Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


kion1Η Πολιτεία της Δικαιοσύνης

Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff   «ΠΛΑΤΩΝ»

 

Λήψη του αρχείου

Σιγά σιγά, μέσα σε είκοσι χρόνια, το έργο που ο Πλάτων είχε στο μυαλό του σαν το σημαντικότερο της ζωής του ωρίμασε. Η Πολιτεία πρέπει να εκδόθηκε γύρω στο έτος 374 ή λίγο αργότερα, ένα έργο που ακόμα και ως προς την έκτασή του ήταν κάτι εντελώς καινούριο. Όλοι οι άλλοι διάλογοι του Πλάτωνα, όλοι οι λόγοι του Ισοκράτη μπορούσαν να διαβαστούν μέσα σε λίγη ώρα. Τα έτσι κι αλλιώς εκτεταμένα ιστορικά βιβλία, όπως βλέπουμε στον Ηρόδοτο, περιορίζονταν με μεμονωμένες αφηγήσεις, όπως και τα έπη με τις ραψωδίες, κι ακόμα και σε κείμενα με σύνθεση πυκνότερη, πράγμα που σε κάθε περίπτωση προσπαθούσε να πετύχει ο Θουκυδίδης, το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε ένα πυκνογραμμένο κυρίως κείμενο και πολλά επιμέρους κομμάτια. Ο Πλάτων, μέσα από τα ποιητικά του αριστουργήματα Ευθύδημος, Φαίδων, Συμπόσιον, έδειξε τη δραματική του τέχνη. Καθένα από αυτά τα έργα είναι σύντομο όσο μια τραγωδία. Στην Πολιτεία βλέπουμε ότι διατήρησε τους δρόμους της τέχνης του, ακόμα και ως προς τη δομή, αλλά η έκταση και ο πλούτος του κειμένου δεν επιτρέπουν την απλή αφηρημένη ανάγνωση, ενώ η καλλιτεχνία της σύνθεσης ξεδιπλώνεται μετά από πολύ προσεκτική ανάγνωση και εξοικείωση με το κείμενο. Ένα τέτοιο έργο απαιτεί επεξεργασία μέσα από ξεχωριστούς τόμους, κεφάλαια ή όπως αλλιώς μπορούμε να τα ονομάσουμε. Αργότερα η Πολιτεία χωρίστηκε σε έξι ή δέκα βιβλία και με αυτή τη μορφή τη μελετάμε μέχρι σήμερα. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό, γιατί ο συντάκτης της δεν είχε τέτοια πρόθεση. Η πραγματική της διάρθρωση θα πρέπει να ήταν όπως στον Γοργία ή στον Φαίδωνα.

Συνέχεια

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ


kion1Περί του κλεισίματος της (νεο)Πλατωνικής Ακαδημίας

 

  Σημείωση: οι όροι «Ακαδημία», «Φιλοσοφική Ακαδημία», «Νεοπλατωνική Σχολή», «Νεοπλατωνική Ακαδημία» και «Φιλοσοφική Σχολή» χρησιμοποιούνται για να δείξουν το ίδιο πράγμα. Όπως επίσης και οι όροι «Έλληνας», «παγανιστής» και «εθνικός», οι οποίοι πολλές φορές αποτελούν μετάφραση του όρου pagan από τα πρωτότυπα.

 Πάνος Κωνσταντινίδης

 Έκλεισε η Ακαδημία το 529;

 Η διαρρήδην μαρτυρία του Μαλάλα περί της απαγορεύσεως της φιλοσοφίας στην Αθήνα[1] και η άμεση αναφορά του Αγαθία[2] θα έπρεπε να ήταν αρκετές για να συνειδητοποιήσουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ελληνική σκέψη και οι Έλληνες από την εξάπλωση και επιβολή του χριστιανισμού. Δυστυχώς αρκετοί αμφισβητούν αυτές τις μαρτυρίες και προσπαθούν να αποδείξουν το αντίθετο, λέγοντας ότι α) η φιλοσοφία εκείνη την εποχή είχε παρακμάσει και ότι το κλείσιμο της σχολής ήταν αποτέλεσμα αυτής της παρακμής και ότι β) η φιλοσοφία διδάσκονταν ακόμα στην Αλεξάνδρεια (και άρα δε θα μπορούσε να έχει απαγορευτεί από τον Ιουστινιανό). Στο κείμενο παρακάτω εξετάζονται και οι δύο αυτές απόψεις.

 Τα επιχειρήματα που αντλούν οι περισσότεροι για να αποδείξουν ότι η Ακαδημία δεν είχε κλείσει προέρχονται κυρίως από τον Alan Cameron και το έργο του «The Last Days of the Academy at Athens»[3] αλλά και από δύο σκόρπιες αναφορές σε κάποιες προσωπικότητες εκείνης της εποχής, τον Τυχικό Βυζάντιο και τον Θεόδωρο (μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Canterbury) που υποτίθεται ότι σπούδασαν στην Αθήνα.

Συνέχεια

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ


kion1

Οι αρχαίοι Έλληνες και ο κόσμος

 oμώνυμο κεφάλαιο στο έργο του David C. Lindberg
«ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ»

O κόσμος τον Ομήρου και του Ησίοδου

Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τον Όμηρο, συγγραφέα, σύμφωνα με την παράδοση, δύο σπουδαίων επικών ποιημάτων. της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Τα ποιήματα, τα οποία αφηγούνται ηρωικές περιπέτειες που συνδέονται με την τελευταία περίοδο και τα επακόλουθα του Τρωικού Πολέμου μεταξύ των Ελλήνων και των Τρώων. είναι σαφώς προϊόντα μακράς προφορικής παράδοσης και οι ρίζες τους φθάνουν μέχρι τη μυκηναϊκή εποχή (πριν το 1200 π.Χ.)’ επιπλέον, φαίνεται ότι έχουν επηρεαστεί από μη-ελληνικές επικές παραδόσεις από την Εγγύς Ανατολή. Κατά πάσα πιθανότητα αποδόθηκαν σε γραπτή μορφή κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα, αλλά το αν ένας (ο Όμηρος) ή πολλοί είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό παραμένει διαφιλονικούμενο. Όποια κι αν είναι η συγκεκριμένη τους καταγωγή, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτέλεσαν το θεμέλιο της αρχαίας ελληνικής παιδείας και πολιτισμού και παραμένουν μεταξύ των καλύτερων διαθέσιμων μαρτυριών της μορφής και του περιεχομένου της αρχαίας ελληνικής σκέψης1.

Δίπλα στον Όμηρο πρέπει να τοποθετήσουμε τον Ησίοδο, του οποίου η ακμή τοποθετείται στα τέλη του 8ου αιώνα. Στον Ησίοδο, γιο ενός γεωργού, αποδίδονται δύο σημαντικά ποιητικά έργα: τα Έργα και Ημέραι (το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα γεωργικό εγχειρίδιο) και η Θεογονία, η οποία αφηγείται την καταγωγή των θεών και του κό­σμου2. Ο Ησίοδος κατασκεύασε μια γενεαλογία των θεών, και, μαζί με τον Όμηρο, καθόρισε το χαρακτήρα τους και τις λειτουργίες για τις οποίες ήταν υπεύθυνοι. Η επιλογή των δώδεκα θεών του Ολύμπου ως θεών των αρχαίων Ελλήνων μέσα από μια πληθώρα τοπικών θεοτήτων οφείλεται στην από κοινού επίδραση του Ομήρου και του Ησίοδου.

Συνέχεια

ΟΙ 7 ΣΟΦΟΙ


kion1ΟΙ 7  ΣΟΦΟΙ

 

1. ΧΙΛΩΝ Ο ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ

Ο Χίλων ή Χείλων o Λακεδαιμόνιος, γιος του Δαμαγέτου, ήταν πολιτικός, νομοθέτης, φιλόσοφος και ελεγειακός ποιητής, που έζησε κατά τον στ’ π.Χ. αιώνα και αναφέρεται ως ένας από τους Επτά Σοφούς της Aρχαίας Ελλάδας.

Γεννήθηκε το 600 π.Χ. στη Σπάρτη και πέθανε το 520 π.Χ. στην Πίσσα της Σικελίας. Κατά την παράδοση (και τον Έρμιππο) πέθανε σε ηλικία 80 ετών κατά τα προλεχθέντα, από τη μεγάλη του συγκίνηση και την υπερβολική χαρά του, όταν αγκάλιασε το γιο του, που μόλις είχε επιστρέψει Ολυμπιονίκης στο αγώνισμα της «πυγμής» (πυγμαχίας), οπότε και κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές, ενώ στον τάφο του γράφτηκε η φράση: «Υιός Χίλωνος, πυγμή χλωρόν έλεν κότινον / Είδ΄ο πατήρ στεφανούχον ιδών τέκνον ήμυσεν ησθείς ού νεμεσητόν. Εμοί τοίος ίτω θάνατος» [«Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τέτοιο θάνατο»]. Σύμφωνα με τον Διογένη το Λαέρτιο που τον βιογράφησε (Α’ 3,68-73), οι Σπαρτιάτες ανήγειραν και άγαλμα προς τιμή του, με το επίγραμμα «Τόνδε δορυστέφανος Σπάρτα Χίλων, εφύτευσεν, ός των Επτά Σοφών, πρώτος, έφυ Σοφός» [περ. «Η πολεμόχαρη Σπάρτη γέννησε αυτόν εδώ τον Χίλωνα, που ήταν ο πρώτος, δηλαδή ο μεγαλύτερος, Σοφός από τους επτά Σοφούς»].

Συνέχεια

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ


kion1

Το πρόβλημα της μεταβολής

(στην αρχαία Ελληνική επιστήμη)

 (το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του G.E.R. LLOYD

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» – ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ)

 

Μια πρώτη συνειδητοποίηση του προβλήματος της μεταβολής μπορεί να ανιχνευθεί στις θεωρίες των Μιλησίων για την πρωταρχική ουσία, ένα περίγραμμα των οποίων δόθηκε στο κεφάλαιο 2. Αλλά στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα το ζήτημα αυτό αναγορεύεται σε κεντρικό πρόβλημα της φυσικής φιλοσοφίας. Οι Μιλήσιοι θεωρούσαν δεδομένο ότι υπάρχει μεταβολή και ότι ο κόσμος της αισθητηριακής εμπειρίας δεν αποτελεί ψευδαίσθηση. Ωστόσο, πολύ γρήγορα οι φιλόσοφοι άρχισαν να αμφισβητούν τη βάση της γνώσης μας για τον εξωτερικό κόσμο. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις ή πρέπει να στηριζόμαστε μόνο στη νόηση; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι πράγματι συντελούνται μεταβολές, αλλά τα φαινόμενα αντιστοιχούν σε κάποια αφανή πραγματικότητα ή λειτουργούν παραπλανητικά; Από τη στιγμή που τέθηκαν τα ζητήματα αυτά, όποιος ερευνητής επιθυμούσε να αναμετρηθεί με το πρόβλημα των έσχατων συστατικών της ύλης έπρεπε πρώτα να εγκύψει σε ορισμένα προκαταρκτικά, αλλά θεμελιώδη, φιλοσοφικά προβλήματα. Δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί ως δεδομένη την κοινή λογική, αλλά όφειλε να δώσει μια ερμηνεία τόσο για τα θεμέλια της γνώσης (το γνωσιολογικό πρόβλημα) όσο και για τη φύση της μεταβολής και της γένεσης.

Οι πρώτοι φιλόσοφοι που έθεσαν τα ζητήματα αυτά ήταν ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, καταγόμενοι αντίστοιχα από την Έφεσο της Ιωνίας και την Ελέα, την ελληνική αποικία στις δυτικές ακτές της Ιταλίας, νότια της Νεάπολης. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι δύο αυτοί λαμπροί και εξαιρετικά πρωτότυποι διανοητές επηρέασαν ο ένας τον άλλο, αν και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Παρμενίδης μπορεί να είχε υπ’ όψιν του το έργο του Ηρακλείτου. Το βέβαιο είναι ότι κάποια στιγμή στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα αμφότεροι έθεσαν με επιτακτικότατα το πρόβλημα της μεταβολής προτείνοντας διαμετρικά αντίθετες λύσεις, αφού ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι τα πάντα μεταβάλλονται, ενώ ο Παρμενίδης διακήρυσσε ότι μεταβολή δεν μπορεί να υπάρξει.

Συνέχεια