ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ


kion1Τα χρυσά έπη του Πυθαγόρα

 Τό Αρχαίο κείμενο & η Μετάφραση

 

  •  Ἀθανάτους μέν πρῶτα θεούς, νόμωι ὡς διάκεινται, τίμα καί σέβου ὅδρκον. ἔπειθ’ ἥρωας ἄγαυούς τους τέ καταχθονίους σέβε δαίμονας ἔννομα ῥέζων σούς τέ γονεῖς τίμα τούς τ’ ἄγχιστ’ ἐγγεγαῶτας. τῶν δ’ ἄλλων ἀρετῆι ποιεῦ φίλον ὅστις ἄριστος.

 Να τιμάς πρώτα, τους αθάνατους θεούς, όπως ορίζει ο νόμος, και να σέβεσαι τον όρκο [κι] έπειτα, τους ένδοξους ήρωες, και να σέβεσαι τους καταχθόνιους δαίμονες[1], κάνοντας τα νόμιμα, και να τιμάς τους γονείς [σου] και τους κοντινότερους συγγενείς [σου], από τους άλλους δε, να κάνεις φίλο, όποιον είναι άριστος στην αρετή.

  • Πραέσι δ’ ἐἶκε λόγοισ’ ἔργοισι τ’ ἐπωφελίμοισι. μηδ’ ἔχθαιρε φίλον σόν ἁμαρτάδος εἵνεκα μικρῆς, ὄφρα δύνῆι  δύναμις γάρ ἀνάγκης ἐγγύθι ναίει.

 Να προτιμάς τα λόγια της πραότητας και τα έργα τα επωφελή. Ούτε να εχθρεύεσαι τον φίλο σου ένεκα μικρής αστοχίας, εφόσον μπορείς, διότι η δύναμη κοντά στην ανάγκη κατοικεί.

  •  Ταῦτα μέν οὕτως ἴσθι, κρατεῖν δ’ εἰθίζεο τῶνδε· γαστρός μέν πρώτιστα καί ὕπνου λαγνείης τέ καί θυμοῦ. πρήξηις δ’ αἰσχρόν πότε μήτε μετ’ ἄλλου μήτ’ ἰδίηι· πάντων δέ μάλιστ’ αἴσχυνεο σαυτόν.

Αυτά μεν, έτσι να τα ξέρεις. Να συνηθίσεις δε, να κυριαρχείς στα παρακάτω: Πρώτα, στο στομάχι και στον ύπνο, και στη λαγνεία και στο θυμό. Ποτέ δε, να μην πράξεις κάτι που να σε κάνει να ντραπείς, ούτε με άλλον, ούτε μόνος σου, περισσότερο απ’ όλους δε, να ντρέπεσαι τον εαυτό σου.

  • Εἶτα δικαιοσύνην ἀσκεῖν ἔργωι τέ λόγωι τέ, μηδ’ ἀλογίστως σαυτόν ἔχειν περί μηδέν ἔθιζε, ἀλλά γνῶθι μέν, ὡς θανέειν πέπρωται ἅπασιν, χρήματα δ’ ἄλλοτε μέν κτᾶσθαι φιλεῖ, ἄλλοτ’ ὄλεσθαι.

Έπειτα, να ασκείς την δικαιοσύνη με τα έργα και με τα λόγια, ούτε να συνηθίζεις να είσαι ασυλλόγιστος για τίποτε, αλλά να γνωρίζεις μεν, ότι είναι πεπρωμένο όλοι να πεθάνουν, τα χρήματα δε, άλλοτε [της μοίρας] αρέσει να τ’ αποκτάς, άλλοτε να τα χάνεις.

  • Ὅσσα δέ δαιμονίαισι τύχαις βροτοί ἄλγε’ ἔχουσιν, ἥν ἄν μοῖραν ἔχηις, ταύτην φέρε μήδ’ ἀγανάκτει. ἰᾶσθαι δέ πρέπει καθ’ ὅσον δύνηι, ὧδε δέ φράζευ· οὐ πάνυ τοῖς ἀγαθοῖς τούτων πολύ Μοῖρα δίδωσιν.

Όσα δε, βάσανα έχουν οι θνητοί, από δαιμονιακή[2] τύχη, όποιο μερίδιο τυχόν έχεις [από τα βάσανα], να το υποφέρεις χωρίς να αγανακτείς, αλλά πρέπει, όσα μπορείς να τα θεραπεύεις. Τούτο δε σκέψου: δεν δίνει η μοίρα στους αγαθούς το μεγαλύτερο μερίδιο απ’ αυτά.

  •  Πολλοί δ’ ἀνθρώποισι λόγοι δειλοί τέ καί ἐσθλοί προσπίπτουσ’, ὧν μήτ’ ἐκπλήσσεο μήτ’ ἄρ’ ἐάσηις εἴργεσθαι σαυτόν. ψεῦδος δ’ ἤν πέρ τί λέγηται, πράως εἶχ’. ὅ δέ τοί ἐρέω, ἐπί παντί τελείσθω· μηδείς μήτε λόγωι σέ παρείπηι μήτε τί ἔργωι πρῆξαι μηδ’ εἰπεῖν, ὅ τί τοι μή βέλτερόν ἐστιν.

Στους ανθρώπους δε, φτάνουν πολλά λόγια, και ευγενικά και ανάξια, για τα οποία να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου, ούτε να εκπλήσσεται, ούτε να τα απορρίπτει. Αν δε ψέματα για κάτι λέγεται, να είσαι πράος. Ό,τι δε, θα σου πω, να το κάνεις πάντοτε: κανείς να μην σε πείθει, ούτε με λόγια, ούτε με κάποιο έργο, να πράξεις ή να πεις, ό,τι δεν είναι καλύτερο για σένα.

  • Βουλεύου δέ πρό ἔργου, ὅπως μή μωρά πέληται· δειλοῦ τοι πράσσειν τέ λέγειν τ’ ἀνόητα πρός ἄνδρος. ἄλλα τάδ’ ἐκτελέειν, ἅ σέ μή μετέπειτ’ ἀνιήσει. πράσσε δέ μηδέ ἕν ὧν μή ἐπίστασαι, ἀλλά διδάσκευ ὅσσα χρεών, καί τερπνότατον βίον ὧδε διαξεις.

Να σκέπτεσαι δε, πριν από κάθε σου έργο, για να μη κάνεις ανόητα [πράγματα], ο άνθρωπος που κάνει και λέει ανόητα, ανάξιος χαρακτηρίζεται, αλλ’ εκείνα να εκτελείς, για τα οποία δεν θα μετανιώσεις μετέπειτα. Να μην κάνεις τίποτε, από ‘κείνα που δεν ξέρεις, αλλά να διδάσκεσαι σε όσα υπολείπεσαι και με τον τρόπο αυτόν, θα ζήσεις την πιο ευχάριστη ζωή.

  • Οὐ δ’ ὑγιείας ταῆς περί σῶμ’ ἀμέλειαν ἔχειν χρή, ἀλλά ποτοῦ τέ μέτρον καί σίτου γυμνασίων τέ ποιεῖσθαι. μέτρον δέ λέγω τόδ’, ὅ μή σ’ ἀνιήσει. Εἰθίζου δέ δίαιταν ἔχειν καθάρειον ἄθρυπτον καί πεφύλαξο τοιαῦτα ποιεῖν, ὁπόσα φθόνον ἴσχει. μή δαπανᾶν παρά καιρόν ὁποῖα καλῶν ἀδαήμων μηδ’ ἀνελεύθερος ἴσθι. μέτρον δ’ ἐπί πᾶσιν ἄριστον. πράσσε δέ ταῦθ’, ἅ σέ μή βλάψει, λόγισαι δέ πρό ἔργου.

Δεν πρέπει ακόμη, να αμελείς την υγεία του σώματος [σου], αλλά, με μέτρο, να πίνεις, να τρως και να γυμνάζεσαι, ως μέτρο δε λέω εκείνο, για το οποίο δεν θα μετανιώσεις. Να συνηθίζεις δε, να έχεις καθαρή, λιτή διατροφή, και να φυλάγεσαι από το να διατρέφεσαι έτσι, που να προκαλείς τον φθόνο, ούτε να σπαταλάς άκαιρα τα καλά, όπως οι αδαείς, μήτε να στερείσαι, γιατί, το άριστο είναι, το μέτρο σε όλα. Κάνε δε, εκείνα που δεν θα σε βλάψουν και να σκέπτεσαι πριν πράξεις.

  • Μή δ’ ὕπνον μαλακοῖσιν ἐπ’ ὄμμασι προσδέξασθαι, πρίν τῶν ἡμερινῶν ἔργων τρίς ἕκαστον ἐπελθεῖν «πῆι παρέβην; τί δ’ ἔρεξα; τί μοί δέον οὐκ ἐτελέσθη;» ἀρξάμενος δ’ ἀπό πρώτου ἐπέξιθι καί μετέπειτα δειλά μέν ἐκπρήξας ἐπιπλήσσεο, χρηστά δέ τέρπευ.

Μήτε να επιτρέπεις τον απαλό ύπνο στα μάτια σου, πριν εξετάσεις τρεις φορές τις ημερήσιες πράξεις [σου]: «Που ξέφυγα; Τι έκανα; Τι απ’ ό,τι έπρεπε δεν ολοκλήρωσα;» αρχίζοντας δε από το πρώτο να επεκτείνεσαι στα μετέπειτα, για τα ανάξια μεν που έπραξες να επιπλήττεις τον εαυτό σου και για τα χρηστά να ευχαριστιέσαι.

  • Ταῦτα πόνει, ταῦτ’ ἐκμελέτα, τούτων χρή ἐρᾶν σέ· ταῦτά σε τῆς θείης Ἀρετῆς εἰς ἴχνια θήσει ναί μά τόν ἁμετέραι ψυχᾶι παραδόντα τετρακτύν, παγᾶν ἀενάου φύσεως. ἀλλ’ ἔρχευ ἐπ’ ἔργον θεοῖσιν ἐπευξάμενος τελέσαι. Τούτων δέ κρατήσας γνώσεαι ἀθανάτων τέ θεῶν θνητῶν τ’ ἀνθρώπων σύστασιν, ἧι τέ ἕκαστα διέρχεται, ἧι τέ κρατεῖται, γνώσηι δ’, ἥ θέμις ἐστί, φύσιν περί παντός ὁμοίην, ὥστε σέ μήτε ἄελπτ’ ἐλπίζειν μήτε τί λήθειν. γνώσηι δ’ ἀνθρώπους αὐθαίρετα πήματ’ ἔχοντας τλημονας, οἵτ’ ἀγαθῶν πέλας ὄντων οὔτ’ ἐσορῶσιν οὔτε κλύουσι, λύσιν δέ κακῶν παῦροι συνιᾶσιν. Τοίη μοῖρ’ αὐτῶν βλάπτει φρένας· ὡς δέ κύλινδροι ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλα φέρονται ἀπείρονα πήματ’ ἔχοντες. λυγρά γάρ συνοπαδός Ἔρις βλάπτουσα λέληθεν σύμφυτος, ἥν οὐ δεῖ προάγειν, εἴκοντα δέ φεύγειν.

Αυτά να προσπαθείς, αυτά να μελετάς, αυτά πρέπει ν’ αγαπάς, αυτά θα σε βάλουν στα ίχνη της θείας αρετής. Ναι, Μα τον παραδώσαντα στην ψυχή μας την Τετρακτύ! την πηγή της αέναης φύσης! Αρχιζε λοιπόν, προσευχόμενος στους θεούς, για να ολοκληρώνεις τις πράξεις σου. Και εφόσον τα τηρείς αυτά: – Θα γνωρίσεις την σύσταση των αθανάτων θεών και των θνητών ανθρώπων, κι αν το κάθε τι παρέρχεται, και διατηρείται. – Θα γνωρίσεις δε, αν η Θέμις το θέλει [αν το δικαιούσαι], ότι η φύση είναι παντού η ίδια, ώστε μήτε τ’ ανέλπιστα να ελπίζεις, μήτε κάτι να σου ξεφύγει.

– Θα γνωρίσεις ακόμη, ταλαίπωρους ανθρώπους, από συμφορές που ίδιοι προκάλεσαν,οι οποίοι, ενώ τα αγαθά βρίσκονται κοντά τους, ούτε τα βλέπουν, ούτε  τ’ ακούν, λίγοι δε, γνωρίζουν πώς να λύσουν τα κακά. Η μοίρα δε αυτή τους συσκοτίζει το μυαλό. Σαν κύλινδροι δε, περιφέρονται εδώ κι εκεί, μέσα σε ατελείωτες συμφορές, γιατί τους ξεφεύγει ότι, η Έριδα, που τους είναι σύμφυτη, τούς είναι μια ολέθρια συνοδός που τους βλάπτει, και [επομένως] δεν πρέπει να προάγεται, αλλά να αποφεύγεται.

  • Ζεῦ πάτερ, ἦ πολλῶν κέ κακῶν λύσειας ἅπαντας, εἰ πᾶσιν δείξαις, οἵωι ταῶι δαίμονι χρῶνται. ἀλλά σύ θάρσει, ἐπεί θεῖον γένος ἐστί βροτοῖσιν, οἷς ἱερά προφέρουσα φύσις δείκνυσιν ἕκαστα.

Ζεύ Πάτερ, μπορείς αναμφίβολα ν’ απαλλάξεις όλους από πολλά κακά, εάν δείξεις σε όλους πώς να χρησιμοποιούν τον δαίμονά3 [τους]. Αλλά, να είσαι θαρραλέος, επειδή θείο γένος βρίσκεται μέσα στους θνητούς, στους οποίους η ιερή φύση δείχνει το κάθε τι, εφόσον σού τ’αποκαλύψει.

  • Ὧν εἴ σοί τί μέτεστι, κρατήσεις ὧν σέ κελεύω ἐξακέσας, ψυχήν δέ πόνων ἀπό τῶνδε σαώσεις. ἀλλ’ εἴργου βρωτῶν ὧν εἴπομεν ἔν τε Καθαρμοῖς ἔν τε Λύσει ψυχῆς, κρίνων καί φράζευ ἕκαστα ἡνίοχον γνώμην στήσας καθύπερθεν ἀρίστην. ἥν δ’ ἀπολείψας σῶμα ἐς αἰθέρ’ ἐλεύθερον ἔλθηις, ἔσσεαι ἀθάνατος, θεός ἄμβροτος, οὐκέτι θνητός.

Τηρώντας αυτά που σε διατάσσω, απαλλάσσοντας δε, την ψυχή [σου] από τους πόνους αυτούς, θα την σώσεις. Αλλά, να απέχεις από τις τροφές, για τις οποίες μιλήσαμε, και για την κάθαρση και για την λύτρωση της ψυχής, κρίνοντας και σκεπτόμενος το κάθε τι, έχοντας ως ηνίοχο την, ως προς την ανωτερότητα, άριστη γνώμη. Όταν δε, εγκαταλείποντας το σώμα, έλθεις στον ελεύθερον αιθέρα, θα είσαι αθάνατος, θεός άφθαρτος, όχι πια θνητός.

[1] «τους καταχθόνιους δαίμονες1»: τους υποχθόνιους θεούς, ή τους αγαπητούς τεθνεώτες διδασκάλους της σχολής κλπ ( ) «δαιμονιακή»: θεϊκή

 

[2]  «τον δαίμονά3 τους»: ο δαίμων < δαήμων = γνωρίζων, το πνεύμα, το ανώτερο μέσα μας, το θεϊκό, παρβλ. Το «δαιμόνιο» του Σωκράτη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s