Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


kion1Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 Απόσπασμα από το έργο του Egon Friedell

«Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»

(σελ. 90-94)

Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αληθινό ιερατείο. Ο ιερέας διακονεί τον ναό, θυσιάζει για τους πιστούς, διαχειρίζεται τα έσοδα του ναού και διερμηνεύει τη βούληση της θεότητας. Είναι ένας συνηθισμένος κρατικός υπάλληλος ή και απλός ιδιώτης, που διαθέτει ή προφασίζεται ότι διαθέτει ορισμένες τεχνικές γνώσεις. Δεν περιβάλλεται από καμιά ξεχωριστή οσιότητα, το πολύ πολύ του κρατάνε μια προνομιούχα θέση στο θέατρο και στις λαϊκές συνελεύσεις. Δεν ανήκει σε καμιά «αόρατη» Εκκλησία ούτε σε καμιά άλλη ανώτερη κοινότητα, ούτε κηρύγματα κάνει ούτε τους νέους κατηχεί. Στους μεγάλους ναούς διευθύνει ένα πολυάριθμο προσωπικό από υπηρέτες και δούλους, φύλακες και ταμίες, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε κανενός είδους ιεραρχία, εκτός από αυτή που καθόριζε η προσωπική υπόληψη. Ίσως το σωστότερο θα ήταν να συγκρίνουμε τη θέση του αρχαίου Έλληνα ιερέα μ’ εκείνη των δικών μας καθηγητών και διδακτόρων, που τους συμβουλεύεται κανείς σε κάθε λογής επιστημονικά ζητήματα και τους εκτιμά ανάλογα με τη φήμη τους και το κύρος του ιδρύματος στο οποίο εργάζονται, αλλά δεν τους θεωρεί ούτε αναντικατάστατους ούτε ιερούς. Για την επικοινωνία του πιστού με τη θεότητα δεν χρειαζόταν κανένας μεσολαβητής: ο βασιλιάς θυσίαζε εξ ονόματος της κοινότητας, ο οικογενειάρχης εξ ονόματος της οικογένειας. Η οικιακή λατρεία υπήρξε πάντα η σημαντικότερη θρησκευτική εκδήλωση στην αρχαία Ελλάδα. Οι κρατικές γιορτές είχαν πάντοτε θρησκευτικό χαρακτήρα· οι επίσημες αργίες δεν υστερούσαν αριθμητικά από τις δικές μας· αλλά δεν υπήρχε κάτι ανάλογο με τη δική μας Κυριακή.

Συνέχεια

Advertisements

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


kion1Η κριτική του Πλάτωνα στη Δημοκρατία

HELD DAVID

Η ισότητα του δικαιώματος συμμετοχής των πολιτών στην εκκλησία του δήμου, να εισακούονται από αυτήν και να κατέχουν δημόσια αξιώματα, παρόλο που ασφαλώς δεν οδηγούσε στην πλήρη εξασφάλιση ίσης εξουσίας για όλους τους πολίτες, ήταν αρκετή για να ανησυχήσει τους πιο γνωστούς επικριτές της αθηναϊκής δημοκρατίας, ένας από τους οποίους ήταν και ο Πλάτωνας. […]

Η δημοκρατία, κατά τον Πλάτωνα, παρουσιάζει μια σειρά ελλείψεις που συνδέονται η μία με την άλλη. Αυτές αναπτύσσονται σε αρκετά σημεία του πλατωνικού έργου, και ειδικότερα στις δύο περίφημες παραβολές της Πολιτείας για τον κυβερνήτη του πλοίου (408a) και το φύλακα ενός «μεγάλου δυνατού και καλοτρεφούμενου ζώου» (493a). Αξίζει να αρχίσουμε με την παραβολή του καραβοκύρη:

Συνέχεια

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ – Η ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΧΗΜΕΙΑ


kion1        Προσωκρατικοί:

              Εμπεδοκλής και Δημόκριτος – η καθοριστική     συμβολή τους στη χημεία

 Κωνσταντίνος I. Βαμβακάς

Αναφερόμενος στο άρθρο του κ. Μιχαήλ Μπακαούκα, Δρ. Φιλοσοφίας, «Η σημασία της Προσωκρατικής Φιλοσοφίας σήμερα» (Χημικά Χρονικά, τεύχος 12, Δεκ.2002, σ. 406-407) θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή σε ένα σημείο, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, είναι καίριο για την κατανόηση της προσφοράς του προσωκρατικού πνεύματος προς την επιστήμη. Στο άρθρο αναφέρεται ότι ‘κατά την προσωκρατική περίοδο ήταν γνωστή μόνο η ποσοτική ή μηχανική μείξη συστατικών στοιχείων (π.χ. νερό + χώμα = λάσπη), ενώ η χημική μείξη (εννοεί προφανώς η χημική ένωση) ήταν άγνωστη… Η χημική μείξη παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη’.

Η πιο πάνω παρατήρηση με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα δεν ευσταθεί. Σε αυτό βέβαια δεν ευθύνεται ο κ. Μ. Μπακαούκας, αλλά το άρθρο τού Ο. Apelt, Melissos bei Pseudo-Aristoteles,/abrbiicfier fur Classische Philologie, (1886), 740, πάνω στο οποίο βασίζεται ο συγγραφέας. Η ανακρίβεια αυτή είναι κατανοητή, αν κανείς αναλογισθεί ότι η εργασία αυτή γράφηκε από έναν φιλόλογο το τέλος του 19ου αιώνα, όταν η έννοια του χημικού δεσμού ήταν άγνωστη και επομένως ο ορισμός της «χημικής ένωσης’ αποτελούσε ακόμη εικασία. Όπως θα καταδειχθεί αμέσως πιο κάτω, η έννοια της «χημικής ένωσης» αναπτύχθηκε για πρώτη φορά ακριβώς από τους Προσωκρατικούς.

Συνέχεια

Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ


kion1Η οντολογική προδιαγραφή του έρωτος, έτσι όπως αυτή αναδεικνύεται στον πλατωνικό διάλογο «Συμπόσιον»

 Ιωάννα Κοτσώρη,

Υπ. Διδάκτωρ Φιλολογίας Παν. Πελοποννήσου

 Ο Πλάτων αποτελεί έναν από τους κορυφαίους στοχαστές της παγκόσμιας ιστορίας. Η φιλοσοφική του σκέψη έχει αναμφίβολα σημαδέψει κατά τρόπο ανεπανάληπτο το στοχασμό γενικότερα στο πλαίσιο της δυτικής αλλά κατά προέκταση και σε έναν βαθμό και της παγκόσμιας φιλοσοφίας.

Το συγγραφικό έργο του Πλάτωνος θα λέγαμε πως είναι αρχικά μνήμη και φήμη, εξιδανικευτική του βίου και του θανάτου και του ήθους και της σκέψης εν γένει του ανθρώπου που τον σημάδεψε πνευματικά: του Σωκράτους. Την ίδια στιγμή, σε αυτό το ίδιο έργο, εκδιπλώνεται με μαεστρία και με ανάπτυξη, η οποία είναι ευμέθοδη και πολύπτυχη, η διδασκαλία του ίδιου του Πλάτωνος.

Η φιλοσοφία του Πλάτωνος είναι σε απόλυτη εχθρότητα προς κάθε δογματισμό, προς κάθε στατική θεώρηση. Όργανό της είναι η ερώτηση, σκοπός της ερώτησης είναι η ανα-ζωοποίηση όλων των δεδομένων που μπορούν να αποτελέσουν θέμα για τη σκέψη μας. Μόνο όταν αρχίζει ο άνθρωπος να ερωτά γιατί αυτό και όχι εκείνο, γιατί αυτό έτσι και όχι αλλιώς, εμφανίζονται τα αντικείμενα τα οποία αφορά η ερώτηση στην πραγματική τους δυναμικότητα. Μόνον ό, τι είναι προβληματικό έχει κάποια αξία, μόνον εκείνο που μας γίνεται πρόβλημα είναι άξιο να ελκύσει την προτίμησή μας, την αγάπη μας, το μίσος μας, τη συμπάθειά μας και την αντιπάθειά μας.

Συνέχεια

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ


kion1Δημόκριτος*

 Σαράντος Πάν

         Ο Δημόκριτος του Ηγησιστράτου γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης περί την 80ην  Ολυμπιάδα (460 – 457 π.Χ.)· διεκρίνετο δε για την αξιοπρέπεια του, την ελεγχόμενη αισιοδοξία και την λεπτή ειρωνεία, που ήταν ζωγραφισμένη στο μονίμως χαμογελαστό πρόσωπο του, εξ ου και ο χαρακτηρισμός του ως «Γελασίνου». Ανήσυχο πνεύμα και φι­λομαθής καθώς ήταν, ταξίδευσε σε πολλά μέρη της γης και παρακολούθησε τις διδα­σκαλίες πολλών φιλοσόφων και επιστημόνων, οι οποίοι, καθώς φαίνεται, δεν τον ικα­νοποίησαν. Επανακάμψας στην πατρίδα του, συναντήθηκε με τον Λεύκιππο, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά και παρέμεινε μονίμως στην σχολή του. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η εν Αθήναις επίσκεψη του αμφισβητείται και κατά συνέπειαν το «ἦλθον εἰς Ἀθήνας καί οὔ τις μέ ἔγνωκεν» ελέγχεται ως πλαστό και ψευδές.

        Ο Αβδηρίτης δεν δημιούργησε ιδιαίτερο φιλοσοφικό σύστημα, αλλ’ ακολούθησε τις θεωρίες του Λευκίππου τις οποίες συστηματοποίησε, επεξέτεινε και δημοσίευσε ως κοινές κατακτήσεις τους. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Μέγας Διάκοσμος αποτελεί έργο του Μι-λησίου κι ο Μικρός Διάκοσμος δικό του· κάτι τέτοιο ωστόσο από πουθενά δεν προκύ­πτει. Το βέβαιο είναι λοιπόν, ότι η «περί ἀτόμων καί κενοῦ θεωρία», η κοσμολογία και η κοσμογονία αποτελούν κοινά έργα αμφοτέρων τα υπόλοιπα ωστόσο συγγράμματα, που αγγίζουν όλα σχεδόν τα θέματα του επιστητού, αποτελούν αποκλειστικά έργα του ακάματου Δημοκρίτου.

Συνέχεια