ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ


kion1Σικελική εκστρατεία: η ύβρις των Αθηναίων

                                                                                                  

Κορνήλιου Καστοριάδη

Η πρώτη επέμβαση των Αθηναίων στο νησί έγινε την περίοδο 427-424. Οι παρατηρήσεις του Θουκυδίδη σχετικά με αυτή την πρώτη εκστρατεία αποδεικνύουν για ακόμα μια φορά το βάθος της σκέψης του: οι Αθηναίοι έστειλαν πλοία για να εμποδίσουν το σικελικό σιτάρι να φτάσει στην Πελοπόννησο και ταυτόχρονα για να κάνουν μια πρώτη δοκιμή, ένα τεστ (πρό πειρα) προκειμένου να δουν αν θα ήταν δυνατό να καταλάβουν τη Σικελία (Ιστορία, Γ΄, 86.4). […] Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε εδώ το ότι ο Θουκυδίδης γνωρίζει καλά το στοιχείο που Freud θα το αποκαλέσει υπερκαθορισμό των ανθρώπινων πράξεων. Στη φυσική μια αιτία προκαλεί ένα αποτέλεσμα, και δεν χρειάζεται να ψάξουμε περισσότερο. Ο υπερκαθορισμός των ανθρώπινων πράξεων σημαίνει ότι κάποιο πράγμα συμβαίνει για περισσότερους από ένα λόγους, όχι αναγκαστικά ορθολογικούς, όπως στο όνειρο ένα στοιχείο αντιπροσωπεύει πολλά πράγματα ταυτοχρόνως. Η επιθυμία τους να εκστρατεύσουν στη Σικελία περιλαμβάνει εντελώς ορθολογικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να αναχθούν σε ζητήματα στρατηγικής και είναι δικαιολογημένα – πολεμάμε τους Σπαρτιάτες, πρέπει λοιπόν να τους εμποδίσουμε να τροφοδοτηθούν με σιτάρι από τη Σικελία· σκέφτονται όμως ότι ίσως θα μπορούσαν επίσης να κατακτήσουν το νησί. Και εδώ, μπορεί μεν να μην βυθίζονται στον άκρατο ανορθολογισμό, αλλά ενταφιάζουν εν πάση περιπτώσει τη στρατηγική του Περικλή, κατά τον οποίο οι Αθηναίοι δεν έπρεπε να προσπαθήσουν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στη διάρκεια του πολέμου.

Συνέχεια

Advertisements

ΠΛΑΤΩΝ: Η επιθυμία του αγαθού


Πλάτων: η επιθυμία του αγαθού

 Victor Goldschmidt

Ο πλατωνισμός και η σύγχρονη σκέψη

 Κάθε άνθρωπος επιθυμεί να είναι ευτυχής. Όταν πρόκειται να γνωρίσουμε την αλήθεια, κανένας δεν είναι τόσο εύστροφος, ώστε να φοβάται το σφάλμα σαν ένα κακό. Λίγο σχεδόν είμαστε «λυπημένοι» (Πολιτεία, V, 476 D) από τη φιλαυτία μας, όταν ο φιλόσοφος απαιτεί μόνος να περιορίζει μιαν αλήθεια για την οποίαν στο βάθος δεν έχουμε τι να κάνουμε. «Αλλά όταν πρόκειται για πράγματα αγαθά, κανείς δεν περιορίζεται να κατέχει μόνον φαινόμενα· αντίθετα, τα πραγματικά αγαθά όλος ο κόσμος αναζητά, χωρίς να αποδώσει καμιά αξία, μέσα σ’ αυτή την περιοχή, στο φαινόμενο» (Πολιτεία, VI, 505, D).

Είναι σαφές για όλους ότι η ευτυχία συνίσταται στο να κατέχουμε πολλά καλά (Ευθύδημος, 278, Ε) πράγματα: πλούτο, τιμή, εξουσία (αγαθά εξωτερικά)· υγεία, ομορφιά, δύναμη, επιδεξιοσύνη (αγαθά του σώματος)· θάρρος, χαρακτήρα, ευφυΐα (αγαθά της ψυχής) (Ευθύδημος, 279 A-B· Νόμοι, I, 631 B-C· V, 727α – 729α). Ας προσθέσουμε, ότι δεν πρόκειται να τα καθέξουμε. Τα πράγματα δεν είναι ωφέλιμα παρά για κείνον που τα χρησιμοποιεί και, ακριβέστερα για κείνον που τα χρησιμοποιεί όπως πρέπει. Έτσι, όλα αυτά «τα αγαθά» δεν είναι, ακριβώς, ούτε καλά ούτε κακά· αυτά δεν γίνονται τέτοια παρά με τη χρήση, καλή ή κακή, που κάνουμε σ’ αυτά. Έτσι, κάθε φρόνιμη χρήση κατακτά μια γνώση. Ας πούμε, λοιπόν, στο τέλος του λογαριασμού, ότι δεν είναι καλό παρά η επιστήμη, δεν είναι κακό παρά η άγνοια (Ευθύδημος, 280 Β – 281 E). Η επιστήμη της ευτυχίας θα έπρεπε να μας διδάξει ταυτόχρονα και να αποκτούμε τ’ αγαθά και να τα χρησιμοποιούμε.

Συνέχεια

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1Θεωρία απόφασης στον Θουκυδίδη

 Διάσταση 1η: υποκείμενο και αποφάσεις

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Ηλία Κουσκουβέλη

      «ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ»

Λήψη του αρχείου

Εισαγωγή: η πρώτη διάσταση

Στο παρόν κεφάλαιο παρουσιάζω το πρώτο μέρος της θεωρίας απόφασης στον Θουκυδίδη. Ξεκινώ καθορίζοντας το περιεχόμενο και τη βάση της θεωρίας και, στη συνέχεια, αναδεικνύω, με βάση το κείμενο, τη φύση των παραγόντων που επηρεάζουν τις αποφάσεις, τις αιτίες που τους προκαλούν, τον τρόπο με τον οποίο αυτοί λειτουργούν και επενεργούν στην ανθρώπινη συμπεριφορά και, τέλος, τους πιθανούς τρόπους διαχείρισής τους.

Η σκέψη του Θουκυδίδη, ως προς τους λόγους που οι άνθρωποι είτε μόνοι είτε εντός κάποιου συνόλου αποφασίζουν, αποκαλύπτεται κυρίως στα εδάφια Α.75.3, Α.76.2 και Γ.45.4- 7. Τα δύο πρώτα είναι σχεδόν ταυτόσημα και συνιστούν την πρώτη διάσταση της θεωρίας του. Αφορούν, διαδοχικά, το γιατί οι άνθρωποι αποφασίζουν να διεκδικήσουν και να αναλάβουν την εξουσία και το γιατί, όταν την αποκτήσουν, θέλουν να τη διατηρήσουν. Στα εδάφια Γ.45.4-7 βρίσκεται η δεύτερη διάσταση της σκέψης του, η οποία μάλιστα συνιστά και συνέχεια της πρώτης, καθώς στηρίζεται και στα στοιχεία που ήδη μας έδωσε με αυτήν. Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, στα εδάφια της παραγράφου Γ.45 εξηγεί το πώς οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ασκούν εξουσία, αποφασίζουν εν γένει και, ακόμη περισσότερο, γιατί και πως καταλήγουν σε αποφάσεις, οι οποίες τους οδηγούν σε κινδύνους.

Το πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τμήμα της απάντησης των Αθηναίων προς τους Σπαρτιάτες, όταν οι δεύτεροι, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων πριν την έκρηξη του πολέμου, κατηγόρησαν τους Αθηναίους για την ανάληψη και την άσκηση της εξουσίας («αρχής»), εν προκειμένω της ηγεμονίας. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, υπενθυμίζουν στους συνομιλητές τους τον περσικό κίνδυνο, την εγκατάλειψη της ηγεσίας από αυτούς, καθώς και το ότι δεν επιβλήθηκαν διά της βίας, αλλά οι σύμμαχοι προσήλθαν και τους πρότειναν να αναλάβουν την ηγεσία των Ελλήνων.[1] Και προσθέτουν:

  Συνέχεια

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


kion1Η σημασία της ιδεολογίας στην πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη

Πηνελόπη Τζιώκα,

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Παντείου Παν. Αθηνών

      Μελετώντας αρκετά χρόνια τώρα τα Πολιτικά του Α­ριστοτέλη διαπίστωσα ότι το περιεχόμενο που αποδίδουμε συνήθως με τον όρο «ιδεολογία», ο οποίος έχει συνδεθεί κυρίως με την μαρξική και τη μαρξιστική φιλοσοφία, εντοπίζεται στις αριστοτελικές μελέτες του πολιτικού. Δεν θα χρονοτριβήσω στην παρουσίαση του όρου που, ενώ έχει ήδη χαρακτηριστεί ασαφής, συνιστά ωστόσο σοβαρή παράμετρο μελέτης του πολιτικού φαινομένου. Απλώς αναφέρω ότι από την πολυσημία του όρου «ιδεολογία» θα υιοθετήσω εδώ για λόγους μεθοδολογικούς και συντομίας, μια συνθετική αποτύπωση του περιεχομένου του, περισσότερο περιγραφική παρά οργανική. Γενικώς λοιπόν ιδεολογία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το οργανωμένο σύνολο ιδεών, στάσεων, αντιλήψεων, εικόνων, τις οποίες εσωτερικεύει το υποκείμενο μέσα από πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες διαμεσολαβήσεις με τις οποίες αναπλαισιώνει το «πραγματικό» ή το εκλαμβανόμενο ως «πραγματικό» και προσανατολίζεται σε ανάλογες πράξεις και συμπεριφορές στην ιδιωτική και δημόσια ζωή. Το περιεχόμενο αυτό προσεγγίζει ό, τι ο Αριστοτέλης εννοεί με τα ρήματα ὑπολαμβάνω, οἴομαι, δοκῶ και τα συνώνυμά τους.

Η υπόθεση εργασίας μας λοιπόν επικεντρώνεται στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο ο Αριστοτέλης συμπεριέλαβε στην επιστημονική πραγματεία του για την πολιτική έναν παράγοντα, την ιδεολογία, που με τους σημερινούς όρους θα χαρακτηρίζαμε υποκειμενικό, διφορούμενο ως προς την αλήθεια που φέρει, ασταθή, μεταβαλλόμενο και ευάλωτο στα «πάθη» της ψυχής.

    Η Επιστήμη της Πολιτικής και η Ιδεολογία

  Με αυτό το δεδομένο τι θέση έχει στην αριστοτελική πο­λιτική ανάλυση και πώς συμβιβάζει ο Αριστοτέλης αυτόν τον ρευστό στο περιεχόμενό του όρο με την επιστημονική προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου; Η απάντηση στο ερώτημα, βασισμένη στο σύνολο του αριστοτελικού έργου, είναι ότι η ιδεολογία ως συντελεστής του πολιτικού φαινομένου συνιστά αναγκαία συνθήκη, μία σταθερά του. Ως προς αυτό δεν αντίκειται ούτε υπονομεύει την επιστημονική κατά Αριστοτέλη προσέγγιση του πολιτικού. Βέβαια το περιεχόμενο του συντελεστή αυτού μεταβάλλεται χωροχρονικά και από άτομο σε άτομο, αλλά η μεταβολή αυτή δεν αναι­ρεί την ύπαρξη και τη λειτουργία της ιδεολογίας καθαυτή ως σταθεράς μεταβλητής.

Συνέχεια

Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ


kion1Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ –

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ REALPOLITIK Ή MACHTPOLITIK

 Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Σοφίας Αλεξ. Σταμούλη

            «ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ»

 Λήψη του αρχείου

Στις δημηγορίες ο Θουκυδίδης και ιδιαίτερα στις αντιθετικές, περιγράφει τα κίνητρα ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις, Αθήνα και Σπάρτη, λόγω του “αντίπαλου δέους”[1] που αναπτύσσεται και ολοένα αυξάνεται μεταξύ τους, μετά τους περσικούς πολέμους, για τη διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας στο πολιτικό στερέωμα. Η κυριαρχία στο διεθνές σύστημα της αρχαίας Ελλάδος δικαιώνεται από τον ισχυρό και δικαιολογείται. Οι Αθηναίοι, για παράδειγμα, θεωρούν ότι δεν κάνουν τίποτα αφύσικο και παράξενο, προς την ανθρώπινη φύση, με το να επιδιώκουν να διατηρήσουν την ισχύ τους, υποκινούμενοι από τρεις σημαντικούς παράγοντες: 1) την τιμή 2) το δέος 3) την ωφέλεια: “ουδέν θαυμαστόν πεποιήκαμεν α­πό του ανθρωπείου τρόπου, ει αρχήν διδομένην εδεξάμεθα υπό τριών νικηθέντες, τιμής, δέους και ωφελίας”[2].

Η επιδίωξη της δύναμης και του συμφέροντος[3], μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε σύμβαση μικρής εμβέλειας, εφόσον και τα “κατά νόμον” επιχειρήματα έχουν αξία, μόνον, όταν αυτοί που τα χρησιμοποιούν είναι ισόπαλοι σε δύναμη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί, όσο του επιτρέπει η αδυναμία του, δηλαδή “το δίκαιον εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται”[4]. Η λογική της επέκτασης της δύναμης από την πλευρά των ηγεμονικών πόλεων, σύμφωνα με την πολιτική θεω­ρία[5], θα οδηγήσει στην επιλογή δύο στρατηγικών απέναντι στα άλλα κράτη ή στους συμμάχους που αποστατούν. Η μία είναι η Machtpolitik. Αυτή υιοθετεί την ανοιχτή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τον πραγματικό εχθρό ή τον υποτιθέμενο. Η εφαρμογή της Machtpolitik δεν έχει αναστολές σε θέματα ηθικής ούτε φραγμούς, δεν αναγνωρίζει συμβιβαστικές λύσεις και μετριοπαθείς προτάσεις. Απαιτεί από τον αντίπαλο να υποταχθεί σ’ αυτό που ορίζεται ως δίκαιο και αξιώνει να εφαρμοστεί η δυναμική του ισχυρού. Η αντιπαράθεση είναι σκληρή για το δυνατό, όταν μάλιστα επικαλείται ηθικά επιχειρήματα και ταπεινωτική για τον αντίπαλο που βρίσκεται στη θέση του αδύνατου. Η σύγκρουση που είναι αναμενόμενη, είναι ανηλεής, εφόσον ο δυνατός επιβάλλει συνήθως με σκληρό και κάποτε ωμό τρόπο, αυτό που του επιτρέπει η δύναμή του, στηριζόμενος στο νόμο. Κατά την εφαρμογή της Machtpolitik ο δυνατός δεν επιδιώκει να διευθετήσει τις διαφορές του με ειρηνικό διπλωματικό τρόπο, αλλά αξιώνει από τον εχθρό να υποταχτεί. Αν δεν υπάρχει εχθρός, τότε κατασκευάζεται, προκειμένου να ευρεθούν τα ερείσματα που θα δικαιολογήσουν τη σύγκρουση.

Συνέχεια