱκανὸς νὰ λύσει τὰ ἀγωνιωδη γι’ αὐτὴν προβλήματα. Ὁ Σόλων ὀρθώθηκε ἀνάμεσα στοὺς ἀντιπάλους «ἴδιος βράχος» καί, ἀπαθὴς στίς ἐπιθέσεις πού ἔρχονταν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη, ἔκαμε αὐτό πού θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε μετριοπαθή ἐπανάσταση. Μεμιὰς κατάργησε τοὺς φραγμοὺς πού κρατοῦσαν τοὺς εὐπατρίδες σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὶς ἄλλες τάξεις καὶ προστάτευαν τὰ παραδοσιακὰ προνόμια τῶν γενῶν. Γιὰ νὰ ἀπελευθερώσει τή γῆ, πῆρε ἕνα γενικὸ καὶ ἄμεσο μέτρο: ἀπάλλασσε τοὺς ἑκτήμορους ἀπὸ τὰ βάρη (σεισάχθεια), ἐνῶ συγχρόνως καταργοῦσε ὅ,τι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν κοινοτικὴ ἰδιοκτησία καὶ διευκόλυνε τή μεταβίβαση ἐδαφῶν μὲ νόμους ἀναφορικὰ μὲ τὴν προίκα, τὰ κληρονομικὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐλευθερία νὰ διαθέτει κανεὶς τὴν περιουσία του. Γιὰ νὰ ἀπελευθερώσει τὰ ἄτομα, περιόρισε τὴν πατρικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ κυρίως ἀπαγόρευσε τή δουλεία γιὰ χρέη, σὲ ὅλες τίς μορφὲς της, ἀκόμη καὶ ὡς ποινή, καὶ διακήρυξε ἔτσι τὸ habeas corpus τοῦ Ἀθηναίου πολίτη. Καταλαβαίνοντας ὅτι ἡ γεωργία δὲν ἀρκοῦσε νὰ θρέψει ἕνα μεγάλο πληθυσμὸ σὲ μιὰ χώρα φτωχὴ ἀπὸ τή φύση της, προσπάθησε νὰ δώσει δυνατὴ ὤθηση στό ἐμπόριο καὶ στή βιομηχανία, προσελκύοντας ἀπ’ ἔξω ἐπαγγελματίες, προστατεύοντας τοὺς μετοίκους, κάνοντας μιὰ νομισματικὴ μεταρρύθμιση πού ἄνοιγε νέους δρόμους στὴν ἐμπορικὴ ναυτιλία.

Σ’ αὐτὴ τὴν οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ μεταμόρφωση ἀντιστοιχεῖ καὶ μιὰ πολιτικὴ μεταβολή. Ἀπέναντι στό κράτος δὲν ὑπάρχουν πιὰ παρὰ πολίτες ἐλεύθεροι. Καμία διάκριση καταγωγῆς· ἀλλὰ ἡ περιουσία ἀρχίζει νὰ λογαριάζεται. Σύμφωνα μὲ ἕνα σύστημα πού ἔτεινε νὰ ἰσχύσει ἀπὸ κάμποσο καιρό, οἱ πολίτες χωρίζονται σὲ τέσσερις τιμοκρατικὲς τάξεις: 1. τοὺς πεντακο-σιομέδιμνους, πού ἔχουν εἰσοδήματα ἀπὸ τὰ κτήματά τους τουλάχιστον πεντακοσίους μεδίμνους στερεὰ (260.000 λίτρα) ἤ πεντακοσίους μετρητὲς ὑγρῶν (195 ἑκατόλιτρα)· 2. τοὺς ἱππεῖς, πού ἔχουν τουλάχιστον τριακοσίους μεδίμνους ἤ μετρητὲς (156.000 ἡ 117.000 λίτρα)· 3. τοὺς ζευγίτες, πού ἔχουν εἰσόδημα τουλάχιστον διακοσίους μεδίμνους ἤ μετρητὲς (104 ἡ 78 ἑκατόλιτρα)· 4. τοὺς θῆτες, πού δέν ἔχουν γῆ ἤ πού δὲν παράγουν παρὰ τὸ ἐλάχιστο ποσὸ τῶν διακοσίων μεδίμνων ἤ μετρητῶν. Οἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν τῶν τάξεων εἶναι καθορισμένα ἀνάλογα μὲ τὸ τίμημά τους. Οἱ θῆτες, ἀπὸ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πολίτες, μποροῦν νὰ λάβουν μέρος στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ στὰ δικαστήρια· στρατεύονται ὅμως μόνο ὡς κωπηλάτες καὶ δὲν μποροὺν νὰ πάρουν ἀξιώματα. Οἱ ζευγίτες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὀπλιστοῦν ὡς ὀπλίτες καὶ μποροῦν νὰ ἐπιδιώξουν μερικὰ κατώτερα ἀξιώματα. Οἱ πολίτες τῶν δύο πρώτων τάξεων ὀφείλουν νὰ ἔρθουν στὸ στρατὸ μὲ τὸ ἄλογό τους καὶ εἶναι ἐπιβαρημένοι μέ τις χορηγίες πού λέγονται λειτουργίες, ἀλλὰ ἔχουν δικαίωμα στὰ κυριότερα ἀξιώματα. Στοὺς πεντακοσιομέδιμνους ἐπιφυλάσσονται οἱ πιὸ δαπανηρὲς λειτουργίες καὶ τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ταμιῶν. Ὁ συντάκτης αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος τὸ χαρακτήριζε καλὰ ὅταν ἔδινε αὐτὴ τή μαρτυρία: «Ἔδωσα στὸ λαὸ ὅση δύναμη τοῦ εἶναι ἀρκετή, χωρὶς νὰ ἀφαιρέσω τίποτε ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειά του καὶ χωρὶς νὰ προσθέσω τίποτε». Ἡ μεταρρύθμιση τοῦ Σόλωνα, συνετὴ καὶ προσωρινὴ ἀπὸ πολιτικὴ πλευρά, ἀλλὰ τολμηρὴ καὶ ὁριστικὴ ἀπὸ κοινωνικὴ πλευρά, σημειώνει τὴν ἄνοδο τῆς δημοκρατίας (594 /3).

Ἐντούτοις ἡ Ἀθήνα δὲν ἔμεινε γιὰ πολὺ ἥσυχη. Χρειάστηκε νὰ ἐπιτραπεῖ στοὺς βιοτέχνες καὶ στοὺς ἐμπόρους νὰ μποῦν στίς τρεῖς πρῶτες τάξεις: ἔγινε δεκτὴ (πιθανότατα τὸ 581) ἡ ἀντιστοιχία τοῦ μεδίμνου ἤ τοῦ μετρητῆ μὲ τή δραχμή, δηλαδὴ τῶν εἰσοδημάτων ἀπὸ τή γῆ μὲ τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ ἄλλες πηγές. Αὐτό τὸ μέτρο δὲν ἦταν ἀρκετό. Ἡ οἰκογενειακὴ ὀργάνωση δὲν εἶχε ἑξαφανιστεῖ παρὰ μόνο στοὺς νόμους· στὴν πράξη ἡ δύναμη τῶν γενῶν ἑξακολουθοῦσε νὰ εἶναι αἰσθητή. Ἐξάλλου τὰ ἀκραῖα κόμματα δὲν εἶχαν ἀφοπλιστεῖ, ἀφοῦ κανένα ἀπὸ τὰ δύο δὲν εἶχε ἱκανοποιηθεῖ τελείως, καὶ τὸ τρίτο κόμμα, πού ὑποστήριζε τὸ πολίτευμα τοῦ Σόλωνα, τὸ ὑπεράσπιζε μὲ δυσκολία. Τρεῖς παρατάξεις βρέθηκαν ἀντιμέτωπες· καθεμιὰ ἀντιπροσώπευε μιὰ κοινωνικὴ τάξη, καθεμιὰ ἐπιστρατευόταν ἀπὸ μιὰ περιοχὴ τῆς χώρας, καὶ εἶχε ἐπικεφαλῆς της μιὰ μεγάλη οἰκογένεια: οἱ εὐπατρίδες τῆς πεδιάδας καθοδηγούνταν ἀπὸ τοὺς Φιλαΐδες· οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ψαράδες τῆς παραλίας ἀπὸ τοὺς Ἀλκμεωνίδες· οἱ μικροὶ χωρικοὶ τοῦ βουνοῦ ἀπὸ τοὺς Πεισιστρατίδες. Ὑπερίσχυσε ὁ Πεισίστρατος (560).

Ἅρπαξε τὴν τυραννία πού ὁ λαὸς εἶχε μάταια προσφέρει στον Σόλωνα. Ρύθμισε γιὰ πάντα τὸ ἀγροτικό πρόβλημα, μοιράζοντας τή χέρσα γῆ καὶ κτήματα εὐγενῶν τὰ ὁποῖα δήμευσε· ἔτσι δημιουργήθηκε μιὰ ρωμαλέα φυλὴ μικρῶν γεωργῶν πού ρίζωσε στή γῆ καὶ συνήθισε νὰ ἀσχολεῖται μέ τίς κοινοτικὲς ὑποθέσεις. Εὐνόησε τὸ ναυτιλιακὸ ἐμπόριο μὲ μιὰ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ πού εἶχε εὐρεῖς ὁρίζοντες καὶ ὠθοῦσε τοὺς ναυτικοὺς πρὸς τὶς Κυκλάδες, τή Θράκη ἀπ’ ὅπου ἐρχόταν τὸ χρυσάφι, τὸν Ἑλλήσποντο ἀπ’ ὅπου ἐρχόταν τὸ στάρι. Τὸν ἴδιο καιρὸ ἐξύψωνε τὸ ἰδανικὸ αὐτῆς τῆς ἀγροτικῆς καὶ ἀστικῆς δημοκρατίας μὲ ἐορτὲς πρὸς τιμὴν τοῦ Διονύσου, μὲ θεατρικὲς παραστάσεις, μὲ μεγαλόπρεπα οἰκοδομήματα. Τέλος, καθὼς δὲν κατάργησε τὸ σύνταγμα, συνετέλεσε ὥστε ὁ λαὸς νὰ διαπαιδαγωγηθεῖ πολιτικὰ στις συνεδριάσεις τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν δικαστηρίων.

Ὅταν ἡ τυραννία πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες πού περίμενε ὁ λαός, ἑξαφανίστηκε: εἶναι ἡ συνηθισμένη της μοῖρα στις ἑλληνικες πόλεις. Οἱ ὀλιγαρχικοὶ νομίσαν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ πτώση τῶν Πεισιστρατιδὼν θὰ τοὺς εὐνοοῦσε. Ὁ Ἀλκμεωνίδης Κλεισθένης τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν πλάνη.

Μὲ μιὰ θαυμαστὴ καθαρότητα σκέψης ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο πού ἄρχισε ὁ Σόλων, καὶ ἔδωσε στὸ δημοκρατικὸ σύνταγμα τῆς Ἀθήνας τὴν τελειωτικὴ μορφὴ του (508/7). Ἤθελε νὰ ἐμποδίσει τὴν ἐπιστροφὴ τῆς τυραννίας, νὰ διαλύσει τὴν ἰσχυρὴ ὀργάνωση πού εἶχε ἀποκτήσει ἡ ἀριστοκρατία στις φρατρίες καὶ στις τέσσερις ἰωνικὲς φυλές, νὰ ἀποτρέψει τὶς κοινωνικὲς τάξεις νὰ ἐνωθοὺν κατὰ περιοχή. Μετὰ ἀπὸ τὴν προγραφὴ τοῦ τελευταίου τυράννου καὶ τῶν παιδιῶν του, τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας, πού ἔμειναν στὴν Ἀττική, κάθισαν ἥσυχα, γιατὶ αἰσθάνονταν ὅτι πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους κρεμόταν ὁ κίνδυνος τοῦ ὀστρακισμοῦ. Τὸ πλαίσιο πού πρόσφερε τὸ σύστημα φυλῶν-φρατριὼν-γενῶν δὲν εἶχε πιὰ θέση στὸ κράτος. Δημιουργήθηκαν περιφέρειες, ὅπου ταξινομήθηκαν ὅλοι οἱ πολίτες σύμφωνα μὲ τὴν κατοικία τους. Ὁλόκληρη ἡ χώρα μοιράστηκε σὲ δήμους, μικρὲς κοινότητες, καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶχε τή συνέλευσή της, τοὺς ἄρχοντές της, τή διοίκησή της. Κάθε πολίτης γράφτηκε στον καταλογο ἑνὸς δήμου, καὶ τὸ δημοτικὸ ὄνομα, προστιθέμενο στὸ ἀτομικό ὄνομά του, ἀπόδειχνε τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτη. Ὅλοι οἱ δῆμοι, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ξεπερνοῦσε αἰσθητὰ τὴν ἑκατοντάδα, ἔπρεπε νὰ μοιραστοῦν σὲ δέκα φυλές, οἱ ὁποῖες, μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ἦταν πιὰ συγγενικές, ἀλλὰ τοπικές. Ἦταν λοιπὸν ἀδύνατο στις παλαιὲς φυλὲς νὰ ξαναβρεθοῦν μέσα στις καινούριες· ἀλλὰ ὑπῆρχε κίνδυνος, μὲ τή συμμαχία τῶν γειτονικῶν φυλῶν, νὰ συνεχιστοῦν οἱ ἀντιθέσεις τῶν περιοχῶν. Γιὰ νὰ ἀποφύγει αὐτό τὸν κίνδυνο, ὁ Κλεισθένης βρῆκε ἔναν πολὺ ἔξυπνο τρόπο. Σκέφτηκε ὅτι ἦταν χρήσιμο νὰ συστήσει ὀργανισμοὺς ἐνδιάμεσους τῶν δήμων καὶ τῶν φυλῶν. Χώρισε λοιπὸν καθεμιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς περιοχὲς τῆς Ἀττικῆς, τὸ Ἄστυ, τὴν Παραλία καὶ τή Μεσογαία, σὲ δέκα τομεῖς καὶ παραχώρησε μὲ κλῆρο σὲ κάθε φυλὴ ἔναν τομέα ἀπὸ κάθε περιοχή. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, κάθε φυλὴ εἶχε τρεῖς ὁμάδες δήμων, τρεῖς τριττύες. Ἂν καὶ τοπικές, οἱ φυλὲς δὲν ἦταν συνεχεῖς ἐδαφικὲς περιοχὲς· δὲν ἀντιπροσωπεύονταν σ’ αὐτὲς συμφέροντα πού θὰ μποροῦσαν νὰ φέρουν ἀντιμέτωπους τοὺς μὲν στοὺς δέ. Τὸ δεκαδικὸ σύστημα τῶν φυλῶν ἐφαρμόστηκε σὲ ὅλη τὴν πολιτικὴ καὶ διοικητικὴ ὀργάνωση τῆς πόλης. Ἡ βουλὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ πεντακόσια μέλη, πενήντα κατὰ φυλή, παρμένα ἀπὸ τοὺς δήμους ἀνάλογα μὲ τὸν πληθυσμὸ τους· καθεμιὰ φυλὴ τῆς βουλῆς [οἱ βουλευτὲς κάθε φυλῆς] σχηματίζει, ἐκ περιτροπῆς, μιὰ μόνιμη ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ ἕνα δέκατο τοῦ ἔτους. Ἐπειδὴ οἱ ἄρχοντες ἦταν ἐννιά, τοὺς προσθέτουν καὶ ἕνα γραμματέα, ἔτσι ὥστε οἱ δέκα φυλὲς νὰ ἀντιπροσωπεύονται στὸ συλλογικὸ ὄργανο. Ὁ στρατὸς ὑποδιαιρεῖται σὲ δέκα τμήματα πού λέγονται ἐπίσης φυλαί, καὶ καθένα τους διοικεῖται ἀπὸ ἔναν φύλαρχο. Σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις ὁ λαὸς ἐμφανίζεται χωρισμένος σὲ δέκα ὁμάδες. Ἁπλή, καθαρὰ λογικὴ κατασκευή, καὶ γι’ αὐτό ἀντίθετη σὲ κάθε παραδοση, τὸ δεκαδικὸ σύστημα ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ μέρος τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὄχι μόνο στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἑλληνικες πόλεις πού ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὸ ὀλιγαρχικὸ πολίτευμα.

Αὐτό τὸ σύνταγμα, αὐτὴ ἡ ἐπιβλητικὴ κατασκευή, ὅπου ἡ πολιτικὴ σκέψη παίρνει γεωμετρικὴ ὄψη, ἀνταποκρινόταν τόσο καλὰ σὲ ἕνα δημόσιο πνεῦμα πού διαμορφώθηκε μὲ τὴν πεῖρα αἰώνων, ὥστε κανένα κόμμα δὲν θὰ τὸ ἀμφισβητήσει. Οἱ δημοκρατικοὶ θὰ τὸ τροποποιήσουν σὲ ὁρισμένα σημεῖα· δὲν θὰ ἀλλὰξουν τίποτε τὸ οὐσιαστικό. Οἱ ὀλιγαρχικοὶ μποροῦν νὰ κάμουν ἐπαναστάσεις· θὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ἀποκαθιστοῦν στὴν οὐσία του «τὸ πολίτευμα τῶν προγόνων», καὶ θὰ ἐννοοῦν ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο καταλύθηκε γιὰ πάντα τὸ ὀλιγαρχικὸ καθεστώς. Ἡ Ἀθήνα τοῦ 5ου αἰώνα ἔζησε μὲ τοὺς κοινωνικοὺς νόμους τοῦ Σόλωνα καὶ τοὺς πολιτικοὺς νόμους τοῦ Κλεισθένη.

Λιγότερο ἀπὸ εἴκοσι χρόνια μετὰ τή μεγάλη μεταρρύθμιση ἄρχισε γιὰ τὴν ἀθηναϊκη δημοκρατία ἡ σκληρὴ δοκιμασία τῶν μηδικῶν πολέμων, Ἀπ’ ὅπου βγῆκε πιὸ ἰσχυρή. Ἡ πατριωτικὴ ἕνωση καί, σὲ μιὰ ὁρισμένη στιγμή, ἡ μαζικὴ ἀποδημία ἀνακάτεψαν τὶς τάξεις. Αὐτουργοὶ τῆς νίκης ἦταν τόσο οἱ ὀπλίτες τοῦ Μαραθώνα καὶ τῶν Πλαταιῶν ὅσο καὶ οἱ κωπηλάτες τῆς Σαλαμίνας, τῆς Μυκάλης καὶ τοῦ Εὐρυμεδοντα. Ἡ πόλη ὄφειλε τή σωτηρία της στοὺς θῆτες ὅσο καὶ στοὺς ζευγίτες καὶ στοὺς μεγάλους ἰδιοκτῆτες. Πῶς νὰ μὴν ἑξαρθεῖ τὸ δημοκρατικὸ αἴσθημα; Ἀμέσως ἡ Ἀθήνα τοποθετήθηκε ἀπὸ τὶς ναυτικὲς πόλεις ἐπικεφαλῆς μιᾶς μεγάλης συμμαχίας, καὶ γιὰ καιρὸ ὁ στόλος ἀποτέλεσε τή δύναμή της. Ἡ κατασκευὴ ἑνὸς λιμανιοῦ καὶ μιᾶς πόλης στόν Πειραιᾶ, ἡ εὐημερία τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, ἡ ἀνάπτυξη τοῦ κινητοῦ πλούτου, ἡ ἀφθονία τοῦ χρήματος, μὲ δυό λόγια ὅλα αὐτὰ πού συντελέσαν στὴν πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ δύναμη τῆς Ἀθήνας, πού ἔγινε ἡ πρωτεύουσα τοῦ μεσογειακοῦ κόσμου, εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μειωθεῖ ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ τιμήματος καὶ νὰ προβιβαστοῦν, χωρὶς προσπάθεια, οἱ πολίτες ἀπὸ τή μιά τάξη στὴν ἄλλη. Ἦταν μιὰ συνεχὴς διεύρυνση τῆς δημοκρατίας, μιὰ προοδευτικὴ μετάθεση τοῦ κέντρου βάρους πρὸς τὸ πλῆθος τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν ναυτῶν.

Ἤδη τὸ 500 τὸ σύνταγμα τοῦ Κλεισθένη ὑπέστη σημαντικὲς ἐπεξεργασίες: ἡ βουλὴ τῶν πεντακοσίων πῆρε τὴν τελικὴ της ὀργάνωση, καὶ ἡ δημιουργία τῶν δέκα αἱρετῶν στρατηγῶν ἦταν ἕνα σοβαρὸ πλῆγμα γιὰ τὸ σῶμα τῶν ἐννέα ἀρχόντων. Ἀλλά καὶ τὸ 487/6 τὸ σῶμα αὐτό ἄλλαξε βαθύτατα: ἀποφασίστηκε νὰ τραβοῦν στόν κλῆρο τοὺς ἄρχοντες, ἕναν κατὰ φυλή, ἀπὸ τοὺς πεντακοσίους ὑποψηφίους πού ὑπόδειχναν οἱ ἐκλέκτορες τῶν δήμων καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν προέρχονταν μόνο ἀπὸ τοὺς πεντακοσίομεδίμνους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἱππεῖς.

Ἄλλαξαν ἔτσι καὶ τή συνθεση τοῦ Ἀρείου Πάγου πού τὸν ἀποτελοῦσαν οἱ ἄρχοντες μετὰ τή λήξη τῆς θητείας τους: χωρὶς νὰ ἀλλοιώσουν τὸν ἀριστοκρατικό χαρακτῆρα τῆς παλαιᾶς βουλῆς, μείωσαν τὴν ἀξία της. Ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁλοένα κατώτερος ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴ πού τοῦ ὅριζε ἡ παράδοση, σύντομα ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ξεπερασμένου θεσμοῦ. Καὶ τοῦτο δὲν ὀφειλόταν μόνο στὴν ἰσοβιότητα τῶν μελῶν του πού προέρχονταν ἀπὸ τάξεις πλουσίων καὶ εὐγενῶν, ἀλλὰ καὶ στις ἐξουσίες πού εἶχε κληρονομήσει. Οἱ ἀρμοδιοτητές του, πολιτικοῦ καὶ δικαστικοῦ χαρακτῆρα συγχρόνως, δὲν ἦταν καλὰ καθορισμένες· καθὼς ὅμως συμπεριλάμβαναν τὴν ἐπιτήρηση τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, μποροῦσαν κάποτε νὰ γίνουν ὑπερβολικές. Ἐπιπλέον, μέ τις ὑπηρεσίες πού πρόσφερε στις χειρότερες ὦρες τῆς περσικῆς εἰσβολῆς, ἀπόκτησε μεγαλύτερη ἐξουσία καὶ ἀναδείχθηκε διαιτητὴς τῆς δημόσιας ζωῆς. Ὁ λαὸς μοιραία θὰ χτυπούσε αὐτό τὸ ὀχυρὸ τῆς ἀριστοκρατίας.

Tό 462 τὸ δημοκρατικὸ κόμμα εἶχε ἀρχηγό τὸν Ἐφιάλτη. Εἶναι αὐτὸς πού ἔδωσε τή χαριστική βολή στόν Ἄρειο Πάγο, ἀφοῦ προηγούμενα ἐκκαθαρίστηκε μὲ δικαστικὲς διώξεις μελῶν του πού εἶχαν ὑποπέσει σὲ παραπτώματα. Τοῦ ἀφαιρέθηκαν οἱ «πρόσθετες» καὶ ἀκαθόριστες ἐξουσίες πού τοῦ ἀνέθεταν τή φρούρηση τοῦ συντάγματος καὶ τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ἀσκεῖ ἔλεγχο στὴν κυβέρνηση: ἔχασε τὴν ἀρμοδιότητα νὰ δικάζει τὰ ἐγκλήματα πού ἐνδιέφεραν τὴν πόλη, τὶς παραβάσεις πού διέπρατταν ἰδιῶτες ἤ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐναντίον τῆς δημόσιας τάξης. Κράτησε μόνο ἀρμοδιότητες θρησκευτικοῦ χαρακτῆρα, πού ἦταν ἄλλωστε πολὺ πλατιές, ἀφοῦ περιλάμβαναν, μαζὶ μὲ τὸν ἔλεγχο τῆς διαχειρίσης τῶν ἱερῶν κτημάτων, τὴν ἐκδίκαση τῶν προμελετημένων ἐγκλημάτων. Ὅσες ἐξουσίες ἀφαιρεθηκαν ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο πέρασαν στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου, στή βουλὴ καὶ στὰ δικαστήρια τῆς Ἡλιαίας. Ὁ Πλούταρχος κρίνει αὐστηρὰ αὐτὴ τή μεταρρύθμιση: ἐφαρμόζει στόν Ἐφιάλτη τὰ λόγια τοῦ Πλάτωνα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους πού «παρέχουν στὸ λαὸ τὴν ἐλευθερία ἄκρατη καὶ ξέχειλη». Δὲν εἶδε ὅτι ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν πού εἶχε συγκεντρώσει ὁ Ἄρειος Πάγος ἦταν ἀπαραίτητος μὲ τὴν πρόοδο τῶν πολιτικῶν θεσμῶν σὲ μιὰ μεγάλη πόλη, καὶ ὅτι ἡ πραγματοποίησή του ἀπὸ τή δημοκρατία δὲν ὠφέλησε παρὰ τὴν ἴδια.

Ὁ Ἐφιάλτης πλήρωσε μὲ τή ζωή του τὴν ἀφοσίωσή του στὸ λαό. Ἀλλὰ εἶχε κοντὰ του ἕνα βοηθὸ ἰκανὸ νὰ ἀποτελειώσει τὸ ἔργο του. Ὁ Περικλῆς, ὁ μικρανεψιὸς τοῦ Κλεισθένη, πέρα ἀπὸ τὴν ἰδιοφυή νοήσή του, συγκέντρωνε ρητορικὴ δεινότητα, κύρος καὶ δεξιοτεχνία στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀνθρώπων, προσόντα πού τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ὑπηρετήσει τὸ λαὸ κυριαρχώντας τον.

Ἡ μεταρρύθμιση τοῦ Ἐφιάλτη δημιούργησε σοβαρὸ κίνδυνο. Ἕως τότε οἱ βασικοὶ νόμοι ἀσφαλίζονταν ἀπὸ μιὰ ἰσχυρὴ προστασία· ὁ Ἄρειος Πάγος ἦταν, μαζὶ μὲ τή βουλή, μιά ἀπὸ τὶς ἄγκυρες πού συγκρατοῦσαν τὸ πλοῖο τοῦ κράτους. Ἐὰν δὲν ἔπαιρναν τὰ μέτρα τους, οἱ νόμοι δὲν θὰ εἶχαν κάτι σταθερὸ πού νὰ τοὺς συγκρατεῖ, καὶ θὰ ἦταν ἀνίκανοι νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς μεταβλητοὺς ἀνέμους τῆς κοινῆς γνώμης. Αὐτὸν τὸν κίνδυνο ὁ Περικλῆς τὸν εἶδε καθαρά, καὶ βρῆκε τρόπο νὰ τὸν ἀποτρέψει. Ἡ γραφὴ παρανόμων (ἀγωγὴ γιὰ παράνομη προταση) ὕψωσε τὸ νόμο πάνω ἀπὸ τὶς λαϊκὲς ἰδιοτροπίες καὶ τοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνες, μὲ τὸ νὰ δώσει δικαίωμα σὲ κάθε πολίτη νὰ ἔρθει σὲ βοήθειά του σὰν κατήγορος, καὶ μὲ τὸ νὰ ἐπιβάλει, θανατικὲς ποινὲς ὡς ἐγγύηση τῆς ἐπικυριαρχίας του.

Ἐπίσης, γιὰ νὰ μὴ μείνει ἡ δημοκρατία λέξη κενή, ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπεΐ στοὺς ἀνθρώπούς του λαοῦ, πού ἐργάζονταν γιὰ νὰ ζήσουν, νὰ ἀφιερώνουν χρόνο στὴν ὑπηρεσία τῆς δημοκρατίας. Πεντακόσιοι πολίτες ἔπρεπε νὰ μετέχουν στή βουλὴ ἔναν ὁλόκληρο χρόνο. Οἱ ἠλιαστές, τῶν ὁποίων ἡ ἀρμοδιοτητα περιοριζόταν ἀρχικὰ στὸ νὰ κρινοῦν, ὡς δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ἀποφάσεις πού ἐξέδωσαν διάφοροι ἄρχοντες, ἔπρεπε τώρα νὰ κρίνουν, πρωτοβάθμια μαζὶ καὶ τελεσίδικα, ὅλο καὶ περισσότερες ὑποθέσεις Ἀθηναίων πολιτῶν καθὼς καὶ τῶν πολιτῶν τῶν συμμαχικῶν πόλεων: ἀποτελοῦσαν ἕνα σῶμα ἕξι χιλιάδων μελῶν, οἱ μισοί ἀπὸ τοὺς ὁποίους, κατὰ μέσο ὅρο, ἦταν ἀπασχολημένοι καθημερινά. Ὑπῆρχε μιὰ χιλιάδα ὑπαλλήλων μέσα στή χώρα (ἔνδημοι) ἤ στὸ ἐξωτερικὸ (ὑπερόριοι), πεντακόσιοι φύλακες νεωρίων κτλ. Ἔτσι οἱ δημόσιες ὑποθέσεις δὲν ζητοῦσαν μόνο τὴν κατὰ διαστήματα βοήθεια ὅλων τῶν πολιτῶν στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου· ἀπαιτοῦσαν καὶ τή συνεχή προσπάθεια τοῦ ἑνὸς τρίτου ἀπ’ αὐτούς. Ὡστόσο οἱ μισοί ἀπὸ τοὺς πολίτες, εἴκοσι χιλιάδες περίπου, οἱ θῆτες, εἶχαν ἐτήσιο εἰσόδημα κατώτερο ἀπὸ 200 δραχμές, πού μόλις τοὺς ἀρκοῦσε γιὰ νὰ ζήσουν. Πῶς να τοὺς ζητήσουν νὰ χάσουν τὸ μισθὸ ἑνός ἔτους ἤ ἔστω πολλῶν ἡμερῶν; Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἐὰν ἀπομάκρυναν ἀπὸ τή βουλή, ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ ἀπὸ τὰ ἀξιώματα τοὺς ἀνθρώπους πού δὲν εἶχαν περιουσία, πῶς θὰ ἐμπόδιζαν τὸ καθεστώς, παρὰ τὸ ὄνομα τῆς δημοκρατίας πού τοῦ ἔδιναν, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα ὀλιγαρχία; Καὶ ἐκεῖ ὁ Περικλῆς πῆρε τή σωστή ἀπὸφαση. Φρόντισε ὥστε τὸ κράτος νὰ δίνει μισθὸ στοὺς πολίτες πού ἄφηναν τὴν ἐργασία τους γιὰ νὰ τὸ ὑπηρετήσουν. Ἡ μισθοφορὰ ἔγινε οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς δημοκρατίας. Ἀλλὰ τὸν 5ο αἰώνα, ἀκριβῶς γιατὶ ὁ μισθὸς ἀποζημίωνε μόνο ὑπηρεσίες διαρκεῖς ἤ ἑξαιρετικές, οἱ πολίτες δὲν ἔπαιρναν μισθὸ γιὰ τή στοιχειώδη ἄσκηση τοῦ πολιτικοῦ τους δικαιώματος, δηλαδὴ γιὰ τὴν παρακολούθηση τῶν συνελεύσεων· ἡ ἀποζημίωση δινόταν μόνο στὰ μέλη τῆς βουλῆς, στοὺς ἠλιαστές καὶ στοὺς περισσοτέρους ἀπὸ αὐτοὺς πού καταλάμβαναν ἀξιώματα, καὶ μάλιστα μὲ κλῆρο.

Ἀπὸ τὸ 487/6, στόν κατάλογο τῶν πεντακοσίων ὑποψηφίων πού πρότειναν οἱ δῆμοι, γιὰ νὰ κληρωθοῦν οἱ ἐννέα ἄρχοντες, ἄρχισαν νὰ μπαίνουν καὶ ὀνόματα ἱππέων ἐκτός ἀπὸ τῶν πεντακοσιομεδίμνων. Εἴκοσι χρόνια ἀργότερα καὶ ἕξι χρόνια μετὰ ἀπὸ τή μεταρρύθμιση τοῦ Ἐφιάλτη ἔκαμαν ἕνα βῆμα πιὸ πέρα. Ἡ Ἀθήνα ὑπέβαλε τοὺς ὀπλίτες της σὲ σκληρὲς δοκιμασίες στίς μάχες πού ἔγιναν στή Βοιωτία. Τοὺς ἀντάμειψε ἐπιτρέποντας στοὺς ζευγίτες νὰ ἀναδείχνονται ἄρχοντες. Ἦταν ἄλλωστε μιὰ ἀνταμοιβὴ κυρίως τιμητική, γιατὶ ἡ μεταρρύθμιση τοῦ Ἐφιάλτη εἶχε μειώσει τή σημασία τῶν ἀρχόντων, ἀφοῦ ὁ Ἄρειος Πάγος πού σχημάτιζαν οἱ παλαιοὶ ἄρχοντες δὲν εἶχε πιὰ πολιτικὲς δικαιοδοσίες, καὶ οἱ αὐξημένες ἐξουσίες τῆς βουλῆς περιόριζαν ἀνάλογα τή διοικητική ἀνεξαρτησία τῶν ἀρχόντων. Ὡστόσο τὸ γόητρο αὐτοῦ τοῦ παλαιοῦ συλλογικοῦ ὀργάνου παρέμενε πολὺ μεγάλο. Ἀλλά, ἀπὸ τή στιγμή πού συνοδευόταν ἀπὸ ἕνα μισθὸ καὶ ἔγινε κληρωτό, δὲν ὑπῆρχε πιὰ λόγος νὰ περιορίζεται στίς τρεῖς ἀνώτερες τάξεις. Μὲ τή σειρά τους ἔγιναν δεκτοὶ καὶ οἱ θῆτες. Γιὰ νὰ μὴν καταστρατηγηθεῖ αὐτό τὸ μέτρο, χρειάστηκε νὰ καταργηθεῖ ἡ προκριματικὴ ἐκλογὴ τῶν πεντακοσίων, γιατὶ ἄφηνε ἐλεύθερο πεδίο στις μηχανορραφίες τῶν γαιοκτημόνων: ἡ προκριματικὴ ἐκλογὴ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ μιὰ πρώτη κλήρωση πού ἀναδειχνε τοὺς ὑποψηφίους τῶν δέκα φυλῶν γιὰ τή δεύτερη κλήρωση, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔβγαιναν οἱ τιτλοῦχοι τῶν ἀξιωμάτων. Ἀλλὰ τότε τι χρειαζόταν ἕνας τόσο μεγάλος κατάλογος ὑποψηφίων γιὰ τὴν τελικὴ κλήρωση, περιπλοκὴ πού εὐνοοῦσε τίς λαθροχειρίες στοὺς δήμους; Ἀποφασίστηκε ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν θὰ περιλάμβανε πιὰ παρὰ μόνο ἑκατὸ ὀνόματα, δέκα κατὰ φυλή. Ἐφτασαν ἔτσι στὸ κλασικὸ σύστημα κλήρωσης «μὲ τὸ κουκί».

Γιὰ νὰ καθιερωθοῦν τὰ δικαιώματα πού κατέκτησε ὁ λαὸς τὸν 5ο αἰώνα, φάνηκε σωστὸ νὰ τὰ προστατεύσουν ἀπὸ σφετερισμούς, πού δὲν ἔλειπαν. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνάμε ὅτι ἡ δημοκρατία, ἀκόμη καὶ ἡ ἄκρα δημοκρατία – ἂν τὴν κρίνουμε ἀπὸ τή σημερινή μας ἄποψη καὶ ἂν δὲν ἐξετάσουμέ τις ἀρχὲς ἀλλὰ τὰ πρόσωπα πού ὠφεληθηκαν ἀπὸ αὐτήν – , στις ἑλληνικὲς πόλεις εἶναι πάντα ἕνα εἶδος ἀριστοκρατίας. Οἱ πολίτες στὴν Ἀττικὴ ἦταν μειοψηφία. Δίπλα τους ζοῦσε ἕνας ἀριθμός, τουλάχιστον ἴσος, δούλων καὶ ἕνας ἀριθμός, μόλις μικρότερος ἀπὸ τοὺς μισούς, μετοίκων. Γεννημένοι στον τόπο ἀπὸ οἰκογένειες πού εἶχαν ἀφομοιωθεῖ ἀπὸ καιρό, οἱ μέτοικοι ἐπωφελοῦνταν ἀπὸ κάθε εὐκαιρία, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν εὐκολία τῶν μεικτῶν γάμων, γιὰ να φτάσουν στὴν τάξη τῶν πολιτῶν. Ὑπῆρχαν πολλὰ ὑλικὰ πλεονεκτήματα συνδεμένα μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτη, ὥστε ὁ λαὸς δὲν δεχόταν εὐχάριστα τὴν αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων πού τὰ ἀπολάμβαναν.

Τὸ 451 /50 ὁ ἴδιος ὁ Περικλῆς πέρασε ἕνα νόμο σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο δὲν ἦταν κανεὶς Ἀθηναῖος παρὰ μόνο ἐὰν εἶχε γεννηθεῖ ἀπὸ πατέρα καὶ μητέρα Ἀθηναίους. Αὐτὸς ὁ νόμος ἐνσωματώθηκε γιὰ πάντα στὸ σύνταγμα.

Β

ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑ ΤΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα στὴν Ἀθήνα πῆρε τὴν τελειωτικὴ μορφὴ του. Εἶναι αὐτό πού θὰ παραμείνει ὡς τὸ τέλος τῆς ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἀλλὰ ἡ ἀξία ἑνὸς συντάγματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο ἐφαρμόζεται στὴν πράξη. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Περικλῆ ἡ πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ἀθήνας παρουσιάζει μιὰ τέλεια ἰσορροπία ἀνάμεσα στὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου καὶ τή δημόσια ἐξουσία.

Ἡ ἀτομικη ἐλευθερία εἶναι ἀπόλυτη. Ἀφότου ὁ Σόλων ἀπαγόρευσε νὰ ἐγγυᾶται ὁ ὀφειλέτης τὸ χρέος του μὲ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του, ἡ ἀρχή αὐτὴ πῆρε ἀπεριόριστη ἔκταση. Κανένας πολίτης, μὲ ὁποιοδήποτε πρόσχημα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δοῦλος, οὔτε δουλοπάροικος ὅποιας μορφῆς, ἀκόμη καὶ μὲ ὅρους ἤ προσωρινά. Ἡ σωματικὴ βία δὲν ὑπάρχει πιὰ οὔτε πρὸς ὄφελος τοῦ κράτους οὔτε πρὸς ὄφελος ἰδιωτῶν. Τὸ ἴδιο περίπου ἰσχύει γιὰ τὴν ἀτομικη εὐθύνη. Ἡ ἀπαγόρευση πού νομοθετήθηκε ἀπὸ τὸν Σόλωνα ἰσχύει κατὰ μείζονα λόγο γιὰ τὴν οἰκογένεια τοῦ ὀφειλέτη, ἑπομένως καὶ γιὰ τὸν καταδικασμένο. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὴν ἀρχὴ τοῦ 5ου αἰώνα μερικὰ σοβαρὰ ἀδικήματα, ὅπως ἡ προδοσία, μποροῦσαν νὰ ἔχουν συλλογικὲς τιμωρίες. Ἀλλὰ τὸ κράτος προοδευτικὰ παραιτεῖται ἀπὸ αὐτό τὸ ἀπαίσιο δικαίωμα, καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ αἰώνα οὔτε ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου οὔτε ἡ προγραφὴ δὲν πέφτουν πάνω στὰ παιδιὰ τοῦ ἐνόχου. Ἔτσι ἡ Ἀττικὴ γίνεται ἡ κλασικὴ γῆ τῆς ἐλευθερίας. Δὲν ὑπάρχουν καθόλου δοῦλοι προερχόμενοι ἀπὸ πολίτες. Ἀκόμη καὶ οἱ ξένοι ἀναπνὲουν ἀέρα ζωογόνο: ἡ Ἀθήνα ἑλκύει τοὺς ἐξορίστους ὅλης τῆς Ἑλλάδας, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο τὸν Ἁλικαρνασσέα ὡς τὸν Γοργία τὸν Λεοντίνο, καὶ τὸν Δημόκριτο τὸν Ἀβδηρίτη, πού ἦρθε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα, καὶ πού ἔλεγε ὅτι ἀξίζει περισσότερο νὰ ζεῖς φτωχὸς σὲ μιὰ δημοκρατία παρὰ νὰ ἀπολαμβάνεις μιὰ φαινομενικὴ εὐτυχία στὴν αὐλὴ ἑνὸς βασιλέα.

Ὑπερήφανοι πού ἦταν ἐλεύθεροι πολίτες, οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ἀκόμη πιὸ ὑπερήφανοι πού ἦταν ἴσοι μεταξὺ τους. Γι’ αὐτοὺς ἡ ἰσότητα εἶναι ὁ ὅρος γιὰ τὴν ἐλευθερία· γιατὶ ὅλοι εἶναι ἀδερφοὶ ἀπὸ μιὰ κοινὴ μητέρα, καὶ δὲν μποροῦν νὰ εἶναι οἱ μὲν γιὰ τοὺς δὲ οὔτε δοῦλοι οὔτε κύριοι. Οἱ μόνες λέξεις πού χρησιμοποιοῦν στή γλῶσσα τους γιὰ νὰ χαρακτηρίσουν τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα εἶναι ἰσονομία: ἰσότητα μπροστὰ στὸ νόμο, καὶ ἰσηγορία: ἴδιο δικαίωμα γιὰ ὅλους νὰ ἐκφραζονται. Ὄχι μόνο ἔπαψαν νὰ λογαριάζουν τὴν εὐγενή καταγωγή, ἀλλὰ καὶ δὲν χρησιμοποιοῦν πιὰ οἰκογενειακὰ ὀνόματα· κάθε Ἀθηναῖος προσθέτει στὸ ὄνομα του τὸ ὄνομα τοῦ δήμου του. Τὸ περισσότερο πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι μὲ καταγωγὴ ἀριστοκρατικὴ εἶναι νὰ ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα τους· ἀλλά ποτέ δὲν ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ γένους τους, καὶ ὁ πιὸ ἔνδοξος ἀπὸ τοὺς Ἀλκμεωνίδες δηλώνεται μὲ τὸ ὄνομα Περικλῆς Ξανθίππου Χολαργεύς. Ἂν εἶναι ἀλήθεια, ὅπως βλέπουμε ἀπ’ αὐτό τὸ παράδειγμα, ὅτι οἱ μεγάλες οἰκογένειες διατηροῦν ἀκόμη ἀρκετό γόητρο γιὰ νὰ δώσουν ἔναν ἀρχηγό ἀκόμη καὶ τοῦ δημοκρατικοῦ κόμματος, τὸ κράτος δὲν ἀναγνωρίζει οἰκογένειες, ἀλλὰ μόνο ἄτομα ἰσότιμα. Ἔχουν ὅλοι τὰ ἴδια δικαιώματα. Μποροὺν νὰ πάνε στή συνέλευση γιὰ νὰ μιλήσουν, ἐὰν θέλουν, καὶ γιὰ νὰ ψηφίσουν: τὸ ἀντιπροσωπευτικὸ σύστημα δὲν ὑπάρχει, καὶ θὰ ἔμοιαζε ὀλιγαρχικὸς περιορισμὸς τῆς ἰσηγορίας. Μποροῦν νὰ μετέχουν στὴν Ἡλιαία ὡς δικαστές, ὅταν φτάσουν σὲ ὁρισμένη ἡλικία. Μποροῦν νὰ θέσουν ὑποψηφιότητα στή βουλὴ καὶ στις ἄλλες δημοσιες ὑπηρεσίες, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος. Καθένας μὲ τή σειρά του ὀφείλει νὰ ὑπακούει καὶ νὰ διευθύνει. Παίρνουν μέρος στις δημοσιες τελετές, στις πομπές, στις θυσίες, στοὺς ἀγῶνες, στίς θεατρικὲς παραστάσεις, χωρὶς ἅλλη διάκριση ἀπὸ τὴν προεδρία, πού ἐπιφυ-λάσσεται στοὺς ἄρχοντες. Ἰσότητα· αὐτό εἶναι πού οἱ Ἀθηναῖοι βάζουν πάνω ἀπ’ ὅλα στὸ σύνταγμά τους. «Εἶναι, λένε, ἡ ἀξία, πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν τάξῃ, πού ἀνοίγει τὸ δρόμο στις δημοσιες τιμές. Κανένας, ἐὰν εἶναι ἱκανὸς νὰ ὑπηρετήσει τὴν πόλη, δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τή φτώχεια, ἀπὸ τὴν ἄσημη καταγωγὴ του.»

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ φανταστεῖ δτι, μὲ τὸ νὰ διατηροΰν τὸ τιμοκρατικὸ σύστημα τῶν τάξεων τὸ ὁποῖο καθιέρωσε ὁ Σόλων, οἱ Ἀθηναῖοι διέψευδαν τὸν ἑαυτὸ τούς. Δὲν ἦταν ὅμως ἔτσι. Ὁ Σόλων εἶχε μοιράσει ἀνάλογα μὲ τὴν περιουσία τὰ δικαιώματα καὶ τὶς ὑποχρεώσεις. Ἀπὸ τή στιγμή πού τὰ δικαιώματα ἔγιναν ἴσα, ἔμεινε μόνο ἡ ἀνισότητα τῶν ὑποχρεώσεων, πού παρέμειναν ἄμεσα συνδυασμένες μὲ τὸ τίμημα. Οἱ θῆτες ὑπηρετοῦν στὸ στόλο ὡς κωπηλάτες, καὶ σὲ περίπτωση ἀνάγκης στὸ στρατὸ ὡς ψιλοὶ· δὲν πληρώνουν φόρους, ἐπειδὴ τὸ εἰσοδημά τους εἶναι χαμηλότερο ἀπὸ τὸ ὅριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀρχίζει ἡ φορολογία. Οἱ ζευγίτες ὑπηρετοῦν ὡς ὀπλίτες καὶ πληρώνουν τὴν εἰσφορά, ἔκτακτο φόρο κατὰ τή διάρκεια πολέμου. Οἱ ἱππεῖς ὑπηρετοῦν στὸ ἰππικὸ καὶ ἀναλαμβάνουν, καθένας μὲ τή σειρά του, κοινὲς λειτουργίες. Οἱ πεντακοσιομέδιμνοι ὑπηρετοῦν ἐπίσης ὡς ἱππεῖς, ἀλλὰ εἶναι ἐπιπλέον ὑποχρεωμένοι στή δαπανηρὴ χορηγία τῆς τριηραρχίας, δηλαδὴ στή διοίκηση ἑνὸς πλοίου τοῦ ὁποίου ὁ ἐξοπλισμὸς γίνεται μέ ἔξοδὰ τούς.

Ἐλευθερία, ἰσότητα: αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν δὲν μποροῦσαν νὰ εἶναι πραγματικὰ παρὰ μόνο ἂν ἡ πόλη εἶχε ὁρισμένες ὑποχρεώσεις. Τὸ κράτος ἔπρεπε νὰ θέσει τή δύναμή του στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀτόμων. Γιὰ νὰ ἑξασφαλίσει καλύτερα σὲ καθένα τὴν ἐλευθερία του, τὸ κράτος ἐξαλείφει τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο τὰ τελευταῖα ἴχνη τῆς συλλογικῆς εὐθύνης. Γιὰ νὰ σταθεροποιήσει τή βασιλεία τῆς ἰσότητας, γιὰ νὰ ἐπιτρέψει στοὺς πιὸ ταπεινοὺς πολίτες νὰ λάβουν νόμιμο μέρος στὴν πολιτικὴ ζωή, δίνει ἀποζημίωση σὲ ὅσους τὸ ὑπηρετοῦν. Ἀλλὰ οἱ ὑποχρεώσεις του εἶναι πολὺ πιὸ μεγάλες. Ἐὰν ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ περιουσία δὲν παρέχουν πιὰ προνόμια στὴν πολιτικὴ ζωή, ὑπάρχουν ὅμως πάντα πλούσιοι καὶ φτωχοί. Πρέπει νὰ ληφθοὺν μέτρα ὥστε οἱ φτωχοὶ νὰ μποροῦν νὰ κάνουν χρήση τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τούς. Ἐὰν ἡ κοινωνικὴ ἀνισότητα ἦταν πολὺ κραυγαλέα, ἡ πολιτικὴ ἰσότητα θὰ ἑξαφανιζόταν· ἐὰν οἱ φτωχοὶ δὲν εἶχαν κάποιο περιουσιακὸ στοιχεῖο ἤ τή διαρκή δυνατότητα νὰ τὸ ἀποκτὴσουν, ἡ ἐλευθερία θὰ ἦταν ἁπλῶς ἀφηρημένη ἀρχή. Καθῆκον τοῦ κράτους λοιπόν, ἀφοῦ ἔχει τή δύναμη, εἶναι νὰ γιατρέψει ἕνα κακὸ ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε κοινότητα, θανατηφόρο γιὰ μιὰ δημοκρατία. Ὀφείλει νὰ διαφυλάξει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα μιᾶς κατηγορίας πολιτῶν, μὲ τὸν ὄρο πάντα νὰ μὴν παραγνωρίσει καὶ νὰ μὴν καταπατήσει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα μιᾶς ἄλλης κατηγορίας. Μὲ ἕναν ἀρχηγό ὅπως ὁ Περικλῆς ἡ Ἀθῆνα πέτυχε ἕνα ἀξιολογο ἔργο ἀλληλοβοήθειας καὶ κοινωνικῆς μερίμνας. Δὲν μοίρασε τή γῆ, δὲν καταργησε τὰ χρέη. Σὲ μιὰ χώρα ὅπου ἡ κτηματικὴ περιουσία δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μέρος τοῦ δημοσίου πλούτου, ὅπου ἡ κινητή περιουσία ἔχει ἀπλωθεῖ εὐρύτατα μὲ τὸ ἐμπόριο καὶ τὴν ἐκμετάλλευση μιᾶς αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ συντρέξει κανεὶς στίς πιὸ ἐπείγουσες ἀνάγκες ἀρκοῦν ὁρισμένα μέτρα, ὄχι γενικά, ἀλλὰ καλὰ ὑπολογισμένα.

Ἡ μισθοφορὰ εἶναι ἕνα τέτοιο μέτρο. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα. Τὸ σύστημα τῶν κληρουχιῶν ἐπιτρέπει νὰ ἐγκατασταθοῦν μακριὰ χιλιάδες θῆτες, πού ἀποκτοῦν ἔναν κλῆρο ἀρκετὰ μεγάλο ὥστε νὰ τοὺς ἀποδίδει ἕνα εἰσόδημα ζευγίτη. Γιὰ νὰ δώσει δουλειά στοὺς τεχνίτες πού ἔμεναν στὴν πρωτεύουσα, τὸ κράτος γίνεται ἐπιχειρηματίας: τοῦ χρειάζεται πρῶτα πρῶτα ἔνας στόλος, νεώρια, μιὰ ἀγορὰ γιὰ τὸ στάρι, καὶ τείχη πού νὰ ἑνώνουν τὴν πόλη μὲ τὸ λιμάνι· ὕστερα, μνημεῖα πού θὰ κάμουν τὴν ἀκρόπολη τὴν ὡραιότερη τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτοὺς πού δὲν μποροῦν νὰ ἐργαστοῦν, ἡ δημόσια βοήθεια εἶναι πλήρως ὀργανωμένη. Τὰ ὀρφανὰ πολέμου ἀνατρέφονται μὲ ἔξοδα τοῦ κράτους καὶ παίρνουν, ὅταν ἐνηλικιωθοῦν, μιὰ πλήρη πανοπλία. Συντάξεις δίνονται στοὺς τραυματίες πολέμου καί, ἀργότερα, στοὺς ἀναπήρους ἀπὸ ἐργασία. Σὲ κανονικὴ περίοδο ἡ πόλη φροντίζει νὰ ἑξασφαλίσει σὲ ὅλους φτηνὸ ψωμί. Πολλὲς ἐπιτροπὲς καὶ ὁλόκληρη εἰδικὴ νομοθεσία φροντίζουν γι’ αὐτό. Οἱ σιτοφύλακες ἐπαγρυπνοῦν ὥστε τὰ δημητριακὰ νὰ πουλιοῦνται στὴν τιμὴ πού πρέπει, οἱ μυλωνάδες νὰ πουλοῦν τὸ ἀλεύρι καὶ οἱ ἀρτοποιοὶ τὸ ψωμὶ ἀνάλογα μὲ αὐτὴ τὴν τιμή, καὶ τὸ ψωμὶ νά ἔχει τὸ ὁρισμένο βάρος. Ὡς μέτρο ἐναντίον τῆς προαγοράς ἀπαγορεύεται στοὺς ἐμπόρους τῶν σιτηρῶν νὰ ἀγοράζουν περισσότερα ἀπὸ πενήντα φορτία συγχρόνως· γιὰ νὰ εὐκολύνουν τὸν ἐφοδιασμό καὶ νὰ ἑξασφαλίσουν τὴν κανονικότητα τοῦ ἐμπορίου, ἐπιβάλλουν σὲ κάθε εἰσαγωγέα νὰ κατευθύνει στὴν Ἀθήνα τὰ δύο τρίτα τῶν σιτηρῶν πού φτάνουν στόν Πειραιά, καὶ σὲ ὅσους δανειοδοτοῦν ναυτικὲς ἐπιχειρήσεις νὰ μεταφέρουν στὴν Ἀθήνα τρόφιμα πρώτης ἀνάγκης, καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα στάρι· σὲ κάθε ἐφοπλιστὴ πού κατοικεῖ στὴν Ἀττικὴ ἀπαγορεύεται νὰ μεταφέρει σιτηρὰ ἄλλου ἐκτός ἀπὸ τὸν Πειραιά. Ἂς προστεθοῦν οἱ ἀναπάντεχες προσφορές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐπωφελεῖται ὁλόκληρος ὁ λαός, ὅταν ἔνας ξένος βασιλέας στέλνει δῶρο ἕνα πλοῖο φορτωμένο σιτηρά, ὅταν μιὰ νικηφόρα ἐπιχείρηση ἐπιτρέπει νὰ λεηλατηθεῖ ἡ ἐσοδειά ἑχθρικῆς χώρας: κάθε πολίτης μετέχει στή διανομή. Περιοδικά, οἱ ἑκατόμβες πού προσφέρονται στοὺς θεοὺς ἐπιτρέπουν σὲ καθέναν πού μετέχει νὰ πάρει ἕνα καλὸ κόμματι κρέας. Τὰ χρόνια τοῦ πολέμου, τουλάχιστον ἀπὸ τὸ 410 ὡς τὸ 406, μιὰ καθημερινὴ ἐνίσχυση ἀπὸ δύο ὀβολούς, ἡ διωβελία, βοηθοῦσε τοὺς ἐνδεεῖς.

Ἀφοῦ τὸ κράτος φρόντισε γιά τις ὑλικές ἀνάγκες τοῦ πλήθους, τοῦ πρόσφερε ἐπίσης πνευματικὲς καὶ ἠθικές ἀπολαύσεις. Οἱ πολλὲς χορηγίες πού ἐπιβάλλονται στοὺς πλουσίους ἔχουν ὡς ἀποστολὴ τὴν προετοιμασία λυρικῶν καὶ δραματικῶν διαγωνισμῶν, στοὺς ὁποίους τρέχει ὁ λαὸς πού ἀγαπᾶ τὸ ὡραῖο, καὶ δὲν εἶναι ἄσχημος τρόπος, γιὰ νὰ γίνει κανεὶς δημοφιλής, τὸ νὰ δείξει τή γενναιοδωρία του παρουσιάζοντας ἔναν πλούσια ντυμένο καὶ καλὰ ἐτοιμασμένο χορὸ γιὰ θεατρικὸ ἔργο. Θὰ ἔρθει καιρὸς ὅπου οἱ εἰσφορὲς τῶν ἰδιωτῶν δὲν θὰ εἶναι ἀρκετές νὰ καλύψουν τις δαπάνες γιὰ τὰ δημόσια θεάματα· τότε θὰ τὶς ἀναλάβει τὸ δημόσιο ταμεῖο, χρησιμοποιώντας τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοὺ γιὰ νὰ προσφέρει στὰ ἄτομα ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ πληρώσουν τὸ εἰσιτήριο στὸ θέατρο, καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ φᾶνε καλὰ στις γιορτές.

Ἐὰν ἡ πόλη ἀναγνώριζε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι εἶχε καθήκοντα ἀπέναντι στὰ ἄτομα, εἶναι γιατὶ στὸ κάτω κάτω δὲν ἦταν παρὰ τὸ σύνολο τῶν πολιτῶν. Ἡ ἄμεση διακυβέρνηση τοῦ λαοΰ ἀναγκαστικὰ εὐνοοῦσε τὴν πλειοψηφία. Ἀλλά, ὅσο ζοῦσε ὁ Περικλῆς, οἱ Ἀθηναῖοι δὲν συνέχεαν τὰ ἄπειρα ἰδιωτικὰ συμφέροντα μὲ τὸ κοινὸ συμφέρον. Οἱ ὑποχρεώσεις τῆς πόλης ἀπέναντι στοὺς πολίτες ἔμπαιναν μπροστὰ ἀπὸ τὶς ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν ἀπέναντι στὴν πόλη. Τὶς δέχονταν λοιπὸν μὲ προθυμία.

Τὸ συμβόλαιο πού ἔνωνε τὸν Ἀθηναῖο πολίτη μὲ τὴν πόλη δὲν ἦταν σιωπηρὸ καὶ ἀοριστο. Τή χρόνια ὅπου ἐνηλικιωνόταν, πρὶν γραφτεῖ στον καταλογο πού ἑξασφάλιζε τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἔδινε ἐπίσημα τὸν ὅρκο τοῦ πολίτη. Παντοῦ στὴν Ἑλλάδα, σύμφωνα μὲ τὸν Ξενοφώντα, ὁ νόμος ἀπαιτοῦσε ἔναν ἀναλογο ὅρκο. Οἱ νεαροὶ Ἀθηναῖοι ἔδιναν τὸν ὅρκο μέσα στὸ ναὸ τῆς Ἀγραύλου. Ἀπὸ τή διατύπωση πού χρησιμοποιοῦσαν τὸν 5ο αἰώνα ξέρουμε μόνο μία ὑποχρέωση, αὐτή πού λέει «νὰ μὴν ἀναγνωρίζει ὅρια γιὰ τὴν Ἀττικὴ παρὰ μόνο πέρα ἀπὸ τὰ χωράφια μὲ τὸ στάρι καὶ τὸ κριθάρι, ἀπὸ τὰ ἀμπέλια καὶ ἀπὸ τοὺς ἐλαιῶνες». Εἴμαστε καλύτερα πληροφορημένοι γιὰ τὸν 4ο αἰώνα, πού στο σύνολό του θὰ ἀκολουθοῦσε τὴν παραδοση. Ἡ σκηνὴ δὲν ὑστερεῖ σὲ μεγαλοπρέπεια. Οἱ ἔφηβοι παίρνουν τὴν πανοπλία τους μπροστὰ στοὺς βουλευτὲς καί, μὲ τὸ χέρι τεντωμένο πάνω ἀπὸ τὸ βωμό, λένε τὰ ἀκόλουθα λόγια:

«Δὲν θὰ ἀτιμάσω αὐτὰ τὰ ἱερὰ ὅπλα· δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τὸ σύντροφό μου στή μάχη· θὰ πολεμήσω γιὰ τοὺς θεούς μου καὶ γιὰ τὴν ἑστία μου, μόνος ἡ μαζὶ μὲ ἄλλους. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ μικρύνει ἡ πατρίδα, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀφήσω πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ δυνατὴ ἀπὸ ὅ,τι τὴν παρέλαβα. Θὰ ὑπακούσω στίς διαταγὲς πού θὰ μοΰ δώσει ἡ σωφροσύνη τῶν ἀρχόντων. Θὰ συμμορφωθῶ μὲ τοὺς νόμους πού ἰσχύουν καὶ μὲ αὐτοὺς πού θὰ ψηφίσει ὁ λαὸς μὲ κοινὴ συμφωνία· ἐὰν κάποιος θελήσει νὰ ἀνατρέψει αὐτοὺς τοὺς νόμους ἤ νὰ μὴν ὑπακούσει σ’ αὐτούς, δὲν θὰ τὸ ἀνεχθῶ, ἀλλὰ θὰ πολεμήσω γι’ αὐτούς, μόνος ἤ μαζὶ μὲ ὅλους. Θὰ σεβαστῶ τὶς λατρεῖες τῶν πατέρων μου».

Ἰδοὺ οἱ ὑποχρεώσεις πού ἀναλαμβάνουν οἱ πολίτες πρὶν νὰ πάρουν δικαιώματα· ἰδοὺ οἱ ὑποχρεώσεις πού ἀνανεώνουν ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο μπρός στοὺς θεοὺς τὴν παντοδυναμία τῆς πόλης.

Αὐτή τὴν παντοδυναμία τὴν ἀσκεῖ ὁλοκληρο τὸ σῶμα τῶν πολιτῶν σὲ μιὰ δημοκρατία. Ἡ συνταγματικὴ θεωρία τῆς ἀθηναϊκὴς δημοκρατίας εἶναι ἁπλή. Περιλαμβάνεται σὲ μία λέξη: ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος (κύριος). Εἴτε στὴν ἐκκλησία συνεδριάζει εἴτε στὰ δικαστήρια, εἶναι ἀπόλυτος κύριος σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν πόλη (κυριώτατος τῶν ἐν πόλει ἁπάντων). Ὡστόσο μιὰ πολιτικὴ ἀρχή, παντοῦ καὶ πάντα, προσφέρεται σὲ διαφορετικὲς ἐρμηνεῖες, καὶ μόνο μὲ τὴν πράξη ἀποκτᾶ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Οἱ σύγχρονοι τοῦ Ἡροδότου χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἴδια διατύπωση μὲ τοὺς συγχρόνους τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τοῦ Δημοσθένη· δὲν τὴν καταλάβαιναν ὅμως καὶ δὲν τὴν ἐφάρμοζαν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Τὸν 4ο αἰώνα θὰ πάνε ὡς τὴν ἄκρη αὐτῆς τῆς ἀρχῆς: «ὁ λαός ἔχει δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει» (ἐξὸν αὐτῷ ποιεῖν ὅ τι ἂν βούληται)· εἶναι κύριος ἀκόμη καὶ τῶν νόμων (κύριος καὶ τῶν νόμων). Τὸν 5ο αἰώνα εἶναι βασιλέας, δὲν εἶναι ἀκόμη τύραννος. Δέχεται ὅτι ὑπάρχει κάποιο ὅριο στίς ἐπιθυμίες τῆς πλειοψηφίας. Γιὰ τοὺς Ἀθηναίους αὐτῆς τῆς ἐποχῆς μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅπως γιὰ τοὺς Σπαρτιάτες, καὶ γιὰ τή δημόσια καὶ γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ ζωὴ τούς: «Εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ὄχι ἀπόλυτα· γιατὶ ἀποπάνω τους ἔχουν ἔναν κύριο, τὸ νόμο».

Ἡ γραφὴ παρανόμων ἀντιτίθεται, στις πλάνες τῆς ἐκκλησίας ὅπως καὶ στις ὑπερβολὲς τῶν δημαγωγῶν. Ἀκόμη καὶ μετὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Περικλῆ διατηρεῖ τὴν ἀποτελεσματικότητά της. Μιὰ μέρα, σὲ συνθῆκες τραγικές, ὁ λαὸς ἀρνήθηκε νὰ τή λάβει ὑπόψη του· ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ ἀνακαλύψει τὸ λάθος του. Ἦταν τὸ 406, στή φοβερὴ δίκη τῶν στρατηγῶν νικητῶν στή ναυμαχία τῶν Ἀργινουςῶν. Μέσα στή διέγερση τῶν παθῶν, ἔνας θαρραλέος πολίτης ἀποπειράθηκε νὰ διακόψει τὴν ἐξαιρετικὴ διαδικασία, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου, πού ὁρίστηκε μὲ ψήφισμα τῆς βουλῆς καὶ τῆς ἐκκλησίας, προβάλλοντας ἔνσταση γιὰ τή νομιμότητά της. Τὸ πλῆθος φώναξε ὅτι ἦταν «τερατῶδες νὰ ἐμποδίσουν τὸ λαὸ νὰ κάνει αὐτό πού θέλει» (δεινὸν εἶναι εἰ μή τις ἐάσει τὸν δῆμον πράττειν ὅ ἂν βούληται). Μάταια μερικὰ μέλη τοῦ προεδρείου, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Σωκράτης, συμφώνησαν καὶ διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴν ἔκδοση ἀπὸφασης μὲ ψῆφο τῆς ἐκκλησίας· ὑποχώρησαν στίς ἀπειλές, ἐκτός ἀπὸ τὸν Σωκράτη· ἡ ἀπόφαση ἔγινε δεκτή, οἱ κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σὲ θάνατο, καὶ ὁδηγήθηκαν στόν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Ἀλλὰ λίγο ἀργοτερα οἱ Ἀθηναῖοι μετάνιωσαν: κατηγόρησαν μὲ ψήφισμα προβολῆς* αὐτοὺς πού ἐξαπάτησαν τὸ λαό, καὶ ὁ κύριος ἔνοχος πέθανε ἀπὸ πείνα, μισητὸς σὲ ὅλους. Ἡ ἑξαίρεση δείχνει ἐδῶ πόσο ὁ κανόνας ἦταν ἐπιτακτικός: τὸν 5ο αἰῶνα, ἡ λαϊκὴ κυριαρχία δὲν θέλει νὰ εἶναι αὐθαίρετη δύναμη, τυραννία. Ἡ δημοκρατία πρέπει νὰ στηρίζεται στὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ νόμο.

Τὶ εἶναι λοιπὸν ὁ νόμος γιὰ τοὺς Ἕλληνες γενικά, καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς Ἀθηναίους τοῦ 5ου αἰώνα;

Ὅσο ἀντίθετες καὶ ἂν εἶναι οἱ πολιτικὲς ἀντιλήψεις τῶν ὀλιγαρχικῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν, εἶχαν τὴν ἴδια σχεδὸν ἰδέα γιὰ τὸ νόμο. Ὡστόσο, ὅταν ἐπιχειρεῖ κανεὶς νὰ ἀντιληφθεΐ πῶς ἦταν αὐτή ἡ ἰδέα τὴν κλασικὴ ἐποχή, μένει ἔκπληκτος μὲ τὴν παράξενη ἀντίφαση πού συναντᾶ. Ὁ νόμος παρουσιάζεται μὲ διπλή ὄψη: ἀπὸ τή μιά μεριὰ εἶναι κάτι τὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἀμετακίνητο· ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι ἔργο ἀνθρώπινο – κοσμικὸ θὰ λέγαμε -, καὶ ἑπομένως ὑπόκειται σὲ ἀλλαγές. Μὲ τὴν ἀνάλυση μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει αὐτές τις δύο ἀντιλήψεις, καὶ τότε φαίνονται ἀσυμβίβαστες· στὴν πραγματικότητα, συγχέονται λίγο πολὺ στὴν καθημερινὴ ἐφαρμογή.

Ἀπὸ τή μιά μεριὰ ἡ παλαιά θέμις τοῦ γένους πέρασε στή δικαιοσύνη τῆς πόλης μεταβάλλοντας τὶς πιὸ σεβαστὲς θέμιστες σὲ αὐτό πού ὀνόμαζαν θεσμούς. Αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη πού δήλωνε παλαιοτέρα τοὺς βασικοὺς κανόνες τοῦ δημοσίου δικαίου. Αὐτοὶ οἱ κανόνες ἔχουν οὐσιαστικὰ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα. Δὲν χωρίζουν ἀκόμη τὸ ἐγκόσμιο ἀπὸ τὸ ὑπερφυσικό. Μὲ τὸ νὰ εἶναι τελετουργικὲς ὑποχρεώσεις ὅσο καὶ νομικὲς διατάξεις, δὲν διαφέρουν σὲ τίποτε, ὅταν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν περιουσία, μὲ τὸ γάμο, μὲ τὴν κληρονομία, μὲ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ πταίσματα, μέ τις πολιτικὲς σχέσεις, ἤ ὅταν καθορίζουν τὸ τυπικὸ τῶν θυσιῶν, τὶς τιμὲς πού ὀφείλονται στοὺς νεκρούς, τοὺς τύπους τῶν προσευχῶν ἤ τῶν ὅρκων. Ἀπὸ ποῦ προέρχονται λοιπόν; Κανένας δὲν τὸ ξέρει, ἤ μᾶλλον ἁγνοοῦν τὸ χρόνο τῆς γέννησής τοὺς· δὲν ἀμφιβάλλουν ὡστόσο ὅτι ἔχουν τεθεῖ (θεσμὸς = τίθημι) ἀπὸ τοὺς θεοὺς γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Οἱ θέοι πού λατρεύονται στις οἰκογένειες, ἀλλὰ κυρίως ἡ μεγάλη πολιοῦχος θεότητα, τοὺς ἐμφύσησαν στοὺς ἀνθρώπους· καὶ οἱ πιὸ σεβαστοὶ ἀνάμεσά τους, αὐτοὶ πού γεννήθηκαν ἀπὸ τή γῆ συγχρόνως μὲ τὸ πρῶτο στάχυ σταριού, ἔχουν γιὰ δημιουργὸ τή Δήμητρα Θεσμοφόρο. Πέρασαν ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα μὲ τὴν προφορικὴ παραδοση, κληροδοτήθηκαν ἀπὸ πατέρα σὲ γιό μέσα στὰ γένη, μεταδόθηκαν ἀπὸ τὰ γένη στοὺς ἱερεῖς ἤ στοὺς ἄρχοντες τῆς πόλης, μεταβιβάστηκαν μέσα στὴν ἴδια τὴν πόλη ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους – ζωντανὰ ἀρχεῖα: τοὺς μνήμονες, τοὺς ἱερομνήμονες, τοὺς αἰσυμνῆτες. Εἶναι κείμενα πολὺ σύντομα καὶ ρυθμικὰ – ὥστε νὰ ἐντυπώνονται καλύτερα στή μνήμη -, πού ψάλλονται στον ἴδιο πάντοτε τόνο. Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ αἰτιολογία, ἀφοῦ εἶναι θεῖες ἐντολὲς· δὲν ἀποκαλύπτουν τοὺς λόγους τους, ἀφοῦ ἐπιβάλλονται χάρη σὲ μιὰ ὑπερβατικὴ ἐξουσία. Ὅταν ὁ χρόνος τοὺς κάνει δυσνόητους, ἤ ἐπειδὴ εἶναι πολὺ ἀτελεῖς, χρειάζονται ἐξήγηση ἀπὸ εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στὸ ἱερατεῖο. Τὸ πολὺ πολὺ οἱ ἄνθρωποι νιώθουν στὸ τέλος τὴν ἀνάγκη νὰ τοὺς κωδικοποιήσουν, δουλειά πού ἀναθέτουν στοὺς θεσμοθέτες. Ἀλλὰ ὁ ἱερὸς τους χαρακτήρας ἀπαγορεύει νὰ τοὺς ἀγγίξουν. Θὰ παραμείνει μιὰ ἀπαράβατη ἀρχή: ἀκόμη καὶ ὅταν οἱ νόμοι θὰ χειραφετηθοῦν ἀπὸ τὴν ἱερὴ κηδεμονία, θὰ ἐκδοθοῦν καινούριοι, ἀλλὰ δὲν θὰ καταργηθοῦν οἱ παλαιοί. Ἔτσι συμβαίνει ὥστε οἱ διάδικοι νὰ προτείνουν σὲ μιὰ δίκη κείμενα ἀσυμβιβαστα. Αὐτές οἱ παλαιὲς δοξασίες γιὰ τὴν ὑπερφυσικὴ δύναμη τῶν θεσμῶν μένουν ἰδιαίτερα προσηλωμένες στις κυρώσεις τοῦ ποινικοὺ δικαίου. Ὑπάρχουν διατυπώσεις φορτωμένες μὲ κατάρες, πού λέγονται ἀραί. Οἱ ποινὲς πού ἐπισείουν, κυρίως ἡ ἔξωση ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἡ ἀτιμία, ἔχουν τέτοια δύναμη, πού ἐπιπίπτουν μόνες τους σὲ ὅποιον τὶς προκάλεσε: δὲν ὑπάρχει μάλιστα ἀνάγκη δίκης, γιὰ νὰ πέσει κανεὶς κάτω ἀπὸ τὰ χτυπήματα τῆς μαγικῆς τους δύναμης.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχει ἔνας νόμος πού δὲν χρωστὰ τίποτε στὴν ἀποκάλυψη: αὐτὸς εἶναι πού λεγόταν ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους νόμος. Ἐδῶ ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα. Ὁ νόμος γιὰ τὸν ὁποῖο προκεῖται ἔχει κύριο χαρακτηριστικὸ του τὸ ὅτι εἶναι γραπτός. Δὲν εἶναι πιὰ ἰδιωτικὴ περιουσία μερικῶν προνομιούχων πού τὸν κληρονόμησαν ἀπὸ τοὺς θεούς· εἶναι ἁπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε ἴχνος μυστηρίου· εἶναι γνωστὸς σὲ ὅλους, ἀνήκει σὲ ὅλους. Αὐτὸς πού τὸν ἔκαμε βάζει τὸ ὄνομά του: ὅλοι ξέρουν πώς εἶναι τοῦ Σόλωνα, τοῦ Κλεισθένη, ἤ ὁποιουδήποτε ἁπλοῦ πολίτη. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐνσωματωθεῖ στή νομοθεσία, ἐὰν δὲν τὸν ψήφιζε ὁ λαὸς· δὲν θὰ εἶχε τή συγκατάθεση τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν δὲν εἶχε συλληφθεῖ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Χρειάζεται λοιπὸν νὰ δώσει στον καθένα τὸ μερίδιό του στὰ δικαιώματα καὶ στὴν ὑπακοή. Ὁ νόμος εἶναι ἡ ὀργάνωση τῆς διανεμητικῆς δικαιοσύνης (νέμεσις), καὶ νὰ γιατὶ ὁ Ἀριστοτέλης διακηρύσσει ὅτι δὲν ὑπάρχει τάξη ἔξω ἀπὸ τὸ νόμο (ἡ γὰρ τάξις νόμος): Ὁ νόμος εἶναι ὁ μέσος ὅρος, τὸ κοινὸ μέτρο πού παρέχει τὸν μεγαλύτερο βαθμὸ ἰσότητας, ὁ ἀναίσθητος νόμος πού συγκρατεῖ τὰ ἀτομικά ἤ συλλογικὰ πάθη, ὁ κύριος πού ἀντιτὶθεται στις ὑπερβολὲς τῆς ἐλευθερίας. Ὁ κυρίαρχος νόμος εἶναι αὐτὸς πού κάνει νὰ βασιλέψει μαζὶ του ἡ λογική, ὁ νοῦς, ὁ λόγος. Ἔτσι, ἀκόμη καὶ ἐξιδανικευμένοι, οἱ νόμοι δὲν μποροῦν νὰ πάρουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο παρὰ ὅ,τι καλύτερό ἔχει. Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι καλοὶ ἤ κακοὶ ἀνάλογα μὲ τὸ σύνταγμα, ἀνάλογα μὲ τὴν πόλη, καὶ παραμένουν ἀναγκαστικὰ ἐλλιπεῖς, πάντα ἀτελεῖς σὲ κάποιο σημεῖο. Δὲν ἔχουν καθόλου ἀπόλυτη ἀξία. Ἤδη ὁ Σόλωνας ἀπάντησε, ὅπως λένε, σὲ κάποιον πού τὸν ρώτησε ἐὰν νομίζε πώς ἔδωσε στοὺς Ἀθηναίους τοὺς καλύτερους νόμους: «Ὄχι, ἀλλὰ αὐτοὺς πού τοὺς ταιριάζουν καλύτερα». Οἱ ἀνθρώπινοι νόμοι δὲν εἶναι ἀλάθητοι καὶ συνεπὼς δὲν εἶναι αἰώνιοι, δὲν διαρκοῦν παρὰ ὄσο γίνονται δεκτοὶ ἀπὸ τή συνείδηση τοῦ λαοῦ: ἐὰν τὸ ἐθιμικό δίκαιο μεταβάλλεται σιωπηρὰ μὲ τὴν ἀνεπαίσθητη ἐξέλιξη τῶν ἠθῶν, ὁ γραπτὸς νόμος προσφέρεται σὲ ἀλλαγὴ κάθε φορὰ πού γίνεται αἰσθητή μιὰ τέτοια ἀνάγκη. Κατὰ βάθος ὁ νόμος εἶναι κάτι σχετικὸ καὶ συμβατικό: δικαιολογημένα λοιπὸν ἡ λέξη νόμος χρησιμεύει ἐπίσης γιὰ νὰ δηλώσει ἕνα μουσικὸ τρόπο καὶ κάθε νόμισμα πού κυκλοφορεῖ.

Ὅταν οἱ Ἕλληνες μιλούσαν γιὰ νόμους, δὲν ἔδιναν, ὅπως κάνουμε σήμερα, ξεχωριστὴ θέση στοὺς συνταγματικοὺς νόμους. Καμία πόλη δὲν εἶχε σύνταγμα γραμμένο σὲ ἕνα εἰδικὸ κείμενο· στή θέση του ὑπῆρχε ἕνα σύνολο ἀπὸ συνήθειες καὶ διατάξεις καταχωρισμένες σὲ διαφόρους νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐκδηλωνόταν «ἡ ψυχὴ τῆς πόλης». Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ Ἀριστοτέλης μιλᾶ συνεχῶς γιὰ σύνταγμα (πολιτεία)· ἀλλὰ μ’ αὐτό πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὸ καθεστὼς μιᾶς πόλης, τέτοιο πού προκύπτει ἀπὸ τὴν ὀργάνωση τῶν ἀρχῶν γενικά, καὶ τῆς ἀνώτατης ἀρχῆς εἰδικά, ἀπὸ τὴν κατανομὴ τῶν ἐξουσιῶν, ἀπὸ τὸ ἂν ἡ κυριαρχία ἀνήκει σὲ ὅλους τοὺς πολίτες ἤ σὲ μέρος τούς, ἀπὸ τὴν ἀπὸ-στολὴ πού ἀναθέτει ἡ κοινότητα τῶν πολιτῶν στόν ἑαυτὸ της. Αὐτό ἀρκεῖ, ἄλλωστε, γιὰ νὰ γίνει δυνατό, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ φιλοσόφου, νὰ διακριθεῖ τὸ σύνταγμα ἀπὸ τοὺς καθαυτὸ νόμους, μὲ τὸν ὄρο ὅτι θὰ γίνει δεκτό, σύμφωνα μὲ τή γνώμη τοῦ ἰδίου, ὅτι τὸ σύνταγμα εἶναι ἀντανάκλαση τῆς οὐσίας τῶν κοινῶν νόμων.

Ἀλλὰ οὔτε οἱ νόμοι σχηματίζουν ἕνα συστηματικὸ σύνολο, ἔναν κώδικα μὲ τή σημερινή σημασία τοῦ ὅρου. Κατασκευάστηκαν μέρα μὲ τή μέρα, τουλάχιστον ἀπὸ τὴν ἐποχὴ πού γιὰ πρώτη φορὰ κάποιος μεγάλος νομοθέτης, ἕνας Ζάλευκος, ἕνας Χαρώνδας, ἕνας Δράκων, ἕνας Πιττακός, ὑποχρεώθηκε νὰ καταγράψει τά ἔθιμα πού ὑπῆρχαν ἤ νὰ συντάξει καινούριες διατάξεις. Πρέπει ὡστόσο νὰ ταξινομηθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα, μὲ τὸν ἕνα ἡ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο. Αὐτή ἡ ἀπαραίτητη ταξινόμηση ἔγινε πάντα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς μεγάλους νομοθέτες, ὄχι σύμφωνα μὲ μιὰ λογικὴ σύλληψη, ἀλλὰ μὲ σκοπὸ τὴν πρακτικὴ χρήση. Δὲν σκέφτηκαν παρὰ νὰ ἐφοδιάσουν κάθε ἀρχή μὲ τὰ νομικὰ κείμενα πού τῆς ἦταν ἀπαραίτητα. Ἐὰν αὐτές οἱ ταξινομήσεις μοιάζουν κάπως μὲ κάτι πού μας εἶναι γνώριμο, αὐτό εἶναι οἱ ὁδηγοὶ ἤ οἱ κανονισμοὶ πού χορηγοῦνται στοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀρμοδιότητά τους. Ὁ Ἀριστοτέλης τὸ λέει μὲ ὅλη τὴν ἐπιθυμητὴ ἀκρίβεια: «Οἱ νόμοι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς συνταγματικὲς ἀρχές πού ἐκφράζουν, εἶναι κανόνες πρὸς χρήση τῶν ἀρχόντων, γιὰ νὰ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσία καὶ νὰ καταστέλλουν κάθε ἀπόπειρα ἐναντίον τῶν νόμων». Τὰ παραδείγματα δὲν λείπουν. Οἱ Ἀθηναῖοι ὀνόμαζαν ἔναν ὁρισμένο ἀριθμὸ μεμονωμένων νόμων σύμφωνα μὲ τὸ περιεχόμενό τους: νόμος γιὰ τὴν τριηραρχία (τριηραρχικὸς νόμος), νόμος γιὰ τὴν «εἰσαγγελία» (εἰσαγγελτικος νόμος), νόμος γιὰ τὰ μεταλλεία (μεταλλικὸς νόμος), νόμοι γιὰ τοὺς φόρους (τελωνικοι νόμοι), νόμοι γιὰ τὸ ἐμπόριο (ἐμπορικοὶ νόμοι). Γενικά, ὅταν οἱ νόμοι κατατάσσονται, παίρνουν τὴν ἐπωνυμία τῶν ἀρχόντων ἤ τῶν δικαστηρίων πού ἔχουν ἐπιφορτισθεῖ μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τους. Κατὰ τὴν ἐτήσια συνεδρίαση ὅπου καλεῖται ὁ λαὸς νὰ ἀπαντήσει στὸ πρόβλημα ἐὰν οἱ ἰσχύοντες νόμοι πρέπει νὰ διατηρηθοῦν ἤ νὰ ἀλλάξουν, γίνεται σχετικὴ ψηφοφορία, διαδοχικὰ γιὰ τοὺς νόμους πού ἔχουν σχέση μὲ τή βουλή (βουλευτικοί), τοὺς νόμους πού εἶναι κοινοὶ σὲ διάφορα ἀξιώματα (κοινοί), τοὺς νόμους πού ἐνδιαφερουν τοὺς ἐννέα ἄρχοντες, τέλος αὐτοὺς πού ἔχουν σχέση μὲ ἄλλες ἐξουσίες. Ὑπῆρχε ἀκόμη εἰδικὸς νόμος γιὰ τὸν Ἄρειο Πάγο, ἄλλος γιὰ τοὺς δημοσίους διαιτητές, ἄλλος γιὰ τὸ βασιλέα, ἄλλος γιὰ τοὺς ταμίες, ἄλλος γιὰ τὸν ἄρχοντα, πού περιλάμβανε διατάγματα τόσο ἀνόμοια ὄσο καὶ οἱ ἀρμοδιότητες αὐτοῦ τοῦ ἄρχοντα. Τὰ ἴδια καὶ ἀλλοῦ, ἀπὸ τὴν Κέρκυρα, πού ἔχει ἕνα νόμο γιὰ τὸν ἀγωνοθέτη, ὡς τή Μαγνησία, πού ἔχει νόμο γιὰ τὸν πολέμαρχο, καὶ τή Μίλητο, πού ἔχει νόμο γιὰ τοὺς ἀγορανόμους καὶ τοὺς παιδονόμους. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ στὸ βασίλειο τῆς Περγάμου, ὅπου βρέθηκε ἔνας νόμος γιὰ τοὺς ἀστυνόμους πού ἐνέπνευσε τοὺς ἀγορανομικοὺς κανονισμοὺς τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, καὶ στὴν Αἴγυπτο τῶν Ἀντωνίνων, ὅπου ἔνας πάπυρος μᾶς ἔκαμε γνωστὸ τὸν γνώμονα τοῦ ἰδίου λόγου.

Ὡστόσο, σ’ αὐτοὺς τοὺς διαφορετικῆς προέλευσης νόμους, σ’ αὐτὰ τὰ παραγγέλματα τὰ σκορπισμένα μέσα σὲ κανονισμοὺς καθαρὰ πρακτικούς, οἱ Ἕλληνες ἀπέδιδαν τὴν ἰδέα τοῦ ἠθικοῦ μεγαλείου, τῆς ὑπερανθρώπης αὐθεντίας, καταλοιπο ἀπὸ τὶς θὲμιστες τῶν περασμένων αἰώνων. Αὐτοὶ κανόνιζαν ὅλη τή ζωή τῆς κοινότητας καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἦταν ὁ ἠθικὸς δεσμός, ἡ ζωτικὴ ἀρχή ἑνὸς λαοῦ. Ἐκεῖ ὀφείλεται τὸ ὅτι αὐτὸς ὁ κυκεὼν ἐνέπνεε θρησκευτικὸ σεβασμό. Ὁ Ἡράκλειτος, ὁ πρῶτος φυσικὸς τῆς Ἰωνίας πού χρησιμοποίησε τή διαλεκτική γιὰ τή μελέτη ἠθικῶν προβλημάτων, ἀποδίδει στὸ νόμο θεία καταγωγή, πρὶν νὰ κάμει αὐτὴ τή δήλωση πού ἐμφορεῖται ἀπὸ συνείδηση καθηκόντων τοῦ πολίτη πιὸ δυνατὴ ἀπὸ ἐκείνη πού εἶχαν συνήθως οἱ Ἴωνες: «Ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὸ νόμο ὅπως γιὰ τὸ τεῖχος τῆς πόλης». Ὅλα αὐτὰ πού οἱ Ἕλληνες σκέφτηκάν ποτέ γιὰ τὸ νόμο, ἀπὸ τὶς πιὸ παλαιὲς δοξασίες καὶ τὶς πιὸ καινούριες ἀντιλήψεις ὡς τή διάκριση φύσης-νόμων, τὴν ὁποία ἔκαμαν οἱ σοφιστὲς καὶ πού αὐτή τή φορά στράφηκε ἐναντίον τους, ὅλα αὐτὰ βρίσκονται ἀνακατεμένα, ὄχι χωρὶς ἀντιφάσεις, ἀλλὰ καὶ σὲ ὑψηλὸ τόνο, σὲ ἕνα ἀπόσπασμα πού ἀποδίδουν στον Δημοσθένη:

«Ὅλη ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, εἴτε κατοικοῦν σὲ μιὰ μεγάλη πόλη εἴτε σὲ μιὰ μικρή, διοικεῖται ἀπὸ τή φύση καὶ ἀπὸ τοὺς νόμους. Ἐνῶ ἡ φύση εἶναι χωρὶς κανόνα καὶ μεταβλητὴ ἀνάλογα μὲ τὰ ἄτομα, οἱ νόμοι εἶναι ἕνα πράγμα κοινὸ γιὰ ὅλους καὶ δοσμένο σὲ ὅλους χωρὶς διαφορές… Οἱ νόμοι ἐπιθυμοῦν καὶ ἀναζητοῦν τὸ δίκαιο, τὸ ὡραῖο καὶ τὸ χρήσιμο. Ὅταν τὸ ἀνακαλύψουν, τὸ καθιστοῦν γενικὴ διάταξη, ἴδια καὶ ὁμοιόμορφη γιὰ ὅλους· αὐτό εἶναι πού ὀνομάζεται νόμος. Ὅλοι τοῦ ὀφείλουν ὑπακοὴ γιὰ πολλοὺς λόγους καὶ γιατὶ κάθε νόμος εἶναι εὔρημα καὶ δῶρο τῶν θεῶν, καὶ συγχρόνως ἐντολὴ σοφῶν ἀνθρώπων καὶ κοινὸ συμβόλαιο μιᾶς πόλης, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ζοῦν ὅλοι μέσα στὴν πόλη».

Ἀλλὰ τὴν πιὸ ὑψηλὴ ἰδέα πού ἔνας Ἕλληνας συνέλαβε γιὰ τοὺς ἀνθρωπίνους νόμους, σχεδὸν θεοποιημένους, τή βρίσκουμε στὴν περιφήμη προσωποποίησή τους ἀπὸ τὸν Σωκράτη, στον πλατωνικὸ διαλογο Κρίτων. Ἀκόμη καὶ χωρὶς τὸ μεγαλεῖο πού προσλαμβάνει ἀπὸ τή δραματική μορφή τοῦ Σωκράτη, αὐτό τὸ κόμματι εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον, γιατὶ μᾶς κάνει νὰ γνωρίσουμε τὸ σεβασμὸ πού ἕνα ὑψηλό πνεῦμα νομίζει ὅτι ὀφείλει ἀκόμη καὶ σὲ νόμους τοὺς ὁποίους ἔκρινε κακούς. Αὐτὸς πού παραβαίνει τὸ νόμο καταστρέφει ὅλη τὴν πόλη, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτόν. Τὸ κράτος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ὅταν οἱ δικαστικὲς ἀποφάσεις δέν ἔχουν ἰσχύ, ὅταν οἱ ἰδιῶτες μποροῦν νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ αὐτές. Πρέπει νά τίς δεχόμαστε, ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι ἄδικες. Ὁ πολίτης ὀφείλει ὑπακοὴ στοὺς νόμους, ὑπακούοντας σὲ μιὰ ἀπαραβάτη συμφωνία. Εἶναι ὀφειλέτης στοὺς νόμους καὶ στὸ κράτος γιὰ τή γεννήσή του καὶ γιὰ τὴν ἀγωγή του. Γεννημένος, ἀναθρεμμένος, μεγαλωμένος μὲ τοὺς νόμους, εἶναι δοῦλος τους· δὲν ἔχει ἐπάνω τους τὰ ἴδια δικαιώματα πού ἐκεῖνοι ἔχουν πάνω σ’ αὐτόν. Ὅπως στοὺς γονεῖς καὶ στοὺς δασκάλους του, δὲν μπορεῖ οὔτε στοὺς νόμους οὔτε στὴν πατρίδα του νὰ ἀποδώσει προσβολὴ ἀντὶ προσβολῆς καὶ ὀφθαλμὸ ἀντὶ ὀφθαλμοῦ. Ἡ πατρίδα εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ μητέρα· ὅλα πρέπει κανεὶς νὰ τὰ ὑπομένει ἀπὸ αὐτήν. Τὸ καθῆκον εἶναι νὰ ἐκτελεῖ κανεὶς τὶς διαταγὲς της, ἐκτός ἐὰν τὴν κάμει νὰ ἀλλάξει ἰδέα μὲ νόμιμα μέσα. Καθένας εἶναι ἐλεύθερος, ἀφοῦ ἀπέκτησε πολιτικὰ δικαιώματα, νὰ τὰ ἀρνηθεῖ καὶ νὰ ἐγκαταλείψει τή χώρα μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά του· ἀλλὰ ὅποιος μένει, ἀναλαμβάνει συνειδητὰ τὴν ὑποχρέωση νὰ ὑπακούει στοὺς νόμους.

Κοντολογίς, ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία τοῦ 5ου αἰώνα παρουσιάζεται ὡς ἄσκηση τῆς κρατικῆς κυριαρχίας ἀπὸ ἐλευθέρους καὶ ἰσοτίμους πολίτες, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος προστατεύει τοὺς πολίτες, τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δέ, ὑπερασπίζει ἐπίσης τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων ἀπὸ τή δύναμη τοῦ κράτους, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους ἀπὸ τὶς ὑπερβολὲς τοῦ ἀτομι-κισμοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 5ου αἰώνα, ἡ ἐλευθερία δὲν φαίνεται νὰ ἔχει ἐκφυλιστεῖ σὲ ἀναρχία ἡ σὲ ἀπειθαρχία. Ὅσο γιὰ τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητας, δὲν εἶχε φτάσει ὡς τὴν ἄρνηση τῆς πνευματικῆς ἀνωτερότητας. Βρισκόμαστε σὲ μιὰ πόλη ὅπου ὁ Ἀναξαγόρας, φίλος τοῦ Περικλῆ, διαδίδει τὴν ἰδέα ὅτι ὁ νοῦς, «πρᾶγμα ἄπειρο καὶ κύριος ἀπόλυτος», δίνει κίνηση σὲ ἕνα σημεῖο, καὶ αὐτό ἐπεκτείνεται πρὸς τὰ ἐμπρός, ὅλο καὶ πιὸ πολὺ πρὸς τὰ ἐμπρός. Αὐτή ἡ σύλληψη παίρνει πολιτικὸ νόημα: γιὰ νὰ μπορέσει ἡ Ἑλλάδα νὰ κυβερνήσει τοὺς βαρβάρους, ὅπως τὸ ὀφείλει, πρέπει μιὰ πόλη νὰ πάρει τὴν ἀρχηγία ὅλων τῶν ἄλλων πόλεων, καὶ μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πόλη ἔνας ἄνδρας νὰ τεθεῖ ἐπικεφαλῆς τοῦ λαοῦ. Ἡ ἀθηναϊκὴ δημοκρατία, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεΐ στὴν ἀποστολὴ της ὑποτάσσεται στὴν ἠθικὴ δικτατορία τῆς μεγαλοφυίας.

* Προβολὴ = διαδικασία κατὰ τὴν ὁποία ἀποφαινόταν ὁ δῆμος πρὶν ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ὑπόθεσης σὲ κανονικὰ δικαστήρια. Εἶχε ἐφαρμογὴ σὲ περιπτώσεις ζημίας (καὶ ἠθικῆς) τοῦ δημοσίου, ἤ δημοσίων λειτουργῶν, καθὼς καὶ σὲ περιπτώσεις συκοφαντίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s