Η ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ


kion1    Η ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

                       Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Α. Κ. Καραδημητρίου
                       -Με αφετηρία την «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ» του ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
              και τις βασικές της ιδέες-

 Ἐ­ξι­στο­ρών­τας τά Κερ­κυ­ραϊ­κά ὁ Θου­κυ­δί­δης στό τρί­το βι­βλί­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας του, γρά­φει με­τα­ξύ ἄλ­λων καί τά πα­ρα­κά­τω[1]: … Καί ἔ­πε­σαν πολ­λές καί με­γά­λες συμ­φο­ρές ἀ­πό τούς ἐμ­φύ­λιους πο­λέ­μους στίς πό­λεις, συμ­φο­ρές πού συμ­βαί­νουν καί θά συμ­βαί­νουν πάν­το­τε, ὅσο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση θά πα­ρα­μέ­νει ἴδια, καί πού μπο­ρε­ΐ νά εἶ­ναι ἠ­πι­ό­τε­ρες καί μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή μορ­φή, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἀλ­λα­γές τῶν πε­ρι­στά­σε­ων. Για­τί σέ και­ρό εἰ­ρή­νης καί εὐ­η­με­ρί­ας, καί οἱ πό­λεις καί τά ἄ­το­μα ἔ­χουν κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις, ἀφοῦ δέν ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νά κά­νουν πράγ­μα­τα πού δέν τά θέ­λουν. Ὁ πό­λε­μος ὁ­μως, ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τας τήν κα­θη­με­ρι­νή εὐ­η­με­ρί­α, γί­νε­ται βί­αι­ος δά­σκα­λος καί ἐ­ξο­μοι­ώ­νει τίς δι­α­θέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων μέ τίς συν­θῆ­κες πού τούς πε­ρι­βάλ­λουν. Ἔ­πε­σαν λοι­πόν σέ ἐμ­φύ- λιους πο­λέ­μους οἱ πό­λεις, καί, ὅσες τυ­χόν κα­θυ­στέ­ρη­σαν, ἐ­πει­δή μά­θαι­ναν τά ὅσα γί­νον­ταν ἀλ­λοῦ προ­η­γου­μέ­νως, προ­σπα­θοῦ­σαν νά φα­νοῦν ἀ­νώ­τε­ρες σέ ἐ­φευ­ρετι­κό­τη­τα, τό­σο στήν πο­νη­ριά τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τους, ὅσο καί στούς πρω­το­φα­νεῖς τρό­πους τι­μω­ρί­ας. Καί τή συ­νη­θι­σμέ­νη ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων τήν ἄλ­λα­ξαν μέ ἄλ­λη πού τούς συ­νέ­φε­ρε. Ἡ ἀ­συλ­λό­γι­στη τόλ­μη θε­ω­ρή­θη­κε ἀν­δρεί­α ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά τούς συν­τρό­φους, ἡ προ­νο­η­τι­κή δι­στα­κτι­κό­τη­τα εὔ­σχη­μη δει­λί­α, ἡ σω­φρο­σύ­νη πρό­σχη­μα ἀ­ναν­δρί­ας καί ἡ σύ­νε­ση γιά τό κά­θε τί θε­ω­ρή­θη­κε πλή­ρης ἀ­δρά­νεια. Καί ἄν κά­που δί­νον­ταν ὅρκοι γιά ἐ­πικύ­ρω­ση συμ­φω­νί­ας, οἱ ὅρ­κοι ἴ­σχυ­αν μό­νον ἐ­φό­σον κά­ποι­ος ἀ­π’ αὐ­τούς πού ὁρ­κί­στη­καν δέν εἶ­χε ἀ­πό που­θε­νά δύ­να­μη. Ἀλ­λά μέ τήν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α, ἐ­κεῖϊ­νος πού πρῶ­τος ἀ­πο­κτοῦ­σε θάρ­ρος, ἄν ἔ­βλε­πε τόν ἀν­τί­πα­λό του ἀ­προ­φύ­λα­κτο, ἔ­παιρ­νε ἐκ­δί­κη­ση μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­χαρί­στη­ση για­τί ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­ταν τήν πί­στη τοῦ ἀν­τι­πά­λου του στόν ὁρ­κο, πα­ρά ἄν τόν τι­μω­ροῦ­σε φα­νε­ρά. Καί αὐτό για­τί σκε­φτό­ταν καί ὅτι ἐ­ξα­σφα­λι­ζό­ταν ἀ­πό ἕ­ναν ἐ­χθρό, ἀλ­λά καί ὅτι θά τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἔ­ξυ­πνο ἀφοῦ ἐ­πιβλή­θη­κε στόν ἀν­τί­πα­λό του μέ ἀ­πά­τη. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νά εἶ­ναι κα­κοί καί νά ὀ­νο­μά­ζον­ται ἐ­πι­τή­δει­οι, πα­ρά νά εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τοι καί νά θε­ω­ροῦν­ται ἀ­νό­η­τοι, για­τί γιά τό δεύ­τε­ρο ντρέ­πον­ται ἐ­νῶ γιά τό πρῶ­το πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται. Καί αἰ­τί­α γιά ὅλα αὐτά ἡ δί­ψα τῆς ἐ­ξου­σί­ας τήν ὁποία γεν­νᾶ ἡ πλε­ο­νε­ξί­α καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α.

Δι­α­βά­ζου­με τίς πιό πά­νω γραμ­μές καί μᾶς κυ­ρι­εύ­ει θλί­ψη καί ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α, κα­θώς ὑ­στε­ρ’ ἀ­πό δυ­ό­μι­σι χι­λιά­δες χρό­νια πεί­ρας, προ­ό­δου καί παι­δεί­ας δι­α­πι­στώ­νου­με πώς τά ὅσα γρά­φει ὁ Θου­κυ­δί­δης σκι­α­γρα­φοῦν τό πορ­τρέ­το ὄ­χι μό­νο τῶν ἄν­θρω­πών της ἐ­πο­χῆς του ἀλ­λά καί τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Καί σή­με­ρα -ἴσως πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ – ἡ κοι­νω­νι­κή, ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή καί ἡ πο­λι­τι­κή μας ζω­ή εἶ­ναι στε­νά δε­μέ­νες μέ τή φι­λο­πρω­τί­α, τήν πλε­ο­νε­ξί­α καί τή φι­λο­δο­ξί­α, καί μο­λο­νό­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι κα­τα­δι­κά­ζουν τούς πο­λέ­μους, οἱ τε­λευ­ταῖ­οι συ­νε­χί­ζον­ται μέ ἀ­μεί­ω­τη ἔν­τα­ση καί ἀ­γρι­ό­τη­τα ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας ὅτι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση στό πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων κα­τά βά­ση πα­ρα­μέ­νει ἴδια.

«Πι­στεύ­ω», ἔ­γρα­ψε ὁ Νήλ, «ὅτι σκο­πός τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας. Ἡ μόρ­φω­ση ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι μιά προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά τή ζω­ή. Ἀλ­λά ἡ παι­δεί­α μας ἀ­πέ­τυ­χε σ’ αὐτή τήν πε­ρι­ο­χή. Ἡ ἀ­γω­γή μας, τό­σο ἡ πο­λι­τι­κή ὅσο καί ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή, δέ μᾶς ὁ­δη­γοῦν πα­ρά στόν πό­λε­μο. Ἡ ἰ­α­τρι­κή μας δέ μᾶς ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στια. Ἡ θρη­σκεί­α μας δέν κα­τάρ­γη­σε τήν ἐκ­με­τάλ­λευ­ση καί τήν κλο­πή. Πα­ρά τίς ἀν­θρω­πι­στι­κές μας δι­α­κη­ρύ­ξεις, ἡ κοι­νή γνώ­μη πα­ρα­δέ­χε­ται ἀ­κό­μη τό βάρ­βα­ρο σπόρ τοῦ κυ­νη­γιοῦ. Οἱ πρό­ο­δοι τοῦ αἰ­ώ­να μας δέν εἶ­ναι πα­ρά πρό­ο­δοι μη­χα­νι­κῆς – ρα­δι­ό­φω­νο, τη­λε­ό­ρα­ση, ἠ­λεκτρο­νι­κή, ἀ­ε­ρο­πλά­να. Νέ­οι παγ­κό­σμιοι πό­λε­μοι μᾶς ἀ­πει­λοῦν, για­τί ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ κό­σμου δι­α­τη­ρεῖ­ται ἀ­κό­μα πρω­τό­γο­νη.

Ἄν θέ­λου­με νά ἐ­λέγ­ξου­με τήν παι­δεί­α μας, ἄς θέ­σου­με με­ρι­κές ἐ­νο­χλη­τι­κές ἐ­ρώ­τη­σεις: Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­πό τά ζῶ­α; Για­τί μι­σεῖ καί φθεί­ρε­ται σέ πο­λέ­μους, ἐ­νῶ τά ζῶ­α δέν τό κά­νουν; Για­τί ὁ καρ­κί­νος ἐ­ξα­πλώ­νε­ται; Για­τί τό­σες αὐ­το­κτο­νί­ες; Για­τί τό­σα σε­ξου­α­λι­κά ἐγ­κλή­μα­τα; Για­τί ἡ ἐκ­δι­κη­τι­κό­τη­τα καί ἡ ἐμ­πά­θεια; Πρός τί ἡ ἐ­πι­βι­ώ­ση τῶν θρη­σκει­ῶν, πού ἀ­πό και­ρό ξέ­χα­σαν τήν ἀ­πο­στο­λή τῆς ἀ­γά­πης, τῆς ἔλ­πι­δας καί τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης;

Πό­σα για­τί σ’ ἕ­ναν κομ­πά­ζον­τα πο­λι­τι­σμό, πού ὁ­μως αἰ­σθά­νε­ται θρι­αμ­βευ­τής…»

Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι σκο­πός τῆς ζω­ῆς μας θά ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας καί ἡ ἀ­γω­γή μας θά ὄφειλε νά ἀ­πο­βλέ­πει σέ μιά προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά τή ζω­ή. Ὡ­στό­σο, ἀν­τί γι’ αὐτά, κύ­ρια συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς μας ἀ­πο­τε­λο­ϋν ἡ λα­τρεί­α γιά τά πρω­τεῖ­α καί τό κυ­νή­γι τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, καί φαί­νε­ται πώς σ’ αὐτά κυ­ρί­ως πολ­λοί ἀ­πό ἐ­μᾶς βρί­σκου­με τή δι­καί­ω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής μας. Ἀρ­χί­ζον­τας «ἐξ ἁ­πα­λῶν ὀ­νύ­χων», με­τα­φέ­ρου­με στά μα­θη­τι­κά θρα­νί­α καί ἀρ­γό­τε­ρα στήν κοι­νω­νί­α τῶν με­γά­λων ἕ­να μό­νι­μο ἄγ­χος μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, τό­σο στά ἄ­το­μα ὅσο καί στά κρά­τη, νά ἐ­πι­κρα­τεῖϊ ἕ­νας συ­νε­χής ἀν­τα­γω­νι­σμός γιά τόν πλοῦ­το, τή δό­ξα καί τή δύ­να­μη, καί πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­τας ἐ­π’ ἄ­πει­ρον τίς ἀ­παι­τή­σεις καί τίς ἀ­νάγ­κες μας νά νι­ώ­θου­με συ­χνά δυ­στυ­χεῖς, ὄ­χι για­τί ἡ ζω­ή μας καί ἡ θέ­ση μας στό κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο δέν εἶ­ναι κα­λή, ἀλ­λά δι­ό­τι κά­ποι­ος ἄλ­λος εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρός μας.

«Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι πά­νω στούς με­γά­λους πο­λέ­μους τῆς Ἱστορίας», γρά­φει ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νός γε­ρου­σια­στής Fulbright, «τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τεί­νω νά δε­χθῶ τήν ἄ­πο­ψη ὅτι τά αἴ­τια πού τούς ἀ­πο­δί­δον­ται – ἐ­δά­φη, ἀ­γο­ρές, πλου­το­πα­ρα­γω­γι­κοί πό­ροι, ἡ ὑ­πο­στή­ρι­ξη ἤ ἡ δι­αι­ώ­νι­ση ὑ­ψη­λῶν ἀρ­χῶν- δέν ἦ­ταν κα­θό­λου τά βα­σι­κά αἴ­τια πού τούς προ­κά­λε­σαν, ἀλ­λά αἰ­τί­ες ἤ προ­φά­σεις γιά ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­νε­ξι­χνί­α­στες ὁρ­μές της ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως. Δε­δο­μέ­νου ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει ξε­κα­θα­ρι­σμέ­νη καί ἀ­κρι­βής γνώ­ση τοῦ ποι­ά εἶ­ναι αὐτά τά κί­νη­τρα, ἀ­να­φέ­ρο­μαι σ’ αὐτά μέ τόν ὅ­ρο “ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς δυ­νά­με­ως”, ἐν­νο­ών­τας τήν ψυ­χο­λο­γι­κή ἀ­νάγ­κη πού φαί­νε­ται νά ἔ­χουν τά ἔ­θνη ν’ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅτι εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρα, κα­λύ­τε­ρα ἤ δυ­να­τό­τε­ρα ἀ­πό ἄλ­λα ἔ­θνη. Στήν ἀν­τί­λη­ψη αὐ­τή γί­νε­ται σι­ω­πη­ρά δε­κτή ἡ ὑ­πό­θε­ση, ἀ­κό­μη καί ἀ­πό ἔ­θνη πού εἶ­ναι συ­νή­θως φι­λει­ρη­νι­κά, ὅτι ἡ βί­α ἀ­πο­τε­λε­ϊ τήν τε­λι­κή ἀ­πό­δει­ξη ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας, ὅτι, ὅταν ἕ­να ἔ­θνος δεί­χνει ὅτι ἔ­χει ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο στρα­τό, ἀ­πο­δει­κνύ­ει ταυ­τό­χρο­να ὅτι ἔ­χει κα­λύ­τε­ρο λα­ό, κα­λύ­τε­ρους θε­σμούς, κα­λύ­τε­ρες ἀρ­χές καί γε­νι­κά ἕ­ναν κα­λύ­τε­ρο πο­λι­τι­σμό»[2].

            Ἀν­τί­θε­τα μέ τό Marx καί τό Freud, οἱ ὁ­ποι­οι τά ἀ­ϊ­τια τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τά βρῆ­καν στίς οἰ­κο­νο­μι­κές σχέ­σεις ὁ πρῶ­τος καί στή γε­νε­τή­σια ὁρ­μή ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ Bertrand Russell, με­γά­λος φι­λό­σο­φος καί ὑ­πέρ­μα­χος τῆς εἰ­ρή­νης, στό πε­ρί­φη­μο βι­βλί­ο τοῦ Power θε­ω­ρεῖ κλει­δί στήν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας τή δύ­να­μη καί τή δί­ψα πού ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος γι’ αὐτήν. Κα­θώς πα­ρα­τη­ρεῖ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ Russell, ἀ­πό τόν Ξέρ­ξη – καί ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τόν Ξέρ­ξη – δέν ἔ­λει­παν οὔτε τά τρό­φι­μα οὔ­τε τά ροῦ­χα οὔ­τε οἱ γυ­ναῖ­κες, ὅταν ἐ­πι­χεί­ρη­σε τήν ἐκ­στρα­τεί­α του ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α γιά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά ἔ­χει τέ­λος, ἄν ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ ἀ­πό τή δύ­να­μη καί τή δό­ξα, γι’ αὐ­τό καί μπο­ρεῖ νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ. Οἱ πραγ­μα­τι­κά ἀ­κρι­βές καί ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τες ἐ­πι­θυ­μί­ες δέν ὑ­πα­γο­ρεύ­ον­ται ἀ­πό τήν ἀ­γάπη γιά τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, καί, ὅταν ἐ­ξα­σφα­λι­στεῖ ἕ­νας ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κός βαθ­μός ἀ­πό αὐτά – συ­νε­χί­ζει ὁ Russell – τό­τε καί ἄ­το­μα καί κοι­νό­τη­τες στρέ­φον­ται στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς δύ­να­μης μᾶλ­λον πα­ρά τοῦ πλού­του, ἡ ἀ­να­ζη­τοῦν τόν πλοῦ­το ὡς μέ­σο δύ­να­μης καί ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν αὔ­ξη­ση του προ­κει­μέ­νου νά αὐ­ξή­σουν τή δύ­να­μή τους. Πάν­τως, τό βα­σι­κό τους κί­νη­τρο δέν εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κό[3].

Βέ­βαι­α, ὅταν γί­νε­ται λό­γος γιά δύ­να­μη, ἐν­νο­οῦ­με κυ­ρί­ως τή δύ­να­μη πού ἀ­σκεῖ­ται ἀ­πό ἄν­θρω­πο σέ ἄν­θρω­πο. Ὡ­στό­σο, δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­με ὅτι στά νε­ό­τε­ρα χρό­νια οἱ τε­ρά­στι­ες ἀ­να­κα­λύ­ψεις πού ἄλ­λα­ξαν τόν κό­σμο ὀ­φείλον­ται σέ αὐ­ξη­μέ­νη δύ­να­μη πού χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πά­νω στήν ὕ­λη καί στή φύ­ση, προ­φα­νῶς μέ τή βο­ή­θεια τῆς ἐ­πι­στή­μης. Καί ἐ­πει­δή καί ἡ δύ­να­μη πού ἀ­σκεῖϊ­ται ἐ­πά­νω στή φύ­ση ἔ­χει ἄλ­λο­τε ἄ­με­ση καί ἄλ­λο­τε ἔμ­με­ση ἐ­πί­δρα­ση στά ἀν­θρώ­πι­να ὄντα, ὁ Russell μέ πολ­λή ὀ­ξυ­δέρ­κεια ἀλ­λά καί σα­φή­νεια ἐ­πε­σή­μα­νε: «Στά πα­λιά χρό­νια, οἱ ἄν­θρω­ποι που­λοῦ­σαν τόν ἑ­αυ­τό τους στό δι­ά­βο­λο γιά ν’ ἀ­πο­κτή­σουν μα­γι­κές δυ­νά­μεις. Σή­με­ρα ἀ­πο­κτοῦν τίς δυ­νά­μεις αὐ­τές ἀ­πό τήν ἐ­πι­στή­μη καί βρί­σκουν τούς ἑ­αυ­τούς τους ἀ­ναγ­κα­σμέ­νους νά γί­νουν δι­ά­βο­λοι. Δέν ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα γιά τόν κό­σμο, ἐ­κτός ἄν στα­θεῖ δυ­νατόν νά δα­μα­στεῖ ἡ δύ­να­μη καί νά μπεῖ στήν ὑ­πη­ρε­σί­α ὄ­χι αὐ­τῆς ἤ τῆς ἄλ­λης ὁ­μά­δας φα­να­τι­κῶν τυ­ράν­νων, ἀλ­λά στήν ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­λης της ἀν­θρώ­πι­νης ρά­τσας, τοῦ λευ­κοῦ καί τοῦ κί­τρι­νου καί τοῦ μαύ­ρου, τοῦ φα­σί­στα καί τοῦ κομ­μου­νι­στῆ καί τοῦ δη­μο­κρά­τη. Δι­ό­τι ἡ ἐ­πι­στή­μη ἔ­χει κά­νει τοῦ­το ἀ­να­πό­φευ­κτο, ὅτι ὁ­λοι πρέ­πει νά ζή­σου­με ἤ ὁ­λοι πρέ­πει νά πε­θά­νου­με»[4].

Δι­ά­φο­ρες εἶ­ναι οἱ μορ­φές ὑ­πό τίς ὁ­ποῖ­ες ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ δύ­να­μη, ὅπως ἡ δύ­να­μη τῶν ὅπλων, ἡ πο­λι­τι­κή δύ­να­μη, ὁ πλοῦ­τος πού ἀ­πο­βλέ­πει σέ δύ­να­μη, ὁ προ­ση­λυ­τι­σμός συ­νει­δή­σε­ων κ.α., καί δι­α­φο­ρε­τι­κοί εἶ­ναι κά­θε φο­ρᾶ οἱ ἀν­θρώ­πι­νοι χα­ρα­κτῆ­ρες πού τήν ἐ­πι­δι­ώ­κουν. Κά­ποι­οι π.χ. προ­τι­μοῦν νά εἶ­ναι ρι­ψο­κίν­δυ­νοι ἀλ­λά ἡ­γέ­τες, ἐ­νῶ ἄλ­λοι ἱ­κα­νο­ποι­οῦν­ται μέ δεύ­τε­ρο ρό­λο ἀλ­λά λι­γό­τε­ρες σκο­τοῦ­ρες καί πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­σφά­λεια. Ἀκόμη, πολ­λοί ζη­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρη δό­ξα πα­ρά δύ­να­μη, πολ­λοί ἄλ­λοι τό ἀν­τί­θε­το. Καί ὅ­λοι αὐτοί, μπαί­νον­τας μέ­σα σ’ ἕ­να φαῦ­λο κύ­κλο, καί­γον­ται ἀ­πό τό ἀ­σί­γα­στο πά­θος ν’ ἀ­πο­κτή­σουν αὐτά πού δέν ἔ­χουν ἡ νά δι­α­τη­ρή­σουν – ἀ­κό­μη καί νά αὐ­ξή­σουν – αὐτά πού ἔ­χουν. Για­τί ὁ φό­βος τῆς ἀ­πώ­λειας συγ­κλο­νί­ζει ὅσο καί ὁ πό­θος τῆς ἀ­πό­κτη­σης. Οἱ ἄν­θρω­ποι δέν πι­στεύ­ουν πώς ἔ­χουν ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­να τά κε­κτη­μέ­να πα­ρά ἀ­πο­κτών­τας κι ἄλ­λα, τά ὁποῖα αὐ­ξά­νουν τή δύ­να­μή τους καί τούς δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας, συγ­χρό­νως ὅ­μως τούς ὁ­δη­γοῦν στήν ἀ­λα­ζο­νεί­α, στήν κα­τά­χρη­ση καί σέ σύγ­κρου­ση μέ τούς συ­ναν­θρώ­πους τους.

Ὁ Θου­κυ­δί­δης, κα­θώς εἴ­δα­με στήν «Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α» του, ἀ­νέ­δει­ξε τό βα­σι­κό ρό­λο τῆς δύ­να­μης στήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας, ἐ­ξι­στο­ρών­τας ὅ­μως τά Κερ­κυ­ρα­ϊκά μί­λη­σε μέ δι­α­χρο­νι­κό κύ­ρος καί γιά τήν πα­θο­λο­γί­α αὐτῆς τῆς δύ­να­μης, ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ και­ρό πο­λέ­μου. Ἀλ­λά ὁ Θου­κυ­δί­δης, βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός. Καί ὁ Πλά­των στήν «Πο­λι­τεί­α» του ἐ­πι­ση­μαί­νει τήν τά­ση πού ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος νά ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρια τοῦ ἀ­πα­ραί­τη­του καί νά ρί­χνε­ται στήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μιᾶς ὑ­πέρ­με­τρης πλε­ο­νε­ξί­ας, πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­τας ἐ­π’ ἄ­πει­ρον τίς ἀνάγ­κες του[5], ἐ­νῶ στό δέ­κα­το βι­βλί­ο τοῦ ἴ­διου ἔρ­γου πα­ρα­θέ­τει τό μύ­θο τοῦ Ἠρός τοῦ Ἀρ­με­νί­ου, ἑ­νός γεν­ναί­ου πο­λε­μι­στῆ πού σκο­τώ­θη­κε στή μά­χη καί κα­τέ­βη­κε στόν Ἅδη. Ἐκεῖ, σύμ­φω­να μέ τό μύ­θο, τοῦ εἶ­παν νά ἀ­κού­ει καί νά βλέ­πει ὅ,τι δι­α­δρα­μα­τι­ζό­ταν, γιά νά τά δι­η­γη­θε­ῖ ἀρ­γό­τε­ρα στούς ζων­τα­νούς. Κα­τά τή δι­ή­γη­σή του λοι­πόν, μό­λις οἱ ψυ­χές ἔ­φτα­σαν στόν Ἅ­δη, πα­ρου­σι­ά­στη­καν στή Λά­χε­ση, κό­ρη τῆς Ἀνάγκης καί μιά ἀ­πό τίς τρεῖς Μοῖ­ρες, καί ἕ­νας προ­φή­της, παίρ­νον­τας ἀ­πό τά γό­να­τα τῆς Λά­χε­σης κλή­ρους καί πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ἀ­νήγ­γει­λε πώς οἱ ψυ­χές θά ἄρ­χι­ζαν μιά νέ­α ζω­ή σέ σώ­μα­τα θνη­τά. Ὅ­μως τώ­ρα θά δι­ά­λε­γαν οἱ ψυ­χές τήν τύ­χη τους καί ὄ­χι ἡ τύ­χη τίς ψυ­χές. Ἡ ψυ­χή πού θά κλη­ρω­νό­ταν πρώ­τη, θά δι­ά­λε­γε τή ζω­ή πού θά ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, καί ἡ ἐ­κλο­γή της θά ἦ­ταν ἀ­με­τάκλη­τη. Κά­θε μιά ψυ­χή θά ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νη γιά τήν ἐ­κλο­γή της καί ὁ θε­ός θά ἦ­ταν ἀ­νεύ­θυ­νος.

Φυ­σι­κά, ὑ­πῆρ­χαν δι­ά­φο­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα ζω­ῆς, ὅ­που τά πλού­τη, ἡ φτώ­χεια, οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες, ἡ ὑ­γεία ἦ­ταν μοι­ρα­σμέ­να. Ἡ ψυ­χή, λοι­πόν, πού κλη­ρώ­θη­κε πρώ­τη, ὅρ­μη­σε καί πα­ρα­συ­ρό­με­νη ἀ­πό ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α καί ἀ­πλη­στία ὅτι μέ­σα στή μοί­ρα τῆς ἦ­ταν νά κα­τα­φά­γει τά ἴ­δια τά παι­διά της, κα­θώς καί ἄλ­λες συμ­φο­ρές. Ὅταν ὅμως πρό­σε­ξε κα­λύ­τε­ρα καί εἶ­δε τί τήν πε­ρί­με­νε, ἄρ­χι­σε νά χτυ­πι­έ­ται καί νά κλαί­ει. Καί γιά τίς συμ­φο­ρές της τώ­ρα κα­τά­κρι­νε τήν τύ­χη καί τούς θε­ούς καί κά­θε ἄλ­λον ἐ­κτός ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό της…[6]

Θά κλεί­σου­με τήν ἑ­νό­τη­τα αὐτή μέ Πλού­ταρ­χο, ὁ ὁ­ποῖ­ος στό δο­κί­μιό του «πε­ρί εὐ­θυ­μί­ας» καυ­τη­ριά­ζει τή νο­ο­τρο­πί­α τῶν πλου­σί­ων καί δυ­να­τῶν νά μήν ἀρ­κοῦν­ται στά πλού­τη καί στή δύ­να­μή τους, ἀλ­λά νά ἔ­χουν τήν ἀ­παί­τη­ση καί οἱ ἴ­διοι νά θε­ω­ροῦν­ται λό­γιοι καί μέ ποι­η­τι­κές ἱ­κα­νό­τη­τες, ἀλ­λά καί νά πρω­τεύ­ουν καί τά σκυ­λιά τους καί τά ἄ­λο­γά τους καί τά κο­κό­ρια τους!… Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει: «Οὐ γάρ πλού­σιοι μό­νον ὁ­μο­ῦ καί λό­γιοι καί ἰ­σχυ­ροί καί συμ­πο­τι­κοί καί ἡ­δεῖς εἶ­ναι καί φί­λοι βα­σι­λέ­ων καί πό­λε­ων ἄρ­χον­τες ἀ­ξι­οῦ­σιν ἀλλ’ εἰ μή καί κύ­νας ἕ­ξου­σι πρω­τεύ­ον­τας ἀ­ρετῇ καί ἵπ­πους καί ὄρτυ­γας καί­ ἀλε­κτρυόο­νας, ἀ­θυ­μοῦ­σι. Δι­ο­νύ­σιος ὁ πρεσβύ­τε­ρος οὐκ ἡ­γά­πα μέ­γι­στος ὤν τῶν τό­τε τυ­ράν­νων, ἀλ­λ’ ὅτι Φι­λο­ξέ­νου του ποι­η­τοῦ μή βέλ­τιον ᾖ­δε μη­δέ πε- ριῆν ἐν τῷ δι­α­λέ­γε­σθαι Πλά­τω­νος, ὀρ­γι­σθείς και ­πα­ροξυν­θείς, τόν μέν εἰς τάς λα­το­μί­ας ἐ­νέ­βα­λε, τόν δ’ ἀ­πέ­δοτο πέμ­ψας εἰς Αἴ­γι­ναν »[7].

Οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, μέ τήν κρι­τι­κή μα­τιά τοῦ Λό­γου καί τή βα­θιά σο­φί­α τους, φαί­νε­ται πώς ἀν­τι­λή­φθη­καν στίς σω­στές τους δι­α­στά­σεις τίς με­γά­λες δυ­να­τό­τη­τες ἀ­πό τή μιά, ἀλ­λά καί τίς με­γά­λες ἀ­δυ­να­μί­ες καί τά ὅρια τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν ἄλ­λη. Κα­τά­λα­βαν πώς ὁ ἄν­θρω­πος, τό μο­να­δι­κό λο­γι­κό ὄν, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρός καί ση­μαν­τι­κός, συγ­χρό­νως ὅ­μως εἶ­ναι καί θνη­τός καί ἀ­δύ­να­μος, ἱ­κα­νός γιά τά με­γα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­τεύγ­μα­τα ἀλ­λά καί γιά τά χει­ρό­τε­ρα ἐγ­κλή­μα­τα. Εἶ­δαν πώς ὁ με­γά­λος πλοῦ­τος καί ἡ δύ­να­μη κα­τά κα­νό­να δη­μι­ουρ­γοῦν τήν ὕβριν, τήν ἀ­λα­ζο­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά – κά­τι δη­λα­δή ἀ­νά­λο­γο μέ τό ση­με­ρι­νό «σέ σκο­τώ­νω καί σέ πλη­ρώ­νω» – ἡ ὁποία ὅμως φυ­σι­κά ἔ­χει ὡς ἐ­πα­κό­λου­θο τήν τί­σιν, τήν τι­μω­ρί­α.

Βέ­βαι­α, θά μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος νά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Μέ­γας ’Ἀλέξανδρος π.χ. ἔ­γι­νε «Μέ­γας» ἐ­πει­δή ξε­πέ­ρα­σε τά ἀν­θρω­πι­νά ὅ­ρια καί δέν ἀ­κο­λού­θη­σε τήν ἡ­θι­κή του μέ­τρου, ἡ ὁποία εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ὁ­δη­γή­σει πολ­λούς στή με­τρι­ό­τη­τα. Θά πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ὡ­στό­σο, καί ἐ­μεῖς μέ τή σει­ρά μας ὅτι στό πρό­σω­πο τοῦ Μ. Ἀ­λε­ξάν­δρου, «τοῦ θε­οῦ μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη τύ­χη», ἀ­πο­δεί­χτη­κε δυ­στυ­χῶς πό­σο δρα­στι­κά δη­λη­τή­ρια μπο­ροῦν νά εἶ­ναι ἡ ὑ­περ­βο­λι­κή δύ­να­μη καί φι­λο­δο­ξί­α. Για­τί, ἀ­γα­πών­τας τή δό­ξα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί ἀ­πό τήν ἴδια του τή ζω­ή, κα­τά τόν Πλού­ταρ­χο[8], ἀ­πό τήν ὑ­ψη­λή ὅσο καί μο­να­χι­κή θέ­ση του ἀ­πόλυ­του μο­νάρ­χη, πού τοῦ πρό­σφε­ρε ἡ τρο­με­ρή του δύ­να­μη, ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά βά­ψει τά χέ­ρια του στό αἷ­μα τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἀ­γα­ποῦ­σε, αὐ­τός ὁ τό­σο δυ­να­τός καί πλού­σιος σέ ἐκ­πλη­κτι­κές ἰ­δι­ό­τη­τες ὀρ­γα­νι­σμός, πού δέ νι­κή­θη­κε ἀ­πό κα­νέ­να, νι­κή­θη­κε ὁ­μως ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό του.

Μά­λι­στα, σύμ­φω­να μέ τά ὅσα ἔ­χουν ἐ­κτε­θε­ΐ ἕ­ως τώ­ρα, φαί­νον­ται κά­πως ἀμ­φί­βο­λες γιά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα οἱ ὠ­φέ­λει­ες πού ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πό τό «αἰέν ἀ­ρι­στεύ­ειν καί ὑ­πεί­ρο­χον ἔμ­με­ναι ἄλ­λων», πού ἄλ­λω­στε εἶ­ναι λό­για πα­τέ­ρα πρός τό γιό του[9] καί δύ­σκο­λα θά μπο­ροῦ­σαν ν’ ἀ­ποτε­λέ­σουν κα­θο­λι­κό σύν­θη­μα γιά εἰ­ρη­νι­κή συμ­βί­ω­ση τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­σφα­λῶς, ἡ ἅ­μιλ­λα μέ­σα σέ ὁ­ρι­σμέ­να πλαί­σια καί γιά ὁ­ρι­σμέ­νους το­μεῖς εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτη καί χρή­σι­μη, δυ­στυ­χῶς ὅμως οἱ ἄν­θρω­ποι, ἄν τήν ἄρ­χι­σουν, οὔ­τε ξέ­ρουν οὔ­τε μπο­ροῦν – καί ἴσως πολ­λοί δέ θέ­λουν – νά τή στα­μα­τή­σουν, ἔ­στω κι ἄν αὐ­τή ἐ­κτρα­χυν­θεῖΐ καί ἐ­ξε­λι­χθεῖ σέ ἄ­γριο ἀν­τα­γω­νι­σμό, για­τί τούς προ­σφέ­ρει τή γεύ­ση τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἱ­κα­νο­ποι­ών­τας συγ­χρό­νως τίς φι­λο­δο­ξί­ες τους ἡ καί τή μα­ται­ο­δο­ξί­α τους.

Ὅ­λα αὐ­τά φαί­νε­ται πώς τά γνώ­ρι­ζαν κα­λά οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, γι’ αὐτό ὡς ἀ­πό­σταγ­μα τῆς σο­φί­ας τους καί ὁ­δη­γό στή ζω­ή τούς χά­ρα­ξαν στήν προ­με­τω­πί­δα τοῦ μαν­τεί­ου τῶν Δελ­φῶν τά γνω­μι­κά «μη­δέν ἄ­γαν» (=τί­πο­τε τό ὑ­περ­βο­λι­κό), «μέ­τρον ἄρι­στον», «γνώ­θι σαυ­τόν», τά ὁποῖα ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιά τους ποι­η­τές καί τούς συγ­γρα­φεῖς τους. Ἔ­τσι, ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής Εὐ­ρι­πί­δη­ς[10] φρο­νεῖ πώς οἱ πλού­σιοι, μέ τήν ἀ­πλη­στί­α τους νά θέ­λουν ὅλο καί πε­ρισ­σό­τε­ρα, τε­λι­κά εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λοι στήν πό­λη, ἐ­νῶ ὁ Σό­λων, νο­μο­θέ­της τῆς Ἀ­θή­νας καί ἕ­νας ἀ­πό τους Ἑ­πτά Σο­φούς, δι­α­κη­ρύσ­σει πώς οἱ δυ­να­τοί εἶ­ναι αὐτόι πού κα­τα­στρέ­φουν τίς πό­λεις:

Ἐκ νε­φέ­λης πέ­λε­ται χι­ό­νος μέ­νος ἠ­δέ χα­λά­ζης,

βρον­τή δ ’ ἐκ λαμ­πρᾶς γί­γνε­ται ἀ­στε­ρο­πῆς·

 ἀν­δρῶν δ ’ ἐκ με­γά­λων πό­λις ὄλλυ­ται[11].

           Ἀ­κό­μη, ὁ ρή­το­ρας Λυ­σί­ας δι­α­τεί­νε­ται ὅτι ἡ ὕβρις εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα τῶν πλου­σί­ων, τῶν νέ­ων καί τῶν σω­μα­τι­κά ρω­μα­λέ­ων, για­τί τά πλού­τη, τά νιά­τα καί ἡ σω­μα­τι­κή ρώ­μη εἶ­ναι δυ­νά­μεις, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ κά­το­χοι κά­νουν συ­χνά κα­κή χρή­ση καί κα­τα­χρη­ση[12]. Ἄλ­λα καί ὁ Δι­ό­δω­ρος Σι­κελι­ώ­της, το­νί­ζον­τας ὅτι «ἔμ­φυ­τόν ἐ­στι τό πλε­ο­νε­κτεῖν τοῖς μει­ζό­νων ὀ­ρε­γο­μέ­νοις καί τάς ἐ­πι­θυ­μί­ας ἔχειν ἀ­τερματίστους», μνη­μο­νεύ­ει τόν πε­ρί ἐ­ξο­στρα­κι­σμοῦϋ νό­μο τῶν Ἀ­θη­ναί­ων, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πό τήν πό­λη προ­λη­πτι­κά τους ἐ­πι­κίν­δυ­να δυ­να­τούς, καί αὐτό τό ἔ­κα­ναν ὄ­χι γιά νά ἐ­πι­βά­λουν τι­μω­ρί­α γιά ἀ­δι­κή­μα­τα πού διαπρά­χθη­καν, ἀλ­λά γιά νά μή δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα στούς ἰ­σχυ­ρούς νά βλά­ψουν τήν πα­τρί­δα του­ς[13].

Οἱ ἀρ­χαῖ­οι πρό­γο­νοί μας πί­στευ­αν πώς ἡ δύ­να­μη διαφθεί­ρει καί ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξου­σί­α δι­α­φθεί­ρει ἀ­πό­λυ­τα, καί αὐτό φά­νη­κε πο­λύ κα­λά στά πρό­σω­πα τῶν τυ­ράν­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πο­τε­λο­ῦ­σαν σύμ­βο­λα ὑ­πέρ­με­τρης καί ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης δύ­να­μης. Ὁ Ἡ­ρό­δο­το­ς[14] μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅτι ὁ Πε­ρία­νδρος, μό­λις ἔ­γι­νε τύ­ραν­νός της Κο­ρίν­θου, ἔ­στει­λε κά­ποι­ον ἔμ­πι­στό του στό Θρα­σύ­βου­λο, ἔμ­πει­ρο καί μα­κρό­βιο τύ­ραν­νο της Μι­λή­του, γιά νά ρω­τή­σει πῶς καί ὁ ἴ­διος θά τυ­ραν­νεύ­σει στήν Κό­ριν­θο μέ ἐ­πι­τυ­χί­α καί ἀ­σφά­λεια. Ὁ Θρα­σύ­βου­λος δέ­χτη­κε τόν ἀ­πε­σταλ­μέ­νο τοῦ Πε­ριά­νδρου, τόν πῆ­γε ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λη καί, μπαί­νον­τας μέ­σα σ’ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μέ σι­τά­ρι, χτυ­ποῦ­σε καί «ἀ­πο­κε­φά­λι­ζε» μέ τό ρα­βδί τοῦ τά πιό κα­λο­θρεμ­μέ­να στά­χυ­α πού προ­ε­ξεῖ­χαν, ἐ­νῶ συ­ζη­τοῦ­σε μέ τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Πε­ρια­νδρου δι­ά­φο­ρα «πε­ρί ἀ­νέ­μων καί ὑ­δά­των». Ὕστερα τόν ξε­προ­βό­δι­σε χω­ρίς νά τοῦ πεῖ τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ὅταν ὁ­μως ὁ Πε­ρία­νδρός πλη­ρο­φορή­θη­κε τά κα­θέ­κα­στα, κα­τά­λα­βε – ἴ­σως για­τί καί ὁ ἴδιος εἶ­χε «φλέ­βα» τυ­ράν­νου – πώς ὁ Θρα­σύ­βου­λος τόν συμ­βού­λευ­ε, ἄν ἤ­θε­λε νά μα­κρο­η­με­ρεύ­σει ὡς τύ­ραν­νος στήν Κό­ριν­θο, θά ἔ­πρε­πε νά βγά­ζει ἀ­πό τή μέ­ση τους κα­λύ­τε­ρους πο­λί­τες. Καί ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ αὐτό, κα­τα­λή­γει ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Πε­ρία­νδρος «πᾶ­σαν κα­κό­τη­τα ἐ­ξέ­φαι­νε ἐς τούς πο­λι­ή­τας».

Κα­τά τά χρό­νια της εἰ­σβο­λῆς τῶν Περ­σῶν στήν Ἑλ­λά­δα, δι­η­γεῖ­ται καί πά­λι ὁ Ἡ­ρό­δο­το­ς[15], οἱ Ἕλ­λη­νες, τρο­μαγ­μέ­νοι ἀ­πό τό φο­βε­ρό κίν­δυ­νο πού τούς ἀ­πει­λοῦ­σε, ζή­τη­σαν τή βο­ή­θεια τοῦ Γέ­λω­να, τυ­ράν­νου τῶν Συ­ρα­κου­σῶν, ἐ­πει­δή δι­έ­θε­τε ἀ­ξι­ό­λο­γη ναυ­τι­κή δύ­να­μη. Ὁ Γέλων ἔ­κα­νε στήν ἀρ­χή μιά ἐ­πί­δει­ξη τῆς δύ­να­μής του καί ὕ­στε­ρα δή­λω­σε πώς θά βο­η­θοῦ­σε ὑ­πό τόν ὄ­ρο νά τόν δε­χτοῦν ὡς ἀρ­χη­γό στόν πό­λε­μο κα­τά τῶν Περ­σῶν. Οἱ Σπαρ­τιά­τες ὅ­μως ὑ­πῆρ­ξαν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κοί στήν ἄρ­νη­σή τους. Καί ὅταν ὁ Γέ­λων, ὑ­πο­χω­ρών­τας στήν ἀρ­χι­κή του ἀ­παί­τη­ση, ζή­τη­σε τήν ἡ­γε­μο­νί­α μό­νο τῆς ξη­ρᾶς, ἄν οἱ Σπαρ­τιά­τες προ­τι­μοῦ­σαν ἐ­κει­νη της θά­λασ­σας, ἤ μό­νο τή θα­λάσ­σια ἄν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἤ­θε­λαν τήν ἡ­γε­μο­νί­α τῆς ξη­ρᾶς, συ­νάν­τη­σε τώ­ρα τή δι­πλή ἄρ­νη­ση Σπαρ­τια­τῶν καί Ἀ­θη­ναί­ων: Ἐ­μεῖς ἤρ­θα­με νά ζη­τή­σου­με στρα­τό, ὄχι ἀρ­χη­γό, θά ποῦν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι. Ἔ­τσι, μο­λο­νό­τι ἡ Ἑλ­λά­δα βρι­σκό­ταν «ἐ­πί ἀκ­μῆς ξυ­ροῦ», ὁ δυ­να­τός τύ­ραν­νος ἀρ­νή­θηκε νά βο­η­θή­σει, ἀλ­λά, ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά, καί οἱ Σπαρ­τιά­τες καί Ἀ­θη­ναῖ­οι προ­τί­μη­σαν νά φύ­γουν ἄ­πρα­κτοι πα­ρά νά χά­σουν τήν ἀρ­χη­γί­α…

Ὁ Δι­ό­δω­ρος Σι­κε­λι­ώ­τη­ς[16] μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅτι ὁ τύ­ραν­νος τῶν Συ­ρα­κου­σῶν Δι­ο­νύ­σιος ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, ἄν καί θε­ω­ροῦν­ταν ἀ­πό τούς πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νους δυ­νά­στες, ὅ­μως ἀ­πό φό­βο ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νά φο­ρε­ῖ κά­τω ἀ­πό τό χι­τώ­να του σι­δε­ρέ­νιο θώ­ρα­κα καί τό­σο δυ­σπι­στοῦ­σε πρός ὅ­λους, ὥ­στε συ­νή­θως δέν ἔ­κο­βε τά μαλ­λιά του, γιά νά μήν ἐκ­θέ­σει τό κε­φά­λι του στά ἐρ­γα­λεῖα του κου­ρέ­α. Καί ἄν πο­τέ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά κό­ψει τά μαλ­λιά του, ἔ­και­γε τίς τρί­χες, θε­ω­ρών­τας τή δυ­σπι­στί­α ἀ­σφά­λεια γιά τήν τυ­ραν­νί­δα του.

Τέ­λος, ὁ Ξε­νο­φώ­ν[17], στό ἔρ­γο τοῦ «Ἴ­ε­ρων», μέ ἀρ­κετά γλα­φυ­ρό τρό­πο μᾶς δί­νει κά­ποι­α στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πό τήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή τῶν τυ­ράν­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι, μο­λο­νό­τι θε­ω­ροῦν­ται εὐ­τυ­χεῖς, πα­ρ’ ὅ­λα αὐτά δέν εἶ­ναι: Καί δέν εἶ­ναι εὐ­τυ­χεῖς, για­τί που­θε­νά δέ νι­ώ­θουν ἀ­σφα­λεῖς – οὔ­τε καν στό σπί­τι τους – για­τί ἐ­ξον­τώ­νουν τούς ἰ­κα­νό­τε­ρους πο­λί­τες θε­ω­ρών­τας τους ἐ­πί­φο­βους γιά τήν τυ­ραν­νί­δα τους, κι ἀ­κό­μη, για­τί κα­τ’ ἀ­νάγ­κη συ­να­να­στρέ­φον­ται τούς κό­λα­κες, τούς δου­λο­πρε­πε­ῖς καί γε­νι­κά τους χει­ρό­τε­ρους πο­λί­τες, ἀ­φοῦ ἡ­δη ἔ­χουν βγά­λει ἀ­πό τή μέ­ση τους κα­λύ­τε­ρους. Καί ὅ­λα αὐ­τά τά ὑ­πο­μέ­νουν ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά τήν ἐ­ξου­σί­α…

Μο­λο­νό­τι οἱ δυ­να­τοί ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χέ­ρεια ἀ­πό τους ἀ­δύ­να­μους γιά νά δεί­ξουν με­γα­λο­ψυ­χί­α, καί θά περί­με­νε κα­νείς ἀ­π’ αὐ­τούς, μιά καί ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη φυ­σι­κή δύ­να­μη, νά δεί­ξουν καί με­γα­λύ­τε­ρη ἠ­θι­κή, ὡ­στό­σο ἡ κοι­νω­νι­κή Ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἄν­θρω­που δι­δά­σκει ὅτι αὐτός στήν πο­ρεί­α του γνώ­ρι­σε πολ­λή ἀ­δι­κί­α μέ τή μορ­φή τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας. Ὁ δυ­να­τός πάν­το­τε εἶ­χε τήν ἀ­παί­τη­ση νά παίρ­νει «τή με­ρί­δα τοῦ λέ­ον­τος» ἀ­πό τά ἀ­γα­θά πού ἀ­πκτή­θη­καν μέ τό μό­χθο τῶν συ­ναν­θρώ­πων του, καί ἀ­πό τά πα­νάρ­χαι­α χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα δέν ὑ­πάρ­χει κεί­με­νο τῆς λα­ϊ­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στό ὁ­ποῖ­ο δέν ἀ­κού­γε­ται ἡ πο­νε­μέ­νη κραυ­γή δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας τῶν ἀ­δύ­να­μων, πού πά­σχουν ἀ­πό τήν πλε­ο­νε­ξί­α τῶν δυ­να­τῶν, καί στό ὁ­ποῖο δέν ἐκ­φρά­ζεται ἡ ἀ­σί­γα­στη δί­ψα γιά δι­και­ο­σύ­νη. Καί γεν­νι­έ­ται τό ἐ­ρώ­τη­μα: Ὁ δυ­να­τός, εἴ­τε εἶ­ναι ἄ­το­μο εἴ­τε κρά­τος, ἐ­νερ­γεῖ ἀ­πο­λύ­τως αὐ­θαί­ρε­τα κα­τα­πα­τών­τας κά­θε ἔν­νοι­α ἠ­θι­κῆς καί δι­καί­ου, ἤ ἐμ­φα­νί­ζε­ται κα­λυμ­μέ­νος κά­τω ἀ­πό ἕ­να μαν­δύ­α δι­και­ο­σύ­νης, ἔ­στω καί ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς, σέ μιά προ­σπά­θεια νά δι­και­ο­λο­γή­σει τίς πρά­ξεις του στούς ἄλ­λους ἀλ­λά καί στόν ἑαυ­τό του;

Ἕ­να ἀ­πό τά θε­με­λι­ώ­δη ἡ­θι­κά θέ­μα­τα, πού συ­ζη­τή­θη­καν ἀ­πό τούς σο­φι­στές κα­τά τόν 5ο π.Χ. αἰ­ώ­να στήν ἀρ­χαί­α Ἀ­θή­να, ἦ­ταν ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στό φυ­σι­κό νό­μο καί στό νό­μο τῆς πό­λης, ἀ­νά­με­σα στό φυ­σι­κό καί θε­τό δί­και­ο. Οἱ σο­φι­στές, μέ εὐ­στρο­φί­α καί ὀ­ξύ­νοι­α πρέ­πει νά πο­ῦ­με, τά ξε­χώ­ρι­σαν με­τα­ξύ τους καί ὑ­πο­στή­ρι­ξαν ὅτι ὁ φυ­σι­κός νό­μος εἶ­ναι σύμ­μα­χος τοῦ ἀ­τό­μου, ἐ­νῶ ὁ νό­μος τῆς πό­λης εἶ­ναι βί­αι­ος τύ­ραν­νο­ς[18]. Ἄς πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τίς σκέ­ψεις τους:

Ἡ φύ­ση καί ὁ νό­μος, λέ­νε, εἶ­ναι πράγ­μα­τα ἀν­τί­θε­τα με­τα­ξύ τους· καί γιά μέν τή φύ­ση εἶ­ναι ντρο­πή νά ἀ­δι­κεῖ­σαι, γιά τό νό­μο, ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι ντρο­πή νά ἀ­δι­κεῖς. Ἄλ­λά τους νό­μους τούς ἔ­κα­ναν οἱ πολ­λοί καί ἀ­δύ­να­μοι, γιά τό συμ­φέ­ρον τους βέ­βαι­α, γιά νά προ­στα­τέ­ψουν τήν ἀ­δυ­να­μί­α τους. Ὅ­μως ἡ ἴδια ἡ φύ­ση τό δη­λώ­νει πώς ὁ δυ­να­τός πρέ­πει νά ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τόν ἀ­δύ­να­μο. Ἔ­τσι, κρί­νε­ται δί­και­ο ὁ δυ­να­τός νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἀ­δύ­να­μο καί νά πλε­ο­νε­κτεῖ σέ σχέ­ση μ’ αὐ­τόν. Ἄλλωστε αὐτό τό δί­και­ο χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὁ Ξέρ­ξης ἔ­κα­νε ἐκ­στρα­τεί­α ἐ­νάν­τια στήν Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως καί ὁ πα­τέ­ρας του Δα­ρεῖ­ος ἐ­ναν­τίον τῶν Σκυ­θῶν. Αὐ­τοί λοι­πόν οἱ δύ­ο ἐ­νήρ­γη­σαν σύμ­φω­να μέ τό φυ­σι­κό δί­και­ο καί τό νό­μο τῆς φύ­σης, καί ὄ­χι σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους πού βά­ζου­με ἐ­μεῖς. Για­τί ἐ­μεῖς, παίρ­νον­τας τούς κα­λύ­τε­ρους καί τούς πιό ρω­μα­λέ­ους πο­λί­τες καί ἐ­ξα­πα­τών­τας τους ἀ­πό τή νε­α­νι­κή τους ἡ­λι­κί­α, τούς ὑ­πο­δου­λώ­νου­με λέ­γον­τάς τους πώς δί­και­ο καί ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι νά ἔ­χουν τά ἴ­σα μέ τούς ἄλ­λους. Ἄν ὁ­μως κά­ποι­ος ἀ­π’ αὐ­τούς συμ­βεῖ νά ἔ­χει φύ­ση ἱ­κα­νή, γκρε­μί­ζει ἀ­πό πά­νω του ὅλα αὐ­τά πού τοῦ φορ­τώ­σα­με, ξε­φεύ­γει καί κα­τα­πα­τών­τας τούς πα­ρά τή φύ­ση νό­μους μᾶς γί­νε­ται ἀ­πό δοῦ­λος ἀ­φεν­τι­κό μας· καί ἔ­τσι θρι­αμ­βεύ­ει τό φυ­σι­κό δί­και­ο[19].

Ἐ­ξάλ­λου, οἱ γο­νεῖς καί οἱ κη­δε­μό­νες, ὅταν συμ­βου­λεύ­ουν τούς νέ­ους νά εἶ­ναι δί­και­οι, δέν παι­νεύ­ουν τήν ἴδια τή δι­και­ο­σύ­νη ἀλ­λά τό κα­λό ὄ­νο­μα πού θ’ ἀ­πο­κτή­σουν οἱ νέ­οι ἀ­σκών­τας την. Δη­λα­δή, μο­να­δι­κός λό­γος γιά ἐ­κεῖ­νον πού ὑ­πη­ρε­τεῖ τή δι­και­ο­σύ­νη δέν εἶ­ναι ἡ ἴδια ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀλ­λά ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α στή ζω­ή[20].

Κα­νείς δέν εἶ­ναι δί­και­ος ἐ­πει­δή τό θέ­λει­[21]. Καί ἄν δί­να­με ἐ­ξου­σί­α στόν δί­και­ο καί στόν ἄ­δι­κο νά κά­νουν ὅ,τι θέ­λουν, γρή­γο­ρα θά βλέ­πα­με τόν δί­και­ο νά παίρ­νει τόν ἴδιο δρό­μο μέ τόν ἄ­δι­κο.

Ἀλ­λά καί στίς δι­ά­φο­ρες πό­λεις οἱ ἑ­κά­στο­τε ἄρ­χον­τες κά­νουν νό­μους πού τούς συμ­φέ­ρουν: Στήν δη­μο­κρα­τί­α δη­μο­κρα­τι­κούς, στήν τυ­ραν­νί­α τυ­ραν­νι­κούς καί στά ἄλ­λα πο­λι­τεύ­μα­τα ἀ­νά­λο­γους. Καί ἀφοῦ τούς κά­νουν, λέ­νε ὅτι αὐτό εἶ­ναι τό δί­και­ο γιά τούς ὑ­πη­κό­ους – δη­λα­δή τό δι­κό τους συμ­φέ­ρον – καί αὐτόν πού τό πα­ρα­βαί­νει τόν τι­μω­ροῦν, για­τί τά­χα εἶ­ναι πα­ρά­νο­μος καί ἄ­δι­κος. Δί­και­ο, λοι­πόν, σ’ ὅ­λες τίς πό­λεις εἶ­ναι «τό τῆς κα­θε­στη­κυί­ας ἀρ­χῆς συμ­φέ­ρον» καί ­ἕ­νας πού σκέ­φτε­ται σω­στά ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅτι παν­τοῦ ἐ­πι­κρα­τεῖ τό ἴδιο δί­και­ο, «τό τοῦ κρείτ­το­νος συμ­φέ­ρον »[22] (=τό συμ­φέ­ρον τοῦ δυ­να­τό­τε­ρου). Ἄλ­λω­στε αὐτό τό δί­και­ο χρη­σι­μο­ποι­ών­τας οἱ με­γά­λες πό­λεις βα­δί­ζουν ἐ­νάν­τια στίς μι­κρέ­ς[23].

Οἱ πιό πά­νω ἀ­πό­ψεις τῶν σο­φι­στῶν, ἄν δέν εἶ­ναι ὀρ­θές, εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε χρή­σι­μες, για­τί ἄν δέν ἀ­παν­τοῦν μέ ὀρ­θό­τη­τα στό ἐ­ρώ­τη­μα τί πρέ­πει νά κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, φα­νε­ρώ­νουν ὡ­στό­σο μέ παρ­ρη­σί­α τί συ­νη­θί­ζουν αὐτοί νά κά­νουν, ὁ­πως εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­με νά δι­α­πι­στώ­σου­με:

Στό συ­νέ­δριο τῆς Σπάρ­της, λί­γο πρίν ξε­σπά­σει ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος, οἱ πρέ­σβεις τῶν Ἀθηναίων ὁ­μο­λο­γοῦν ὅτι ἡ ἀ­θη­να­ϊ­κή ἡ­γε­μο­νί­α ὀ­φεί­λε­ται σέ ἐ­λα­τή­ρια φό­βου, κέρ­δους καί φι­λο­δο­ξί­ας καί προ­βάλ­λουν τή δι­και­ο­λο­γί­α ὅτι ἀ­νέ­κα­θεν ὑ­πῆρ­χε ὁ νό­μος τῆς φύ­σης, σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­δύ­να­μος πρέ­πει νά ὑ­πο­τάσ­σε­ται στό δυ­να­τό­[24]. ’Ἐπίσης, ὁ Συ­ρα­κού­σιος Ἑρ­μο­κράτης, ἐχθρός τῶν Ἀθηναίων, δη­λώ­νει ὅτι συγ­χω­ρεῖ τούς Ἀ­θη­ναί­ους γιά τήν πλε­ο­νε­ξί­α τους, για­τί εἶ­ναι στή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει ἐ­κεί­νους πού ὑ­πο­χω­ρού­ν[25]. Ἐν­τύ­πω­ση ὁ­μως προ­κα­λεῖ καί ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Δι­ο­δό­του στό δί­λημ­μα ἄν ἔ­πρε­πε ἡ ὄ­χι νά θα­να­τω­θοῦν οἱ Μυ­τι­λη­να­ΐ­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­χαν ἀ­πο­στα­τή­σει ἀ­πό τήν ἀ­θη­να­ϊ­κή συμ­μα­χί­α: Ἀποκλείοντας κά­θε ἀ­νά­μει­ξη τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τήν κα­τα­δί­κη ἡ τήν ἀ­θώ­ω­ση τῶν Μυ­τι­λη­ναί­ων ὁ Δι­ό­δο­τος τήν ἐ­ξαρ­τᾶ ἀ­πο­κλει­στι­κά καί μό­νον ἀ­πό τό τί συμ­φέ­ρει τούς Ἀθηναίους. Τούς συμ­φέ­ρει νά θα­να­τω­θοῦν οἱ Μυ­τι­λη­ναῖ­οι; Θά θα­να­τω­θοῦν, εἴ­τε ἀ­δί­κη­σαν εἴ­τε ὄ­χι. Δέν συμ­φέ­ρει στήν Ἀ­θή­να ὁ θά­να­τός τους; Θά ζή­σουν…[26]

Τέ­λος, ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει ὁ πε­ρί­φη­μος δι­ά­λο­γος τῶν Ἀ­θη­ναί­ων μέ τούς κα­τοί­κους τῆς Μή­λου. Οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι ζη­τοῦν τήν ὑ­πο­τα­γή τῶν Μη­λί­ων καί οἱ ἀ­πό­ψεις τους σκι­α­γρα­φοῦν μιάν ἀ­λα­ζο­νι­κή δύ­να­μη πού δέ γνω­ρί­ζει φραγ­μούς, δέν κά­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σέ δί­και­ο καί ἄ­δι­κο καί ὡς βά­ση στή συ­ζή­τη­ση δέ θέ­τει τό δί­και­ο ἀλ­λά τό συμ­φέ­ρον. Γιά τό δί­και­ο, θά ποῦν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι, μπο­ρεῖ νά γί­νει δι­ά­λο­γος μό­νο με­τα­ξύ ἴσων καί ἐ­κεῖ­νοι εἶ­ναι δυ­να­τό­τε­ροι. Τό­σο δυ­να­τό­τε­ροι, ὥ­στε οὔ­τε τή φι­λί­α τῶν Μη­λί­ων χρει­ά­ζον­ται οὔ­τε τό μί­σος τους φο­βοῦν­ται. Οἱ θε­οί, πι­στεύ­ουν, εἶ­ναι μέ τό μέ­ρος τους καί θά τούς εὐ­νο­ή­σου­ν[27]. Ἄλλωστε, κα­τά τή γνώ­μη τους, δεν κά­νουν τί­πο­τε τό ἄ­το­πο· ἁ­πλῶς χρη­σι­μο­ποι­οῦν καί αὐ­τοί τό φυ­σι­κό νό­μο, ὅ­πως τόν ἔ­χουν βρεῖ, ἕ­να νό­μο πού ἀ­να­γνω­ρί­ζουν θε­οί καί ἄν­θρω­ποι: Ὅ­τι ὁ δυ­να­τός πρέ­πει νά ἐ­ξου­σιά­ζει ὁ­που μπορεῖ. Ἑ­πο­μέ­νως, οἱ Μή­λιοι θά ἔ­πρε­πε νά φα­νοῦν λο­γι­κοί καί νά ὑ­πο­τα­χθοῦν, ἄν δέν ἡ­θε­λαν νά κα­τα­στρα­φού­ν[28]

«Αὐτή, πού οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι ὀ­νο­μά­ζουν εἰ­ρή­νη», δι­α­κή­ρυ­ξε μέ ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α ὁ Πλά­των, «εἶ­ναι μό­νο ὄ­νο­μα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε ἕ­νας ἀ­κή­ρυ­κτος πό­λε­μος ἀ­νά­με­σα σ’ ὅλες τίς πό­λεις σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση»[29]. Καί πράγ­μα­τι, ἡ πεί­ρα πού ἀ­πο­κό­μι­σε ὁ ἄν­θρω­πος στό δι­ά­στη­μα πού πέ­ρα­σε, δέν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια δι­α­φω­νί­ας. Ἔχει πλέ­ον ἀ­πο­δει­χθεῖ πώς ἡ ἀ­γά­πη γιά τήν εἰ­ρή­νη δέν μπο­ρε­ῖ ν’ ἀ­πο­τε­λέ­σει δύ­να­μη ἱ­κα­νή γιά τήν πα­γί­ω­σή της στόν κό­σμο, για­τί ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα πού γιά χά­ρη τους ἤ ἐ­ξαι­τί­ας τους ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά θυ­σιά­σει τήν εἰ­ρή­νη. Τό ἰ­δα­νι­κό τοῦ Πλά­τω­να γιά τό βα­σι­λιά-φι­λό­σο­φο, σύμ­φω­να μέ τό ὁ­ποῖ­ο ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα νά στα­μα­τή­σουν τά ἀν­θρώ­πι­να δει­νά μό­νο ἄν οἱ φι­λό­σο­φοι κυ­βερ­νή­σουν ἤ οἱ κυ­βερ­νῆ­τες φι­λο­σο­φή­σου­ν[30], σή­με­ρα φαν­τά­ζει σάν οὐ­το­πί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ ἱ­στο­ρί­α δυ­στυ­χῶς δεί­χνει ὅτι τή θέ­ση τοῦ βα­σι­λιά-φι­λό­σο­φου παίρ­νει συ­χνά κά­ποι­ος μω­ρο­φι­λό­δο­ξος μέ «ὑ­πε­ρο­ψί­α καί μέ­θη». Καί αὐτός, ἄλ­λο­τε αἰ­σθά­νε­ται σάν παν­το­δύ­να­μος θε­ός -καί φυ­σι­κά ὄ­χι θε­ός τῆς ἀ­γά­πης – ἄλ­λο­τε πά­λι, ἐ­ξο­μοι­ώ­νοντας τή δύ­να­μή του μέ τήν ἀ­ρε­τή καί πι­στεύ­ον­τας πώς εἶ­ναι ὁ ἐ­κλε­κτός τοῦ θε­οῦ, ἀ­να­λαμ­βά­νει τήν «ὑ­πο­χρέ­ωση» νά γί­νει κοι­νω­νι­κός ἀ­να­μορ­φω­τής καί σω­τή­ρας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, φυ­σι­κά μέ τή βί­α. Για­τί, βέ­βαι­α, «δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν ὁ Κύ­ριος νά σέ δι­α­λέ­γει γιά ἐν­το­λο­δό­χο Του καί ὕ­στε­ρα νά σοῦ ἀρ­νεῖϊ­ται τό ξί­φος μέ τό ὁ­ποῖ­ο θά ἐ­κτε­λέ­σεις τή θέ­λη­σή Του»[31]. Προ­φα­νῶς, ὁ σκο­πός ἁ­γιά­ζει τά μέ­σα. Ἡ μέ­χρι τώ­ρα πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που δεί­χνει δυ­στυ­χῶς ὅτι ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα πλή­ρω­σε βα­ρύ φό­ρο αἵ­μα­τος στούς ἐ­πι­δό­ξους «σω­τῆ­ρες» της, κα­θώς αὐτοί, ἔ­χον­τας τόν οἶ­στρο τῆς «ἀ­πο­στο­λῆς» καί κι­νού­με­νοι σ’ ἕ­να δι­κό τους πλαί­σιο δι­και­ο­σύ­νης καί ἠ­θι­κῆς, προ­σπά­θη­σαν νά φέ­ρουν στούς συ­ναν­θρώ­πους τους τή «σω­τη­ρί­α» μέ τή βί­α, χτυ­πών­τας τους καί ὑ­πο­τάσ­σον­τάς τους, πάν­το­τε βέ­βαι­α γιά τό κα­λό τους. Καί ἡ ἱ­στο­ρί­α συ­νε­χί­ζε­ται…

Πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια, τό 1961, ἕ­νας Ἰσ­ρα­η­λι­νός ἔ­γρα­ψε στόν Ἄγγλο φι­λό­σο­φο Bertrand Russell, πού ἀ­γωνι­ζό­ταν γιά τήν εἰ­ρή­νη, ὅτι γιά νά δι­α­σφα­λι­στεῖ ἡ παγ­κό­σμια εἰ­ρή­νη, θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­φο­πλι­στοῦν ὅ­λα τά κρά­τη ἐ­κτός ἀ­πό τό Ἰσραήλ. Τό Ἰσ­ρα­ήλ θά ἀ­να­λάμ­βα­νε νά ἐ­πτη­ρεῖ τήν εἰ­ρή­νη μέ βά­σεις ἀ­το­μι­κῶν ὁ­πλων καί μέ στρα­τι­ω­τι­κές δυ­νά­μεις δι­κές του. Μιά καί φαί­νε­ται πώς δέν μπο­ρε­ΐ νά ἐ­πι­τευ­χθε­ΐ παγ­κό­σμια εἰ­ρή­νη ἄν δέν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α δύ­να­μη ἐ­πι­τή­ρη­σης, ὁ ρό­λος αὐτός, κα­τά τή γνώ­μη τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νο­ῦ «φι­λει­ρη­νι­στῆ», θά ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­να­τε­θεῖ στούς Ἰσ­ρα­η­λι­νούς πού ἀ­πο­δεί­χτη­καν φί­λοι της εἰ­ρή­νης.

Ό Russell ἀ­πάν­τη­σε πώς δι­α­φω­νοῦ­σε ρι­ζι­κά μέ τήν ἀν­τί­λη­ψη ὅτι ἕ­νας ξε­χω­ρι­στός λα­ός ἔ­χει τόν προ­ο­ρι­σμό νά δί­νει λύ­ση στά δει­νά τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ νά ἐ­πι­τη­ρε­ΐ τή συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, καί ὅτι ἡ ἀ­κλό­νη­τη πί­στη του πῶς μιά τέ­τοι­α πε­ποί­θη­ση μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­πο­βεῖ ὀ­λέ­θρια γιά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα τόν ἔ­κα­νε ν’ ἀν­τι­τα­χθεῖ μέ πά­θος στό να­ζι­σμό, ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή πού αὐτός πρω­τοεμ­φα­νί­στη­κε.

Ὡ­στό­σο, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τήν ἀ­φέ­λεια ἤ τό θρά­σος τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νο­ΰ καί τή βα­θιά δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα τοῦ Ἄγγλου σο­φοῦ – καί πέ­ρα ἀ­πό κά­θε πο­λι­τι­κή συμ­πά­θεια ἡ ἀν­τι­πά­θεια – τό πιό πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό δεί­χνει κά­τι βα­θύ­τε­ρο: Ἐ­πι­ση­μαί­νει τόν κίν­δυ­νο πού ὑ­πάρ­χει, κα­θώς τά θύ­μα­τα ἀρ­χί­ζουν νά μι­μοῦν­ται τίς με­θό­δους τῶν θυ­τῶν. Θά πε­ρί­με­νε κα­νείς πώς ἕ­νας λα­ός πού ἔ­χει ὑ­ποστεῖ τό­ση ἀ­δι­κί­α ἀ­πό τό να­ζι­σμό – ἐ­πει­δή ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πί­στευ­ε ὅτι ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς πιό ἐ­κλε­κτῆς ρά­τσας μπο­ροῦ­σε νά συ­νε­τί­σει τούς ἄλ­λους λα­ούς – πο­τέ δέ θά ἔ­φτα­νε στό ση­μεῖ­ο νά θε­ω­ρεῖ καί ὁ ἴ­διος πῶς εἶ­ναι ἄ­ξιος γιά τήν κη­δε­μο­νί­α τῆς εἰ­ρή­νης καί τοῦ κό­σμου. Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ­μως δυ­στυ­χῶς δεί­χνει πό­σο εὔ­κο­λα προ­σβάλ­λον­ται καί τά θύ­μα­τα ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στια τῶν θυ­τῶν…

«Γνώ­θι σαυ­τόν», «Μη­δέν ἄ­γαν», «Μέ­τρον ἄ­ρι­στον»,

ἀ­κού­γον­ται πα­ρή­γο­ρα στήν ἀ­μη­χα­νί­α μας οἱ σο­φές ρή­σεις τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ κό­σμου, ὁ ὁ­ποι­ος με­τα­βάλ­λον­τας τό μύ­θο σέ κα­θρέ­φτη τοῦ κό­σμου δί­δα­ξε στήν ἀν­θρω­πό­τη­τα τήν τρα­γω­δί­α καί, ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας τήν «ὕβριν» μέ τά ἐ­πα­κό­λου­θά της, προ­σπά­θη­σε νά κα­θο­ρί­σει τά θε­μι­τά πλαί­σια μέ­σα στά ὁποῖα ὀ­φεί­λει νά κι­νεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος.

Ὡς ἄν­θρω­ποι ἔ­χου­με ἀ­δυ­να­μί­ες καί ὁρ­μές πού πρέ­πει νά τίς γνω­ρί­σου­με καί νά τίς τι­θα­σεύ­σου­με, δί­νον­τας σ’ αὐ­τές ἡ­με­ρό­τε­ρες δι­ε­ξό­δους. Για­τί μό­νον ἔ­τσι ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα νά προ­στα­τεύ­σου­με ἐ­μᾶς ἀ­πό τούς ἑ­αυ­τούς μας, πρίν φτά­σου­με σέ ση­μεῖ­ο πού οὔ­τε πλέ­ον τά ἐ­λαττώ­μα­τά μας θά εἶ­ναι ἀ­νε­κτά ἀλ­λά οὔ­τε καί ἡ θε­ρα­πεί­α τούς δυ­να­τή.

[1] Θούκ. 3,82, 2 κ.ἑ.

[2] Βλ. J. W. Fulbright, Ἡ ἀλαζονεία τῆς δυνάμεως (μέτ. Θ. Παπαμάργαρη, Ἀθήνα 1970, σ. 17

[3] Β. Russell, Power, London 1971 (ἕκτη ἔκδ.λ σ. 7 καί 9.

[4] Βλ. Β. Russell, Power, ὅ.π.. σ. 24

[5] Πλάτ., Πολιτ. 2, 372e κ. ε.

[6] Πλάτ., Πολιτ. 10, 617d κ.ε.

[7] Πλούτ., Περί Εὐθυμ. 12.

[8] Πλούτ., Ἀλεξ. 5 καί 15 καί 42.

[9] Ὁμηρ., Ἰλιαδ. Ζ208, Λ784.

[10] Εὐριπ., Ἰκετ. 238-245.

[11] Βλ. Ε. Diehl, Anthologia Lyrica Graeca, τόμ. I, Lipsiae 10 (9).

[12] Λυσ. Ὑπέρ Ἀδυν. 16.

[13] «…ὅπως τοῖς δυναμένοις παρανομεῖν ἐξουσία μή γένηται κατά της πατρίδος ἐξαμαρτεῖν»(Διόδ. Σικελ. 19, 1, 3).

[14] Ἡροδ. 5,92ζ1 κ.ἑ.

[15] Ἡροδ. 7,158,1 κ.ε.

[16] Διόδ. Σικελ. 14, 2, 2 καί 20, 63, 3.

[17] Ξενοφ., Ἱερων 1, 8 κ.ε. Βλ. ὅμως καί Τ. Βουρνᾶ, Ξενοφῶντος Ἱερων, Ἀθήνα 1973, σ. 7 κ.ε., ὅπου ὁ συγγραφέας παραθέτει καί ἄλλες μαρτυρίες γιά τούς τυράννους καί τήν τυραννία.

[18] Πλάτ., Πρωταγ. 337D.

[19] Πλάτ., Γόργ. 482e-484a.

[20] Πλάτ., Πολιτ. 2, 362e.

[21] Πλάτ., Πολιτ. 2, 360c.

[22] Πλάτ., Πολιτ. 1, 338e-339a.

[23] Πλάτ., Γοργ. 488c.

[24] Θούκ. 1,76,2.

[25] Θούκ. 4, 61,5.

[26] Θούκ. 3,44,1.

[27] Ἀλήθεια, ποιός καταχτητής δέν πιστεύει πῶς ὁ θεός θά εὐλογήσει τά δικά του ὅπλα; Ό Fulbright σημειώνει ὅτι κατά τόν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο οἱ Γερμανοί στρατιῶτες φοροῦσαν ζωστῆρες, πού στήν πόρπη τούς εἶχαν γραμμένο «μεθ’ ἡμῶν ὁ Κύριος». (Βλ. J. W. Fulbright, δ.π., σ.16).

[28] Θούκ. 5,87, κ.ε.

[29] Ἥν γάρ καλοῦσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων εἰρήνην, τοῦτ’ εἶναι μόνον ὄνομα, τῷ δ’ ἔργῳ πάσαις πρός πάσας τάς πόλεις ἀεί πόλεμον ἀκήρυκτον κατά φύσιν εἶναι. (Πλάτ., Νόμ. 1,626α).

[30] Ἐάν μή ἤ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἤ οἱ βασιλεῖς τέ νῦν λεγόμενοι καί δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τέ καί ἱκανῶς, καί τοῦτο εἰς ταὐτόν ξυμπέςῃ. δύναμις τέ πολιτική καί φιλοσοφία … οὐκ ἐστιν κακῶν ἀνάπαυλα. (Πλάτ., Πολιτ. 473c).

[31] J. W. Fulbright, δ.π., σ. 15-16.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s