kion1Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 Λήψη του αρχείου

 Πελοποννησιακός πόλεμος και Θουκυδίδης

Είπαμε ότι ο Ηρόδοτος έγραψε για τους Μηδικούς Πολέμους οι οποίοι τόνωσαν το ηθικό των Ελλήνων, και κυρίως το φρόνημα των Αθηναίων που είχαν καταφέρει μιαν απίστευτη νίκη επί των Περσών στην Σαλαμίνα. Όμως ο Θουκυδίδης έγραψε για έναν άλλο πόλεμο, τον Πελοποννησιακό, δηλαδή για τις συρράξεις μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων κατά το χρονικό διάστημα 431 – 404 π.Χ. Από τον πόλεμο αυτό όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη βγήκαν τελικά καταβεβλημένες, και πολύ περισσότερο η Αθήνα. Πράγματι, αυτή ήταν η μεγάλη χαμένη της σχεδόν τριακονταετούς σύγκρουσης, η οποία επέφερε και την τελική κατάρρευση του δημοκρατικού πολιτεύματος της πόλης. Και η τραγική ειρωνεία ήταν ότι τον μεγάλο αυτό πόλεμο τον είχε προκαλέσει και συντηρήσει με μένος η ίδια η αθηναϊκή δημοκρατία.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι γνωστά. Μας τα δίνει ο Θουκυδίδης στην λεγάμενη πεντηκονταετία που προηγείται της αναφοράς στον ίδιο τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Μετά την νικηφόρα ναυμαχία εναντίον του Ξέρξη στην Σαλαμίνα, της οποίας είχε ηγηθεί ο Αθηναίος στρατηγός Θεμιστοκλής, η δύναμη των Αθηναίων άρχισε να αυξάνεται εντυπωσιακά. Καταρχάς, αναστήλωσαν την πόλη τους, που είχε ισοπεδωθεί κατά την περσική εισβολή, και την οχύρωσαν με ογκώδη πέτρινα τείχη γύρω από την Ακρόπολη. Σε αυτό το μεγάλο έργο, που μόνο στην Αθήνα επιτελέστηκε, έπαιξε σημαντικό ρόλο το δημοκρατικό πολίτευμα. Γιατί όλος ο δήμος, ακόμη και οι γυναίκες και τα παιδιά, εργάστηκαν γΓ αυτό τον σκοπό ο οποίος ολοκληρώθηκε μέσα στον χρόνο ρεκόρ του ενός μήνα. Από εκεί και πέρα, οι Αθηναίοι άρχισαν να προσφέρουν προστασία στις περισσότερες νησιωτικές και παράλιες ελληνικές πόλεις, τις οποίες είχε ρημάξει στο πέρασμά του ο περσικός στόλος. Δημιούργησαν, λοιπόν, την λεγάμενη Δηλιακή Συμμαχία που διατηρούσε κοινό ταμείο στον ναό του Απόλλωνα στην Δήλο, δηλαδή σε έδαφος ουδέτερο, και που τελούσε υπό τις εγγυήσεις ενός κοινά αποδεκτού ιερατείου. Σε αυτό το ταμείο κατέθεταν τις εισφορές τους όλες οι συμμαχικές πόλεις των οποίων οι ανάγκες και τα συμφέροντα διασταυρώνονταν στους δρόμους της θάλασσας. Οι Πελοποννήσιοι δεν συμμετείχαν σε αυτόν τον πολιτικό σχηματισμό, επειδή, όπως υποστήριζαν οι Αθηναίοι, δεν είχαν άμεσα πληγεί από τους Πέρσες. Εξάλλου, εκείνοι ήταν ήδη συνασπισμένοι στην λεγόμενη Πελοποννησιακή Συμμαχία, με συμφέροντα που χοντρικά κάλυπταν όλη την ηπειρωτική χώρα κάτω από το ύψος του Ισθμού. Επιταγή της Δηλιακής Συμμαχίας ήταν, με τα χρήματα των εισφορών, να κατασκευάζει η Αθήνα τριήρεις, δηλαδή πολεμικά καράβια, που θα εξυπηρετούσαν τις αμυντικές ανάγκες των συμμάχων στην περίπτωση που οι Πέρσες θα αποφάσιζαν να επαναλάβουν τις επιθετικές κινήσεις τους εναντίον των ιωνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και του Αιγαίου. Οι σύγχρονοι μελετητές υπολογίζουν ότι, με τα έσοδα από τις συμμαχικές εισφορές, οι Αθηναίοι ναυπηγούσαν γύρω στις τριάντα τριήρεις τον χρόνο, αριθμός που δεν ήταν ευκαταφρόνητος εκείνη την εποχή. Αυξανόταν, λοιπόν, δραματικά σε όγκο ο ήδη μεγάλος στόλος τους, τον οποίο είχαν δημιουργήσει το 482 π.Χ., όταν πρωτοάρχισαν να εκμεταλλεύονται συστηματικά τα μεταλλεία ασημιού στο Λαύριο. Και τελικά το 454 π.Χ., δηλαδή σε κάτι λιγότερο από τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση της Δηλιακής Συμμαχίας, συντελέστηκε το πιο αποφασιστικό βήμα, που αποδείκνυε τρανταχτά την μετατροπή του θεσμού σε Αθηναϊκή Συμμαχία, ή μάλλον σε Αθηναϊκή Ηγεμονία. Επειδή το συμμαχικό ταμείο του Δηλιακού ιερού του Απόλλωνα ήταν δήθεν εκτεθειμένο σε κινδύνους, μεταφέρθηκε για λόγους ασφαλείας στον μόνο ναό που ήταν οχυρωμένος, δηλαδή στην Αθήνα. Εν ολίγοις, τα λεφτά κατέληξαν στην Ακρόπολη.

Συνέχεια

Advertisements

ΕΛΛΑΔΑ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ


kion1ΕΛΛΑΔΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του πανεπιστημίου της ΟΞΦΟΡΔΗΣ

«Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»

 Λήψη του αρχείου

SIMON HORNBLOWER

 Περίληψη των γεγονότων (479-431)

ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΙΔΡΥΣΑΝ μια ναυτική αυτοκρατορία το 478, αντικαθιστώντας έτσι τους Σπαρτιάτες ως επικεφαλής των Ελλήνων. Η δύναμή τους μεγάλωσε τις δεκαετίες του 470 και του 460, όταν πέρασαν στην αντεπίθεση εναντίον των Περσών που πρόσφατα είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα. Το ύψιστο σημείο αυτής της αντεπίθεσης ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 460, όταν ο Αθηναίος ναύαρχος Κίμων νίκησε στη ναυμαχία του Ευρυμέδοντα ποταμού, στις ακτές της Παμφυλίας της νότιας Μικράς Ασίας. Η καταστολή μιας εξέγερσης κατά των Αθηνών στο βορειο-αιγαιοπελαγίτικο νησί της Θάσου στα μέσα του 460, ήταν άλλος ένας σταθμός: οδήγησε στην επιδείνωση των σχέσεων με τη Σπάρτη και την Πελοποννησιακή συμμαχία. Έτσι από το 460 περίπου έως το 446 έχουμε πόλεμο μεταξύ Αθηνών και Πελοποννησιακής συμμαχίας, γνωστό πλέον ως Πρώτο Πελοποννησιακό πόλεμο. Στις πρώτες φάσεις του πολέμου, μολονότι οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην Αττική τον τελευταίο του χρόνο, η Κόρινθος και όχι η Σπάρτη ήταν πιο φανερά στο μέτωπο των συγκρούσεων. Η ασυνήθιστη έχθρα της Κορίνθου προς την Αθήνα ήταν το αποτέλεσμα της προσάρτησης των Μεγάρων, της μικρής πόλης που τη χώριζε γεωγραφικά από την Κόρινθο, από την Αθήνα, αλλά που το μίσος γι’ αυτά ένωνε ώς τότε πολιτικά την Αθήνα και την Κόρινθο. Στη δεκαετία του 450 η Αθήνα, παρά τον πόλεμο που διεξήγε στην Ελλάδα, πολέμησε στο πλευρό των επαναστατών της Αιγύπτου εναντίον των Περσών (μια εξέγερση που απέτυχε ολοσχερώς και στοίχισε πολλές αθηναϊκές ζωές) και ανέπτυξε τις διπλωματικές της σχέσεις με τις κοινότητες της Σικελίας. Επισήμως, οι εχθροπραξίες με την Περσία έληξαν το 449 με την ειρήνη του Καλλίου. Η συνθήκη ειρήνης του Πρώτου Πελοποννησιακού πολέμου το 446 αναγνώρισε την αθηναϊκή ναυτική ηγεμονία, αποτελώντας έτσι νίκη για την Αθήνα, μολονότι αυτή έπρεπε να εγκαταλείψει τις περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας που είχε αποκτήσει πολεμώντας, με πρώτη τη Βοιωτία. Η Αθήνα ήταν πλέον ελεύθερη να επεκταθεί προς βορράν, όπου το 437 πραγματοποίησε ένα παλαιό όνειρο ιδρύοντας μια αποικία στην πλούσια σε ξυλεία περιοχή της Αμφίπολης, προς ανατολάς, όπου επέβαλε σταθερότερα την επικυριαρχία της επί της Σάμου (η οποία είχε εξεγερθεί ανεπιτυχώς το 440/39), και προς δυσμάς, όπου συνήψε σειρά συμμαχιών, αποβλέποντας ίσως σε διαρκή προμήθεια ξυλείας που χρειαζόταν για το στόλο της. Αυτή η δυτική και βόρεια εξάπλωση, σε συνδυασμό με την ανανεωμένη επιθετικότητα εναντίον των Μεγάρων, αναζωπύρωσε τις υποψίες της Κορίνθου στη δεκαετία του 430, γιατί η Κόρινθος είχε παραδοσιακούς δεσμούς με τις αποικίες της στη βόρεια Ελλάδα και τη Σικελία. Αποτέλεσμα ήταν ο Δεύτερος ή Μέγας Πελοποννησιακός πόλεμος του 431-404 τον οποίο έχασε η Αθήνα.

Συνέχεια

Η ΙΣΧΥΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1Η ΙΣΧΥΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

           Το σχετικό με τον ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ απόσπασμα από το κεφάλαιο
              ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ Η ΙΣΧΥΣ, στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη
                              «Η ΗΔΟΝΗ, Η ΙΣΧΥΣ, Η ΟΥΤΟΠΙΑ»

 

    Στή συγκυρία ἐκείνη ταῆς ἱστορίας τῶν ἰδεῶν, μέσα στήν ὁποία τό πρόβλημα τῆς ἰσχύος τέθηκε γιά πρώτη φορά μ’ ὅλη του τή φιλοσοφική ἔνταση, διαγράφηκαν κιόλας ξεκάθαρα τόσο οἱ δυνατές βασικές τοποθετήσεις ὅσο καί ἡ θεμελιώδης δομή τῶν ἀντίστοιχων ἐπιχειρημάτων. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα στή σοφιστική καί στόν Πλάτωνα κατέχει πρωτεύουσα θέση μέσα στή φιλοσοφική ἱστορία τοῦ προβλήματος τῆς ἰσχύος καί μέσα στήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας ἐν γένει. Οἱ σοφιστές, αὐτοί οἱ philosophes maudits τῆς ἀρχαιότητας, ἀνακάλυψαν τόν παράγοντα τῆς ἰσχύος καί ἀνέπτυξαν τή θεωρία τους γιά τήν ἀντίθεση μεταξύ Φύσεως (ἤ ἰσχύος) καί Νόμου (ἤ ἠθικῆς) μέσα στό εὐρύ πλαίσιο μίας ἀντιμεταφυσικῆς καί σχετικιστικῆς τοποθέτησης, ἡ ὁποία ἔδωσε τό ἀρνητικό ἔναυσμα γιά τήν ἀντίστροφη πλατωνική σύνδεση τοῦ πρωτείου τῆς ἠθικῆς μέ μιάν ὁρισμένη μεταφυσική. Ὄχι ὁ Σωκράτης, ὅπως διατείνεται ὁ θρύλος πού διαμορφώθηκε τό ἀργότερο ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κικέρωνα, παρά ἡ σοφιστική κατέβασε γιά πρώτη φορά τή φιλοσοφία ἀπό τά οὐράνια ὕψη τῆς προσωκρατικῆς θεωρίας στά χαμηλώματα τῆς γῆς, κάνοντας κύριο μέλημα τῆς σκέψης τόν ἄνθρωπο στήν πολιτισμική καί πολιτική του δραστηριότητα. Ἡ πρωτοκαθεδρία τῆς ἀνθρωπολογικῆς προβληματικῆς ὁδηγοῦσε ὅμως ἀναπόδραστα στήν ἀνθρωπολογική πρωτοκαθεδρία τῆς βούλησης γιά ἰσχύ. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού ἀφέθηκε στίς δικές του τίς δυνάμεις, ὁ ἄνθρωπος πού παύει ν’ ἀκούει τή φωνή τῶν θεῶν καθώς διαπιστώνει ὅτι οἱ θεοί εἶναι δικά του δημιουργήματα, ὁ ἄνθρωπος ὡς δημιουργός νόμων πού δέν εἶναι δυνατόν νά βγαίνουν ἄμεσα ἀπό τους κόλπους τῆς Φύσης ἤδη ἐπειδή παραλλάζουν ἀτελείωτα ἀπό τόπο σέ τόπο κι ἀπό ἐποχή σέ ἐποχή — ὁ ἄνθρωπος αὐτός μονάχα ἀπό τή βούληση γιά ἰσχύ μπορεῖ νά ἀντλεῖ τή ζωτική του ἐνέργεια, τούς κοινωνικούς καί τούς ἠθικούς του σκοπούς. Τέτοιες ἀντιλήψεις ἦταν φυσικό νά ἀναφαίνονται στήν Ἑλλάδα τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. Ἡ ἰσχύς γίνεται θεωρητικό πρόβλημα ὅταν τό ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἰσχύος εἶναι ἀνοιχτό, ὅταν ἡ ἰσχύς καί ἡ ἐξουσία παύουν νά εἶναι αὐτονόητες καί γίνονται λεία, τήν ὁποία καθένας μπορεῖ νά θηρεύσει. Ὁ κοινωνικός ξεπεσμός τῆς παλαιᾶς ἀριστοκρατίας καί ἡ παράλληλη ἄνοδος τῶν homines novi — ἀρχικά ὡς τυράννων ἤ ὡς ἐμπίστων τῶν τυράννων καί κατόπιν, ἤτοι μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ δήμου, ὡς δημαγωγών — γέννησαν μία τέτοια κατάσταση. Οἱ σοφιστές δέν πουλοῦσαν ἁπλῶς μία τεχνική της ἰσχύος σέ ὅσους συγχρόνους τους διψοῦσαν γιά ἰσχύ, ἀλλά καί πρόσφεραν μία νέα καί ρηξικέλευθη θεώρηση τῶν ἀνθρώπινων πραγμάτων· συνέλαβαν νοητικά κατά τόν τρόπο τους τήν οὐσία τῆς ἐποχῆς τους καί ἀπό τή σύλληψη τοῦ ἐπίκαιρου πέρασαν στή σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου.

Συνέχεια

ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ


kion1ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

 Αλιάδης Κωνσταντίνος

Η αρετή είναι θεμελιακή έννοια της ηθικής. Σημαίνει τελειότητα κυρίως των πνευματικών δυνάμεων, των εκδηλουμένων στις πράξεις. Κατά τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών Κ. Σπετσιέρη, «η πεποίθησις αυτή αποβαίνει πυξίς ζωής ευγενεστέρας μερίδος του Ελληνισμού και Ρωμαϊσμού, διαδοθείσα δια των Στωϊκών θεωριών». (1)

Το προαιώνιο ελληνικό πολιτιστικό άσμα, που ασταμάτητα μέλπουν οι λύρες του Απόλλωνα από τα βάθη των αιώνων, έτερψε και έθρεψε, τέρπει και τρέφει την ανθρωπότητα όλη, «διδάσκοντάς της την ουσία της Ζωής, τη χαρά της Ζωής, την αξία της ελευθερίας, την αθανασία του πνεύματος, την Ανθρώπινη, μ’ ένα λόγο, Αρετή, που αποτελεί την ύψιστη επίτευξη και την ύπατη τελείωση της ύπαρξης των λογικών όντων…».

Η τραγικότητα της αεικύμαντης ανθρώπινης Μοίρας συνίσταται στον ατελεύτητο αγώνα, στην αείδρομη προσπάθεια να υψωθούμε σε μια «τελείωση», που να συγκρατεί και να διαιωνίζει την ανθρώπινη διάρκειά μας, που να αχεί συθέμελα στις συνειδήσεις όλων των Ανθρώπων και να τις δονεί σύψυχα σαν ασίγητο και αείλαλο μήνυμα, σαν ανεκρίζωτη και ανέκρωτη κατηγορηματική προσταγή. Είναι συνεχής υπέρβαση του τώρα προς το τέλειο, διαρκής κίνηση προς το αγαθό.

Όπως αποκαλύπτουν τα ομηρικά έπη, ο όρος αρετή αρχικά, στην αρχαία Ελλάδα, υποδηλούσε όχι μόνο ανθρώπινα προτερήματα, αλλά και διακεκριμένες ιδιότητες των Θεών ή και ζώων επίλεκτου είδους. Στις τελευταίες, όμως, ραψωδίες των ομηρικών έπων (2), εμφανίζεται η αρετή με κάποιο ηθικό περιεχόμενο.

Συνέχεια

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ


kion1Ο έρωτας του Σωκράτη

    (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Richard Hunter

    «ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ»)

 Λήψη του αρχείου

  1. Σωκράτης

Ο Σωκράτης αναλαμβάνει να μιλήσει, “όπως μου ταιριάζει / με τους δικούς μου όρους” (199b1), και η συνεισφορά του πράγματι χρησιμοποιεί δύο τεχνικές γνωστές από άλλους πλατωνικούς διαλόγους: (ι) ερωταποκρίσεις, που αποκαλύπτουν την άγνοια του ερωτώμενου, διασαφηνίζουν παρανοήσεις και προετοιμάζουν το έδαφος για ό, τι θα ακολουθήσει, και (2) εκτενέστερους “διδακτικούς” λόγους, πρώτα από τον Σωκράτη και στη συνέχεια από τη Διοτίμα. Κατά την πορεία από τον λόγο (Σωκράτης) στον διάλογο (ο Σωκράτης ελέγχει τον Αγάθωνα) και σε περαιτέρω διάλογο (η Διοτίμα ελέγχει τον Σωκράτη) και τέλος στον σπουδαίο λόγο της Διοτίμας για τον μύθο και τη μεταφυσική, ο προσωπικός ρόλος του Σωκράτη γίνεται όλο και λιγότερο σημαντικός. Μολονότι κάθε ομιλητής στο Συμπόσιον ξεπερνά σε κάποιο βαθμό αυτούς που προηγήθηκαν, μόνο ο Σωκράτης (και η Διοτίμα) απευθύνουν συγκεκριμένες ερωτήσεις στον αμέσως προηγούμενο ομιλητή: προφανώς αυτό στο οποίο θα επικεντρωθεί πλέον το ενδιαφέρον δεν είναι η αποτελεσματικότητα της ρητορικής και της παράστασης αλλά η αλήθεια. Ο Σωκράτης αρχίζει επαινώντας την εγκωμιαστική στρατηγική του Αγάθωνα, που πρώτα περιέγραψε (ἐπιδεῖξαι) “τι πράγμα είναι ο έρωτας” και μόνο στη συνέχεια “για τι ευθύνεται” (199C2-6· πρβ. 19521-3)· “Πραγματικά θαυμάζω αυτό τον πρόλογο,” λέει ο Σωκράτης, και μπορούμε να καταλάβουμε γιατί: είναι μια στρατηγική που μπορεί εύ­κολα να εναρμονιστεί με ένα από τα πιο γνωστά χαρακτηριστικά των σωκρατικών συζητήσεων περί ηθικής, συγκεκριμένα την αναζήτηση ορισμών ηθικών όρων. Δεν μπορούμε να εξετάσουμε τι μας προσφέρει, λόγου χάρη, “η ανδρεία” (όπως στον Λάχητα), ή ακόμη και “η ομορφιά” (τό καλόν, όπως στον Ιππία Μείζονα), και πολύ περισσότερο “η δικαιοσύνη” (όπως στην Πολιτεία), πριν αποφασίσουμε τι ακριβώς εί­ναι αυτά. Έτσι, ο σωκρατικός διάλογος που αναζητά ορισμούς ταυτίζεται με αυτό που πρέπει να είναι ένα “αληθινό εγκώμιο”. Ο ίδιος ο Πλάτων το δείχνει αυτό αργότερα στο Συμπόσιον. Μετά τον λόγο του Αλκιβιάδη περιμένουμε να ακούσουμε ένα εγκώμιο του Αγάθωνα από τον Σωκράτη (22321-2), και μολονότι οι ελπίδες μας πολύ γρήγορα εξανεμίζονται εξαιτίας των μεθυσμένων που εισβάλλουν στη συγκέντρω­ση,[1] όταν ο Αριστόδημος ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης το επόμενο πρωί βρισκόμαστε στο σημείο όπου ο Αγάθων και ο Αριστοφάνης εξαναγκάζονται, με κάποια δυσκολία, από τον Σωκράτη να παραδεχτούν ότι κάποιος που είναι “ως προς την τέχνη” τραγικός ποιητής είναι επίσης και κωμικός ποιητής, και επομένως το ίδιο άτομο γνωρίζει (ἐπίστασθαι) πώς να συνθέτει και τις δύο μορφές δράματος. Εδώ αναγνωρίζουμε ένα επιχείρημα χαρακτηριστικής σωκρατικής μορφής και φαινομενικής παραδοξότητας (η σύνθεση τραγωδίας και κωμωδίας ήταν εντελώς διακεκριμένες τέχνες στην Αθήνα της κλασικής περιόδου), και φαίνεται πως γινόμαστε μάρτυρες του εγκωμίου που είχε υποσχεθεί ο Σωκράτης· ίσως άρχιζε και αυτό με έναν ορισμό όρων και, όπως και ο διάλογος ανάμεσα στον Αγάθωνα και τον Σωκράτη του οποίου πράγματι υπήρξαμε μάρτυρες, κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγούσε τελικά τον Αγάθωνα στο συμπέρασμα ότι δεν γνωρίζει τίποτε για ένα θέμα για το οποίο πρέπει να είχε άποψη (201b11-12).

Συνέχεια