ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ


kion1Μύθος και Λόγος στον Πλάτωνα

 Σ. Τσέλικα

 Ο μύθος κατέχει σημαντική θέση και στην πλατωνική φιλοσοφία, η λειτουργία του όμως είναι τελείως διαφορετική από ό,τι στους Σοφιστές. Για να κατανοήσουμε την πλατωνική λειτουργία του μύθου, θα πρέπει να προσφύγουμε στην πλατωνική γνωσιολογία. Ο Πλάτωνας, όπως διακρίνει επίπεδα πραγματικότητας, έτσι διαβαθμίζει σε επίπεδα και τη γνώση. Στον αιώνιο και αναλλοίωτο κόσμο των ιδεών αντιστοιχεί μια γνώση που οι προτάσεις της έχουν αναγκαστική εγκυρότητα (διαλεκτική, ἐπιστήμη, ἀληθὴς λόγος)· αντιθέτως, ο ρευστός και μεταβαλλόμενος κόσμος των φαινομένων μπορεί να περιγραφεί με προτάσεις που μόνο πιθανότητα μπορούν να διεκδικήσουν (δόξα, εἰκὸς λόγος, εἰκὸς μῦθος). Ανάμεσα στις δύο μορφές λόγου υπάρχει μια σαφής ιεράρχηση: όπως ο κόσμος των φαινομένων είναι απλή εικόνα, οντολογικά κατώτερη, του αληθούς κόσμου των ιδεών, έτσι και ο εἰκὸς λόγος ή μῦθος αποτελεί εικόνα, κατώτερη ως προς την εγκυρότητα και βεβαιότητα, του αληθούς λόγου της διαλεκτικής. Ο μύθος επομένως, όπως και η δόξα, η πιθανή γνώση, μπορεί να έχει ως αντικείμενό του μόνο τον κόσμο των φαινομένων και ποτέ δεν μπορεί να διεκδικήσει την εγκυρότητα της αλήθειας. Έτσι, ενώ στους Σοφιστές είχαμε μια οριζόντια εναλλαξιμότητα μύθου και λόγου ανάλογα με της ανάγκες της πειθούς, ο Πλάτωνας υιοθετεί μια κάθετη ιεράρχηση της γνώσης, που συνεπάγεται τον υποβιβασμό του μύθου και της δόξηςέναντι της διαλεκτικής.

Στους πλατωνικούς διαλόγους όμως, πέρα από τους μύθους που διαμόρφωσε ο ίδιος ο Πλάτωνας, υπό την επίδραση κυρίως των Πυθαγορείων (π.χ. ο μύθος του Ηρός στο τέλος της Πολιτείας, ο μύθος της ψυχής στον Φαίδρο ή ο μύθος της δημιουργίας στον Τίμαιο), διασώζονται και κάποιοι σοφιστικοί μύθοι, όπως ο μύθος του Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογο ή ο μύθος του Γύγη στην Πολιτεία, με τους οποίους θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

  Συνέχεια

Advertisements

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ


kion1Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ

 

ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

(«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ» , Τεύχος 49)


  1.       Εισαγωγικές παρατηρήσεις

         Η Πλατωνική σκέψη ωρίμασε σε μια εποχή που τα παραδοσιακά πολιτικά πρότυπα οδηγούνταν σε αναπόφευκτη παρακμή και η φιλοσοφία βρισκόταν σε σχέση έντασης με την εμπειρική πραγματικότητα. Είχε ήδη προηγηθεί ο θά­νατος του Σωκράτη1 που επιβεβαίωνε τα αδιέξοδα της δεσπόζουσας τάσης στην τοτινή κοινωνία και θεμελίωνε οντολογικά τη φιλοσοφία ως άρνηση της ενδοκοσμικής κατάφασης. Η άμεση ζωή δεν είχε να προσφέρει τίποτε άλλο από ματαιοδοξία, κακότητα, μηδενισμό και αβάσταχτο διχασμό. Η εξουσία της μετριότητας ισχυροποιούσε τις θέσεις της και εδραίωνε μια πολιτική πραγματικότητα κλειστή και προκλητική.

        Η σχέση του Πλάτωνα με μια τέτοια πραγματικότητα ήταν κατ’ εξοχήν αν-τινομική: Από τη μια πλευρά συνέδεε το νόημα της ζωής του με ένα ανώτερο προορισμό, ο οποίος υπερέβαινε τη δεσμευτική απορρόφηση στα καθ’ έκαστα της τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας και εννοούσε να υπα­κούει στη λογική της φιλοσοφικής γνώσης· από την άλλη όμως διαπίστωνε πως η φιλοσοφική γνώση δεν μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο μέσα σε ένα υπέρ-κοσμο και μέσω της αναζήτησης αυτού του υπέρκοσμου να φτάσει, έτσι απλά, στην αξιωματική της ακεραίωση. Γι’ αυτό, ο ίδιος δεν αρκούνταν στη διατύ­πωση λογικών προτάσεων, αλλά θεωρούσε ως βασική προϋπόθεση της φιλο­σοφικής γνώσης τη «μακρόχρονη κοινή αναζήτηση της ουσίας του πράγματος και την αδιάκοπη ενασχόληση με αυτό»2, δηλ. την επιστημονικά θεμελιωμένη δράση του σκεπτόμενου ανθρώπου. ‘ Ετσι οδηγούνταν, μέσω της φιλοσοφίας, στην αναγνώριση της αναγκαιότητας να συνδεθεί με την άμεση πραγματικότη­τα του ανθρώπου και με απόλυτη αυτογνωσία να ερευνήσει τα όρια τόσο του αντικειμένου όσο και του φιλοσοφούντος υποκειμένου.

Συνέχεια

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ


kion1ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΑΙΩΝΕΣ – ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

 

        Η πόλη των Αθηνών, ευρισκόμενη περίπου στο μέσο του λεκανοπεδίου της Αττικής, στο νοτιοανατολικό άκρο της Στερεάς Ελλάδας, και σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα, αναπτύχθηκε από πολύ νωρίς και βαθμιαία εξελίχθηκε σε σπουδαίο πολιτισμικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Στην πορεία αυτή σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν, εκτός των κοινωνικοπολιτικών δυναμικών που έλαβαν χώρα στο πέρασμα των αιώνων, η καίρια γεωγραφική της θέση, η ποικιλομορφία του φυσικού της περιβάλλοντος, καθώς και το εξαιρετικό εύκρατο κλίμα της περιοχής. Τόσο η σταδιακή διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού και οι αναπλάσεις του αρχιτεκτονικού τοπίου της πόλης, όσο και οι εν γένει μεταβολές που υπέστη η φυσιογνωμία της αποτελούν γεννήματα μιας σειράς μακρόχρονων διεργασιών και ζυμώσεων σε επίπεδο κοινωνικής σύνθεσης, πολιτικής δραστηριότητας, οικονομικής οργάνωσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 Α. ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΑΙΩΝΕΣ (1.150/1.100 – 900)

             Όπως και στον υπόλοιπο ηπειρωτικό ελλαδικό κόσμο, έτσι και στην Αττική η κατάρρευση του Μυκηναϊκού καθεστώτος σήμανε την απαρχή μιας μακράς περιόδου κοινωνικής αναστάτωσης και ποικίλων ζυμώσεων. Η ανασύσταση της εικόνας της οικιστικής και κοινωνικής οργάνωσης στην Αθήνα κατά την υπομυκηναϊκή φάση (13ος αι.) δεν είναι εύκολη, καθώς η γνώση μας για την περίοδο περιορίζεται σε λιγοστά ευρήματα που προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από υλικά κατάλοιπα περιορισμένου αριθμού και έκτασης (απομεινάρια ταφικών κτισμάτων και πηγάδια, χάλκινα αντικείμενα, εργαλεία και όπλα από σίδηρο και, κυρίως, αγγεία). Παράλληλα, παρατηρούνται οι πρώτες ενδείξεις συστηματικής κατοίκησης βορείως της Ακροπόλεως, σε χώρο που κατέλαβε η μετέπειτα Αγορά, ο οποίος συνέχισε να χρησιμοποιείται και για τον ενταφιασμό νεκρών. Στους υπομυκηναϊκούς (1.100 – 1.025) και πρωτογεωμετρικούς χρόνους (1.025 – 900) το συγκροτημένο αυτό νεκροταφείο επεκτάθηκε μέχρι το Δίπυλο και κατά τους γεωμετρικούς χρόνους (900 – 700) κάλυπτε όλη σχεδόν την έκταση της Αγοράς και του Διπύλου. Πέραν τούτου, υπομυκηναϊκοί και γεωμετρικοί τάφοι εντοπίστηκαν και σε έτερα σημεία της Αθήνας, στη συντριπτική τους πλειονότητα εκατέρωθεν ή πλησίον οδών, ανακάλυψη που συνέβαλε στον καθορισμό του οδικού δικτύου της πόλης. Ομοίως και οι ιστορικές πηγές, που όμως υπήρξαν αντικείμενο προπαγάνδας των αυτοκρατορικών χρόνων, δεν αναφέρονται σε αυτή την περίοδο παρά μόνο στο πλαίσιο μιας μυθικής αφήγησης, όπως συμβαίνει λ.χ. με τον – τόσο οικιστικού όσο και πολιτικού χαρακτήρα – ‘συνοικισμό’ των αττικών κωμών του Θησέα ή της καλλιέργειας της ιδέας ότι οι Αθηναίοι ήταν αυτόχθονες και δεν γνώρισαν τη λεγόμενη ‘κάθοδο των Δωριέων’. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στο πρώτο στοιχείο, τα νεότερα ανασκαφικά ευρήματα τοποθετούν τον συνοικισμό στις αρχές του 9ου αι. κι αφού έχει ολοκληρωθεί η εγκατάσταση μερίδας του αθηναϊκού πληθυσμού στην Ιωνία μετά τα μέσα του 10ου αι. Η ανοδική τάση που παρουσιάζει ο αριθμός των τάφων και των πηγαδιών από τον 10ο έως τον 8ο αι. είναι πιθανότατα ενδεικτική της διαρκούς αύξησης του πληθυσμού της Αθήνας κατά την περίοδο αυτή, ενώ το περιεχόμενο των τάφων φαίνεται να υποδηλώνει μια κοινωνική διαστρωμάτωση ανάλογη με εκείνη των αρχαϊκών χρόνων, οπότε η αριστοκρατική τάξη κατείχε τα ηνία της πόλης. Φαίνεται ότι ήδη από την εποχή αυτή άρχισαν να συντελούνται θεμελιώδεις πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές, οι οποίες θα επηρεάσουν ριζικά την πορεία της Αθήνας στους αιώνες που ακολουθούν.

  Συνέχεια

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ


kion1Το δαχτυλίδι του Γύγη*

Περιπλάνησι σ’ ἕνα μῦθο τοῦ Πλάτωνος
(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του συγγραφέως
«ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΠΟΙΗΤΙΚΗ», Πλατωνικά ζητήματα)

Λήψη του αρχείου

Στέλιου Ράμφου

Ἡ Πολιτεία εἶναι διάλογος περί δικαιοσύνης, τό σύμβολο τῆς κοινωνίας δικαίου. Κοινωνία ὑφίσταται ὅταν ἡ δικαιοσύνη εἶναι δεσμός τοῦ συνόλου καί πόθος τῶν ἀτόμων, πόθος πού μένει ἀνεκπλήρωτος ἐάν ἀγνοοῦμε τήν οὐσία της καί τήν κατάστασί της. Ὑπάρχει καθαρή δικαιοσύνη; Ὑπάρχει ἐγγύησι ὅτι τήν ἔννοοῦμε ὄρθα;

Ὁλοκληρωμένη γίνεται ἡ περί δικαιοσύνης συζήτησι στό δεύτερο βιβλίο τῆς Πολιτείας, ὅταν ὁ Γλαύκων παίρνη τόν λόγο γιά νά δηλώση πώς ὁ διάλογος μεταξύ Θρασυμάχου καί Σωκράτους τόν ἄφησε ἀνικανοποίητο καί νά προτείνη στόν δεύτερο τήν κατά βάθος ἐξέτασι τοῦ ζητήματος, ἀναλαμβάνοντας ὁ ἴδιος τόν ρόλο συνηγόρου τοῦ διαβόλου. Ὁ Σωκράτης συμφωνεῖ καί ὁ Γλαύκων ἀρχίζει μέ ἀναφορά τήν προέλευσι τῆς δικαιοσύνης. Ἡ δικαιοσύνη, ἰσχυρίζεται, εἶναι προϊόν ἀδυναμίας, διότι ἐάν εἶχαν δίκαιοι καί ἄδικοι ἐξασφαλισμένη τήν ἀτιμωρησία, θά ἔκαναν ὅλοι τά χειρότερα ἐγκλήματα γιά νά κορέσουν τήν φιληδονία τους. Ἡ δικαιοσύνη συνεπώς δέν ἀνταποκρίνεται σέ κάποια καθαρή ψυχική διάθεσι, ἀλλά σέ βιασμό τῆς θελήσεως, εἶναι συμβιβασμός πού ἐπιτρέπει τήν δύσκολη συνύπαρξι τοῦ συλλογικοῦ μέ τό ἀτομικό καί τίποτε ἄλλο. Ἡ ἀπόδειξι πού θά φέρη ὁ Γλαύκων γιά νά στηρίξη τήν θέσι του, εἶναι ὁ μῦθος τοῦ Γύγη (Πολιτείας 359d – 360b3):

Συνέχεια