Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ


kion1ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΗ Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

 ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ

Χημικός Μηχανικός Ε.Μ.Π., απόφοιτος έτους 1945, τ. Επιμελητής Ε.Μ.Π.

Επίτιμος Γενικός Διευθυντής Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε

  1. Αρχαίο ελληνικό τσιμέντο 2. Αρχαίο ελληνικό μπετόν 3000 χρόνων 3. Βυζαντινά κεραμοκονιάματα και κεραμομπετόν και εφαρμογές τους στην κατασκευή «υποθερμαινόμενων δαπέδων»

 

Φωτ. 1: Ε. Ευσταθιάδη: Αυτούσιο δείγμα αρχαίου ελληνικού μπετόν.Από την υδατοδεξαμενή της πόλης της αρχαίας Καμείρου της νήσου Ρόδου

Το περιεχόμενο της εργασίας αφορά και στοχεύει ουσιαστικά στην ανάδειξη- παρου­σίαση και υπογράμμιση της υψηλής στάθμης της εξειδικευμένης «αρχαίας ελληνικής τεχνολογίας υλικών κατασκευών».

Η εξειδικευμένη «αρχαία ελληνική τεχνολογία υλικών κατασκευών» ξεκινά από τους αρχαίους Έλληνες μηχανικούς της αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου, με την παγκοσμί­ως πρωτοποριακή παραγωγή ελληνικού δυαδικού υδραυλικού τσιμέντου και μπετόν και συνεχίζοντας την εξελικτική πορεία της ανά τους αιώνες, φθάνει κληρονομούμενη από γενεάς εις γενεά, στους Έλληνες μηχανικούς της Βυζαντινής περιόδου.

Αυτοί, όπως οι πρόγονοί τους συμβάλλουν υποδειγματικά, συνεισφέροντας νέες ανά­λογες επινοήσεις στον τομέα αυτό, με την παραγωγή δυαδικού υδραυλικού κεραμοκονι-άματος (κουρασάνι) και κεραμομπετόν για υποθερμαινόμενα δάπεδα (υπόκαυστα) κ.λπ.

Τα αξιόλογα αυτά πρωτότυπα θέματα που ανήκουν στην ιστορία της ελληνικής τεχνο­λογίας, υπήρξαν αντικείμενα εργαστηριακών και ερευνητικών μου τεχνολογιών κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ακαδημαϊκής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας μου αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, όπως:

Ι. -Η άγνωστη, διεθνώς μέχρι το 1978, γενομένη αποκάλυψή μου, της μεθοδολογίας-Τεχνολογίας, που χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες μηχανικούς της αρχαϊ­κής και κλασσικής αρχαιότητας για την παραγωγή «ελληνικού τσιμέντου» σε «δυαδική μορφή», παραγόμενο όμως με άλλη εντελώς διαφορετική τεχνολογία, προσαρμοσμένη στα τότε τεχνολογικά δεδομένα και τις τότε ανάγκες. Σήμερα, η τεχνολογία, αντιθέτως, χρησιμοποιεί βαριές ογκώδεις εγκαταστάσεις, μη αναγκαίες εκείνη την εποχή, προσαρ­μοσμένη στα διεθνή τεχνολογικά δεδομένα και στις σημερινές πολύ μεγάλες ποσοτικές κυρίως ανάγκες και ταχύτητες προωθήσεως για περαίωση των έργων.

Κοινό γνώρισμα ιδιοτήτων των δύο ως άνω τσιμέντων (αρχαίου ελληνικού δυαδικής μορφής και σημερινού με την ονομασία «τσιμέντο Πόρτλαντ») είναι ότι με την προσθήκη νερού σχηματίζουν και τα δύο τις ίδιες «υδραυλικές χημικές ενώσεις» δηλαδή τα «ένυ­δρα πυριτικά ασβέστια».

Αναλυτικότερα, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες τεχνολογικές διαφορές μεταξύ τους για την παραγωγή των δύο ως άνω τσιμέντων, διακρίνουμε:

 α. Για την παραγωγή του σημερινού τσιμέντου Πόρτλαντ χρησιμοποιούνται διεθνώς από τις τσιμεντοβιομηχανίες δύο βασικές πρώτες ύλες, ο ασβεστόλιθος και η άργιλος σε αναλογία βαρών 75% προς 25% αντίστοιχα. Οι δύο αυτές πρώτες ύλες αλέθονται σε ειδικούς «σφαιροφόρους μύλους» και το μίγμα τους σε λεπτή σκόνη, επειδή μοιάζει με αλεύρι ονομάζεται «φαρίνα». Η φαρίνα αυτή διοχετεύεται από μία μεγάλη χοάνη στον αργά περιστρεφόμενο και με κλίση ως προς το οριζόντιο επίπεδο κυλινδρικό μεταλλικό μεγάλου μήκους φούρνο (κάμινο). Η κάμινος αυτή εσωτερικά έχει επέν­δυση από ειδικά πυρότουβλα και έτσι η φαρίνα αυτή ρέει προς το άλλο χαμηλότερο άκρο της καμίνου. Στη συνέχεια ψήνεται καθ’ όλη τη διαδρομή της από τα θερμότατα καυσαέρια, που προέρχονται από την καύση του καυσίμου- υγρού ή κονιοποιημένου στερεού- μέσω ενός ακροφυσίου (μπέκ) που ευρίσκεται στο κάτω άκρο της καμίνου. Εκεί, αναπτύσσονται υψηλές θερμοκρασίες, μέχρι 1450 °C και τελικά από το κάτω άκρο το χαμηλότερο της καμίνου ρέει και εξέρχεται ψημένο υλικό, με τις πυροχημικές ενώσεις του, στον ελεύθερο αέρα υπό μορφή ερυθρόπυρων βώλων μεγέθους μέχρι πορτοκάλι. Όταν κρυώσει, μεταφέρεται στους «σφαιρόμυλους» όπου αλέθεται σε λεπτότατη σκόνη και αυτή είναι το γνωστό μας σήμερα «τσιμέντο Πόρτλαντ». Από την απλοποιημένη αυτή περιγραφή της σημερινής τεχνολογίας για την παραγω­γή του σύγχρονου «τσιμέντου Πόρτλαντ» ας συγκρατήσουμε για σύγκρισή της, την εντελώς διαφορετική τεχνολογία που χρησιμοποιείτο στην αρχαιότητα για την παρα­γωγή του «αρχαίου ελληνικού δυαδικού τσιμέντου». Βασικές λεπτομέρειες δεν υπήρ­χαν τότε και ήταν 100% περιττές στην επινοηθείσα από εκείνους τους πρωτοπόρους αρχαίους Έλληνες, τεχνολογία τους.

β. Για την παραγωγή του σημερινού τσιμέντου χρησιμοποιείται μόνο μία (1) κάμινος, η περιστρεφόμενη. Αντίθετα για την παραγωγή του αρχαίου ελληνικού δυαδικού τσι­μέντου χρησιμοποιούντο δύο (2) κάμινοι και δη πρώτον το ηφαίστειο, που είναι μία αρίστη φυσική και αδάπανη κάμινος, και δεύτερον το ασβεστοκάμινο. Σε καθεμία από τις δύο αυτές κάμινους παραγόταν χωριστά το κάθε ένα από τα δύο χωριστά βασικά συστατικά του δυαδικού τσιμέντου τους και δεν χρειαζόταν περιστρεφόμενη κάμινος.

γ. Για την προετοιμασία των δύο (2) πρώτων υλών (ασβεστόλιθος-και άργιλος) πριν εισαχθούν στην περιστρεφόμενη κάμινο για να ψηθούν σαν μίγμα (φαρίνα) προηγείται πρώτον ξήρανση της αργίλου για να ακολουθήσει η κονιοποίησή της στους σφαιρό-μυλους και άλεση επίσης του ασβεστόλιθου στους σφαιρόμυλους. Ομοίως το τελικό ψημένο υλικό -το κλίνκερ- πρέπει και αυτό να κονιοποιηθεί στους σφαιροφόρους μύλους. Όλα αυτά τα στάδια των εργασιών και των δαπανηρών εγκα­ταστάσεων δεν χρειάζονταν στο αρχαίο ελληνικό τσιμέντο, δηλαδή ούτε ξηραντήριο ούτε σφαιρόμυλοι.

δ. Το σημερινό τσιμέντο Πόρτλαντ απαιτεί για τη συσκευασία του στεγανούς σάκους για να μη καταστραφεί από την υγρασία του αέρος κατά την αποθήκευσή τους. Αντίθετα, κανένα από τα δύο χωριστά συστατικά του αρχαίου ελληνικού τσιμέντου δεν υπόκειται σε καταστροφή όταν βραχεί και για το λόγο αυτό δεν χρειαζόταν τότε στεγανή συσκευασία.

Ας δούμε τώρα την εντελώς διαφορετική τεχνολογία παραγωγής τσιμέντου στην αρ­χαία Ελλάδα και ειδικότερα στη νήσο Θήρα (Σαντορίνη), καθώς επίσης και τις διαφορές της από τη σημερινή τεχνολογία. Για την παραγωγή του δυαδικού τους τσιμέντου, οι Έλληνες τεχνικοί χρησιμοποιούσαν δύο επίσης πρώτες ύλες, τις οποίες υπέβαλαν προη­γουμένως σε ενδεδειγμένη επεξεργασία και συγκεκριμένα:

  1. Τη φυσική Θηραϊκή γη, η οποία εκτινασσόταν από το ηφαίστειό της και κάλυπτε, με την επενέργεια του ανέμου, ολόκληρη την επιφάνεια της νήσου Θήρας. Το υλικό αυτό ήταν ήδη ψημένο μέσα στα έγκατα της γης. Προερχόταν από φυσικά γαιώδη συστα­τικά, που είχαν ήδη υποστεί υψηλή θερμική κατεργασία, με σχηματισμό νέων «πυ-ροχημικών ενώσεων» πριν εκτιναχθούν από τα βάθη του ηφαιστείου στον ελεύθερο αέρα. Η κοκκομετρική σύσταση της φυσικής αυτής ηφαιστειακής Θηραϊκής γης περιέ­χει, 20% κατά βάρος περίπου, ιδιαίτερα λεπτότατο συστατικό- που είναι και το σπου­δαιότερο.- Το υπόλοιπο αποτελείται από κόκκους διαφόρων μεγεθών ελαφρόπετρας (κισσήρεως), αλλά και κόκκους διαφόρων μεγεθών πυκνών βαρέων ηφαιστειακών πετρωμάτων. Από προγενέστερες προφανώς τεχνικές εργασίες τους και από τη μακρά εμπειρία τους οι αρχαίοι Έλληνες μηχανικοί είχαν επισημάνει ότι: το λεπτότατο αυτό φυσικό συστατικό της Θηραϊκής γης, όταν το αναμίγνυαν με ασβέστη, ο οποίος τους ήταν ήδη από παλαιότερα γνωστός, έδινε μετά την πήξη και σκλήρυνσή του μία μάζα η οποία παρουσίαζε καλύτερες ιδιότητες, φυσικές και μηχανικές (τριβής, σκληρότητας κ.λπ.) έναντι άλλων μιγμάτων που περιείχαν όλα τα είδη των συνυπαρχόντων κόκ­κων βαρέων πετρωμάτων και ελαφρόπετρας στη Θηραϊκή γη.

Έτσι, οδηγήθηκαν στην αναζήτηση μίας ενδεδειγμένης ευφυούς μεθοδολογίας διαχω­ρισμού του σπουδαιότατου λεπτότατου συστατικού της Θηραϊκής γης από τις υπόλοιπες συμπαρομαρτούσες κοκκώδεις ελαφρότερες ή και βαρύτερες ύλες, ακόμη και από υπο­λείμματα φυτικά. Τέλος, κατέληξαν να χρησιμοποιήσουν και εδώ μία γνωστή τους ήδη μεθοδολογία που εφάρμοζαν και στη μεταλλουργία για τον καθαρισμό της πρώτης ύλης (των μεταλλευμάτων), αλλά επίσης και για την παραγωγή των λεπτότατων γαιωδών φυ­σικών τους χρωστικών πρώτων υλών, ξεχωρίζοντάς τη με τη μέθοδο του υδαταιωρήμα-τος από ακατέργαστες γαιώδεις ποικίλου μεγέθους κόκκων πρώτες ύλες, που τους ήταν απαραίτητες για τη βαφή και ζωγραφική των υπέροχων κεραμικών βάζων και αγγείων τους. Η υπέροχη αυτή μεθοδολογία του «υδαταιωρήματος» που εφάρμοζαν στην πράξη για τη λήψη του λεπτότατου συστατικού από τη χονδρόκοκκη Θηραϊκή γη ήταν η εξής:

  1. Σε μεγάλα δοχεία ή σε κτιστές στο έδαφος δεξαμενές γεμάτες με θαλασσινό νερό προ-σέθεταν ποσότητα Θηραϊκής γης και την αναμίγνυαν έντονα, ώστε να προκύψει ένα αιώρημα με διαχωρισμένα όλα τα μεγέθη των κόκκων.
  2. Απομάκρυναν τα επιπλέοντα στο νερό συστατικά, δηλαδή την ελαφρόπετρα και τα φυτικά υπολείμματα.
  3. Ακολουθούσε αμέσως μετάγγιση του θολού αιωρήματος που περιείχε το λεπτότατο μόνο συστατικό της Θηραϊκής γης σε άλλα δοχεία, ή σε χαμηλότερα κειμένη δεξαμε­νή. Η μετάγγιση αυτή γινόταν χωρίς να παίρνουν το ανεπιθύμητο βαρύτερο κοκκώδες υλικό που είχε καθιζήσει στον πυθμένα του δοχείου ή της πρώτης υψηλότερα κειμένης δεξαμενής, το οποίο όμως το χρησιμοποιούσαν για άλλες τεχνικές τους εργασίες.
  4. Άφηναν σε ηρεμία το θολό υδαταιώρημα επί 24/ωρο. Ακολουθούσε η προσεκτική μετάγγιση και απομάκρυνση μόνο του καθαρού πλέον θαλάσσιου ύδατος, μετά την καθίζηση που είχε μεσολαβήσει του πολύτιμου λεπτότατου συστατικού του αιωρήμα­τος στον πυθμένα της δεξαμενής. Εν συνεχεία, το συνέλεγαν προς φύλαξη, για να χρησιμοποιηθεί ως έχει, ως ένα από τα δύο συστατικά του δυαδικού τσιμέντου τους. Το πολύτιμο αυτό «λεπτότατο συστατικό της Θηραϊκής γης» είναι πλούσιο σε «άμορ­φο πυριτικό οξύ», ή αλλιώς όπως λέγεται σε «δραστικό ή ενεργό πυριτικό οξύ». Αυτό σημαίνει ότι, όταν τούτο αναμιχθεί στο έργο με ένα άλλο και σε κατάλληλη αναλογία υλικό (ο γνωστός τους από παλαιότερες ακόμη εποχές « ασβέστης») και προστεθεί στο μίγμα το αναγκαίο νερό, τότε σχηματίζονται στη μάζα του δυαδικού αυτού μίγμα­τος κατά τη διάρκεια της πήξης και της συνεχιζόμενης με το χρόνο σκλήρυνσής του, νέες σπουδαιότατες χημικές – υδραυλικές όπως ονομάζονται αλλιώς – ενώ­σεις «ένυδρου πυριτικού μονασβεστίου» CaO SiO2-2H2O. Είναι δε ακριβώς ίδιες σαν κι αυτές που σχηματίζονται με την προσθήκη νερού στο σημερινό από τις τσιμεντοβι­ομηχανίες παραγόμενο «τσιμέντο Πόρτλαντ».

Μερικές ακόμη επεξηγήσεις εδώ για το σπουδαιότατο αυτό πρώτο συστατικό του αρ­χαίου ελληνικού δυαδικού τσιμέντου είναι:

  • Ότι το πρώτο αυτό συστατικό είναι ψημένο ήδη μέσα στο ηφαίστειο υλικό, όπου λόγω «πυροχημικών δράσεων» σχηματίστηκε από τα γαιώδη συστατικά του, με τη δράση υψηλών θερμοκρασιών το «ελεύθερο άμορφο πυριτικό ή αλλιώς καλούμενο δραστικό πυριτικό οξύ» και το οποίο επομένως δεν χρειάζεται κανένα δεύτερο ψήσιμο μέσα σε περιστρεφόμενες τεράστιες καμίνους των σημερινών ανά την υφήλιο τσιμεντοβιομη­χανιών.
  • Το λεπτότατο αυτό συστατικό που ελαμβάνετο με τη «μέθοδο του υδαταιωρήματος», ήταν τόσο λεπτό, ώστε ήταν περιττή η πρόσθετη άλεσή του, όπως συμβαίνει με τους σημερινούς δαπανηρότατους λόγω φθορών και μεγάλης ποσότητας απαιτούμενης ηλεκτρικής ενέργειας, για τη λειτουργία τους, «σφαιροφόρους μύλους» των τσιμε­ντοβιομηχανιών.
  • Σε αντίθεση με το σημερινό τσιμέντο Πόρτλαντ, το οποίο κατά την αποθήκευσή του κ.λπ. πρέπει να προφυλάσσεται αεροστεγώς από τη δράση όχι μόνο του νερού, αλλά ακόμη και από την υγρασία του αέρος, διότι αλλιώς θα καταστραφεί πριν καν χρησι­μοποιηθεί, το λεπτότατο συστατικό του αρχαίου ελληνικού τσιμέντου, δεν υφίσταται καμία απολύτως δυσμενή ποιοτική μεταβολή, ακόμη και αν κορεστεί με νερό και για αυτό το λόγο δεν χρειαζόταν κατά την αρχαία εκείνη εποχή καμία απολύτως στεγανή συσκευασία.

Όπως προαναφέραμε, το δεύτερο συστατικό του αρχαίου δυαδικού ελληνικού τσιμέ­ντου ήταν ο γνωστός τους «ασβέστης» τον οποίο παρήγαγαν με πύρωση του « ασβεστό­λιθου» σε απλό καμίνι και τον οποίο με προσεκτική, ολίγο κατ’ ολίγο με νερό διαβροχή, τον μετέτρεπαν στο έργο, λίγο πριν τη χρησιμοποίησή του, αυτόματα με τον τρόπο αυτό σε «σβησμένη κονιοποιημένη άσβεστο» χωρίς δηλαδή την ανάγκη άλεσής του με σφαι-ρόμυλους ή ακόμη με την προσθήκη λίγο περισσότερου νερού τον μετέτρεπαν σε πολτό άσβεστου, που και αυτός δεν χρειάζεται άλεση.

Με την ανάμιξη τώρα στο έργο των δύο χωριστών αυτών βασικών συστατικών του δυ­αδικού τσιμέντου τους και στην ενδεδειγμένη μεταξύ τους αναλογία, που ήταν απόρροια της εμπειρίας του μηχανικού, ή ακόμη απόρροια πειραματικών προ της εκτέλεσης του έργου προδοκιμών, παρήγαγαν επί τόπου το «δυαδικής μορφής ή συστάσεως τσιμέντο τους». Από το τσιμέντο αυτό, στη συνέχεια με προσθήκη και άμμου (φυσικής, θαλάσ­σης ή ποταμού) παρήγαγαν τσιμεντοκονίαμα, ή ακόμη με την προσθήκη επί πλέον και χαλίκων (θαλάσσης ή ποταμού) παρήγαγαν και μπετόν. Η «τεχνολογία του μπετόν» είχε φθάσει σε αξιοθαύμαστα υψηλά επίπεδα με την κατασκευή μεγάλου όγκου στεγανών δεξαμενών, όπως π.χ. αυτή της αρχαίας Καμείρου.

  ΙΙ. Η αποκάλυψη:

 α. Της ύπαρξης αρχαίου ελληνικού έργου από μπετόν και συγκεκριμένα μίας μεγάλης από μπετόν υδατοδεξαμενής στα ερείπια της αρχαίας πόλεως Κάμειρος στη νήσο Ρόδο και για την οποία δεν είχε αναφερθεί μέχρι το 1978- οπότε δημοσιεύτηκε η ερευνη­τική εργαστηριακή εργασία μου με τίτλο «ελληνικό μπετόν τριών χιλιετηρίδων»- ότι το υλικό κατασκευής της είναι ένα τεχνολογικά θαυμάσιο, υψηλής ποιότητας καλά μελετημένο στεγανό μπετόν, και

β. Της αξιοθαύμαστης, υψηλής στάθμης τεχνολογίας σκυροδέματος, την οποία είχαν αναπτύξει και προωθήσει οι αρχαίοι Έλληνες μηχανικοί, όταν κατασκεύαζαν στην αρχαία Κάμειρο τη στεγανή από μπετόν υδατοδεξαμενή τους, χωρητικότητας 600 κυ­βικών μέτρων και η οποία, αποτελεί μοναδικό μνημείο, σύμβολο της υψηλής στάθμης τεχνολογίας των υλικών κατά την αρχαία ελληνική περίοδο.

Για το λόγο αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο να συντηρηθεί το ταχύτερο με ιδιαίτερα με­γάλη προσοχή και επιμέλεια για να αποφευχθεί η επερχόμενη καταστροφή της από την επιβλαβή δράση των εντονότατων πλέον διαβρωτικών παραγόντων του περιβάλλοντος και να επιζήσει απαραίτητα εκεί στη θέση της για τις επερχόμενες γενεές σαν το τελευ­ταίο υπαρκτό δείγμα του «υπέροχου τεχνικού πνεύματος των άξιων προγόνων μας». Τη λεπτομερή περιγραφή της τεχνολογίας του μπετόν που επινόησαν, δημιούργη­σαν, ανέπτυξαν και εφάρμοσαν στα έργα οι πρωτοπόροι επί γης από την αρχαιότητα Έλληνες μηχανικοί και η οποία εμφανίζεται ζωντανά στο έργο της υδατοδεξαμενής αυτής στην αρχαία Κάμειρο της νήσου Ρόδο, την έχω διατυπώσει σε μικρό εγχειρίδιό μου το 1978 με μέριμνα του ΚΕΔΕ (Κεντρικό Εργαστήριο Δημοσίων Έργων) του τ. Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ύστερα από την πρωτοδημοσίευσή της στο τριμηνιαίο περιοδικό του εργαστηρίου τούτου. Ανάλογες δε περιληπτικές δημοσιεύσεις ακολού­θησαν επίσης στα περιοδικά «ΑΕΡΟΠΟΣ τεύχος Ιανουαρίου 1999» και στο περιοδικό «ΔΑΥΛΟΣ» τεύχος 226, Οκτώβριος 2000, τεύχος 233, Μάιος 2001 και τεύχος 253, Ιανουάριος 2003 και 256, Απρίλιος 2003.

 

Φωτ. 2: Υδατοδεξαμενή από μπετόν στην αρχαία Κάμειρο της νήσου Ρόδου, με τηλιθοδομή που κτίστηκε αργότερα, κατά τον 33° π.Χ. αιώνα σαν βάση «Δωρικής Στοάς» πάχους 1.60 μέτρων, μήκους 200 μέτρων και έτσι αχρηστεύθηκε τότε η υδατοδεΤαμενή

 Έργα από αρχαίο ελληνικό μπετόν στον Ιλισσό και στην Πάλαιρο Ακαρνανίας.

 Μία απλή υπόμνηση μόνο θα κάνω στο σημείο αυτό και θα αναφερθώ σε ένα υπέροχο ακόμη αρχαίο ελληνικό τεχνικό έργο από μπετόν, που υπήρχε μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα μ. Χ., στο κέντρο των Αθηνών, πίσω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός και συγκεκριμένα, σε μία ωραιότατη γέφυρα στον ποταμό Ιλισσό, χτισμένη με επί μέρους προκατασκευασμένα κανονικής γεωμετρικής μορφής δομικά στοιχεία, το υλικό των οποί­ων ήταν ένα αρίστης ποιότητας στεγανό και σημαντικών μηχανικών αντοχών «μπετόν» ανάλογο με εκείνο της μεγάλης και διασωζόμενης μέχρι σήμερα υδατοδεξαμενής από «μπετόν» της αρχαίας Καμείρου στη νήσο Ρόδο.

Το μπετόν της γέφυρας αυτής πρέπει να ήταν αρίστης ποιότητας αλλιώς δεν θα είχε διασωθεί τόσους αιώνες υπερνικώντας τη φθοροποιό δράση του χρόνου και θα συνέχιζε την ύπαρξή της και στο μακρινό μέλλον ακόμη, αν δεν επενέβαινε ατυχώς το ανθρώπινο χέρι να την αποκαθηλώσει για λόγους αναμόρφωσης εκείνης της περιοχής.

Πληροφοριακά σημειώνω εδώ ότι στην αρχαία αυτή γέφυρα του Ιλισσού ποταμού έχει αναφερθεί ο αείμνηστος καθηγητής Ε.Μ.Π., Χημικός Μηχανικός, Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Αλέξανδρος Βουρνάζος στη « Συνεδρία της 14ης Απριλίου 1927 της Ακαδημίας Αθηνών » όπου κάτω από το μεστό περιεχομένου τίτλο « Εφηρμοσμένη Χημεία» είπε:

«Η οικοδομική τέχνη μετεχειρίσθη την θηραϊκή γην προς σκευασίαν κονιαμάτων από εποχής παλαιότατης, και κατά την παράδοσιν η παρά των αρχαίων Ελλήνων ποιηθείσα επί του Ιλισσού γέφυρα εδομήθη δια χαλίκων και κονιάματος θηραϊκής γης, του οποίου η μεταχρόνιος σκληρότης υπήρξε τουλάχιστον ίση προς την των χαλίκων. Φαίνεται όθεν ότι αι αξιόλογοι ιδιότητες της ηφαιστείου γης διεγνώσθησαν από των χρόνων εκείνων

Πρόσθετο, σήμερα στοιχείο της σημαντικότατης εκείνης διατυπώσεως του καθηγητή και δη «κατά την παράδοσιν….» είναι ότι ο «ΔΑΥΛΟΣ» πρωτοποριακά προέβη στη δημο­σίευση καταπληκτικής πρωτότυπης εικόνας της γέφυρας αυτής, στο τεύχος 256 (Απρίλι­ος 2003) και η οποία αποτελεί μεγάλη αρχαιολογική αποκάλυψη για την αξία του απεικο­νιζόμενου αρχαιοελληνικού τεχνικού έργου από μπετόν εντός της πόλεως των Αθηνών.

Μελετώντας κανείς την εικόνα της αρχαιοελληνικής αυτής γέφυρας του Ιλισσού ποτα­μού και τις Αθηναίες με τα καλαμένια πανέρια τους να πλένουν στα νερά του τα υφασμά­τινα είδη του νοικοκυριού τους, μπορεί να επεκτείνει τη σκέψη του και να διαβλέψει ότι λίγο μακρύτερα απ’ τη γέφυρα αυτή, προς τα κατάντη, θα είχαν κατασκευάσει και μικρού ύψους φράγμα από καλής ποιότητος μπετόν επίσης, για τη δημιουργία του αναγκαίου εκεί ταμιευτήρος ύδατος κατά την περίοδο των βροχών, για τη μερική κάλυψη των ανα­γκών τους σε νερό. Οι εμφανείς κυβόλιθοι των βάθρων των κατακόρυφων επιφανειών του καταστρώματος και των θόλων της γέφυρας ήσαν προκατασκευασμένοι από καλής ποιότητος μπετόν και χρησιμοποιούντο κατά τη δόμησή τους ως ξυλότυπος, ακολουθού­σε δε, παράλληλα και σταδιακά, η πλήρωση των βάθρων, των θόλων και του οριζόντιου τμήματος του καταστρώματος της γέφυρας με επίσης καλής ποιότητος μπετόν, με βάση το θηραϊκό τσιμέντο, δηλαδή το «αρχαίο ελληνικό δυαδικής συστάσεως τσιμέντο». Άλλο ένα ακόμη αξιοσημείωτο παράδειγμα της υψηλής στάθμης της τεχνολογίας στην παρα­γωγή των αρχαίων ελληνικών τσιμεντοκονιαμάτων και του αρχαίου ελληνικού μπετόν είναι τα δείγματα που προσκόμισε ο κ. Π.Λ. Κουβαλάκης από την αρχαία υδατοδεξαμενή στην πόλη της αρχαίας Παλαίρου (έναντι της νήσου Λευκάδος), την οποία θα ζήλευαν και σήμερα να την είχαν στα καθημερινά έργα τους οι τεχνικοί της πράξεως, παράλληλα με την αξιοθαύμαστη διάρκεια ζωής των προϊόντων, που μετριέται σε χιλιετίες.

ΙΙΙ. Η πραγματοποίηση εργαστηριακής ερευνητικής εργασίας μου που αφορά στο θαυ­μάσιο για την εποχή του βυζαντινό κεραμοκονίαμα και κεραμομπετόν, το «Κουρασάνι» δηλαδή των Βυζαντινών μηχανικών, την οποία είχα εκτελέσει στα εργαστήρια του Ε.Μ.Π. (κατά τα έτη 1946-1947-1948.

Μετά την ολοκλήρωση της εργαστηριακής αυτής έρευνας προχωρήσαμε με τη συνερ­γασία του αείμνηστου καθηγητή Περικλή Παρασκευόπουλου στην εφαρμογή της με την κατασκευή σε φυσική κλίμακα του «Υπόκαυστου» των Βυζαντινών μηχανικών, δηλαδή «υποθερμαινόμενου δαπέδου» σε δωμάτιο των τότε αποθηκών του Υπουργείου Ανοικο-δομήσεως.

Η έρευνά μου αυτή αλλά και η περιγραφή κατασκευής υποθερμαινόμενου δαπέ­δου αναφέρεται σε συνέντευξή μου στο περιοδικό «ΔΑΥΛΟΣ» τεύχος 253, Ιανουάριος 2003.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τόσο η τεχνολογία παραγωγής του κεραμοκονιάματος και του κεραμομπετόν – «κουρασάνι» – όσο και η εφαρμογή της στην πράξη για την κα­τασκευή «υποθερμαινόμενων δαπέδων» κ.λπ. είναι και αποτελούν αξιοθαύμαστα προϊό­ντα επινοήσεως- ιδίως για την εποχή εκείνη- των Βυζαντινών μηχανικών.

Σε γενικές γραμμές οι οδηγίες για μία τέτοια κατασκευή μπορούν συνοπτικά να δο­θούν ως εξής :

  1. Σε ισόγειο δωμάτιο (χωρίς δάπεδο) θα πρέπει να επιλεγούν οι θέσεις στο μέσο δύο απέναντι παράλληλων τοίχων, όπου στη μια πλευρά θα κτισθεί χαμηλά, σε επαφή με το έδαφος, μια πολύ απλή εστία καύσεως με πυρότουβλα οριζόντια και κατακόρυφα, και σε σχήμα « L » σε επαφή με την τοιχοποιία. Η εστία αυτή δεν θα φέρει άνωθέν της καπνοδόχο.
  2. Η καπνοδόχος θα κατασκευαστεί στο μέσο της απέναντι πλευράς του δωματίου, ώστε τα καυσαέρια να διέρχονται υποχρεωτικά κάτω από το κατάλληλα υπερυψωμένο γι’ αυτό δάπεδο που θα κατασκευασθεί και επί του οποίου πρέπει να προβλεφθεί ανοι-γόμενο κάλυμμα τόσο για την τροφοδοσία της εστίας, όσο και για την απομάκρυνση της τέφρας.
  3. Επάνω στο έδαφος και σε επαφή και με τις τέσσερις εσωτερικές πλευρές της τοιχο­ποιίας θα κτισθεί δρομική οπτοπλινθοδομή από συμπαγείς (χωρίς οπές – για λόγους μεγαλύτερης αντοχής στη φωτιά και διάρκειας ζωής) οπτόπλινθους σε ύψος περί τα 30 εκ. Ως κονίαμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αργιλλοπηλός.
  4. Θα κτισθούν παράλληλες δρομικές σειρές οπτοπλινθοδομών όπως η προηγούμενη πε­ριμετρική, με τα ίδια υλικά και το ίδιο ύψος, που θα έχουν κατεύθυνση από τον τοίχο της εστίας προς τον τοίχο όπου είναι η καπνοδόχος. Τα άκρα των σειρών αυτών δεν θα φθάνουν στις τοιχοποιίες, αλλά θα αφήνουν και στις δύο πλευρές καπναγωγό κενό. Η απόσταση μεταξύ των παράλληλων αυτών σειρών θα είναι κατά 5 περίπου εκατοστά μικρότερη του μήκους των συμπαγών τούβλων, για το λόγο ότι, όταν τοποθετηθούν τα τούβλα αυτά εγκάρσια επάνω στις δομημένες δρομικές σειρές σαν καπάκια, για να σχηματιστούν από κάτω οι παράλληλοι καπναγωγοί, να δύνανται να εδράζονται κατά 2,5 περίπου εκατοστά επάνω στις δρομικές σειρές.
  5. Επάνω στην όλη αυτή, έστω και επιφανειακά ανώμαλη κατασκευή, θα επιστρωθεί κεραμομπετόν πάχους 12 εκ., για την κατασκευή του οποίου θα χρησιμοποιηθούν αμιγή κε­ραμικά αδρανή. Καλό θα είναι να ενισχυθεί το όλο μίγμα κατά την παρασκευή του και με λίγο τσιμέντο, για ταχύτερη ανάπτυξη αντοχών, εφ’ όσον τούτο είναι επιθυμητό. 6. Μετά την ανάπτυξη των αντοχών η επιφάνεια δύνσται να λειανθεί με μηχανικά μέσα όπως τα μωσαϊκά και να στιλβωθεί.

Φωτ. 3: Ε. Ευσταθιάδη: Κοκκομετρημένο αδρα­νές υλικό από το αρχαίο ελληνικό μπετόν τη ς υδατοδεξαμενής της πόλης Κάμειρος της νήσου Ρόδου.)

 Η εφαρμογή του κεραμοκονιάματος – κουρασάνι – είχε επεκταθεί κατά τη Βυζαντι­νή περίοδο και σε άλλες ακόμη δομικές εργασίες και ας ληφθεί υπόψη ότι αποτελούσε συγχρόνως «υδραυλικών ιδιοτήτων κονίαμα» όταν δεν υπήρχε ακόμη τότε το σχετικά πρόσφατα βιομηχανικό προϊόν – το τσιμέντο Πόρτλαντ. Για το λόγο αυτό το συναντά κανείς και σε κατασκευές επιχρισμάτων, κονιαμάτων δομήσεως τοιχοποιιών, ακόμη και στην κατασκευή φούρνων αρτοποιίας και ιδιαίτερα στην κατασκευή εσωτερικού δαπέδου του θερμαινόμενου θαλάμου των φούρνων αρτοποιίας κ.λπ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι το κεραμοκονίαμα και το κεραμομπετόν είναι υδραυλικών ιδιοτήτων υλικά, τα οποία αποτελούνται από κεραμικής συστάσεως αδρανή (κεραμική σκόνη, κεραμική άμμο, κε­ραμικά σκύρα) τα οποία με την προσθήκη ασβέστου και της αναγκαίας ποσότητας νερού σχηματίζουν στη μάζα τους, κατά τη διάρκεια της πήξεως και σκληρύνσεως σημαντικές «υδραυλικές ενώσεις» από «ένυδρα πυριτικά μονασβέστια», δηλαδή ενώσεις σαν κι’ αυ­τές του τσιμέντου Πόρτλαντ, η δημιουργία δε τούτων οφείλεται στην ύπαρξη άμορφου-δραστικού- πυριτικού οξέος που ενυπάρχει στα κεραμικής συστάσεως αδρανή και της χη­μικής δράσεως επ’ αυτού της ασβέστου που προσθέτουμε για να παραχθεί το κονίαμα. Τη χημική αυτή δράση μπορούμε να την παραστήσουμε ως εξής:

Η ύπαρξη του άμορφου πυριτικού οξέος στη μάζα της κεραμοκόνεως, οφείλεται στην «πυροχημική δράση» που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της «οπτήσεως» (ψησίματος) των κεραμουργικών προϊόντων (τούβλα, κεραμίδια), όταν ψήνονται μέσα στην κάμινο, οπότε στη θερμοκρασία περίπου των 400 «C διασπάται από το σύνθετο μόριο της αργίλου – που είναι η πρώτη ύλη των κεραμουργικών προϊόντων – ένα ελεύθερο μόριο πυριτικού οξέος, το οποίο όμως ευρίσκεται σε «άμορφο κατάσταση».

 Την πυροχημική αυτή δράση μπορούμε να την παραστήσουμε ως εξής:

SiO2

Πυριτικό οξύ σε «άμορφο κατάσταση»

+ Ca(OH) 2 + H2O => CaO -SiO2-2H2O

άσβεστος νερό ένυδρο πυριτικό ασβέστιο σβησμένη (Υδραυλική Ένωση) με νερό

α. Al2 O3– 2SiO2-2H2O σύνθετο μόριο αργίλου

180° =>

Al2 O3– 2SiO2 +2H2O διάσπαση από το μόριο της αργίλου του κρυσταλλικού ύδατος και εξάτμισή του

β. Al2 O3– 2SiO2      400°  =>      Al2 O3– SiO2+ SiO2

άμορφο πυριτικό οξύ

 Θα σημειώσουμε ακόμη εδώ ότι το κεραμοκονίαμα και το κεραμομπετόν, όπως επίσης και τα αυτούσια κεραμουργικά προϊόντα (τούβλα, κεραμίδια) έχουν πρόσθετα και μία άλλη ακόμη ιδιότητα και συγκεκριμένα ικανοποιητική «θερμοχωρητικότητα», πράγμα το οποίο σημαίνει ότι, όταν θερμαίνονται αποταμιεύουν στη μάζα τους θερμότητα, την οποί­α αποδίδουν στην ατμόσφαιρα, όταν παύσει η λειτουργία της θερμαντικής πηγής.

Την ιδιότητα αυτή την εκμεταλλεύτηκαν ευφυώς οι Βυζαντινοί μηχανικοί, με την κατασκευή των υπερθερμαινόμενων δαπέδων τους, που λειτουργούσαν τότε σαν τους θερμικούς ηλεκτρικούς θερμοσυσσωρευτές των τελευταίων δεκαετιών.

Από τα προεκτεθέντα αναδεικνύεται η πρωτοποριακή σε παγκόσμια κλίμακα ανάπτυξη της εξειδικευμένης «τεχνολογίας των υλικών» για την κατασκευή έργων από τα βάθη ήδη των χιλιετιών στην αρχαία Ελλάδα. Έτσι επισφραγίζεται η εικόνα της υψηλής στάθ­μης τόσο της «τεχνολογίας» όσο και της «τεχνικής», παράλληλα με όλες τις άλλες λα­μπρές δραστηριότητες του αρχαιοελληνικού πνεύματος, που είναι πασίγνωστες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s