Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ


kion1Ο Αριστοτέλης για την τεχνολογία

  Θεοδόση Π. Τάσιου 

Επειδή µέσα στο νέο Οραµα για µια αδανειακή Ανάπτυξη, η Τεχνολογία θα παίζει ρόλον κεντρικό, σκέφθηκα µήπως µπορούµε να ενισχύσοµε την τεχνικοφιλία των Νέων-µας, θυµίζοντας άλλη µιά φορά το πάθος των Αρχαίων Ελλήνων υπέρ της Τεχνολογίας. Λοιπόν, παρά την (αναχρονιστικώς) υποτιµητική χροιά της ρετσινιάς «ιδεαλιστής», ο Πλάτων φαίνεται να είναι φίλος προς την Τεχνολογία. Ενδεικτικώς θα αναφερθώ σε τρία µόνον περιστατικά: Πρώτον, όταν θαυµάζει τους Τεχνίτες στον Γοργία (503 Ε, 504 Α), «τους οικοδόµους, τους ναυπηγούς, τους άλλους πάντας δηµιουργούς, ως εις τάξιν, τινα έκαστος έκαστον τίθησιν ό άν τιθή, έως άν το άπαν συστήσηται τεταγµένον τε και κεκοσµηµένον πράγµα». ∆εύτερον, είναι χαρακτηριστικό το οτι δέν θαυµάζει τον Θαλήν ως Μαθηµατικόν, αλλα ως Μηχανικόν µεγάλων τεχνικών έργων: «Εργα σοφού ανδρός πολλαί επίνοιαι και ευµήχανοι εις τέχνας ώσπερ αύ Θάλεω του Μιλησίου» (Πολιτεία, 600 α).

Και τρίτον, η επιµέλεια και η πληρότητα µε τις οποίες προβάλλει στον «Πρωταγόρα»-του την πεφωτισµένη εκδοχή του µύθου του Προµηθέως, συνιστούν άλλην µιά θετική ένδειξη της σηµασίας την οποία έδινε ο Πλάτων στην Τεχνολογία.

Αν λοιπόν αυτά ισχύουν για τον Πλάτωνα, ευλόγως αναµένεται οτι ο ρεαλιστικότερος και εµπειρικότερος µαθητής-του θα βλέπει µε καθαρό µάτι την Τεχνολογία – χωρίς λ.χ. τις ιδιότυπες επιφυλάξεις του Ξενοφώντος για τους Τεχνίτες («Οικονοµικός», VI, 5). Πράγµατι, στην αριστοτελική Σχολή, άλλες ήσαν οι περι Τεχνολογίας κρατούσες αντιλήψεις, κι άλλο το συστηµατικό ενδιαφέρον για τις εφαρµοσµένες Επιστήµες. Απ’ αυτήν λοιπόν την άποψη, ο Αριστοτέλης είναι «πιό σύγχρονος» για τις σηµερινές-µας αντιλήψεις. Με µία διαφορά: Οτι εµείς δέν είµαστε επαρκώς αριστοτελικοί, κατα το γεγονός οτι µάλλον δέν δείχνοµε το ίδιο ενδιαφέρον για ολόκληρο το φάσµα του επιστητού, για την πραγµάτωση ενος όλο και διαφεύγοντος Ανθρωπισµού.

Συνέχεια

Advertisements

ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ


kion1Πεισίστρατος

                    ο προοδευτικός τύραννος περίπου 600-527 π.X.
 δείτε και εδώ
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ
Ο αθηναίος πολιτικός Πεισίστρατος, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, καταγόταν από τη Βραυρώνα της Αττικής. Το όνομα του πατέρα του ήταν Ιπποκράτης και η μητέρα του, από το γένος των Νηλειδών της Πύλου, ήταν εξαδέλφη της μητέρας του Σόλωνα. Ο Πεισίστρατος έγινε πολύ δημοφιλής στην Αθήνα όταν το 570 π.X., κατά τον πόλεμο των Αθηναίων με τους Μεγαρείς, κατέλαβε τη Νισαία, το λιμάνι των Μεγάρων.

Δεινός ρήτορας ο Πεισίστρατος εκμεταλλεύθηκε την πολιτική και κοινωνική αστάθεια της Αθήνας μετά τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα και συσπείρωσε γύρω του τα δυσαρεστημένα τμήματα του πληθυσμού, όπως τους μικροκτηματίες των άγονων ορεινών περιοχών και τους ακτήμονες, γι’ αυτό και η παράταξή του ονομάστηκε των Διακρίων (ή Υπερακρίων ή Επακρίων). Ως τότε στην Αττική κυριαρχούσαν δύο παρατάξεις, των Πεδιακών, που εκπροσωπούσε τους πλούσιους γαιοκτήμονες με αρχηγό τον Λυκούργο, και των Παραλίων, με οπαδούς τους πολίτες μεσαίων εισοδημάτων και με αρχηγό τον Μεγακλή, ο οποίος έκλινε περισσότερο προς τη συνέχιση της μετριοπαθούς πολιτικής του Σόλωνα.

Τεχνάσματα για την εξουσία

Επινοητικός και εξαιρετικά φιλόδοξος ο Πεισίστρατος επιχείρησε τρεις φορές να γίνει τύραννος της Αθήνας. Οι δύο πρώτες τυραννίδες του ήταν βραχύβιες αλλά με την τρίτη ο Πεισίστρατος παρέμεινε στην εξουσία ως τον θάνατό του.

Στην πρώτη του απόπειρα να κατακτήσει την εξουσία ο Πεισίστρατος σκαρφίστηκε το εξής τέχνασμα: αφού τραυματίστηκε μόνος του, εμφανίστηκε στην Αγορά καταματωμένος και άρχισε να διηγείται το πώς, ενώ αυτός υπερασπιζόταν τα δίκαια των αδυνάτων, οι αντίπαλοί του τού επιτέθηκαν και λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν. Οι Αθηναίοι τον πίστεψαν και, για να τον προστατέψουν από τους εχθρούς του, του έδωσαν προσωπική φρουρά 50 κορυνηφόρους (άνδρες οπλισμένους με ρόπαλα). Με «μαγιά» την προσωπική του φρουρά ο Πεισίστρατος, το 560 π.X., συγκέντρωσε και άλλους μισθοφόρους και κατέλαβε την Ακρόπολη και την εξουσία. Όχι όμως για πολύ. Ο Μεγακλής και ο Λυκούργος ξέχασαν τις διαφορές τους, συμμάχησαν εναντίον του και ενωμένοι κατάφεραν να πάρουν την εξουσία από τα χέρια του Πεισίστρατου και να τον εξορίσουν.

Συνέχεια

Η ΤΕΤΜΗΜΕΝΗ ΓΡΑΜΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ


kion1Η Τετμημένη Γραμμή και το Σπήλαιο

Απόσπασμα από το έργο της Janet Coleman

«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ»

                από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους

Η συνεχεία και η σχέση που υφίσταται ανάμεσα στο ορατό και το νοητό μπορεί να εξηγηθεί χρησιμοποιώντας; τη στατική εικόνα μιας γραμμής που χωρίζεται σε δύο άνισα μέρη. Η Τετμημένη Γραμμή είναι μια επιστημολογία που περιγράφει τη σχέση μεταξύ καταστάσεων του νου που ονομάζονται δοξασία/πίστη και γνώση από τη μία και ανάμεσα στον φυσικό και νοητό «κόσμο» από την άλλη. Τα αντικείμενα τη; δόξας (αληθινή πεποίθηση/γνώμη) σχετίζονται με τα αντίστοιχα της επιστήμης (γνώση), όπως σχετίζεται η ομοιότητα κάποιου πράγματος με αυτό στο οποίο ομοιάζει (509d, 510a). Η ομοιότητα είναι το κλειδί. Ο Πλάτωνα; δεν υποστηρίζει ότι ο κόσμος τον οποίο αισθανόμαστε και για τον οποίο έχουμε πεποιθήσεις και γνώμες δεν είναι πραγματικό;, αλλά ότι αυτός ο κόσμο; δεν είναι η συνολική πραγματικότητα. Ο ορατός κόσμος είναι ένας κόσμος αλλαγή; και χαρακτηρίζεται από το γίγνεσθαι, ενώ ο νοητό; κόσμο; είναι σταθερό; και αμετάβλητος και χαρακτηρίζεται από το είναι. Ο ορατός κόσμο; ομοιάζει, είναι παρόμοιο;, βρίσκεται στη διαδικασία τού να γίνει αυτό το οποίο ο νοητός κόσμος είναι. Η πλατωνική εικόνα τη; Τετμημένη; Γραμμή; εδράζεται στο δόγμα των Ιδεών, το οποίο «σώζει τα φαινόμενα» του αισθητού κόσμου, και δεν τον υποβιβάζει στην κατάσταση του μη όντος. Όλα τα πράγματα εξαρτώνται από τα Είδη για το βαθμό τη; πραγματικότητα; τον οποίο έχουν. Η Τετμημένη Γραμμή απεικονίζει καταστάσεις του νου και τα αντίστοιχα «αντικείμενά» τους, ιδωμένα με διαφορετικού; τρόπου; και αναφορικά με διαφορετικού; βαθμούς κατανόησης.[1]

Συνέχεια

Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ


kion1Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ*

 

Αντίστοιχο κεφάλαιο από το βιβλίο του George Steiner

«ΑΝΤΙΓΟΝΕΣ» (σελ. 464-469)

(Ο μύθος της ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ στην λογοτεχνία, τις τέχνες και τη σκέψη της εσπερίας)

Γιατί αυτή η αδιάκοπη επιβολή των ελληνικών μύθων στην φαντασία της Δύσης; Γιατί μια δράκα ελληνικών μύθων, μεταξύ των οποίων και αυτός της Αντιγόνης, να επανέρχονται στην τέχνη και την σκέψη του εικοστού αιώνα, σε βαθμό που να γίνονται σχεδόν έμμονες ιδέες; Γιατί δεν υπάρχει τέλος για τον Οι- δίποδα, τον Προμηθέα, τον Ορέστη, τον Νάρκισσο, γιατί δεν αναπαύονται εν ειρήνη στην αρχαιολογία; Ρητά και υπόρρητα, αυτό ήταν το ερώτημα που υποφώσκει σε τούτη την μελέτη.

Οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, οι ανθρωπολόγοι, οι ψυχολόγοι, ακόμη και οι θεολόγοι έχουν δώσει απαντήσεις. Πολλές από τις απαντήσεις είναι σαγηνευτικές. Επειδή οι ελληνικοί μύθοι κωδικοποιούν ορισμένες πρωταρχικές βιολογικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις και αντιλήψεις του Εγώ στην ιστορία του ανθρώπου, διαρκούν ως ζωντανή κληρονομιά στην συλλογική μνήμη και αναγνώριση. Επιστρέφουμε σε αυτούς, όπως επιστρέφουμε στις ψυχικές μας ρίζες (αλλά τότε, γιατί άραγε δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, οικουμενικοί και ίσης σπουδαιότητας για όλους τους πολιτισμούς, Δύσης και Ανατολής;). Μας βεβαιώνουν πως τα ίδια τα θεμέλια των τεχνών και του πολιτισμού μας είναι μυθικά. Έχοντας πάρει από την αρχαία Ελλάδα τα ουσιαστικά στοιχεία της δυτικής ορθολογικότητας, των πολιτικών θεσμών, των αισθητικών μορφών, πήραμε μαζί και την μυθολογία, από την οποία αυτά τα ουσιώδη στοιχεία άντλησαν την συμβολική τους ιστορία και εγκυρότητα. Οι θεολόγοι λένε ότι τα Θεοφάνεια και τα Πάθη του Χριστού αντιπροσωπεύουν την υπέρτατη συμβολική πράξη της δυτικής φαντασίας. Μετά τον Χριστό, ο οποίος είναι ο Λόγος, ο Θεός δεν απευθύνεται άμεσα στην φαντασία των θνητών επειδή όμως ο Χριστός είναι, επίσης, η αλήθεια, η απεριόριστη κληρονομιά που αφήνει είναι η κληρονομιά της πίστης, της εικονικής αναπαράστασης, της προσωπικής imitatio, μάλλον, παρά η κληρονομιά του μύθου.

Συνέχεια

ΠΥΡΡΟΣ – Βασιλιάς της Ηπείρου


kion1Πύρρος – Βασιλιάς της Ηπείρου (319-272 π.Χ.)

 

Βάσα Κοντορίνη

 Καθηγήτρια Επιγραφικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Βασιλιάς της Ηπείρου, γιος του Αιακίδου και της Φθίας. Ανήλθε στο θρόνο της Ηπείρου αρχικά σε ηλικία 12 ετών, με τη βοήθεια του Δημητρίου, ο οποίος όμως τον έστειλε ως όμηρο στην Αίγυπτο το 298 π.Χ. Το επόμενο έτος ο Πτολεμαίος τον έστειλε πάλι στην Ήπειρο ως συμβασιλέα του εξαδέλφου του Νεοπτολέμου, τον οποίο και φόνευσε το 296 π.Χ. στη διάρκεια ενός δείπνου. Βοήθησε το Βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο εναντίον του αδελφού του Αντιπάτρου και έλαβε ως αντάλλαγμα μακεδονικές επαρχίες και την Ακαρνανία.

Παντρεύτηκε τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλέους. Ήρθε σε διαμάχη με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και από το 288 μέχρι το 284 π.Χ. ήταν Βασιλιάς και της Μακεδονίας. Τότε ηττήθηκε από τον Λυσίμαχο και περιορίστηκε στην Ήπειρο.

Φιλοδόξησε να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο και να επεκτείνει το κράτος του προς Δυσμάς. Επικεφαλής στρατού 30 χιλιάδων μπήκε στην Ιταλία περί το 280 π.Χ. Έπειτα από πολεμικές περιπέτειες πέντε ετών και μεγάλες νίκες εναντίον των Ρωμαίων, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ήπειρο περί το 275 π.Χ., μετά την ήττα στο Βενεβέντο. Ανέλαβε και πάλι εκστρατεία εναντίον του Αντιγόνου στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο. Πολιορκώντας τη Σπάρτη πληροφορήθηκε την έλευση του Αντιγόνου, έσπευσε στο Άργος, έπεσε σε ενέδρα των Σπαρτιατών και τέλος σκοτώθηκε σε οδομαχίες στο Άργος – όπως λένε από πτώση κεραμιδιού.

Ο Πύρρος είχε μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες – θεωρείται από τους πιο σημαντικούς στρατηγούς στην παγκόσμια ιστορία – ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και σφράγισε τις τελευταίες μεγάλες στιγμές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η βασιλεία του Πύρρου, εξαιρετικά πολυκύμαντη λό­γω της εκρηκτικής του προσωπικότητας, υπήρξε η σημαντικότερη περίοδος στην ιστορία της αρχαίας Ηπείρου. Το κράτος του, η συμμαχία των Ηπειρωτών υπό την κυριαρχία των Μολοσσών βασιλέων, τότε όχι μόνον απέκτησε τη μεγαλύτερή του έκταση, αλλά έγινε μια από τις πρωτεύουσες δυνάμεις του κόσμου που αναδύθηκε από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, του ελληνιστικού.

Συνέχεια