Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


kion1Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

 του Μπάμπη Πατζόγλου,

εισήγηση στον Κήπο των Αθηνών

 Σκόπιμο νομίζω είναι, να προσπαθήσουμε όσο το δυνατόν γίνεται, να «ορίσουμε», αν μπορεί να ορισθεί, τι εννοούμε με την λέξη Έρωτα τόσον στην πρακτική, όσον και στην θεωρητική του μορφή. Και να τον απομυθοποιήσουμε βγάζοντας όλα τα περιττά στοιχεία που τον περιβάλλουν και να τον δούμε ως μια καθαρά σεξουαλική πράξη. Όμως αυτά τα περιττά στοιχεία μήπως είναι άραγε αναγκαία;

Ο Έρωτας, που αγαπήθηκε, που λατρεύτηκε, που έγινε Θεότητα , που τον κάνανε τραγούδι, ποίημα, ζωγραφιά, μουσική κ.α παίζει έναν από τους βασικότερους , ρόλους στην ζωή μας . Και όλο αυτό το ένδυμα που φορά αυτή η σεξουαλική πράξη, προσπαθεί να αναβιβάσει την πράξη αυτή σε υπερβατικές καταστάσεις. Στην ουσία όλες αυτές οι υπερβατικές καταστάσεις οδηγούν, ή τις επινοήσαμε για να καλύψουμε, ή να δικαιολογήσουμε, ή για να εκδηλώσουμε με άλλα λόγια, αυτήν την σεξουαλική πράξη. Ή τέλος για να ρίξουμε στο κρεβάτι πιο ανώδυνα έναν άνθρωπο που ποθούμε.

Όντως όμως αυτή η πράξη αποτελεί το κίνητρο για την ζωή. Είναι η ίδια η ζωή. Και αν σας ενδιαφέρει η γνώμη μου είναι η μέγιστη ηδονή εκ των ηδονών.

Τόσοι και τόσοι διανοούμενοι και συγγραφείς, αφού τον ύμνησαν , έδωσαν, ή προσπάθησαν να δώσουν μία άποψη που να προσιδιάζει καλλίτερα σ’ αυτήν την εξαίσια και υπέροχη λειτουργία του ανθρώπου. Την έδωσαν όμως; Αλλά το πρόβλημα το οποίον γεννάτε για εμάς που βλέπουμε καθαρά τα πράγματα , για εμάς τους Επικούρειους είναι, ότι ο οποιοσδήποτε ορισμός και ιδιαίτερα πάνω στην έννοια έρωτας , είναι δύσκολο, παρακινδυνευμένο και επιπόλαιο αν θέλετε, να δώσουμε ξερά και ανούσια έναν «ορισμό». Άλλωστε, ως γνωστόν, εμείς οι Επικούρειοι δεν δίνουμε ορισμούς πάνω στις έννοιες, αλλά περιγράφουμε τις έννοιες αυτές, με αποτέλεσμα να τις προσεγγίσουμε με τον καλύτερο τρόπο.

Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, η καλλίτερη έκφραση θα ήταν, μία ανάλυση σε βάθος. Εν ολίγοις, άραγε ποια είναι τα στοιχεία, ποιοι είναι οι περιορισμοί και ποια είναι τα κριτήρια, τα οποία εμπεριέχονται μέσα σ’ αυτήν την πράξη;

Ή μπορούν να υπάρξουν περιορισμοί και κριτήρια μέσα σ’ αυτήν την έννοια; Νομίζω πως μπορούμε να βρούμε μερικά. Έτσι η απόπειρα της περιγραφής πρέπει να γίνει πάνω σε κάποια στοιχεία και κριτήρια τα οποία θα δοθούν από τα πριν.

  Α) Η Εξωτερική εμφάνιση

 Αρχίζοντας λοιπόν την ανάλυση της τόσο γλυκιάς και ηδονικής ενεργητικότητας του Ανθρώπου, θα πρέπει να λάβουμε υπ ’ όψιν μας ένα από τα σπουδαιότερα κριτήρια.

Και το κριτήριο αυτό είναι το εξωτερικό ερέθισμα.

Και όταν μιλάμε για εξωτερικό ερέθισμα εννοούμε τόσο την καλαισθησία, όσο και τον καλλωπισμό. Δηλαδή την ομορφιά. Με λίγα λόγια η γενεσιουργός αιτία της επιθυμίας ενός ατόμου για ένα άλλο άτομο, εξαρτάται από το πρόσωπο του, από το παράστημά του, από το πόσο γυμνασμένος είναι , από το πώς ντύνεται, ή πως χτενίζεται κ.α. Εν κατακλείδι από το πόσο ωραίος είναι. Έτσι δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γούστο του ενός για τον άλλον. Άλλωστε είναι πάμπολλα τα παραδείγματα τα οποία συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή που πιστοποιούν του λόγου το αληθές, αλλά και η υποψία μας ότι κάτι συμβαίνει. Πάνω σ’ αυτό το θέμα μας λέει ο Επίκουρος ότι: « Εάν αφαιρεθεί η εξωτερική όψη και η ομιλία και η συναναστροφή ξεθυμαίνει το ερωτικό πάθος»1 Είναι όμως δυνατό να αφαιρεθεί…;

Σίγουρα όμως υπάρχει μία υποκειμενικότητα όσον αφορά την αισθητική. Και αν δεν υπήρχε, τότε δικαίωμα να αποκτήσουν ταίρι, ή να κάνουν σεξ, θα είχαν μόνο οι «αντικειμενικά» ωραίοι. Όμως τα γούστα και τα κριτήρια του κάθε ανθρώπου, καί είναι διαφορετικά, καί αλλάζουν από εποχή, σε εποχή.

Αλλά αυτά καθ’ αυτά τα κριτήρια της αισθητικής είναι άραγε εγγενή;

Ή τα έχουμε όλοι μας διδαχθεί; Έχουμε λάβει δηλαδή τις προλήψεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, έτσι ώστε να μας κάνει, να μας κινεί δηλαδή, εκείνες τις χορδές του έσω εαυτού μας, και να συμφωνούμε με τον εαυτό μας περί ενός όμορφου ανθρώπου; Ή ίσως να έχουμε συνείδηση περί της διαπλάσεως του σώματός και του προσώπου μας, καθώς και των εξωτερικών χαρακτηριστικών μας , ή ακόμα των δυνατοτήτων μας, ή των αδυναμιών μας. Ή επί πλέον, να ψάχνουμε κάτι που μας λείπει. και να δεχόμαστε ανάλογα εξωτερικά χαρακτηριστικά από έναν άνθρωπο με τον οποίο θα δημιουργήσουμε μια απόπειρα σχέσης ή σεξ;

Από την ιστορία όμως του ανθρώπου βλέπουμε πως η αισθητική είναι εγγενής. Και αυτό θα το παρατηρήσουμε στους πρωτόγονους ανθρώπους. Όπου και εκεί υπήρχαν κριτήρια αισθητικής και δεν υπήρχε καμία διδασκαλία επ’ αυτής. Τούτο μπορούμε να το δούμε τόσον στην πρωτόγονη αλλά, καί σπουδαία ζωγραφική τους, καί στην ενδυμασία τους, καί στην παρουσία τους με τις διάφορες επεμβάσεις πάνω στο σώμα τους π.χ. βαψίματα , χαλκάδες , βραχιόλια κ.λ.π. Και τις περισσότερες φορές δεν βαφόντουσαν για μία αναμέτρηση με τις άλλες φυλές, αλλά καί για να τονώσουν την προσωπικότητά τους μέσω της καλαισθησίας τους, καί για το σεξουαλικό κάλεσμα.

Αλλά υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος που λέει, ότι αυτό το οπτικό ερέθισμα μπορεί να είναι αλλοτριωτικό. Μπορεί να έγκειται στην απομάκρυνση του ιδίου μας του εαυτού από την φύση και στην δυσκολία της αναγνώρισης του φυσικώς ωραίου. Στην απομάκρυνση, λόγω της επέμβασης για λόγους εξουσιαστικούς, ή για λόγους καθυποτάξεως. Έτσι μπορεί να είναι προϊόν μιας ξεπερασμένης και εξαγόμενης με λάθος τρόπο, μιας δηλαδή χριστιανό-μαρξιστικής- κεφαλαιοκρατικής αισθητικής. Μίας δηλαδή επιβολής εκ των άνω.

Συνέχεια

Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


kion1Ο Πλάτωνας, οι σοφιστές και η αναζήτηση της αλήθειας

 Δ. Πετρίδη

 Υπάρχει αντικειμενική αλήθεια; Είναι ένα πολύ παλιό φιλοσοφικό ερώτημα. Ας θυμηθούμε τον Σωκράτη που έλεγε ότι η αλήθεια είναι μία για όλους τους ανθρώπους είτε ζουν στην Ελλάδα είτε στην Ασία.  Ο Σωκράτης έψαχνε να τη βρει με τη μαιευτική όπως ονομάσθηκε μέθοδο, μέσα δηλαδή από ερωτήσεις που προσπαθούσαν να ξεκαθαρίσουν τις πλάνες, τις λαθεμένες αντιλήψεις για τα πράγματα. Ο Πλάτωνας από την ίδια αφετηρία ξεκινώντας, μιλούσε για τις απόλυτες ιδέες, αλήθειες, που είναι η αρχή των πάντων, που οι αισθήσεις τις συσκοτίζουν και καθήκον των φιλοσόφων είναι να προσπαθούν να φθάσουν σ’ αυτές. Όλη η γνώση για τον Πλάτωνα δεν είναι τίποτε άλλο από μία προσπάθεια επιστροφής σ’ αυτές τις απόλυτες ιδέες. Είναι χαρακτηριστική και η ερμηνεία που έδωσε στην ετυμολογία της λέξεως αλήθεια, από το στερητικό α- και τη λήθη. Το ξεπέρασμα της λήθης δηλαδή, αν και η λέξη λήθη είχε και την έννοια της πλάνης, του λάθους, αλλά και τη λήθη με την έννοια του ξεχασμένου.

Στον Πλάτωνα ο πραγματικός κόσμος είναι ο κόσμος των ιδεών. Τα φαινόμενα, η εμπειρία, είναι αντανακλάσεις των ιδεών. Οι ιδέες είναι το πραγματικό και τα φαινόμενα είναι σκιές, είναι στην ουσία ‘’μη πραγματικότητα’’.

Συνέχεια

ΤΑ ΚΑΒΕΙΡΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ


kion1Τα Καβείρια Μυστήρια

 Σοφίας Κλήμη Παναγιωτοπούλου
από το Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής

Είναι γενικά παραδεκτό και το αναφέραμε κι’ άλλες φορές πως η θρησκευτικότητα είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Η ανάγκη της υποταγής σε κάτι έξω απ’ τις δυνατότητες του μυαλού, η ανάγκη θεοποιήσεώς του και λατρείας του, φανερώθηκε απ’ την αυγή της ανθρωπότητας και θεοποίησε τον κεραυνό, τη φωτιά, τους αγρίους βράχους, τα ορμητικά ποτάμια, τα αιωνόβια δέντρα. Έτσι, η αρχική μορφή της θρησκείας εκδηλώθηκε σαν φυσιολατρεία. Σιγά-σιγά, δημιουργήθηκαν οι μύθοι γύρω από κάθε παράξενο κι’ ανεξήγητο, μύθοι πού προσπαθούσαν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο αδιανόητο και τη δυνατότητα του ανθρώπινου νου. Μύθοι που έκρυβαν πάντοτε μεγάλες κι’ αιώνιες αξίες κι’ αλήθειες, φυσικές και ηθικές.

Έτσι, και στην αρχαία Ελλάδα, που εξανθρώπισε τους θεούς της, οι μύθοι αποτελούν τη βάση του θρησκευτικού και κοινωνικού βίου των Ελλήνων. Δημιουργούνται απ’ τους ποιητές, τους μουσουργούς, μεταδίδονται από γενιά σε γενιά απ’ τους ραψωδούς κι’ αποτελούν, θα λέγαμε, μια λαϊκή θρησκεία που σκοπό έχει να διαπαιδαγωγήσει, να σωφρονίσει, να φέρει φόβο Θεού, να δώσει ινδάλματα προς παραδειγματισμό και παραδείγματα προς αποτροπιασμό. Γιατί η ποίηση και προ παντός του Ησίοδου θεωρούνταν ότι ήταν το ασφαλέστερο και τελειότερο μέσο διαπαιδαγώγησης. Ο Όμηρος αποκαλούσε τους ποιητές «σωφρονιστάς» και οι νέοι διδάσκονταν, κυρίως με ποιήματα, για σωφρονισμό και ανάπτυξη σωστού χαρακτήρα.

Συνέχεια

ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΗ


kion1Οι στοχασμοί των προσωκρατικών γύρω από την Ψυχή

  Γιώργος Μαμώλης

             Το ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη της Ψυχής καθώς και η προσπάθεια απάντησης του, ξεκινά από πολύ παλιά. Ήδη 3000 έτη π.Χ, οι Αιγύπτιοι προσπαθούν να απαντήσουν στον προβληματισμό. Στην συνέχεια έχουμε ακόμη μια πρώτη αλλά βασική προσέγγιση, μέσω των ποιημάτων του Ομήρου.

Το Περί Ψυχής ερώτημα, προέρχεται στην ουσία, από το Περί Ζωής ερώτημα. Τι είναι η ζωή; Από πού πηγάζει; Τι είναι θάνατος; Τι σημαίνει ’’ζούμε’’, Τι είναι η Φύση; Γιατί μπορούμε να συμπεριφερόμαστε; κλπ, είναι ερωτήματα που οδηγούν στην υπόθεση μιας πηγής ζωής.

Η Ψυχή είναι σύμφωνα με αυτήν την πίστη και θεωρία, αυτή η πηγή ζωής ολόκληρου του σύμπαντος. Η μελέτη, τώρα, του τι είναι Ψυχή, ποια η ουσία, η προέλευση, το περιεχόμενο της δηλαδή, είναι το αντικείμενο της Ψυχολογίας.

Η «φιλοσοφική ψυχολογία» εξετάζει θεωρητικά όλα αυτά τα ζητήματα, μεσώ της Μεταφυσικής. Το ψυχολογικό ερώτημα, είναι ακριβώς το ¼ του περιεχομένου του Μεταφυσικού ζητήματος. Ακολουθούν το οντολογικό ερώτημα, το κοσμολογικό και τέλος το θεολογικό ερώτημα . Με την απάντηση των ψυχολογικών ερωτημάτων, ασχολούνται εμπεριστατωμένα πρώτοι οι Προσωκρατικοί (κατά το λεγόμενο χρονικά) φιλόσοφοι, ακολουθεί ο Σωκράτης και ο μαθητής του Πλάτων, καθώς και ο Αριστοτέλης

Συνέχεια

Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ


kion1Ο Ηράκλειτος και η έννοια του Λόγου

 Ιωάννου N. Θεοδωρακόπουλου,

Εισαγωγή στη Φιλοσοφία

           Εκείνος, ο οποίος μια γενεά αργότερα από τους Μιλησίους συνέλαβε και διετύπωσε ριζικώς την έννοια του γίγνεσθαι, είναι ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος (544-480 π.Χ.). Κατά τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει ό,τι ακριβώς ζητούσαν οι Μιλήσιοι φιλόσοφοι, δηλαδή το καθαρό υλικό υπόβαθρο των όντων, το μεταφυσικό Είναι των πραγμάτων, γι’ αυτό όλα, όχι μόνον τα κατά μέρος πράγματα, αλλά και το σύμπαν είναι σε αέναη κίνηση και ροή. Τίποτε δεν είναι σταθερό. Για τα πράγματα δεν μπορούμε να ειπούμε ότι είναι αλλά μόνον ότι γίνονται. Ό,τι υπάρχει είναι η κίνηση, το γίγνεσθαι. Γίγνεσθαι και απογίγνεσθαι, αιώνια μεταβολή, αυτό είναι η ουσία του κόσμου. Τίποτε το σταθερό και στατικό δεν υπάρχει.

             «Λέγει που Ηράκλειτος ότι πάντα χωρεί και ουδέν μένει, και ποταμού ροή απεικάζων τα όντα λέγει, ως δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης» (Πλάτωνος «Κρατύλος», 408Α). Το απόλυτο είναι λοιπόν τώρα το γίγνεσθαι. Κατά τους Μιλησίους το απόλυτο ήταν το είναι, και το γίγνεσθαι ήταν το σχετικό. Τα συγκεκριμένα όντα, τα πράγματα δεν είναι αλλά το ένα αναλύεται και αναλίσκεται εις το άλλο. Τα πράγματα δεν υφίστανται καθ’ εαυτά, αλλά είναι αεί εν κινήσει. Με την κίνηση και φαίνονται και παύουν να φαίνονται, και είναι και δεν είναι, μεταβαίνουν συνεχώς από τη μια μορφή στην άλλη, αίρονται διαρκώς το ένα από το άλλο. Αν λοιπόν η πρώτη έννοια της ελληνικής φιλοσοφίας ήταν το είναι, η δεύτερη είναι το γίγνεσθαι. Και όπως το είναι από τους Μιλησίους, έτσι και το γίγνεσθαι τώρα από τον Ηράκλειτο ταυτίζεται με τη θεότητα. Με το γίγνεσθαι το είναι γίνεται μη είναι και το μη είναι γίνεται είναι. Το είναι και το μη είναι γίνονται τώρα οι δύο τρόποι, με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε το γίγνεσθαι. Με τη μετάβαση από το ένα σημείο του χρόνου εις το άλλο έχομε το είναι και το μη είναι.

Συνέχεια