ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ


kion1Το γυμνό στην Κλασική Ελλάδα

 Νατάσας Γέντζου

 

Στο βιβλίο του «Το γυμνό» (The Nude) ο Κέννεθ Κλαρκ λέει ότι το Γυμνό στην τέχνη δεν είναι ένα θέμα τέχνης, αλλά μια μορφή τέχνης. Μια μορφή τέχνης που γεννήθηκε ή εφευρέθηκε από τους Έλληνες τον 5ο αιώνα π.Χ.. «Μόνο σε χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο», συνεχίζει, «το γυμνό βρίσκεται στο φυσικό του χώρο». Και δεν έχει άδικο· σε ένα ψυχρό κλίμα το γυμνό φαίνεται αφύσικο.

Αν και το γυμνό ανθρώπινο σώμα θεωρείται γενικά ευχάριστο θέαμα, ο στόχος του καλλιτέχνη, γλύπτη ή ζωγράφου, δεν είναι να το απεικονίσει πιστά – γιατί το θέαμα τότε θα μπορούσε να είναι δυσάρεστο με όλες τις μικρές ή μεγάλες ατέλειες που μπορεί να έχει ένα σώμα – ο στόχος του είναι να το αποδώσει στην τέλεια μορφή του. Και αυτό μας οδηγεί στη παλαιά Αριστοτελική αντίληψη ότι: «Η τέχνη συμπληρώνει ό,τι η φύση δεν μπορεί να δώσει στην τέλεια μορφή του» και στην Πλατωνική θεωρία ότι όλα όσα βλέπομε γύρω μας στη φύση δεν είναι παρά φαινόμενα, ατελή αντίγραφα κάποιων τέλειων αρχετύπων που υπάρχουν σε ένα κόσμο ιδεατό, πάνω ή πέρα από εμάς και τις αισθήσεις μας, αλλά ένα κόσμο τον οποίο με τη σοφία και την αρετή προσπαθούμε να πλησιάσουμε.

Συνέχεια

Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ


kion1Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

 ΝΙΚΟΥ ΜΑΚΡΗ

 (Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, τεύχος 2)

 

Είναι γνωστό πως ο πλατωνικός έρως υπήρξε αντικείμενο αντιλογιών, αμφισβητήσεων και, κυρίως, αιτία παρεξήγησης των βασικών απόψεων της σκέψης του μεγάλου αθηναίου φιλοσόφου. Ουσιαστική εξέτασή του υποχρεώνει το μελετητή του Πλάτωνα να εγκύψει προσεκτικά σε όλο του το έργο, για να ιχνεύσει έτσι την πραγματική φύση του ερωτικού στοιχείου, τόσο στις συμπαντικές, όσο και στις ανθρωπολογικές του διαστάσεις.

Βασική αφετηρία είναι η μυθολογία της εποχής, την οποία ο φιλόσοφος επεξεργάστηκε για να διαμορφώσει έτσι, στο μέτρο της σκέψης του, τις μυθολογικές αφετηρίες. Το μεταφυσικό άνοιγμα θα ακολουθήσει σύμφωνα με το μυητικό και αποκαλυπτικό τρόπο της διάνοιας του Πλάτωνα.

I ΟΙ ΜΥΘΟΑΟΓΙΚΕΣ ΑΦΕΤΗΡΙΕΣ. Στο «Συμπόσιο»[1] παρατίθεται ένα χωρίο του Ησίοδου, το οποίο κάνει λόγο για τη γέννηση του Έρωτα, ενός απ’ τους αρ­χαιότερους θεούς, ο οποίος προήλθε απ’ το κοσμογονικό χάος και απ’ τη μάνα_Γη:

«Ἤτοι μέν πρώτιστα Χάος γένετ’, αὐτάρ ἔπειτα Γαῖ’ εὐρύστερνος. Πάντων ἔδος ἀσφαλές αἰεί ἀθανάτων, οἵ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου. Τάρταρά τ’ ἠερόεντι μυχῷ χθονός εὐνοδείης, ἠδ’ Ἔρως, ὅς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι, λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ’ ἀνθρώπων δάμναται ἐν στήθεσι νόον και ἐπιφρονα βουλήν».

Συνέχεια

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΘΕΪΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ


kion1Ο Σωκράτης και τα αδιέξοδα της θεϊκής ηθικής

 Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης

                                                  

«Εσείς, ούτε σε αυτό να πιστεύετε αβασάνιστα τον θεό, αλλά να εξετάζετε χωριστά καθεμιά από τις φράσεις του»

                                                                                                                                                        Απολογία Σωκράτους, Ξενοφών


«Ένα είναι και των θεών

και των ανθρώπων το γένος.

Από μια μητέρα γεννηθήκαμε.

Μόνη διαφορά μας είναι η δύναμη.»

                                                                             Πίνδαρος

Στον Πλατωνικό διάλογο Ευθύφρων, ο Σωκράτης καταφτάνει στη βασίλειο στοά γιατί μόλις έμαθε ότι κάποιος τον κατηγορεί για ασέβεια προς τους θεούς και διαφθορά των νέων. Μόλις φτάνει, βρίσκει τον Ευθύφρωνα, ο οποίος είναι εκεί γιατί αυτός ο ίδιος κατηγορεί κάποιον, για μια παρεκτροπή παρόμοια με του Σωκράτη. Όταν ρωτάει τον Ευθύφρωνα για λεπτομέρειες, του λέει πως κατηγορεί τον πατέρα του, επειδή έκανε έναν άδικο φόνο, δηλαδή κάτι «ανόσιο». Είχε πιάσει έναν εργάτη που σκότωσε έναν υπηρέτη του, και αφού τον έδεσε και τον έριξε σε λάκκο, έστειλε να του φέρουν έναν εξηγητή (οι εξηγητές ήταν νομομαθείς που ερμήνευαν ασάφειες και κενά της νομοθεσίας). Τον παράτησε όμως δεμένο και μόνο του, με συνέπεια να πεθάνει από την πείνα, το κρύο και τα δεσμά. Ο Σωκράτης εκφράζει τη χαρά του που βρίσκει την ευκαιρία να μάθει τι ακριβώς θεωρείται «όσιο» και τι «ανόσιο», αφού ο ίδιος δεν ξέρει, και ουσιαστικά αυτό είναι το κατηγορητήριο εναντίον του. Ο Ευθύφρων είχε τη φήμη ότι ήταν σοφός περί του θέματος (ήταν μάντης και θεολόγος), αλλά και το γεγονός ότι κατηγορεί τον πατέρα του, δείχνει ότι πρέπει να είναι απόλυτα σίγουρος για τη γνώση του αυτή, αφού φτάνει στο σημείο να οδηγήσει απέναντι στους δικαστές ένα τόσο κοντινό του πρόσωπο.

Συνέχεια

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΧΗ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΧΗ ΣΚΕΨΗΣ:

Η ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

 Λήψη του αρχείου

Hans-Peter Stahl

Η αφήγηση του Θουκυδίδη έχει την τάση να προβάλλει απρόβλεπτα, αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα που προέρχονται από φαινομενικά επουσιώδεις, αφανείς αρχές. Η προϊστορία που οδηγεί στην έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου (ο πόλεμος είναι το θέμα που έχει επιλέξει ο ιστορικός, σύμφωνα με την πρώτη πρόταση του έργου) αρχίζει στη μακρινή Επίδαμνο στις βορειοδυτικές παρυφές της αρχαίας Ελλάδας – η Επίδαμνος είναι τόσο μακρινή που ο ιστορικός πρέπει πρώτα να περιγράφει την τοποθεσία της στον χάρτη για τους αναγνώστες του. Η εξέλιξη που καταλήγει στην ανακωχή του 423/2 π.Χ. (και τελικά σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «Ειρήνη του Νικία») αρχίζει με την κατάληψη και οχύρωση από τους Αθηναίους μιας ακατοίκητης κορυφής ενός λόφου στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου – το σημείο είναι τόσο ασήμαντο που οι Αθηναίοι στρατηγοί αρνούνται να αναμειχθούν και αστειεύονται ότι σπαταλούν τα χρήματα της πόλης …

Με βάση αυτά τα στοιχεία μπορούν ήδη να περιγραφούν δύο συμπληρωματικές όψεις του Θουκυδίδη ως αφηγητή (και στοχαστή). Η μία είναι η ικανότητα του να προβαίνει σε συνοπτικές αναλύσεις συνδυάζοντας την παρουσίαση μακροπρόθεσμων διαδικασιών με τη διερεύνηση της αξίας που έχουν φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα στην πρόκληση πολύ σημαντικότερων εξελίξεων. Η άλλη είναι η διάκριση ανάμεσα στα επιφανειακά φαινόμενα και σε μια υπογείως εξελισσόμενη ιστορική τάση. Και οι δύο όψεις μαζί μάς βοηθούν να κατανοήσουμε την οξύνοια που ο συγγραφέας επιστρατεύει για να προσεγγίσει το αντικείμενό του.

Συνέχεια

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ


kion1Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

 Κ. Καστοριάδης

 …Στον ελληνικό κόσμο σκέψης δεν υπάρχει ρητή θεματοποίηση της δημιουργίας, ιδιαίτερα στον κόσμο της κοινωνίας. Θα μιλήσουμε διά μακρών για τον Επιτάφιο του Περικλή, όπου η ιδέα ότι η Αθήνα είναι δημιούργημα των Αθηναίων στηρίζει όλο το λόγο, χωρίς αυτό να διατυπώνεται ρητά. Βρίσκουμε όμως τον 5ο αιώνα στοιχεία τα οποία, μέσα από το στοχασμό γύρω από την αντίθεση φύσις/νόμος, οδεύουν προς αυτή την κατεύθυνση: στους ιπποκρατικούς, τον Ηρόδοτο, τον Δημόκριτο ή στους σοφιστές. Όλα αυτά τα στοιχεία θα καταπνιγούν με την άφιξη του Πλάτωνα και τη μετέπειτα συντριπτική επιρροή του πλατωνισμού. Στον Αριστοτέλη, το ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, παραδείγματος χάριν, από τη σκέψη του για την τέχνη: πρόκειται άραγε για απλή μίμηση της φύσης ή μήπως δημιουργεί κάτι το οποίο δεν υπήρχε πριν; Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι πλάστης, ό, τι κι αν λένε. Είναι κάπως σαν το δημιουργό του Πλάτωνα’ υπάρχει πάνω από αυτόν ένα κριτήριο προς το οποίο πρέπει να συμμορφώνεται και ο ίδιος. Κατά μία έννοια, ούτε η ύπαρξη του κόσμου είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι είναι φτιαγμένος για τον άνθρωπο. Στη συνέχεια, εμφανίζεται στους θεολόγους του 13ου-14ου αιώνα, όπως οι Duns Scot και Guillaume d’Ockham, η ιδέα της παντοδυναμίας και της απολύτους ελεύθερης βούλησης του Θεού – ίσως η μόνη πρωτότυπη ιδέα στο πεδίο αυτό με­τά τους Έλληνες. Οι αλήθειες τις οποίες θεωρούμε αιώνιες είναι ταυτοχρόνως θεία δημιουργία και τυχαίες. Ο Θεός θα μπορούσε να είχε θελήσει έναν άλλο κόσμο, όπου δύο και | δύο να κάνουν πέντε. [Σημ. περιθ.: Αντινομία: οι «αιώνιες αλήθειες» είτε είναι τυχαίες είτε δεν είναι, και ο Θεός δεν είναι πλέον παντοδύναμος.] Αυτή η θεία βούληση επιβάλλει σε κάποια ύλη, την οποία δημιούργησε όπως της άρεσε, τους νόμους οι οποίοι της άρεσαν, και καθορίζεται η ίδια μέσα στην πιο απόλυτη αυθαιρεσία, κυριαρχία και ελευθερία. Καμία | όμως θεολογία δεν μπόρεσε να ακολουθήσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αυτή την οδό» θα επανέλθουν, λοιπόν, σε μια πιο ορθολογική θεολογία και θα υποβάλουν και τον ίδιο : το Θεό σε ορισμένους περιορισμούς.

 

«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ»

ΤΟΜΟΣ Γ΄ – ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ