ΟΙ ΔΗΜΗΓΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


kion1Οι δημηγορίες στο έργο του Θουκυδίδη

Αν ο Ηρόδοτος είναι, κατά τον Κικέρωνα, ο πατέρας της Ιστορίας, ο Θουκυδίδης (περ. 460-400 π.Χ.) είναι ο πρώτος, ο οποίος συνέγραψε επιστημονική ιστορία. Οι δημηγορίες του καλύπτουν συγκριτικά ένα μεγάλο μέρος του αξεπέραστου έργου του, το οποίο είναι αφιερωμένο στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Σ’ αυτές παρουσιάζονται όλες οι πτυχές των αιτίων που προσδιορίζουν τις πράξεις των αντιπάλων, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν δίδαγμα για κάθε ιστορικό ως προς τον τρόπο διάρθρωσης του λόγου, ώστε αυτός να αποκτά ενδιαφέρον και να αναλύει σε βάθος το ιστορικό γίγνεσθαι.

Νίκος Λάσκαρης

Διδάκτωρ Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης

        Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο ο Θουκυδίδης συνέθεσε τις δημηγορίες. Τι επιτυγχάνει παρουσιάζοντας σε πρώτο πρόσωπο την ανάλυση της αιτιολογίας των πράξεων δεδομένων ιστορικών στιγμών. Κατ’ αρχάς, προσφέρει μια αμεσότητα στον λόγο, θέτοντας στα χείλη των πρωταγωνιστών τα κίνητρα που τους καθοδηγούν στις πράξεις τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τους καθιστά υπεύθυνους και δικαιολογεί την κριτική, την οποία ασκεί απέναντι τους. Δεύτερον, χρωματίζει με έναν διαφορετικό ρυθμό το έργο του, καθιστώντας το περισσότερο ενδιαφέρον, πιο παραστατικό, εξασφαλίζοντας του ποικιλία. Η χρήση των δημηγοριών και η εκφορά τους σε πρώτο πρόσωπο προσδίδει χάρη στην παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων και ξεκουράζει τον αναγνώστη από τη συνεχή αφήγηση τους.

Από μια άλλη πλευρά, οι δημηγορίες του επιτρέπουν να χειρίζεται τον λόγο και την επιχειρηματολογία του με μεγαλύτερη άνεση, να κάνει παρεκβάσεις στο παρελθόν (μέσω των οποίων οι αγορητές υποστηρίζουν τις θέσεις τους), ψυχολογικές αναλύσεις (με τις οποίες οι ήρωες δικαιολογούν τα κίνητρα τους). Με λίγα λόγια οι δημηγορίες ενισχύουν την πληρότητα του έργου του. Ο συγγραφέας μάλιστα επιλέγει καίρια σημεία της ιστορίας του για να εισαγάγει τις δημηγορίες του, τις οποίες δεν παρεμβάλλει σε δευτερεύοντα γεγονότα. Έτσι αυτές καθίστανται τα πιο πυκνά, πιο επεξεργασμένα και πιο Βαθυστόχαστα μέρη του έργου.

Οι δημηγορίες άλλοτε είναι αυτοτελείς, ενώ άλλοτε λειτουργούν αντιθετικά, προκειμένου να ακουστούν δύο αντίθετες γνώμες, δύο αντίπαλοι με τα επιχειρήματα τους: πρέσβεις μιας πόλης, οι οποίοι αγορεύουν σε μία άλλη, αρχηγοί παρατάξεων που παρουσιάζονται ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου κάθε φορά που καλείται ο δήμος να λάβει απόφαση περί του πρακτέου, ή οι πολέμαρχοι, που επιδιώκουν να παροτρύνουν τους στρατιώτες τους. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι τρεις λόγοι του Περικλή, εκ των οποίων ο δεύτερος είναι ο Επιτάφιος, καθώς και η συνομιλία Αθηναίων – Μηλιών, η οποία παρατίθεται υπό μορφή διαλόγου.

Οι μεμονωμένες δημηγορίες προβάλλουν ιδέες. Οι αντιθετικές δημηγορίες αντιπαραθέτουν ιδέες, τις προσεγγίζουν εκ του σύνεγγυς, διερευνώντας έτσι εξαντλητικά όλες τις απόψεις που παρουσιάζονται σε μια κρίσιμη κατάσταση.

Κάνοντας χρήση των δημηγοριών ο Θουκυδίδης ακολουθούσε μια τάση πολύ γενική στην εποχή του, σύμφωνα με την οποία ο «άγων λόγων» (η ρητορική αγόρευση) είχε θέση σχεδόν παντού, από τα δικαστήρια μέχρι την τραγωδία.

 Η πιστότητα των δημηγοριών

 Έχει απασχολήσει πολύ το ερώτημα κατά πόσον οι δημηγορίες απηχούν τα πραγματικά λόγια των ομιλητών ή πρόκειται για επινοήσεις του συγγραφέα. Ασφαλώς έγιναν αναρίθμητες παρεμβάσεις των ηρώων και εκφωνήθηκαν λόγοι για όλα τα εξιστορούμενα γεγονότα. Ο συγγραφέας αναφέρει επανειλημμένα σε πλάγιο λόγο ότι ο τάδε ήρωας έλαβε τον λόγο και είπε ότι… Μπορεί ο ήρωας να μίλησε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ίσως όχι με τα ίδια λόγια, πιθανώς όμως αυτά εννοούσε ή επεδίωκε να πει. Ο Θουκυδίδης αντιμετωπίζει τον ομιλητή με την προοπτική του βάθους του χρόνου, σε ολόκληρο το έργο για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και όχι μόνο κατά τη δεδομένη στιγμή της ομιλίας. Σημασία έχει ότι παρέστησε τη γενική στάση του αγορητή ενώπιον του ερωτήματος «πόλεμος ή ειρήνη»; Τα υπόλοιπα στοιχεία, τα επιχειρήματα, είναι δευτερεύοντα και ενδέχεται να αποτελούν εφεύρημα του συγγραφέα. Μέσω της φωνής του ομιλητή η ιστορική συγκυρία αποκαλύπτει την κρυφή λογική που τη διέπει (όπως την είχε συλλάβει ο ιστορικός), τις αιτίες που την προκάλεσαν, τη δυναμική της, τις συνέπειες. Ασφαλώς κατά τη σύνθεση των δημηγοριών έπαιξε ρόλο και το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων, το οποίο ήταν μεν γνωστό στον συγγραφέα, αλλά το αγνοούσε ο ομιλητής. Γι’ αυτό στις δημηγορίες απουσιάζουν οι περιττές ασημαντότητες που διακρίνει κανείς σε άλλους ιστορικούς: τα πάντα είναι μελετημένα και αναγκαία.

Είναι φανερό ότι ο Θουκυδίδης είδε και άκουσε τον Περικλή να αγορεύει. Στις περισσότερες όμως από τις άλλες περιπτώσεις – π.χ. στις Συρακούσες – δεν ήταν δυνατόν να παρίσταται.

Οι λόγοι των ομιλητών ίσως να μη παρέχουν μια πλήρη εικόνα της προσωπικότητας τους. Έτσι, όταν εντοπίζονται διαφορές ανάμεσα στη δημηγορία και στα γεγονότα που εκτίθενται στην αφήγηση, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι την αλήθεια θα τη διαπιστώσουμε στην αφήγηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κλέων ψέγει τον δήμο των Αθηναίων για τις παλινδρομήσεις του, είναι όμως γνωστό ότι ο ίδιος υπήρξε, τόσο υπαίτιος για πολλές χαμένες ευκαιρίες για την επίτευξη ειρήνης, όσο και ο πρώτος δημαγωγός.

Την απάντηση σε όλα τα προβλήματα, που ανακύπτουν ως προς τη συγγραφή και το περιεχόμενο των δημηγοριών, την παρέχει ο ίδιος ο συγγραφέας (1, 22): «όσο για τις αγορεύσεις που εκφωνήθηκαν από διαφόρους κατά τις παραμονές του πολέμου και κατά τη διάρκεια του, ήταν δύσκολο να τις αποδώσω με ακρίβεια, τόσο εκείνες που άκουσα ο ίδιος, όσο και εκείνες που άλλοι τις είχαν ακούσει και μου τις ανέφεραν. Γι’ αυτό και τις έγραψα έχοντας υπ’ όψη τι θα έπρεπε να είχαν πει οι ρήτορες, που να αρμόζει καλύτερα στην κάθε περίσταση και ακολουθώντας, όσο ήταν δυνατόν, τη γενική έννοια των όσων είπαν πραγματικά» (η μετάφραση των κειμένων είναι του Αγγέλου Βλάχου).

Άλλωστε κανένας από τους ρήτορες δεν θα ήταν σε θέση να εκτιμήσει τα πάντα τόσο τέλεια κατά τη στιγμή της ομιλίας. Αυτό το έργο θα μπορούσε να πραγματοποιήσει όποιος αφενός μεν είχε τη δυνατότητα να συντάξει μια δημηγορία συσχετίζοντας την με κάποιον άλλη, αφετέρου δε είχε όλο τον χρόνο να τη συντάξει, έστω ενδιάθετα.

Οι δημηγορίες πριν από τον Θουκυδίδη

Τα έπη του Ομήρου εμφορούνται γενικά από το πνεύμα των μακρών διαλόγων και αφηγήσεων μεταξύ θνητών και αθανάτων και στα πλαίσια τους το κείμενο του ίδιου του ποιητή λαμβάνει συνδετικό ρόλο. Αγορεύσεις απαντούν επίσης και στον Ηρόδοτο, ο οποίος όμως δεν επιτρέπει να εκδηλωθούν οι ενδιάθετες δυνάμεις των καταστάσεων. Έτσι, προβάλλονται γενικά οι ανθρώπινοι τρόποι συμπεριφοράς χωρίς εξατομικεύσεις. Αλλά και οι ήρωες των τραγωδιών επιδίδονται συστηματικά σε «αγώνες λόγων». Στον Θουκυδίδη ταιριάζει περισσότερο το πρότυπο των ηρώων, οι οποίοι αποτείνονται στη συνέλευση των αρχηγών και του στρατού. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό των δημοκρατικών ελληνικών πολιτειών ότι οι ηγέτες απευθύνονται σε ένα πλήθος κόσμου, για να εξηγήσουν τις θέσεις τους ή για να αποσπάσουν τη συγκατάθεση του.

Οι δημηγορίες στους ιστορικούς μετά τον Θουκυδίδη

Στα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα (περ. 430-352 π.Χ.) απαντούν 16 δημηγορίες, Στις δημηγορίες αυτές (σε ορισμένες από τις οποίες διαφαίνεται επίδραση του Θουκυδίδη) είναι φανερή η έλλειψη ρητορικών αντιθέσεων, πολιτικού βάθους, επιχειρημάτων και κριτικής διάθεσης. Ο ρόλος τους είναι περισσότερο διακοσμητικός, ώστε να διακόπτουν τη μονοτονία της αφήγησης. Οι ρήτορες δεν διαφοροποιούνται μεταξύ τους.

Το σωζόμενο έργο του Πολύβιου (202-120 π.Χ.) είναι πολλαπλάσιο σε όγκο από αυτό του Θουκυδίδη. Οι δημηγορίες του είναι πολύ λίγες σε αριθμό και συναντώνται σε πολύ καίρια σημεία του έργου. Ο Πολύβιος κατηγορεί τον ιστορικό Τίμαιο τον Ταυρομενίτη, υποστηρίζοντας πως «ό,τι αναφέρει δεν τα έγραψε όπως ειπώθηκαν αληθινά, αλλά όπως έπρεπε να ειπωθούν», «ου γάρ τά ρηθέντα γέγραφεν, ουδ’ ως ερρήθη κατ’ αλήθειαν, αλλά προθέμενος ως δει ρηθήναι» (12, 25α, 5). Μεμφόμενος τον Τίμαιο ο Πολύβιος προσθέτει ότι «πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλοι και καίριοι (λόγοι)», «το δε τους αρμόζοντας και καίριους αεί λαμβάνειν, τουτ’ αναγκαζον» (12, 25ι, 5). Ο ίδιος δεν αποδοκιμάζει αυτόν τον τρόπο (36,1,3-7), αλλά επιμένει ότι πρέπει να λέγεται η αλήθεια των λόγων, «δια των αληθινών έργων και λόγων εις τον πάντα χρόνον διδάξαι και πείσαι τους φιλομαθούντας» (2, 56,10), σε αντίθεση με τα «δέοντα» του Θουκυδίδη.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (1ος αι. π.Χ.) καταδικάζει όσους παρεμβάλλουν μακρές δημηγορίες ή πυκνές ρητορείες στην ιστορία, επειδή έτσι διασπούν τη συνέχεια της διήγησης. Παρόλα αυτά, δέχεται να τις χρησιμοποιήσει όταν το απαιτεί η περίσταση («ανάγκη προσλαμβάνεσθαι και τους τοιούτους λόγους, όταν το της περιστάσεως απαιτεό») (Ιστορική βιβλιοθήκη 20,1,1-2).

Κριτική των αρχαίων για τις δημηγορίες του Θουκυδίδη

Οι μεταγενέστεροι έκριναν το ύφος του Θουκυδίδη με κριτήρια, τα οποία διαμορφώθηκαν σε άλλες εποχές. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (1ος αι. π.Χ.) αν και κατηγορεί σε πολλά σημεία τον Θουκυδίδη, ωστόσο διαπιστώνει ότι υπάρχει ομοιομορφία τόσο στις δημηγορίες, όσο και στη διήγηση (Πομπήιος 3, 20). Συγκρίνοντάς τον με τον Ηρόδοτο, αναφέρει ότι υπερτερεί κατά τη συντομία, αλλά ότι κατά την ενάργεια διακρίνονται αμφότεροι (Περί μιμήσεως 3, 2). Τέλος, πιστεύει ότι οι δημηγορίες του δεν είναι δεκτικές προς μίμηση: «τό δημηγορικόν ου αν ει μίμησιν ειτήδειον είναι» (Θουκυδίδης 55, 4). Θεωρεί ότι το ύφος του «αρχαϊκόν δε τι και αυθαδες επιδείκνυται κάλλος» (Περί συνθέσεως ονομάτων, 22,35). Ο Ψευδολογγίνος (Περί ύψους, 22, 3) τον θεωρεί δεινό ως προς τα υπερβατά σχήματα, ενώ ο Δημήτριος (Περί ύφους, 40, 45) του αποδίδει μεγαλοπρέπεια.

Ο Κικέρων χαρακτηρίζει τις δημηγορίες του Θουκυδίδη «σκοτεινές και δυσνόητες» (obscuras abditasque), τις οποίες δύσκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει, γεγονός που αποτελεί μεγάλο μειονέκτημα για έναν πολιτικό λόγο (vitium vel maximum) (Orator, 9,30).

Καταμερισμός και περιεχόμενο των δημηγοριών

Οι δημηγορίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των Ιστοριών του Θουκυδίδη. Καταλαμβάνουν περίπου το 1/5 του συνολικού όγκου του έργου του. Κάθε βιβλίο περιέχει έναν μικρό ή μεγάλο αριθμό δημηγοριών, ανάλογα με τη σημασία των γεγονότων που περιγράφονται. Στο πρώτο 6ι6λίο υπάρχουν οκτώ δημηγορίες, στο δεύτερο εννέα, στο τρίτο έξι, στο τέταρτο επτά, στο πέμπτο δύο, στο έκτο δέκα, στο έβδομο τέσσερις, στο όγδοο καμία, γεγονός που συνιστά μία ακόμη ένδειξη για το ότι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την επεξεργασία του έργου. Συνολικά οι δημηγορίες καταλαμβάνουν 194 παραγράφους από το σύνολο των 917 του έργου.

Στο πρώτο βιβλίο περιλαμβάνονται, στα πλαίσια του έτους 433, ο λόγος των Κερκυραίων ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου της Αθήνας (32-36) και η απάντηση των Κορινθίων (37-43). Το 432, στην Απέλλα της Σπάρτης παρευρέθηκαν οι αντιπροσωπείες των συμμάχων της. Σ’ αυτά τα πλαίσια παρατίθεται η δημηγορία των Κορινθίων (68-71), η απάντηση των Αθηναίων (73-79), ο λόγος του Αρχίδαμου προς τους Σπαρτιάτες υπέρ της ειρήνης (80-85) και του εφόρου Σθενελαΐδα υπέρ του πολέμου (86). Κατά τη Σύνοδο των συμμάχων στη Σπάρτη παρατίθεται ο λόγος των Κορινθίων υπέρ του πολέμου (120-124), όπως και ένας λόγος του Περικλή στην Εκκλησία του Δήμου (140-144).

Στο δεύτερο βιβλίο (έτος 431) περιέχεται η ομιλία του Βασιλιά Αρχίδαμου προς τους στρατηγούς των συμμάχων στην Κόρινθο (11). Ακολουθεί ο επιτάφιος του Περικλή για τους νεκρούς του πρώτου έτους του πολέμου (35-46). Το έτος 430 (δεύτερο έτος του πολέμου), ο Περικλής ενθαρρύνει τους Αθηναίους (60-64). Οι Λακεδαιμόνιοι πολιορκούν την Πλάταια (παράθεση σύντομων λόγων των Πλαταιέων (71), του Αρχίδαμου (72), των Πλαταιέων (73), επίκληση του Αρχίδαμου προς τους θεούς (74)). Το έτος 429 αναφέρεται ο παραινετικός λόγος των αρχηγών των Πελοποννησίων στο Ρίο προς τους στρατιώτες τους (87) και του Φορμίωνα προς τους Αθηναίους στρατιώτες (89).

Στο τρίτο βιβλίο (έτος 428), κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων στην Ολυμπία, καταγράφεται ο λόγος των πρέσβεων της Μυτιλήνης στη συνέλευση των Πελοποννησίων (9-14), το έτος 427 στο Εμβατό της Ερυθραίας (Μ. Ασία) ο λόγος του Ηλείου Τευτίαπλου (30) και στην Εκκλησία του Δήμου των Αθηνών η συζήτηση για την τύχη των Μυτιληναίων αιχμαλώτων (λόγοι του Κλέωνα (37-40) και του Διοδότου (42-48)). Κατά την παράδοση της Πλάταιας παρατίθεται ο λόγος των Πλαταιέων (53-59) και η απάντηση των Θηβαίων (61-67).

Στο τέταρτο βιβλίο (έτος 425), ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης παροτρύνει στη Σφακτηρία τους στρατιώτες του (10), ενώ στην Αθήνα οι Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις προσφέρουν προτάσεις ειρήνης (17-20). Το έτος 424, στο συνέδριο των Σικελών στη Γέλα, ο Συρακούσιος Ερμοκράτης εκφωνεί ενωτικό λόγο (59-64), ενώ στη Χαλκιδική ο Σπαρτιάτης Βρασίδας παρακινεί τους Ακανθίους να αποστατήσουν από τους Αθηναίους (85-87). Στη μάχη του Δηλίου, ο Θηβαίος Βοιωτάρχης Παγώνδας ενθαρρύνει τους Βοιωτούς στρατιώτες (92) και ο Αθηναίος στρατηγός Ιπποκράτης τους δικούς του (95). Για το έτος 423 αναφέρεται ο παραινετικός λόγος του Βρασίδα προς τους στρατιώτες του κατά των Ιλλυριών (126).
Στο πέμπτο βιβλίο (έτος 422), ο Βρασίδας εκφωνεί έναν ακόμη λόγο στους στρατιώτες του κατά τη μάχη της Αμφίπολης (9), ενώ το έτος 416 καταγράφεται λεπτομερώς ο διάλογος Αθηναίων και Μηλιών (85-113).

Στο έκτο βιβλίο (έτος 415), πριν από την αναχώρηση για τη Σικελία, ο Νικίας εκφράζει τους προβληματισμούς του ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου των Αθηναίων (9-14), ο Αλκιβιάδης απαντά (16-18) και ακολουθεί η δευτερολογία του Νικία (20-23). Στην Εκκλησία του Δήμου των Συρακουσίων ομιλεί ο Ερμοκράτης (33-34), αντιλέγει ο Αθηναγόρας (36-40) και καταλήγει ένας Συρακούσιος στρατηγός (41). Παράλληλα στη Σικελία ο Νικίας εμψυχώνει τους στρατιώτες του (68). Στη συνέλευση των Καμαριναίων εκφωνεί λόγο ο Ερμοκράτης (76-81) και απαντά ο Αθηναίος πρέσβης Εύφημος (82-87). Τέλος, στη συνέλευση (Απέλλα) στη Σπάρτη ο Αλκιβιάδης συμβουλεύει τους Σπαρτιάτες (89-92).
Στο έβδομο βιβλίο (έτος 414), ο Νικίας εκθέτει σε μορφή επιστολής προς τους Αθηναίους από τη Σικελία πώς έχουν τα πράγματα (11-15). Εκείνος λίγο πριν από την τελική αναμέτρηση προτρέπει τους στρατιώτες του (61-64), ενώ ο Σπαρτιάτης Γύλιππος και οι Συρακούσιοι τους δικούς τους (66-68). Τις δημηγορίες ολοκληρώνει ένας τελευταίος λόγος του Νικία (77).

Ύφος των δημηγοριών

Οι προ του Θουκυδίδη πεζογράφοι του 5ου αι. π.Χ. έγραφαν σε ιωνική διάλεκτο (όπως ο Ηρόδοτος) και σε ύφος απλό και συνεχές («ἡ εἰρομένη λέξις»), το οποίο ολοκληρώνεται μόνον όταν διατυπωθεί εξ ολοκλήρου η έννοια που εκφράζει ο λόγος. Οι μετά το 400 π.Χ. συγγραφείς έγραφαν όλοι στην αττική διάλεκτο και το ύφος τους συνίστατο από περιόδους («περιοδικό ή ρητορικό ύφος» «»η κατεστραμμένη λέξις»). Οι προτάσεις έχουν «αρχήν και τελευτήν αυτήν καθ’ αυτήν» και μέγεθος εύκολα κατανοητό (Αριστοτέλης, Ρητορική, 3,9,2-3). Η σαφήνεια και η συμμετρία χαρακτηρίζουν τις περιγραφές και τις δημηγορίες. Συχνά όμως η επίτευξη της συμμετρίας με τη συσσώρευση αντιθετικών εννοιών λειτουργεί εις βάρος της σαφήνειας. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η συμπύκνωση των δημηγοριών.

Όλες οι δημηγορίες του Θουκυδίδη έχουν το ίδιο γλωσσικό ύφος. Η βούληση του συγγραφέα να καθιερώσει ομοιομορφία στη δομή των λόγων, καθώς και στην επιχειρηματολογία, είναι φανερή.

Δομή των δημηγοριών

Μια ομάδα δημηγοριών της Ιστορίας του Θουκυδίδη αποτελείται από ζεύγη ομιλητών, στα οποία ο πρώτος εκθέτει τα επιχειρήματα του και ο δεύτερος απαντά ακριβώς σε αυτά ή προσθέτει δικά του.

Ο ρόλος του δεύτερου ρήτορα έγκειται στην εξασθένιση μιας επιχειρηματολογίας με τη χρήση μιας άλλης, η οποία την αναιρεί ευθέως ή την αντισταθμίζει. Η δεύτερη επιχειρηματολογία πρέπει να επαναλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα γεγονότα, τις ιδέες, τις λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει ο αντίπαλος σε διαφορετικά μέρη στη νέα δημηγορία.

Η ανατροπή των επιχειρημάτων παραμένει, όσο γίνεται, πλησιέστερη προς τα αντίπαλα επιχειρήματα, ενώ συγχρόνως καταλήγει σε αντίθετα συμπεράσματα. Ενώ, δηλαδή, εξετάζονται τα ίδια γεγονότα, μεταβάλλεται η οπτική γωνία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s