Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑ


kion1Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑ

 Το σχετικό κεφάλαιο από το έργο του                      

                       «Η πολιτική τέχνη της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας»

 Christian Meier

Στο δεύτερο μισό του Μάρτη οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Μεγάλα Διονύσια, μια από τις πιο σημαντικές, ενδιαφέρουσες και επιπλέον πιο μοντέρνες σε περιεχόμενο γιορτές στη μακρά σειρά των γιορτών τους. Λίγο νωρίτερα είχε ξαναρχίσει η ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο. Οι πόλεις της αθηναϊκής συμμαχίας έπρεπε από τα μέσα του πέμπτου αιώνα να καταβάλουν στην Αθήνα τις εισφορές τους (που ήδη τότε ήταν βασικά φόροι) “στα Διονύσια”, όπως έλεγαν. Η πόλη γέμιζε από ξένους και αποκτούσε διεθνή χαρακτήρα.

Οι Αθηναίοι ήταν προφανώς τόσο βέβαιοι για την ανωτερότητα και την ακτινοβολία τους, ώστε επέτρεπαν ευχαρίστως και σε άλλους να παίρνουν μέρος σε μια γιορτή που είχε μεγάλη σημασία για την πόλη τους, μέσω της οποίας προσπαθούσαν να επιτύχουν μια νέα ισορροπία ανάμεσα στη δράση, τις εμπειρίες, την πείρα και τη γνώση τους για τους ανθρώπους, το πεπρωμένο και τον κόσμο.

Φυσικά μπροστά σε αυτήν ακριβούς τη διεθνή δημόσια, ζωή είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτές οι παραστάσεις δεν αποτελούσαν τόσο (από άποψη περιεχομένου) προβολή της Αθήνας όσο μάλλον αφορμή για διατύπωση ερωτημάτων, για παρουσίαση και διερεύνηση προβλημάτων και για άσκηση κριτικής. Αυτό βέβαια ισχύει στην περίπτωση που η επιλογή των σωζομένων τραγωδιών δεν δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση. Επιτρεπόταν λοιπόν σε αυτή την πόλη να πραγματευτεί μπροστά σε “ολόκληρη την Ελλάδα” όλα εκείνα τα προβλήματα που ανέκυπταν από τη δράση, τις εμπειρίες και την πείρα της; Ή μήπως εκείνο το “γενικό πάθος” για κριτική (Karl Reinhardt) δεν αποτελεί τόσο ικανότητα όσο ανάγκη, και μάλιστα αδήριτη;

Συνέχεια

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΡΕΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ


kion1Σκέψεις πάνω στην Ορέστεια και στον πολιτισμό

 από τον Δήμο Μαρουδή

Η Ορέστεια του Αισχύλου είναι απ’ όλες τις πλευρές ένα έργο κομβικό. Αποτελείται από τρεις τραγωδίες, τον Αγαμέμνονα, τις Χοηφόρους και τις Ευμενίδες και είναι η μοναδική τριλογία που έχει σωθεί από ολόκληρο το αρχαίο δράμα.

Με τα προβλήματα που θέτει -καταπιάνεται με κεντρικά θέματα της ανθρώπινης συνύπαρξης καθώς και με την αρχετυπικής σημασίας επιλογή των κύριων προσώπων της- επηρέασε βαθύτατα τον δυτικό πολιτισμό, και θα λέγαμε συνέβαλε στην αυτοκατανόησή του. Συνοπτικά, ο νοηματικός άξονας των τριών τραγωδιών που την απαρτίζουν είναι ο εξής: ο Αγαμέμνων, ο νικητής της εκστρατείας εναντίον των Τρώων, επιστρέφει έπειτα από πολλά χρόνια στο παλάτι του στις Μυκήνες, όπου βρίσκει τη γυναίκα του, την Κλυταιμνήστρα, η οποία έχεις αρκετούς λόγους για να τον μισεί: έχει αποκτήσει έναν εραστή, τον Αίγισθο, αλλά κυρίως δεν τον έχει συγχωρέσει για τη θυσία της κόρης τους Ιφιγένειας, την οποία είχε κάνει ο Αγαμέμνων πριν από την εκστρατεία κατά της Τροίας. Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί τον Αγαμέμνονα. Στις Χοηφόρους, ο Ορέστης ύστερα από χρόνια απουσίας επιστρέφει στο παλάτι και σκοτώνει τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα, θέλοντας να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του, με την παρότρυνση της αδελφής του Ηλέκτρας. Στις Ευμενίδες, ο Ορέστης εμφανίζεται να καταδιώκεται από τις Ερινύες και παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστηρίου που έχει ιδρύσει η θεά Αθηνά, όπου κρίνεται η τύχη του. Τελικά, ύστερα από απόφαση του δικαστηρίου, αθωώνεται, ανοίγοντας μια νέα εποχή για την Αθήνα.

Συνέχεια

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ


kion1Ἐρμηνεία ἀριστοτελικοῦ ὁρισμοῦ τῆς τραγωδίας

                     (Ἀπόσπασμα ἀπὸ κείμενο τῆς Ἄννας Τζιροπούλου Εὐσταθίου)

«Ἒστι μὲν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας,μέγεθος ἐχούσης,ἡδυσμένῳ λόγῳ,χωρὶς ἑκάστου τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις,δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας,δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα,τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

(Αριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)

Εἶναι λοιπὸν ἡ τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης (1448 Α) ἐπεξηγεῖ τὴν λέξη «μίμησις»: «μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδὴ ὑποδύονται ἀνθρώπους εὑρισκομένους ἐν δράσει. Ὁ δὲ ὄρος «πρᾶξις» ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα στὶς «πράξεις» τῶν θεατρικῶν ἔργων.

Ἡ «πρᾶξις» τῆς τραγωδίας εἶναι σπουδαία καὶ τελεία, δηλαδὴ ἀξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας καὶ ἐντελὴς καθ’ ἑαυτήν. Φθάνει σὲ ὁρισμένο τέλος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἔχῃ μέγεθος καθορισμένον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται εἰς ἕν «ὅλον»: «ὅλον δέ ἐστιν τὸ ἔχον ἀρχὴν καὶ μέσον καὶ τελευτήν». 1450,30.

Ἐὰν ἡ «πρᾶξις» παραταθῇ πέραν τῶν ὁρίων τῆς λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται ἡ σύνθεσις «καὶ ἀποτυγχάνουσι πάντες». Ἡ μίμησις αὐτῆς τῆς πράξεως γίνεται «ἡδυσμένω λόγῳ»: «Λέγω δὲ ἡδυσμένω λόγον, τὸν ἔχοντα ῥυθμὸν καὶ ἁρμονίαν καὶ μέλος». Τὸ δὲ «χωρὶς τοῖς εἴδεσι (=χωριστὰ τὸ κάθε εἶδος), τὸ διὰ μέτρον ἔνια (=μερικὰ εἴδη) περαίνεσθαι, καὶ πάλιν ἕτερα διὰ μέλους». (1449 β,30).

Μόριον (=μέρος) τῆς τραγωδίας εἶναι «ὁ τῆς ὄψεως κόσμος» (=διάκοσμος: σκηνογραφία, ἐνδυμασία, σκεύη, σκηνοθετικὰ καὶ ὑποκριτικὰ εὑρήματα), ἀκολούθως δὲ «ἡ μελοποιία καὶ ἡ λέξις». Καὶ ὅλα αὐτά, «δρώντων, οὐ δι’ ἀπαγγελίας». Οἱ μιμούμενοι ὑποκριταὶ δὲν ἀπαγγέλουν ἁπλῶς, ἀκίνητοι καὶ ἀμέτοχοι ἀλλὰ δροῦν, πράττουν, ὑποδύονται χαρακτῆρες, πρόσωπα, ἀναπαριστοῦν μύθους καὶ ἀφηγήσεις. Ἡ ἐνάργεια αὐτὴ διεγείρει ἔλεον καὶ φόβον καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν κάθαρσιν (ἐξ-αγνισμόν) τῶν τοιούτων παθημάτων. Οἱ θεαταὶ αἰσθάνονται ἔλεος, δηλαδὴ συμπάθεια καὶ οἶκτο διὰ τοὺς ἥρωας, καθὼς καὶ «φόβον» μήπως κάποτε ἡ μοῖρα ἐμπλέξῃ κι αὐτοὺς εἰς παρόμοια παθήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κλασσικὴ ἑρμηνεία τοῦ πολυσυζητημένου ὁρισμοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους γιὰ τὴν Τραγῳδία, μὲ τὴν ὁποία γαλουχηθήκαμε καὶ ἀσμένως ἀποδεχθήκαμε.

Συνέχεια

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ


kion1ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, περ. 500-400 π.Χ.

(Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Paul Cartledge

                           «ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ»)

Όσοι είναι δυσαρεστημένοι με τη μοναρχία την αποκαλούν τυραννία, όσοι είναι δυσαρεστημένοι με την αριστοκρατία την αποκαλούν ολιγαρχία. Επίσης, όσοι αισθάνονται αδικημένοι σε μια δημοκρατία την αποκαλούν αναρχία.

ΤΟΜΑΣ ΧΟΜΠΣ, Λεβιάθαν, 1651*

Οι συζητήσεις περί διακυβέρνησης και κράτους ανάγονται στις απαρχές της σωζόμενης ελληνικής λογοτεχνίας, δηλαδή γύρω στο 700 π.Χ. Αυτό που με απασχολεί εδώ ωστόσο είναι ένας στενότερος και ακριβέστερος ορισμός των πολιτικών θεωριών με την πλήρη έννοια του όρου, σύμφωνα με τον οποίο «αποτελούν γενικά αρθρωμένες, συστηματικές και σαφείς εκδοχές των άναρθρων, περισσότερο ή λιγότερο συστηματικών και έμμεσων ερμηνειών, μέσω των οποίων οι απλοί άνθρωποι κατανοούν την εμπειρία των πράξεων των άλλων με έναν τρόπο που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιδράσουν με τις δικές τους πράξεις» (MacIntyre 1983).

Η στιγμή που χωρίζει αυτή την αρθρωμένη, θεωρητική συστηματοποίηση από την έμμεση, πρακτική ερμηνεία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, αλλά το terminus post quern (η παλαιότερη δυνατή ημερομηνία επινόησής της) ήταν η πρωτοποριακή πνευματική δραστηριότητα, από το πρώτο μισό του έκτου αιώνα π.Χ. κι έπειτα, της σχολής ιστορίας της Μιλήτου (ιστορίη στην ιωνική διάλεκτο, δηλαδή «έρευνα»), η οποία εκπροσωπείται κυρίως από τους Μιλήσιους Θαλή, Αναξιμένη και Αναξίμανδρο. Στον Όμηρο συναντήσαμε ένα είδος πολιτικής σκέψης, αλλά όχι και μια πόλιν που θα παρείχε το πλαίσιό της. Στον Ησίοδο συναντήσαμε τόσο την πόλιν όσο και μια πιο εξελιγμένη μορφή – και με ακριβέστερη έννοια – πολιτικής σκέψης. Οι απαρχές της μετάβασης από την πολιτική σκέψη στη θεωρία μπορούν ίσως να εντοπιστούν στον Αθηναίο Σόλωνα γύρω στο 600 π.Χ. (βλ. Vlastos 1946· Irwin 2005 και Lewis 2006), αν και αυτός κοιτάζει προς τα πίσω και όχι μπροστά, εν μέρει για πνευματικούς, εν μέρει για πολίτικους λόγους. Η αποφασιστική εξέλιξη ωστόσο ήρθε με την πνευματική και συμβολική μεταμόρφωση που συνδέεται με το λεγόμενο ιωνικό διαφωτισμό του έκτου αιώνα π.Χ.

Αυτό που «ερευνούσαν» εκείνοι οι Ίωνες στοχαστές ήταν ο μη ανθρώπινος «φυσικός» κόσμος, και το έκαναν θέτοντας το ερώτημα ποιο ήταν το θεμελιώδες συστατικό όλης της ορατής ύλης. Ήταν, όχι τυχαία, ένας άλλος Ίωνας από τη Μίλητο, ο Εκαταίος, αυτός που γύρω στο 500 π.Χ. έκανε το επόμενο βήμα, εφαρμόζοντας τη σκέψη και τη μέθοδο της σχολής της Μιλήτου στο νέο θέμα: το ανθρώπινο γένος και τις ιστορίες που λέγονταν για το παρελθόν του ανθρώπου. Ο περίπλοκος μετασχηματισμός της συνείδησης που συνεπαγόταν το σύνολο των ερευνών τους οδήγησε σε μια νέα, μη μυθική λογική και στη γένεση της ιστορικής σκέψης. Με λίγα λόγια, προκλήθηκε μια κρίση, που επηρέασε τόσο τις παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας, όσο και τις παραδοσιακές αξίες που τις συνόδευαν. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας στην επέλευση μιας σειράς βαθιών αλλαγών στη θεωρία και την πράξη της πολιτικής (με την ευρύτατη έννοια) στην Ελλάδα της ύστερης αρχαϊκής εποχής: από το μύθο στο λόγο, από την ανταλλαγή δώρων στη θεσμοθετημένη πολιτική ανταλλαγή, από την κατανόηση του θεού στην κατανόηση του ανθρώπου, από το συγκεκριμένο στον αφηρημένο συλλογισμό και από το άγραφο στο γραπτό δίκαιο. Συνοψίζοντας: από μια πόλη θεών στην πόλη της λογικής (Vernant 1957· πρβλ. Lloyd 1979: κεφ. 4).

Συνέχεια