ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ


kion1ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΑΙΩΝΕΣ – ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

 

        Η πόλη των Αθηνών, ευρισκόμενη περίπου στο μέσο του λεκανοπεδίου της Αττικής, στο νοτιοανατολικό άκρο της Στερεάς Ελλάδας, και σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα, αναπτύχθηκε από πολύ νωρίς και βαθμιαία εξελίχθηκε σε σπουδαίο πολιτισμικό κέντρο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Στην πορεία αυτή σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν, εκτός των κοινωνικοπολιτικών δυναμικών που έλαβαν χώρα στο πέρασμα των αιώνων, η καίρια γεωγραφική της θέση, η ποικιλομορφία του φυσικού της περιβάλλοντος, καθώς και το εξαιρετικό εύκρατο κλίμα της περιοχής. Τόσο η σταδιακή διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού και οι αναπλάσεις του αρχιτεκτονικού τοπίου της πόλης, όσο και οι εν γένει μεταβολές που υπέστη η φυσιογνωμία της αποτελούν γεννήματα μιας σειράς μακρόχρονων διεργασιών και ζυμώσεων σε επίπεδο κοινωνικής σύνθεσης, πολιτικής δραστηριότητας, οικονομικής οργάνωσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 Α. ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΑΙΩΝΕΣ (1.150/1.100 – 900)

             Όπως και στον υπόλοιπο ηπειρωτικό ελλαδικό κόσμο, έτσι και στην Αττική η κατάρρευση του Μυκηναϊκού καθεστώτος σήμανε την απαρχή μιας μακράς περιόδου κοινωνικής αναστάτωσης και ποικίλων ζυμώσεων. Η ανασύσταση της εικόνας της οικιστικής και κοινωνικής οργάνωσης στην Αθήνα κατά την υπομυκηναϊκή φάση (13ος αι.) δεν είναι εύκολη, καθώς η γνώση μας για την περίοδο περιορίζεται σε λιγοστά ευρήματα που προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από υλικά κατάλοιπα περιορισμένου αριθμού και έκτασης (απομεινάρια ταφικών κτισμάτων και πηγάδια, χάλκινα αντικείμενα, εργαλεία και όπλα από σίδηρο και, κυρίως, αγγεία). Παράλληλα, παρατηρούνται οι πρώτες ενδείξεις συστηματικής κατοίκησης βορείως της Ακροπόλεως, σε χώρο που κατέλαβε η μετέπειτα Αγορά, ο οποίος συνέχισε να χρησιμοποιείται και για τον ενταφιασμό νεκρών. Στους υπομυκηναϊκούς (1.100 – 1.025) και πρωτογεωμετρικούς χρόνους (1.025 – 900) το συγκροτημένο αυτό νεκροταφείο επεκτάθηκε μέχρι το Δίπυλο και κατά τους γεωμετρικούς χρόνους (900 – 700) κάλυπτε όλη σχεδόν την έκταση της Αγοράς και του Διπύλου. Πέραν τούτου, υπομυκηναϊκοί και γεωμετρικοί τάφοι εντοπίστηκαν και σε έτερα σημεία της Αθήνας, στη συντριπτική τους πλειονότητα εκατέρωθεν ή πλησίον οδών, ανακάλυψη που συνέβαλε στον καθορισμό του οδικού δικτύου της πόλης. Ομοίως και οι ιστορικές πηγές, που όμως υπήρξαν αντικείμενο προπαγάνδας των αυτοκρατορικών χρόνων, δεν αναφέρονται σε αυτή την περίοδο παρά μόνο στο πλαίσιο μιας μυθικής αφήγησης, όπως συμβαίνει λ.χ. με τον – τόσο οικιστικού όσο και πολιτικού χαρακτήρα – ‘συνοικισμό’ των αττικών κωμών του Θησέα ή της καλλιέργειας της ιδέας ότι οι Αθηναίοι ήταν αυτόχθονες και δεν γνώρισαν τη λεγόμενη ‘κάθοδο των Δωριέων’. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στο πρώτο στοιχείο, τα νεότερα ανασκαφικά ευρήματα τοποθετούν τον συνοικισμό στις αρχές του 9ου αι. κι αφού έχει ολοκληρωθεί η εγκατάσταση μερίδας του αθηναϊκού πληθυσμού στην Ιωνία μετά τα μέσα του 10ου αι. Η ανοδική τάση που παρουσιάζει ο αριθμός των τάφων και των πηγαδιών από τον 10ο έως τον 8ο αι. είναι πιθανότατα ενδεικτική της διαρκούς αύξησης του πληθυσμού της Αθήνας κατά την περίοδο αυτή, ενώ το περιεχόμενο των τάφων φαίνεται να υποδηλώνει μια κοινωνική διαστρωμάτωση ανάλογη με εκείνη των αρχαϊκών χρόνων, οπότε η αριστοκρατική τάξη κατείχε τα ηνία της πόλης. Φαίνεται ότι ήδη από την εποχή αυτή άρχισαν να συντελούνται θεμελιώδεις πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές, οι οποίες θα επηρεάσουν ριζικά την πορεία της Αθήνας στους αιώνες που ακολουθούν.

  Συνέχεια