ΕΤΣΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


kion1        ΕΤΣΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ*

                      – Σεμινάριο της 23ης Φεβρουάριου 1983 –

 Κορνήλιος Καστοριάδης

     Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε όταν μιλάμε για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία – ή για την αρχαία Ελλάδα γενικά – είναι ότι η φιλοσοφία αυτή δεν αναδύεται μέσα από κάποιο ξέφωτο του Είναι, αλλά έρχεται στο φως ως συνεχής πάλη εναντίον αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε εφιάλτη, τον εφιάλτη του μη-είναι, της γένεσης και της φθοράς, και γενικότερα της ασυναρτησίας του είναι. Η πάλη αυτή παραπέμπει τελικά σε τρεις αντιθέσεις: μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι – πράγμα για το οποίο θα μιλήσουμε εκτενώς σήμερα, και αναμφίβολα την προσεχή φορά -, μεταξύ της γνώμης και της αλήθειας, μεταξύ της φύσεως και του νόμου, αντιθέσεις που δεν πρέπει άλλωστε να διαχωρίζονται διότι, στην περίπτωση αυτή, οι δύο πρώτες γίνονται κοινότοπες. Αν και η τρίτη αντίθεση μεταξύ φύσεως και νόμου διατυπώνεται ρητά λίγο αργότερα, περί τα μέσα του 5ου  αιώνα, βρίσκουμε τα πρώτα ίχνη της πολύ νωρίτερα και, υπό μία έννοια, ήδη στον Ησίοδο.

     Μιλήσαμε για τον Αναξίμανδρο και είδαμε ότι το απόσπασμα που αναλύσαμε έχει νόημα μόνο όταν συνδέσουμε το είναι των όντων ή την ύπαρξή τους με το είναι ως ουσία. Και εάν συνδέσουμε επίσης την ύπαρξη αυτή μ’ έναν οικουμενικό, απρόσωπο νόμο, το χρεών του Αναξίμανδρου, που αποτελεί κανόνα διαρκούς γένεσης και καταστροφής – χρεών το οποίο στο εν λόγω απόσπασμα αντιστοιχεί σε μια ἀδικίαν, σε μια ὕβριν, την οποία είμαστε τελικά υποχρεωμένοι να ταυτίσουμε με το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης. Υποχρεωμένοι διότι ο Αναξίμανδρος δεν κάνει λόγο για ορισμένα όντα ιδιαιτέρως άδικα ή με οποιονδήποτε τρόπο κακοποιά. Δεν λέει π.χ. τα. όντα που θα ήθελαν να παρατείνουν την ύπαρξή τους πέ­ραν του χρόνου που τους αναλογεί οφείλουν να πληρώσουν το τίμημα αυτής της υπέρμετρης φιλοδοξίας. Μιλάει απολύτως οικουμενικά: όλα τα όντα (τοῖς οὖσι στη δοτική πληθυντικού). Βεβαίως, μπορούμε να δούμε επίσης στη θέση αυτή μια πρώτη διατύπωση μιας πρότασης που αναφέρεται στο σύνολο των όντων για να το ορίσει λέγοντας ότι: χαρακτηρίζεται από τη γένεσιν και τη φθοράν και υπόκειται στο χρεών. Σας έλεγα ακόμα ότι ήδη με το απόσπασμα αυτό εμφανίζεται υπόρρητα ό, τι μπορούμε να αποκαλέσουμε απόσταση, απόσχιση, ρήξη που δημιουργείται συνέχω; στην καρδιά του φιλοσοφικού διαλογισμού, αυτή η έσχατη δυαδικότητα που ούτε να την παρακάμψει μπορεί κανείς ούτε να την ξεπεράσει, ό, τι κι αν κάνει. Από τη μια μεριά, υπάρχει το ἐστί, τα όντα. και τα όντα αυτά μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε, να τους προσδώσουμε κατηγορήματα, να προσπαθήσουμε ακόμα και να ορίσουμε την ουσία τους, με την τρίτη έννοια του ρήματος εἰμί, όπως λέγαμε την περασμένη φορά. Υπάρχει όμως αυτό σύμφωνα με το οποίο ορίζεται το ον, κατά το χρεών, δηλαδή ο νόμος, που δεν αποτελεί πλέον χαρακτηρισμό των όντων καθαυτών, αλλά κανονικότητα, γενικό κανόνα, αναγκαιότητα στην οποία τα πάντα οφείλουν υπακοή, όποιος κι αν είναι ο ιδιαίτερος χαρακτηρισμός τους – αυτό είναι το χρεών. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια διπολικότητα, μια αναπόφευκτη δυαδικότητα μεταξύ του όντος και της αρχής ή του νόμου που διέπει. το ον.

Συνέχεια

Advertisements

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ


kion1   Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
              ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ*

 Ν. Καστάνη

         Σ’ όλο, σχεδόν, τον κόσμο, η ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής σκέψης αποτελεί ένα αξιοθαύμαστο γεγονός. Κάποιοι, μάλιστα, μιλούν για «ελληνικό θαύμα». Κατ’ επέκταση, μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, αναφέρεται και το «ελληνικό θαύμα στα Μαθηματικά». Ίσως αυτή η στάση να εκφράζει μια υπερβολική έκπληξη και έναν διογκωμένο ενθουσιασμό. Δεν προέρχεται, όμως, από μια μυθοπλασία, από ένα πλασματικό κατασκεύασμα, γιατί απηχεί μια αξιοσημείωτη ιστορική πραγματικότητα: την πολιτισμική αναμόρφωση του Αρχαίου Κόσμου, η οποία αποτέλεσε τη μήτρα της σύγχρονης κουλτούρας. Και είναι αλήθεια ότι η πολιτισμική αυτή αναμόρφωση ήταν και είναι το επίκεντρο του ιστορικού ενδιαφέροντος κι ο απώτερος σκοπός μιας πληθώρας μελετών και αναλύσεων του αρχαίου ελληνικού τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς. Πρόκειται για μια οπτική γωνία που είναι στενά συνυφασμένη με τη διαχρονική και ευρύτατα διαδεδομένη πεποίθηση ότι

Η ευρωπαϊκή σκέψη αρχίζει με τους αρχαίους Έλληνες.[1] Αυτή η στάση είναι, όπως φαίνεται, αρκετά ισχυρή, γιατί εμπνέει, ενεργοποιεί και νομιμοποιεί τους μελετητές της αρχαίας ελληνικής δημιουργίας. Αποτελεί ταυτόχρονα και το πλαίσιο διαμόρφωσης του θαυμασμού για την πνευματική και πολιτισμική ανέλιξη των αρχαίων Ελλήνων.

Μέσα σ’ αυτό το υψηλό επίπεδο ενδιαφέροντος και ιστοριογραφικής δυναμικής η ανάπτυξη των αρχαίων ελληνικών Μαθηματικών κατέχει μια κεντρική θέση. Κι όχι τυχαία, γιατί το συγκεκριμένο είδος επιστημονικής σκέψης άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στην προκειμένη περίπτωση αξίζει να αναφερθεί η πολύ χαρακτηριστική ρήση του διαπρεπή άγγλου ιστορικού των Μαθηματικών Sir Thomas L. Heath (1861-1940), όσον αφορά τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη, η αντιπροσωπευτικότερη πραγματεία των αρχαίων ελληνικών Μαθηματικών:

Συνέχεια

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ


kion1          Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

                     ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 [Απλοποιημένη μορφή μέρους του C. Rowe, “Introduction”, στο The Cambridge History of Greek and Roman Political Thought, Cambridge 2000]

 

Πόλις και πολιτική

       Πόλις είναι μια κοινότητα προσώπων ή πολιτών, μια κοινότητα χώρου ή τόπου, λατρειών, εθίμων και νόμων, η οποία είναι ικανή να διαχειριστεί τον εαυτό της (μερικώς ή πλήρως). Ο ακριβέστερος ορισμός της πόλης-κράτους θα ήταν «κράτος των πολιτών».

       Στην κλασική περίοδο η πόλις είχε κανονικά ένα αστικό κέντρο (άστυ), αλλά αν χρησιμοποιήσουμε τον όρο πόλις μόνο γι’ αυτό το κέντρο θα ήταν λάθος: το αστικό κέντρο ήταν μέρος μόνο της πόλης, στην έννοια της οποίας πρέπει επίσης να συμπεριληφθεί και η ύπαιθρος. Αν και μεγάλο μέρος του ελληνικού κόσμου ήταν οργανωμένο όχι σε πόλεις, αλλά σε φυλετικά κράτη (έθνη), κατά την αρχαϊκή και προπάντων κλασική περίοδο η πόλις ήταν πολιτικά και πολιτιστικά η ηγετική μορφή κράτους. Ποια είναι όμως η σημασία του όρου «πολιτικός»; Τι μπορεί να θεωρηθεί πολιτική σκέψη;

          Στην Ελλάδα μέχρι και την ελληνιστική περίοδο η απάντηση είναι περίπου η εξής: ο όρος καλύπτει κάθε πλευρά της πόλης-κράτους ως θεμελιώδους μονάδας μέσα στην οποία οργανώνεται η κοινωνία. Η λέξη πολιτικός στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει «αυτός που ανήκει ή ταιριάζει στην πόλη». Όταν ο Πλάτωνας μιλά για την πολιτική (τέχνη), την τέχνη / επιστήμη της πολιτικής, έχει κατά νου ένα είδος γνώσης που περιορίζεται στα όρια της πόλης. Το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλες μορφές πολιτικής οργάνωσης αναγνωρίζεται, αλλά οι μορφές αυτές δεν θεωρούνται εφαρμόσιμες ή ισοδύναμες με την πόλη. Αυτός ο τρόπος σκέψης εκφράζεται περιεκτικά στην αριστοτελική σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον, δηλαδή πλάσμα προορισμένο να ζήσει σε μια πόλη. Μ’ αυτόν τον τρόπο τα «πολιτικά πράγματα» μετατρέπονται σε κεντρικό ηθικό ζήτημα σε σχέση με τον άριστο τρόπο ζωής για ανθρώπους στο βαθμό που αυτή η ζωή όχι μόνο πρέπει να διανυθεί μέσα σε μια πόλη, αλλά και να διαμορφωθεί από αυτήν.

Συνέχεια

ΣΚΗΝΕΣ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ


kion1    Σκηνές της τρέλας στην αρχαιοελληνική         τραγωδία

Λήψη του αρχείου

André Green

Για πολύ καιρό είχαμε οριοθετήσει τη διαφορά ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο στην ομιλία, στο λόγο. Μέχρι τη στιγμή που αντιληφθήκαμε ότι η διαφορά σ’ αυτό το επίπεδο δεν ήταν τόσο θεμελιακή όσο το είχαμε νομίσει. Αυτό το οποίο διαφοροποιεί πραγματικά τον άνθρωπο από το ζώο είναι το ότι ο άνθρωπός είναι ο μόνος που έχει την ικανότητα να αφηγείται ιστορίες – να αφηγείται στον εαυτό του και να αφηγείται τον ίδιο του τον εαυτό του. Έτσι η μυθολογία δεν είναι ένα ακόμη γνωστικό αντικείμενο για να την προσθέσουμε απλώς στη ανθρώπινη γνώση. Έγινε ένα γνωστικό αντικείμενο -φάρος, που αξίζει να μελετηθεί λεπτομερώς σε συσχέτιση με  τον κάθε πολιτισμό και την Ιστορία. ¨Έτσι λοιπόν όλοι οι άνθρωποι φτιάχνουν μυθοπλασίες, αλλά ο καθένας το κάνει με τον τρόπο του στα πλαίσια της κουλτούρας του. Και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν οι λιγότερο παραμυθάδες.
Για μένα, αυτό που είναι μυθικό στην Ιλιάδα, δεν είναι το γεγονός ότι ο Πάτροκλος, όντας νεκρός, παίρνει το λόγο, ούτε ακόμη το ότι τα άλογα του Αχιλλέα του μιλούν. Αυτό που βρίσκω ως το πιο μυθικό είναι στην ωδή 21, όπου ο Σκάμανδρος, ο ιερός ποταμός, επιτίθεται λεκτικά στον Αχιλλέα και του προσάπτει ότι κοκκίνισε τα νερά του με το αίμα των θυμάτων του εμποδίζοντας έτσι, με τα πτώματα των εχθρών που έριχνε στα νερά του, τον ρου του ποταμού. Αυτός ο διάλογος ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο είναι για μένα βαθύτατα μυθικό.

Συνέχεια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ


kion1Πολιτική

 (το αντίστοιχο κεφάλαιο από το έργο του M. I. Finley

«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ»)

Λήψη του αρχείου

 Ο Πλούταρχος διηγείται μια ιστορία στην οποία γίνεται πολύ συχνά αναφορά. Κάποτε στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια μιας ψηφοφορίας για οστρακισμό ένας αγράμματος αγρότης πλησίασε έναν άνθρωπο και του ζήτησε να γράψει στο όστρακο που κρατούσε το όνομα Αριστείδης. Όταν ο άλλος τον ρώτησε τι κακό του είχε κάνει ο Αριστείδης, ο αγρότης απάντησε: «Κανένα απολύτως. Δεν τον γνωρίζω καν, αλλά βαρέθηκα πια να ακούω να τον αποκαλούν παντού ο Δίκαιος». Οπότε ο Αριστείδης, γιατί αυτός ήταν φυσικά ο άλλος άνθρωπος, έγραψε χωρίς καμιά διαμαρτυρία το όνομά του στο όστρακο, όπως του είχε ζητήσει ο αγρότης (Αριστείδης 7.6.). Όντως διδακτική η ιστορία, αλλά εκείνο που μου κινεί πιο πολύ το ενδιαφέρον είναι η προθυμία των ιστορικών να την πιστέψουν και να βγάλουν απ’ αυτή γενικά συμπεράσματα για τον Αριστείδη, τον οστρακισμό και την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Μερικοί είχαν κάποιες αμφιβολίες για την εικόνα αυτή των Αθηναίων πολιτικών ως καθώς πρέπει κυρίων που δεν θα δέχονταν ποτέ να κηλιδώσουν το όνομά τους με ποταπές ενέργειες, όπως η εξαγορά των ψήφων αγροτών και εμπόρων (είναι περιττό να προσθέσω ότι εδώ πρόκειται για τους καλούς πολιτικούς ηγέτες, και όχι τους δημαγωγούς σαν τον Κλέωνα). Τώρα όμως οι σκεπτικιστές μπορούν να απολαύσουν έναν απροσδόκητο θρίαμβο. Σε ανασκαφές που έγιναν μεταπολεμικά αποκαλύφτηκαν, κυρίως στον Κεραμεικό, περισσότερα από έντεκα χιλιάδες όστρακα χαραγμένα με ονόματα.[1] Τα περισσότερα είχαν πεταχτεί σε μεγάλες ποσότητες μετά από κάποιο οστρακισμό. Όμως 190 όστρακα που βρέθηκαν στη δυτική πλαγιά της Ακρόπολης, είχαν όλα το όνομα του Θεμιστοκλή, χαραγμένο από λίγα μόνο χέρια. Άρα τα όστρακα αυτά είχαν γραφτεί από πριν για να διανεμηθούν σε πιθανούς ψηφοφόρους, αλλά τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν. Δεν μπορούμε κατά κανένα τρόπο να υπολογίσουμε πόσα από τα έντεκα χιλιάδες όστρακα είχαν γραφτεί από πριν για τον ίδιο λόγο. Ούτε μπορούμε να αποδείξουμε εάν η ιστορία του Πλούταρχου για τον Αριστείδη ήταν αληθινή. Βέβαια, πολλές από τις ιστορίες του είναι ηθοπλαστικές φανταστικές διηγήσεις, και δεν είναι δυνατό να δεχτούμε ότι η ομάδα των οστράκων με το όνομα του Θεμιστοκλή, που τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν, αποτελεί μοναδική περίπτωση στην ιστορία του οστρακισμού. Η τελική μας απόφαση θα στηρίζεται σε πιθανότητες, και ο Πλούταρχος δεν με πείθει ότι οι Αθηναίοι πολιτικοί διέθεταν άμεμπτο ήθος, πράγμα που θα αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στα χρονικά των πολιτικών κοινωνιών.[2]

Συνέχεια