Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ


kion1Ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία καί ἡ ποίηση τῆς πόλεως

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Thomas Alexander Szlezák

«Τι ὀφείλει η Εὐρώπη στους Ἕλληνες»

Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στην ἑλληνική ἀρχαιότητα)

 Λήψη του αρχείου

Μέ αὐτο τό κεφάλαιο θά ἀναφερθοῦμε σέ ἕνα φαινόμενο μοναδικό στήν ἱστορία τοῦ πνεύματος: στή δημιουργία μίας νέας μορφῆς πολιτείας, τῆς δημοκρατίας, καί στήν ταυτόχρονη δημιουργία μίας νέας μορφῆς ποιήσεως, τοῦ δράματος, καί τῶν δύο βασικῶν μορφῶν του, τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας. Καί τά δύο, τόσο ἡ δημοκρατία ὅσο καί τό δράμα, καθορίζουν ἕως σήμερα ὄχι μόνον τήν πολιτική καί λογοτεχνική μας ζωή ὑπό τή στενότερη ἔννοια, ἀλλά καί τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τό παρόν μας, ἑρμηνεύουμε τό παρελθόν μας καί προβλέπουμε τό μέλλον μας.

Δέν εἶναι μοναδική στήν ἱστορία οὔτε ἡ ἀνάδειξη μίας νέας πολιτειακῆς μορφῆς οὔτε ἡ ἀνάπτυξη μίας νέας μορφῆς ποιήσεως – ὅμως δέν θά βροῦμε τόσο εὔκολα παράλληλο παράδειγμα γιά τή στενή σύνδεση τῶν δύο διαδικασιῶν, ὅπως μποροῦμε νά τίς παρατηρήσουμε στήν Ἀθήνα τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. Τό δράμα καί στίς δύο του μορφές, ὡς σοβαρή καί ὡς κωμική παράσταση ἀπό ἠθοποιούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀφηγοῦνται παρελθόντα γεγονότα (ὅπως οἱ ἐπικοί ποιητές), οὔτε τραγουδοῦν τήν προσωπική τους θυμική διάθεση (ὅπως οἱ λυρικοί), ἄλλα παρουσιάζουν στούς θεατές διαφορετικά ἀπό τόν ἑαυτόν τους πρόσωπα, ὑποδυόμενοι ρόλους σάν νά ἦσαν σύγχρονοι καί πραγματικοί –οἱ Ἕλληνες τήν ὀνόμαζαν «μίμηση», δηλαδή παράσταση- αὐτο τό μιμητικό δράμα εἶναι ἡ ποίηση τῆς δημοκρατικῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν μέ τριπλή ἔννοια.

Συνέχεια

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΤΟ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ


kion1Ο Σωκράτης στο δεσμωτήριο

 Κωστή Παπαγιώργη Σωκράτης. Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί

[Εκδόσεις Καστανιώτη, 1995, σελ. 14 – 21]

Καθώς το πλοίο από τη Δήλο φτάνει, όπως είπαν άνθρωποι πού ήρθαν από το Σούνιο, ο Κρίτων επισκέπτεται τον μελλοθάνατο για την τελευταία παράκληση. Υπάρχουν φίλοι πού δίνουν τα αναγκαία χρήματα: ο Σιμμίας ο Θηβαίος, ο Κέβης, ο ίδιος ο Κρίτων και άλλοι πολλοί. Υπάρχουν, ακόμη, πρόθυμα άτομα πού, με μικρή αμοιβή, θα τον μεταφέρουν μακριά (σῶσαί σε καὶ ἐξαγαγεῖν ἐνθένδε). Το μόνο πού μένει είναι η συγκατάθεσή του, για την οποία ο Κρίτων, ακόμη και στις τελευταίες στιγμές, δεν παύει να τον θερμοπαρακαλεί: ἀλλ’, ὦ δαιμόνιε Σώκρατες, ἔτι καὶ νῦν ἐμοὶ πιθοῦ καὶ σώθητι.

 Ο χρόνος φυραίνει και απόφαση δεν έχει παρθεί ακόμη· η ταραχή τους είναι περί του πρακτέου· και κάθε πράξη, καθώς το θυμίζει και ο υπότιτλος του διαλόγου, γεννά ένα πρόβλημα ηθικό, άρα κάτι αρεστό στον Σωκράτη. Η διαλεκτική θα πάρει τον λόγο: «Πρέπει, λοιπόν, να σκεφτούμε αν αρμόζει να κάνουμε αυτό το πράγμα. Γιατί εγώ όχι μόνο τώρα, αλλά και πάντοτε έτσι θα φέρνομαι, ώστε να πείθομαι στον λόγο πού θα μου φαίνεται ο πιο σωστός». Εφόσον ο δάσκαλος δέχεται τον διάλογο, ο μαθητής, προτού αποστομωθεί τελειωτικά, έχει ακόμη την ευκαιρία να του αλλάξει τη γνώμη. «Ας σκεφτούμε μαζί, φίλε, και αν σε κανένα μέρος της ομιλίας μου έχεις κάποια αντίρρηση, πες τη μου και θα πειστώ (ἀντίλεγε καί σοι πείσομαι), ειδεμή, πάψε πια, καλότυχε, να μου αραδιάζεις τα ίδια και τα ίδια…» (48 d-e).

Συνέχεια

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ


kion1Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Jacqueline De Romilly

 «Η έξαρση της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα», σελ. 97-130)

  Λήψη του αρχείου

Στο προηγούμενο κεφάλαιο διαπιστώσαμε επανειλημμένα, ότι η ελληνική τραγωδία του 5ου ελληνικού αιώνα εμπνέεται ευρύτατα από την πνευματική εκείνη έξαρση που συμπίπτει με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα. Αλλά οι ελληνικές τραγωδίες που πραγματεύονταν σχεδόν πάντα, εκτός από μια ή δυο φορές, μυθολογικά θέματα, προσκολλώνται έτσι σε μία αρχαία παράδοση, στην οποία δεν είχαν θέση ούτε η δημοκρατία ούτε η πνευματική περιέργεια.

Και αναμφίβολα ο διαχρονικός χαρακτήρας του μύθου μπορούσε να συμβιβαστεί με την έφεση προς την γενική αλήθεια που ενέπνεε τους συγγραφείς της εποχής εκείνης· το παράδειγμα του Ομήρου αποδεικνύει ήδη, ότι όσον αφορά ορισμένους μύθους πλησιέστερους στην αρχαία ιστορία της Ελλάδας, είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε στον μύθο, την εικόνα ανθρώπινων εμπειριών που ισχύουν σε κάθε καιρό και εποχή.

Ο αποχαιρετισμός του Έκτορα και της Ανδρομάχης είναι ο αποχαιρετισμός του κάθε νέου, που φεύγει για τον πόλεμο και αφήνει πίσω του την γυναίκα και το παιδί του· η απελπισία του Αχιλλέα είναι η απελπισία κάθε ανθρώπου, που χάνει τον προσφιλέστερο φίλο του και αισθάνεται κάπως υπεύθυνος για τον θάνατό του· τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, δεν ισχύουν όμως για το σύνολο των μύθων.

Συνέχεια

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


kion1«…ΕΠΑΝΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΡΟΣ ΑΛΛΗΛΟΥΣ»:

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ[1]

Josef Wiesehofer

Στη μνήμη χου Peter Herrmann (1927-2002), με ευγνωμοσύνη

 Εισαγωγή

Η στάση του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας Δαρείου του Β΄ και των σατραπών του προς τις δύο ελληνικές συμμαχίες υπήρξε αποφασιστική για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο πόλεμος κρίθηκε υπέρ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους μόνον όταν οι Αχαιμενίδες προσέφεραν την υποστή­ριξή τους στους Σπαρτιάτες, αντιδρώντας αρχικά στη βοήθεια των Αθηναίων προς τον επαναστάτη Αμόργη και έπειτα στις αθηναϊκές επιτυχίες μετά το 410 π.Χ. Το γεγονός ότι η βοήθεια των Περσών προς τους εχθρούς της Αθήνας δεν αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά θέματα του Θουκυδίδη και ότι τα περσικά χωρία του έργου γενικά αποδεικνύονται μάλλον λιγοστά, θα μπορούσε να αποδοθεί εν μέρει στις προκαταλήψεις του ιστορικού. Η ερμηνεία αυτή, όμως, δεν μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ο Θουκυδίδης μνημονεύει κάποια γεγονότα της ιστορίας των ελληνοπερσικών σχέσεων, ενώ για κάποια άλλα σιωπά.

Η μελέτη αυτή έχει τρεις σκοπούς: πρώτον, να ορίσει και να περιγράφει τον ρόλο των Περσών πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και κατά τη διάρκεια αυτού, έτσι όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης· δεύτερον, να εξετάσει την άποψη του ιστορικού για τους Πέρσες, σε σύγκριση κυρίως με τις απόψεις των συγγραφέων της εποχής του· και, τέλος, να θίξει το ζήτημα της παράδοσης των περσικών ονομάτων και των θεσμών της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών από τον Θουκυδίδη.

  Ο Θουκυδίδης και οι Περσικοί Πόλεμοι

 Όταν πρόκειται για τις συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων και των Μεγάλων Βασιλέων, ο Θουκυδίδης είναι φειδωλός: η μόνη αναφορά στις πολιτικές φιλοδοξίες του Κόρου και του Καμβύση συνδυάζεται με την αναφορά στην ανάπτυξη των ελληνικών θαλάσσιων δυνάμεων και το τέλος της ιωνικής επίδειξης δύναμης (1.13.6· 1.14.2· 1.16.1). Ακόμη και οι ελληνικές εκστρατείες του Δαρείου του Α΄ και του γιου του, του Ξέρξη, θίγονται με τρόπο μάλλον επιφανειακό (1.18.1 κ.ε.· 1.23.1· 2.34.5) ή στα συμφραζόμενα της συνέλευσης στη Σπάρτη το 432/1 π.Χ., όταν πρόκειται να περιγραφούν οι αδυναμίες της Σπάρτης (δημηγορίες των Κορινθίων και των Αθηναίων) ή τα προτερήματα της Αθήνας (δημηγορία των Αθηναίων) (1.69.5· 1.73.2-74.4).[2] Το χωρίο 1.23.1 καθιστά σαφές ότι ο ιστορικός υποβάθμισε τη σημασία των Περσικών Πολέμων για να προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον Πελοποννησιακό Πόλεμ.

Συνέχεια

ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


kion1ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

           το πρώτο κεφάλαιο από την

           «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ»

Λήψη του αρχείου

Stephen R. L. Clark

 Οι απαρχές

Η αυλαία της ιστορίας σηκώνεται και αποκαλύπτει έναν κόσμο ήδη αρχαίο, γεμάτο από πόλεις ερειπωμένες και τρόπους σκέψης πεπαλαιωμένους. Η επίσημη θεωρία σήμερα εισηγείται ότι εκατό χιλιάδες χρόνια πριν υπήρχαν άνθρωποι που μας έμοιαζαν πολύ σωματικά. Λίθινα τεχνουργήματα και βραχογραφίες χρονολογούνται από το 40.000 π.Χ., και πιθανόν πολύ πριν από αυτά να υπήρχαν πλεγμένα καλάθια, ζωγραφική από άμμο και δραματική τέχνη. Η εμπειρία από τους σημερινούς πρωτόγονους δείχνει ότι οι πρόγονοί μας, ακόμη και αν δεν είχαν τις δικές μας τεχνικές ικανότητες, κατά κανόνα κάλυπταν χωρίς μεγάλη δυσκολία τις καθημερινές τους ανάγκες, και είχαν χρόνο για να παίζουν, να φαντασιώνονται, να συζητούν. Μπορεί, όπως έχουν προτείνει κάποιοι σύγχρονοι, να συζητούσαν κυρίως για τη συγγένεια, να επινοούσαν ιστορίες για να πιστοποιήσουν και να εξηγήσουν τους νόμους τους περί ενδογαμίας, αλλά και για τη φιλοξενία και το κυνήγι. Μπορεί, όπως πρότεινε μια προηγούμενη γενιά θεωρητικών παλαιοανθρω­πολόγων, οι ιστορίες τους για ήρωες, δεσποσύνες, δράκοντες να ήταν κωδικοποιημένα μηνύματα για τον ήλιο και τα αστέρια. Ωστόσο, απλώς με τη συζήτηση, εξασφάλιζαν ότι οι ιστορίες τους δεν αφορούσαν μόνο τη συγγένεια, ούτε μόνο τον ουρανό.

            Όπως άλλα κοινωνικά ζώα γνέφαμε ο ένας στον άλλο, σημειώναμε τις αγαπημένες μας διαδρομές, παίζαμε με τα παιδιά, εδραιώναμε ιεραρχίες, και ακούγαμε τους πεπειραμένους γηραιότερους (χωρίς να τους πιστεύουμε απόλυτα). Οι πανάρχαιοι μύθοι μας επιχειρούν να εξηγήσουν γιατί τα μη ανθρώπινα έμβια δεν μιλούν πια με ανθρώπινη φωνή, γιατί ο ουρανός δεν εφάπτεται πια με τη γη, γιατί τα αδέλφια δεν πρέπει πια να ζευγαρώνουν μεταξύ τους, γιατί γερνάμε και πεθαίνουμε (κάτι που, όπως έλεγαν, δεν συνέβαινε αρχικά), και γιατί υπάρχει το οτιδήποτε. Τότε υπήρχαν πολεμιστές, και κηπουροί, κτίστες, υφάντρες, νοσοκόμοι, μάγειροι, τεχνίτες, και μάγοι. Ενδεχομένως, υπήρχαν και άνθρωποι με τη φήμη ότι αφηγούνται θαύματα, ότι μεταφέρουν μηνύματα από τον ουρανό ή από τους αείμνηστους προγόνους μας. Ορισμένοι αφηγούνταν πιο περίπλοκες ιστορίες για να δικαιολογήσουν ό,τι έμοιαζε λάθος, ενώ οι αντίπαλοί τους, ενδεχομένως, επε- δίωκαν να μειώσουν την επιρροή που είχαν οι αφηγήσεις τους στον λαό με άλλες ιστορίες ή με λιγότερο αφηγηματικούς τρόπους διασκέδασης.

Συνέχεια