Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Gustave Glotz

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΠΟΛΙΣ»)

Λήψη του αρχείου

      Α

 ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ἡ πολιτικὴ ἐξελιξη τῆς Ἑλλάδας ἦταν σαφὴς ὡς τὸ τέλος τοῦ 6ου αἰώνα. Ἡ πόλη ἔγινε ἰσχυρὴ ἐλευθερώνοντας τὸ ἄτομο ἀπὸ τὶς πατριαρχικὲς ὑποχρεώσεις· τὸ ἄτομο ἔγινε ἐλεύθερο μὲ τὴν προστασία τῆς πόλης. Ἀλλά ἀπὸ τή στιγμή πού ἐπιτεύχθηκαν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ὑπῆρξαν πόλεις ὅπου ἡ δημόσια ἐξουσία κατακτήθηκε ἀπὸ μεγάλες οἰκογένειες πού κατόρθωσαν νά διατηρήσουν τὰ κληρονομικὰ τους προνόμια· σὲ ἄλλες πόλεις ἡ ἐξουσία πέρασε στό σύνολο τῶν ἐλευθέρων ἀτόμων. Ἀπέναντι στίς ἀριστοκρατικὲς καὶ ὀλιγαρχικὲς πόλεις στέκονταν οἱ πόλεις ὅπου ἡ φωνή τοῦ λαοῦ στάθηκε ἱκανὴ νὰ ἐπιβάλει τὴν κυριαρχία της. Σὲ ποιά πλευρὰ βρισκόταν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας;

Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ ὑλικὴ δύναμη, ἡ ἀπαντήση θὰ ἦταν εὔκολη. Ἡ Σπάρτη διαθέτει μεγάλες δυνάμεις ἀφότου εἶναι ἐπικεφαλῆς τῆς πελοποννησιακῆς συμμαχίας, καὶ γι’ αὐτό προτείνεται ὁμόφωνα γιὰ νὰ διοικήσει τὸν ἑλληνικό στρατὸ καὶ στόλο στον πόλεμο κατὰ τῶν Μήδων. Ἀλλὰ πρόκειται γιὰ ἐντελῶς ἄλλο πράγμα ἀπὸ τή στρατιωτική ὀργάνωση. Τὸ ἑλληνικο πνεῦμα θὰ μποροῦσε νὰ πάει μπροστὰ μὲ θεσμοὺς ὅπως τῆς Σπάρτης; Θὰ ἦταν ἱκανό νὰ ἀποδώσει ὅλους τοὺς καρπούς, ἐὰν παντοῦ, ὅπως στις ὄχθες τοῦ Εὐρώτα, τὸ κράτος εἶχε μόνη ἀπασχόληση τὴν ψυχικὴ καὶ ἠθικὴ διαμόρφωση ἐξαιρετικῶν ὁπλιτῶν καὶ τή διατήρηση ἑνὸς πολιτεύματος πού ἑξασφάλιζε αὐτό τὸ ἀποτέλεσμα; Ὄχι· ἡ Σπαρτή, ἀναδιπλωμένη στον ἑαυτὸ της, στραμμένη ὁλόκληρη πρὸς ἕνα παρελθὸν τὸ ὁποῖο θέλει νὰ διαιωνίσει, παραμένει τέλειο παράδειγμα αὐτοῦ πού μποροῦσε νὰ εἶναι μιὰ ἀριστοκρατικὴ πόλη κατὰ τὸ 550· ἀλλά τὸν 5ο αἰώνα δὲν εἶναι πιὰ παρὰ μιὰ περιπτωση πού μπορεῖ κανεὶς νὰ μὴ λάβει ὑπόψη, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ συλλάβει τή γενική μεταμόρφωση τῆς πόλης. Γιὰ νὰ μπορέσει ἡ Ἑλλάδα νὰ ἐκπληρώσει τὸ πεπρωμένο της, χρειάζεται νὰ κινηθεῖ ἀποφασιστικὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς φυσικῆς της ἐξέλιξης, καὶ οἱ ἀτομικὲς ἐνέργειες νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐλεύθερα γιὰ τὸ δημόσιο καλό. Μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις πού ἔχουν μπεῖ πιὸ ἀποφασιστικὰ στοὺς νέους δρόμους τῆς δημοκρατίας χρειάζεται νὰ εἶναι ἕτοιμη νὰ βαδίσει μπροστὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες καὶ νὰ εἶναι ἱκανὴ νά τις παρασύρει. Ἔτσι θὰ ἐκπληρώσει μιὰ ἔνδοξη ἀποστολή, θὰ γίνει τὸ σχολεῖο τῆς δημοκρατίας. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ κλῆρος τῆς Ἀθήνας.

Συνέχεια

Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ


kion1Ἡ θεμελίωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Φιλοσοφίας

Πλάτων καί Ἀριστοτέλης

  (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Thomas Alexander Szlezák

«Τι ὀφείλει η Εὐρώπη στους Ἕλληνες»

Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στην ἑλληνική ἀρχαιότητα)

Στό 4ο κεφάλαιο ἔγινε λόγος γιά τά καινοφανῆ ἐρωτήματα πού ἔθεσαν οἱ Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, καινοφανῆ ἀπέναντι στόν κόσμο τῶν ἐννοιῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Ἡσιόδου, πού σφραγίζεται ἀπό τήν μυθολογική σκέψη. Οἱ συλλήψεις τῶν φιλοσόφων ἀπό τόν Θαλῆ ἕως τόν Ἀναξαγόρα ἐμφανίσθηκαν ὡς ἡ βάση τῆς Δυτικοευρωπαϊκῆς ὀρθολογικότητας καί τά πρῶτα, θεωρητικά ἀκόμη, βήματα πρός τήν κατεύθυνση τῆς αὐστηρά ἐπιστημονικῆς σκέψης. Στό 9ο κεφάλαιο τό θέμα ἦταν ὁ Σωκράτης. Ἡ μορφή τοῦ ἀμετακίνητα ἐρωτῶντος περιθωριακοῦ τύπου, γιά τόν ὁποῖο φιλοσοφία εἶναι ἀφ’ ἑνός ἡ συζήτηση μέ τούς ἄλλους, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχει βρεῖ μέσα του ἕνα ἀπόλυτο μέτρο γιά τήν ὀρθότητα τοῦ λόγου καί τῆς πράξης του, ἐμφανίσθηκε ὡς ἡ πεμπτουσία ἑνός φιλοσόφου: αὐτοδύναμος στά ἐρωτήματά του, πρωτότυπος στίς ἀπαντήσεις του, χωρίς νά ἀναζητᾶ τό νέο γιά χάρη τοῦ νέου, δηλαδή ἐλεύθερος ἀπό τήν ἐπιδίωξη διανοητικῆς ἐπιβολῆς καί σπουδαιοφάνειας, συγχρόνως ὅμως συνεπής, ἄφοβος καί χωρίς τήν παραμικρή ἀμφιβολία γιά πρωτάκουστη ἀπόφαση νά μήν ἐπιδιώξει τήν πολιτική καί δικαστική ἀπόκρουση τῆς καταδίκης του, ἄν ἐπρόκειτο νά ἐξαγορασθεῖ μέ ἕναν ἠθικό συμβιβασμό. Εἶναι φανερό ὅτι ὁ τύπος αὐτός τοῦ Σωκράτη μέλλει νά εἶναι ἡ ἰδανική εἰκόνα ἑνός φιλοσόφου, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ποιούς προσανατολισμούς θά πάρει ἡ σκέψη τῆς ἀνθρωπότητας.

Συνέχεια

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


kion1Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

( αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Gustave Glotz

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΠΟΛΙΣ»)

  Α

  ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ

 Τὸ πι­ὸ χτυ­πη­τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας, ἡ βα­θυ­τέ­ρη αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν ἐ­πι­τευγ­μά­των της καὶ ὅ­λων τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν της βρί­σκε­ται στό δι­α­με­λι­σμὸ της σὲ ἄ­πει­ρες πό­λεις πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἰ­σά­ριθ­μα κρά­τη. Ὅ­λες οἱ ἀν­τι­λή­ψεις οἱ συ­να­φεῖς μὲ ἕ­ναν τέ­τοι­ον κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ ἦ­ταν τό­σο βα­θι­ὰ ρι­ζω­μέ­νες στήν ἑλ­λη­νι­κὴ συ­νεί­δη­ση, πού τὸν 4ο αἰ­ῶ­να τὰ πι­ὸ πε­ρί­σκε­πτα πνεύ­μα­τα θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς πό­λης φυ­σι­κὸ φαι­νό­με­νο. Δέν μπο­ροῦ­σαν νὰ φαν­τα­στοῦν ἄλ­λον τρό­πο ὁ­μα­δι­κοῦ βί­ου ἀν­θρώ­πων ἀ­λη­θι­νὰ ἄ­ξι­ων νὰ λέ­γον­ται ἄν­θρω­ποι. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὁ ἴ­δι­ος φτά­νει νὰ θε­ω­ρή­σει τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αἰ­τί­α, καὶ νὰ ὁ­ρί­σει ὄ­χι τὸν Ἕλ­λη­να, ἀλ­λὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὡς πο­λι­τι­κὸν ζῷ­ον. Κα­τὰ τη γνώ­μη του, ὑ­πάρ­χουν δύ­ο εἴ­δη ἀν­θρώ­πων: ἐ­κεῖ­νοι πού λι­μνά­ζουν σὲ ἄ­μορ­φες καὶ ἀ­πο­λί­τι­στες ἀν­θρώ­πι­νες ὁ­μά­δες ἡ σχη­μα­τί­ζουν τε­ρά­στι­α κο­πά­δι­α μέ­σα σὲ μο­ναρ­χί­ες μὲ τε­ρα­τώ­δεις δι­α­στά­σεις, καὶ ἐ­κεῖ­νοι πού συ­νε­ται­ρί­ζον­ται ἁρ­μο­νι­κὰ σχη­μα­τί­ζον­τας πό­λεις· οἱ πρῶ­τοί ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ σκλά­βοι, γι­ὰ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψουν στοὺς δευ­τέ­ρους νὰ πε­τύ­χουν μί­αν ἀ­νώ­τε­ρη ὀρ­γά­νω­ση.

Οἱ γε­ω­γρα­φι­κὲς συν­θῆ­κες τῆς Ἑλ­λά­δας συ­νέ­βα­λαν πραγ­μα­τι­κὰ στή μόρ­φω­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς φυ­σι­ο­γνω­μί­ας της. Κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ τή συ­νε­χή συ­νάν­τη­ση τῆς θά­λασ­σας καὶ τοῦ βου­νοῦ, πα­ρου­σι­ά­ζει παν­τοῦ στε­νὲς κοι­λά­δες πλαι­σι­ω­μέ­νες μὲ ὑ­ψώ­μα­τα πού μό­νη εὔ­κο­λη δι­έ­ξο­δο τους ἔ­χουν τὶς ἀ­κτές. Σχη­μα­τί­ζον­ται ἔτ­σι ἀ­να­ρίθ­μη­τες μι­κρὲς πε­ρι­ο­χές, πού ἡ κα­θε­μι­ὰ τους γί­νε­ται τὸ φυ­σι­κὸ πλαί­σι­ο μι­ᾶς μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας. Ὁ φυ­σι­κὸς κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸς κα­θο­ρί­ζει ἡ του­λά­χι­στον εὐ­κο­λύ­νει τὸν πο­λι­τι­κὸ κα­τα­κερ­μα­τι­σμό. Κά­θε δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ ξε­χω­ρι­στὸ κρά­τος. Ἂν φαν­τα­στεῖ κα­νείς, μέ­σα σὲ μι­ὰ κλει­στὴ κοι­λά­δα, λι­βά­δι­α κον­τὰ σὲ ρυ­ά­κι­α, δά­ση στις πλα­γι­ές, ἀ­κό­μη ἀ­γρούς, ἀμ­πέ­λι­α καὶ λι­ό­φυ­τα ἀρ­κε­τὰ γι­ὰ νὰ ζή­σουν με­ρι­κὲς δε­κά­δες χι­λι­ά­δες κά­τοι­κοι, σπά­νι­α πά­νω ἀ­πὸ τὶς ἑ­κα­τό, τέ­λος ἕ­να ὕ­ψω­μα πού νὰ μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μεύ­σει γι­ὰ κα­τα­φύ­γι­ο σὲ πε­ρί­πτω­ση ἐ­πί­θε­σης, καὶ ἕ­να λι­μά­νι γι­ά τις ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς ἐ­πα­φές, θὰ σχη­μα­τί­σει τὴν εἰ­κό­να αὐ­τοῦ πού γι­ὰ ἔ­ναν Ἕλ­λη­να ἦ­ταν ἕ­να αὐ­τό­νο­μο καὶ κυ­ρί­αρ­χο κρά­τος.

Συνέχεια

Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ


kion1Η φιλοξενία με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου

 

Πρώιμος Κωνσταντίνος,

Στα όρια της αισθητικής [Εκδότης: ΚΡΙΤΙΚΗ, 2003, (σελ. 92-94, 97)]

[…] Σε αυτή την προχριστιανική εποχή, η φιλοξενία αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά σε ανθρώπους, δεν νοείται ως φιλανθρωπία και δε ρυθμίζεται από τον πλούτο την ισχύ, τη θεία εύνοια και την κοινωνική διάκριση […] Είναι ένα ιερό έθιμο με ισχύ νόμου το οποίο όχι μόνο αφορούσε όλους αλλά οποιαδήποτε παράλειψη ή παραβίασή του συνεπαγόταν την ύβρι.

Με αυτή την έννοια η φιλοξενία στην αρχαία Ελλάδα ήταν μια υποχρέωση και ένα δικαίωμα χωρίς όρους. Ήταν μια ιερή υποχρέωση κάθε αρχαίου Έλληνα οικοδεσπότη να φιλοξενήσει όποιον ξένο άγγιζε την εστία του σπιτιού του και ζητούσε φιλοξενία. Αυτό το δικαίωμα των ξένων αφορούσε ακόμα και τους δούλους. Υπάρχουν επίσης ιστορίες που διηγούνται πως μερικοί ταξιδιώτες χρησιμοποιούσαν τεχνάσματα για να μπουν σε μια πλούσια κατοικία και να αγγίξουν την εστία έτσι ώστε να γίνουν σίγουρα δεκτοί από τους οικοδεσπότες.

Υπάρχουν επίσης διάφοροι αρχαιοελληνικοί μύθοι οι οποίοι δείχνουν τη σημασία της φιλοξενίας άνευ όρων. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Οιδίπους φιλοξενήθηκε από φτωχούς βοσκούς που τον βρήκαν ως μωρό που είχε εγκαταλειφθεί στο βουνό. Παρέμεινε μαζί τους μέχρι που δόθηκε στον βασιλιά της Κορίνθου, τον Πόλυβο, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του, την Περίβοια, τον ανέθρεψαν ως γιο τους. Στην ιστορία του Οιδίποδα, ο σύγχρονος αναγνώστης ή ο αρχαίος ακροατής βλέπει πως ο νόμος της φιλοξενίας υπερβαίνει ακραίες κοινωνικές και ταξικές διαφορές: ενώ ο Οιδίποδας ήταν ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας φιλοξενήθηκε από φτωχούς βοσκούς και κατόπιν ως παιδί φτωχών βοσκών φιλοξενήθηκε και υιοθετήθηκε από τον βασιλιά της Κορίνθου.[1]

Συνέχεια

Ο ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


kion1Ο Κάτω Κόσμος των αρχαίων Ελλήνων

 Robert von Ranke Graves

«Οι ελληνικοί μύθοι»

Εκδόσεις Πλειάς – Ρούγκας, 1979 [τόμος 1, σελ. 125-131]

Όταν τα πνεύματα κατεβαίνουν στον Τάρταρο, που η κύρια είσοδός του βρίσκεται σ’ ένα σύδεντρο από μαύρες λεύκες δίπλα στο ρέμα του Ωκεανού, οι ευσεβείς συγγενείς εφοδιάζουν το καθένα απ’ αυτά μ’ ένα νόμισμα τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του πτώματός του. Έτσι τα πνεύματα είναι σε θέση να πληρώσουν τον Χάρωνα, αυτόν τον δυστυχή, που τα μεταφέρει με μια μισοσαπισμένη βάρκα και διασχίζουν τη Στύγα. Το μισητό αυτό ποτάμι ορίζει τον Τάρταρο από τη δυτική πλευρά[1], και έχει για παραποτάμους του τον Αχέρωντα, τον Φλεγέθοντα, τον Κωκυτό, την Αορνίδα και τη Λήθη. Τα πνεύματα που δεν έχουν νόμισμα, είναι υποχρεωμένα να περιμένουν για πάντα στην αποδώ όχθη, εκτός κι αν έχουν ξεφύγει από τον Ερμή, τον οδηγό τους, και κατηφορίζουν μπαίνοντας κρυφά από κάποιο παραπόρτι, όπως αυτά στο Ταίναρο[2] της Λακωνίας ή στο Άορνο της Θεσπρωτίας. Ένας σκύλος με τρία κεφάλια ή λένε μερικοί, με πενήντα κεφάλια, ονόματι Κέρβερος, φρουρεί την απέναντι όχθη της Στυγός, έτοιμος να κατασπαράξει τους ζωντανούς παρείσακτους ή τα πνεύματα που θα δοκίμαζαν να δραπετεύσουν.[3]

Β. Το πρώτο τμήμα του Τάρταρου περιλαμβάνει τον άχαρο Ασφοδελό Λειμώνα, όπου οι ψυχές των ηρώων στέκουν χωρίς σκοπό ανάμεσα στη σύναξη των λιγότερο διακεκριμένων νεκρών που τερετίζουν σαν τις νυχτερίδες και όπου μόνο ο Ωρίων έχει ακόμη το κουράγιο να κυνηγάει τα φασματικά ελάφια.[4] Δεν υπάρχει ούτε ένας ανάμεσά τους που δεν θα προτιμούσε να είναι δούλος ακτήμονα χωριάτη παρά βασιλιάς στον Τάρταρο. Η μόνη τους ευχαρίστηση είναι οι σπονδές με αίμα που κάνουν γι’ αυτούς οι ζωντανοί: όταν το πίνουν, αισθάνονται και πάλι σχεδόν σαν άνθρωποι.  Πέρα απ’ αυτό το λιβάδι βρίσκεται το Έρεβος και το παλάτι του Άδη και της Περσεφόνης. Στα αριστερά του παλατιού καθώς το πλησιάζει κανείς, ένα άσπρο κυπαρίσσι σκιάζει την πηγή της Λήθης, όπου τα κοινά πνεύματα συνάζονται και σκύβουν για να πιουν. Οι μυημένες ψυχές αποφεύγουν αυτό το νερό και προτιμούν να πίνουν από την πηγή της Μνημοσύνης, που τη σκιάζει μια άσπρη λεύκα [;], πράγμα που τους πορίζει κάποιο πλεονέκτημα απέναντι στους όμοιούς τους.[5]

Συνέχεια