Η ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ


kion1Η ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

 ἀπό τό ἔργο του

«ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ»

             (κεφ. Η’)

 Α. Πα­να­γό­που­λου

 1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Σπανίως ἕνα ἱστορικό γεγονός ἔχει ἀπασχολήσει τόοο γόνιμα καί τήν ἱστοριογραφία καί τή λογοτεχνία. ὁσο ἡ μοιραία ἐκστρατεία τῶν Ἑλλήνων στή Σικελία στή διάρκεια τοῦ Πελοποννησικοῦ πολέμου. Χτυπητή ἐξαίρεση οἱ Περσικοί πόλεμοι, ἰδιαίτερα ἡ Ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας (24.(λ480 π.Χ.), σέ σχέση μέ τό ἔργο τοῦ Ἡροδότου καί τούς Πέρσες τοῦ Αἰσχύλου. Ἀλλά καί πάλι σπουδαῖα μέν, ἀλλά καί τά δύο εἶναι μονοδιάστατα, μονοσήμαντα καί μονοαξονικά.

Ἡ Σικελική ἐκστρατεία, ἀντίθετα, ἀπασχόλησε ὄχι μόνο τόν μεγαλύτερο ἱστορικό ὁλων τῶν λαῶν ὁλων τῶν ἐποχῶν τῆς γῆς, τόν Θουκυδίδη, μέ τόν πιό ἐπιστημονικό, ἀμερόληπτο καί φιλοσοφικό τρόπο, καί μιά πλειάδα ἄλλων ἐλασσόνων ἱστοριογράφων, π.χ. τόν Τιμαῖο. τόν Πολαμώνα, τόν Ἔφορο, τόν Διόδωρο, ἀλλά καί ἔξοχους λογοτέχνες, ἰδιαίτερα ποιητές καί βιογράφους, ὁπως τόν Εὐριπίδη, τόν Κικέρωνα, τόν Πλούταρχο, τόν Ἀνώνυμο τοῦ Περί Ὕψους, τόν Σάτυρο στήν ἀρχαιότητα, ἀλλά καί πολλούς καί διαπρεπεῖς νεότερους, ξένους καί δικούς, ὁπως τόν Ἀγγλο ρομαντικό Robert Browning καί τόν Γιῶργο Σεφέρη. Ἰδιαίτερα αὐτοί οἱ δύο τελευταῖοι ἀνάγουν τά «παλίμψηστα», τά διακείμενα καί τά ὑπο-κείμενα, ὁ μέν Browning στήν Ἄλκηστη τοῦ Εὐριπίδη, ὁ δέ Σεφέρης στήν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμηρου.

 2. ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

 Γιά νά ἀρχίσουμε ἀπό τήν Ἱστορία, ὁ Θουκυδίδης ἀναφερόμενος στήν τελική μεταχείριση τῶν αἰχμαλώτων πολέμου στό τελευταῖο κεφάλαιο, τό 87, τοῦ Ἕβδομου Βιβλίου εἶναι δραματικά λιτός:

«Στοιβαγμένοι πολλοί μαζί σέ στενή χαράδρα, μή ἔχοντας στέγη, ὑπόφε- ραν ἀπό τόν ἥλιο καί τήν πνιγηρή ζέστη στήν ἀρχή καί ἀργότερα ἀπό τίς κρύες φθινοπωρινές νύχτες. Ἡ μετάπτωση αὐτή προκαλοῦσε πολλές ἀρρώστιες. Ἦταν ἀναγκασμένοι νά ζοῦν σέ πολύ στενό χῶρο, κάνοντας τα ὅλα στό ἴδιο μέρος. Στοίβαζαν τόν ἕνα ἐπάνω στόν ἄλλον τούς νεκρούς πού πέθαιναν ἀπό τά τραύματά τους ἤ ἀπό τίς ἀρρώστιες πού προκαλοῦσαν οἱ μεταπτώσεις τοῦ καιροῦ ἤ ἄλλες παρόμοιες αἰτίες καί ἡ δυσοσμία ἦταν ἀνυπόφορη. Τούς βασάνιζε ἡ πείνα καί ἡ δίψα (γιά ὀκτώ μῆνες τούς ἔδιναν μία κοτύλη νερό καί δύο κοτύλες σιτάρι) καί ὅσα ἦταν φυσικό νά ὑποφέρουν ἄνθρωποι στοιβαγμένοι σέ τέτοιο μέρος, ὅλα τά ἔπαθαν. Κάπου ἑβδομήντα μέρες ἔζησαν ἔτσι στοιβαγμένοι ὅλοι μαζί. Μετά τούς πούλησαν δούλους, ἐκτός ἀπό τους Ἀθηναίους καί ὅσους Σικελιῶτες καί Ἰταλιωτες εἶχαν ἐκστρατεύσει μαζί τους. Εἶναι δύσκολο νά πεῖ κανείς μέ ἀκρίβεια πόσοι εἶχαν πιαστεῖ αἰχμάλωτοι, ἀλλά πάντως δέν ἦσαν λιγότεροι ἀπό ἑπτά χιλιάδες».[1]

Αὐτό ἦταν τό τραγικό τέλος τῶν αἰχμαλώτων καί μαζί ὁλόκληρης τῆς Ἀθηναϊκῆς ἐκστρατείας στή Σικελία, ὅπως τό παραδίδει ὁ Θουκυδίδης. Ὁ Διόδωρος καταλήγοντας τή δική του ἀφήγηση τῶν γεγονότων παρατηρεῖ: «Ἀργότερα ἐκεῖνοι ἀπό τους αἰχμαλώτους πού εἶχαν καλύτερη παιδεία διασώθηκαν ἀπό ἐκεῖνο τό μέρος ἀπό τους νεότερους ἄνδρες καί ἔτσι διέφυγαν ἀσφαλεῖς, ἀλλά στήν οὐσία ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι βρῆκαν ἄθλιο θάνατο μέσα στά δεινά αὐτοῦ του μέρους φυλάκισης».[2] Ἀπό τόν Πλούταρχο, ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἔχουμε μιά συγκινητική λεπτομέρεια γιά τούς Ἀθηναίους αἰχμαλώτους, οἱ ὁποῖοι «εἶχαν καλύτερη παιδεία»: «Λένε ὅτι πολλοί Ἀθηναῖοι πού ἐπέστρεφαν στήν πατρίδα τούς ἀσφαλεῖς, ἀσπάζονταν τόν Εὐριπίδη μέ ἀγάπη καί τοῦ διηγοῦνταν, ἄλλοι μέν ὅτι ἐλευθερώθηκαν ἀπό τή δουλεία ἀπαγγέλλοντας στούς κυρίους τους ὅσα θυμοῦνταν ἀπό τά ἔργα του· καί ἄλλοι ὅτι ὅταν γύριζαν περιπλανώμενοι ὕστερα ἀπό τήν τελική μάχη, τούς ἔδιναν τροφή καί νερό (ὡς ἀμοιβή) ἐπειδή τραγουδοῦσαν κάποια ἀπό τά χορικά του».[3] Ὁ Πλούταρχος ἐπίσης μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μερικοί ἀπό τούς αἰχμαλώτους κατάφεραν νά παραστήσουν τούς δούλους: «Ἐκείνους, ὅταν τούς πουλοῦσαν, τούς σφράγιζαν στό μέτωπο μ’ ἕνα σημάδι ἀλόγου, ὑπῆρχαν, μάλιστα, μερικοί πού τό ὑπέστησαν αὐτό ἐνῶ δέν ἦταν δοῦλοι»[4].

Μερικοί ἀπό τούς Ἀθηναίους αἰχμαλώτους βοηθήθηκαν ἀπό πλούσια ἄτομα, φίλους της Ἀθήνας, νά ἐπιζήσουν ἡ νά ἀνακτήσουν τήν ἐλευθερία τους· γι’ αὐτήν τους τήν πράξη, ἡ Ἀθήνα τούς ἀπένειμε ἀργότερα τιμητικά βραβεῖα. Ὑπάρχουν ἀκόμα σέ ἀττικούς ρήτορες τοῦ 4ου αἰώνα καί σέ ἐπιγραφές, ἀπηχήσεις τέτοιων εὐεργετικῶν ἐνεργειῶν πρός τούς αἰχμαλώτους στή Σικελία[5].

Ἡ Ἀθήνα δέν μποροῦσε νά πιστέψει τά νέα της καταστροφῆς. Ὁ Πλούταρχος διηγεῖται τήν ἱστορία τοῦ πρώτου ἀγγελιαφόρου: «Κάποιος ξένος, ὅπως φαίνεται, πού ἀποβιβάστηκε στόν Πειραιά, κάθισε σ’ ἕνα κουρεῖο καί ἄρχισε νά μιλᾶ γιά τά γεγονότα αὐτά. Σάν νά τά ἤξεραν οἱ Ἀθηναῖοι. Ὁ κουρέας, μόλις τά ἄκουσε αὐτά, προτοῦ πάρουν εἴδηση οἱ ἄλλοι, ἔτρεξε στήν πόλη, παρουσιάστηκε στούς ἄρχοντες καί ἀμέσως διέδωσε τά λόγια αὐτά στήν ἀγορά. Ταραχή καί σύγχυση κυριάρχησε, ὅπως ἦταν φυσικό, καί οἱ ἄρχοντες συγκάλεσαν καί ἔφεραν ἐνώπιόν της τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά ὅταν τόν ρώτησαν ἀπό ποιόν εἶχε μάθει τό γεγονός, δέν μποροῦσε νά δώσει μιά σαφή ἀπάντηση καί ἔτσι θεωρήθηκε ὅτι αὐτός ἔπλασε αὐτή τήν ἱστορία καί προσπαθοῦσε νά ἀναστατώσει τήν πόλη. Τόν ἔδεσαν στόν τροχό καί τόν βασάνιζαν πολλή ὥρα, μέχρις ὅτου ἦρθαν οἱ ἀγγελιαφόροι μέ τά πραγματικά γεγονότα ὅλης τῆς καταστροφῆς. Τόσο δύσκολο ἦταν γιά τούς ’Ἀθηναίους νά πιστέψουν ὅτι ὁ Νικίας εἶχε ὑποφέρει τήν τύχη πού τούς εἶχε προείπει πολλές φορές»[6].

Ὡς πρός τό λογοτεχνικό μέρος τοῦ θέματος θά ἀρχίσουμε ἀπό τήν τραγωδία· ἄλλωστε πρόκειται γιά κυριολεκτική τραγωδία: ἔγκλημα καί τιμωρία, τό ἀντιπεπονθός, «δράσαντι καί παθεῖν ὀφείλεται».

Τό ἔργο τοῦ Εὐριπίδη πού εἶναι κυριολεκτικά διάσπαρτο μέ ἀναφορές στήν τύχη τῶν αἰχμαλώτων εἶναι οἱ Τρωάδες, πού διδάχτηκαν μετά τή σφαγή τῶν Μηλίων. Πρόκειται γιά μιά ἐπίκαιρη πολιτική ἀλληγορία, πού ἀπηχεῖ τό βαθμό στόν ὁποῖο οἱ Ἀθηναῖοι, τουλάχιστον τά ἀνθρωπιστικότερα στοιχεῖα ἀνάμεσά τους, ὅπως εἶναι οἱ συγγραφεῖς καί οἱ καλλιτέχνες, ἔνωσαν ὀδυνηρή ἔκπληξη καί ἀποτροπιασμό γι’ αὐτό τό μαζικό ἔγκλημα πολέμου τῆς πατρίδας τους. Τό «βάρβαροι Ἕλληνες» τῆς Ἑκάβης γιά τή σφαγή τῶν αἰχμάλωτων Τρώων, γιά τό φόνο τοῦ μικροΰ ἐγγονοῦ της Ἀστυάνακτα, γιοῦ τοῦ Ἕκτορα, καί τήν ὑποδούλωση τῶν γυναικῶν, ἀλληγορεῖ τό «βάρβαροι Ἀθηναῖοι!» τοῦ Εὐριπίδη γιά τή γενοκτονία τῶν Μηλίων καί τόν ἐξανδραποδισμό τῶν γυναικοπαίδων τους.

Ἄλλοι, ὅπως ὁ Lesky[7], ἀποσιωποῦν ἤ ἀγνοοῦν ὅποιαδήποτε σχέση τῶν Τρωάδων μέ τή σφαγή τῶν Μηλίων, ἀλλά εἶδαν κάποιο συσχετισμό μέ τήν ἐκστρατεία στή Σικελία. Τό βέβαιο εἶναι ὅτι ἐδῶ ἴσχυσε τό ἀντίθετο τοῦ «οὐαί τοῖς ἡττημενοις», τό «οὐαί τοῖς νικηταῖς». Μετά τήν ὕβρη ἡ τιμωρία: Ἡ Σικελία περιμένει τό ἄνθος τῆς νεολαίας τῆς Ἀθήνας γιά νά τό ἀφανίσει.

Μάλιστα, σχετικά μέ τούς ’Ἀθηναίους αἰχμαλώτους της Σικελίας καί τόν Εὐριπίδη ἔχουμε στή διάθεσή μας μερικές πολύ ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες. Ὁ βιογράφος τοῦ Εὐριπίδη Σάτυρος μαρτυρεῖ ὅτι πολλοί Ἀθηναῖοι στρατιῶτες, πού ἔφτασαν στήν ’Ἀθήνα ἀσφαλεῖς ἀπό τή Σικελία, ἐπισκέφθηκαν περιχαρεῖς τόν Εὐριπίδη καί τοῦ διηγήθηκαν, ἄλλοι πώς εἶχαν ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν αἰχμαλωσία ἀπαγγέλλοντας ὅσα ἀποσπάσματα θυμόντουσαν ἀπό τά ἔργα του καί ἄλλοι ὅτι μετά τήν τελική μάχη γλίτωσαν τήν αἰχμαλωσία καί περιφέρονταν δῶθε-κεῖθε ἐξασφαλίζοντας φαγητό καί ποτό μέ τήν ἀπαγγελία χορικῶν καί λυρικῶν ὕμνων τοῦ Εὐριπίδη. Ἡ πληροφορία αὐτή ἀπηχεῖται στό μακροσκελές ποίημα τοῦ R. Browning «Balaustion’s Adventure» («Οἱ περιπέτεια τοῦ Βαλαυστίονος»)[8]. Ἐξάλλου, ὁ Πλούταρχος διασώζει ἕνα ἐπιτάφιο ἐπίγραμμα πρός τιμήν τῶν Ἀθηναίων πού χάθηκαν στή Σικελία, πού ἀποδίδεται στόν Εὐριπίδη. Αὐτοί οἱ συσχετισμοί τοῦ Εὐριπίδη μέ τήν καταστροφή τῆς Ἀθήνας στή Σικελία εἶναι, κατά τή γνώμη μου, πού ἔκαμαν τόν Γ. Σεφέρη νά γράψει στούς δυό πρώτους στίχους τοῦ «Εὐριπίδης Ἀθηναῖος» πού προαναφέρθηκε: «Γέρασε ἀνάμεσα στή φωτιά τῆς Τροίας καί ἀτά λατομεῖα τῆς Σικελίας», δηλ.: «ἔζησε ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ μέχρι τά γεράματά του, ἀσχολούμενος μέ τούς μύθους τοῦ Τρωικοῦ πολέμου καί βιώνοντας τήν πίκρα τῶν λατομείων τῆς Σικελίας» καί ὄχι, ὅπως γράφει στά σχόλια ὁ Γ. Σαββίδης: «Κυριολεχτικά, θά ἔσημαινε πώς ὁ ποιητής τῆς Ἑλένης, τῶν Τρωάδων καί τῶν Βακχῶν (480-406) ἦταν νέος ἄνδρας στά 1200 π.Χ. καί γέρος τό 413 π.Χ.»(!) Ἴσως φταίει ἡ παρανάγνωση τοῦ «ἀνάμεσα», πού ἐδῶ δέν σημαίνει «ἀπό-μέχρι», ἀλλά «μέσα σέ». Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Σεφέρης στό προφητικό ποίημά του «Ἡ τελευταία μέρα» (μέ χρονολογία Φεβρουάριος τοῦ 1939) ἀπό τό Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α’ γράφει γιά τόν ἐπικείμενο πόλεμο: «Τήν ἄλλη αὐγή δέ θά μᾶς ἔμενε τίποτε· ὅλα παραδομένα· / μήτε τά χέρια μας· / κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στά κεφαλόβρυσα καί / τά παιδιά μας / στά λατομεῖα», ὅπου εἶναι προφανής ὁ συσχετισμός τῶν λατομείων τῆς Σικελίας (τόπος συγκέντρωσης καί θανάτωσης ἀπό κακουχίες καί ἐγκατάλειψη τῶν Ἀθηναίων αἰχμαλώτων) μέ τόν δραματικό ἀποχωρισμό τοῦ Ἕκτορα καί τῆς Ἀνδρομάχης στό Ζ’ τῆς Ἰλιάδας.

Γεγονός εἶναι ὅτι ἐπειδή πολλά ἀπό τά σωζόμενα ἔργα τοῦ ποιητῆ διδάχτηκαν στή διάρκεια τοῦ Πελοποννησι,ἀκοῦ πολέμου καί μερικά ἔχουν κάποια σχέση μέ τή σύγχρονή τους πραγματικότητα, ἐνῶ σέ λίγα, ὅπως π.χ. στούς Ἡρακλεῖδες, τήν Ἀνδρομάχη καί τίς Τρωάδες, κάνει κυριολεκτικά στρατευμένη (συστρατευμένη) τέχνη. Ὅπως ἔδειξα στήν ἐργασία γιά τή στρατευμένη λογοτεχνία στήν ἀρχαιότητα καί σήμερα, ἀντίθετα πρός τή σύγχρονή μας στράτευση πού εἶναι βασικά ἀντιστράτευση πρός τό κατεστημένο, ἡ στράτευση στήν κλασική ἑλληνική ἀρχαιότητα, ὅπου ὑπάρχει, κυρίως στή δραματουργία τῆς ἐποχῆς τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, εἶναι τίς περισσότερες φορές συστράτευση πρός τή μαχόμενη δημοκρατία τῆς Ἀθήνας, πού κινδυνεύει ἀπό τήν ἄπιστη, ἀνίερη, βάναυση στή συμπεριφορά της πρός τούς δούλους καί αἰχμαλώτους, ὅπως τήν ἀποκαλοῦν, Σπάρτη. Ὁ Stevens στήν ἔκδοση τῆς Ἀνδρομάχης (στή νέα σειρά τῆς Ὀξφόρδης) συγκεντρώνει μέ ἐπιμέλεια τίς σχετικές κατηγορίες κατά τῆς Σπάρτης στόν Εὐριπίδη, τόν Ἀριστοφάνη καί τόν Θουκυδίδη, προσθέτοντας ὅμως ὅτι οἱ περισσότερες ἀπηχοῦν τήν προκατάληψη τῆς Ἀθήνας κατά τῆς Σπάρτης παρά τήν πραγματικότητα. Οἱ ἀναφορές του πάντως στά σχετικά χωρία τοῦ Θουκυδίδη κατά τῆς Σπάρτης δέν εἶναι ἐπιστημονικά ἀνεπίληπτες, γιατί ἀποτελοῦν τή μισή ἀλήθεια. Σέ ἄλλα τόσα καί περισσότερα χωρία ὁ Θουκυδίδης κατηγορεῖ τούς ’Ἀθηναίους γιά παραβίαση τοῦ γραπτοῦ δικαίου τοῦ πολέμου. Πολλοί ἐρευνητές ἔχουν προσπαθήσει, ἀνεπιτυχῶς οἱ περισσότεροι, νά βροῦν ὑπαινικτικές ἀναφορές τοῦ ποιητῆ σέ συγκεκριμένα πρόσωπα (ἄτομα ἡ ὁμάδες), θύματα τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου τῆς μίας ἤ τῆς ἄλλης κατηγορίας.

Ὁ μεγάλος Ἄγγλος ποιητής Robert Browning (1812-1899), πού πρός τά τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα ξάφνιασε τούς πάντες, ἀκόμη καί τόν Oscar Wilde («Σάν φαινόμενο εἶναι μεγάλος. Δέν εἶναι ὁμως Ὀλύμπιος θεός, γιατί ἔχει τίς ἀτέλειες τοῦ Τιτάνα»), σ’ ἕνα ἀπό τά «τιτανικά» του μακρά λυρικά ποιήματα μέ τίτλο «Οἱ περιπέτειες τοῦ Βαλαυατίονος» (1871), περιγράφει τίς δραματικές περιπλανήσεις καί τό «νόστο» μερικῶν Ἀθηναίων, πού γλίτωσαν ἀπό τά λατομεῖα στή Σικελία καί ἐπέζησαν, γιατί ἤξεραν νά ἀπαγγέλλουν καί νά διδάσκουν χορικά του Εὐριπίδη.

Τό Βαλαύστιον εἶναι (χαϊδευτικά) κορίτσι, πού ἔζησε ἀπό κοντά μαζί μέ τούς στρατιῶτες τό μοναδικό ἴσως αὐτό θρίαμβο τῆς ποίησης, ἐνῶ ὁλόκληρο τό ποίημα ἀποτελεῖ μεταγραφή («transcript» τή λέει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής) τῆς Ἄλκηστης τοῦ Εὐριπίδη, «διασκευή» ἡ «παράφραση», θά λέγαμε, ὄχι «μετάφραση».

Ὁ Browning, πού εἶχε ὑποστεῖ βαθιά τήν ἐπίδραση τῶν κλασικῶν, ἰδιαίτερα τῶν Ἑλλήνων, καί περισσότερο ἀπό ὅλους τῶν τραγικῶν, καί μάλιστα τοῦ Εὐριπίδη (ἐπιρροή τῆς τότε κλασικῆς φιλολογίας στή Βρετανία καί, πάνω ἀπ’ ὅλους, τοῦ Jebb), ἔχει ὡς motto στό ἔργο τοῦ αὐτό τό ὁμοιοκατάληκτο τετράστιχο:

Our Euripides, the human,

with his dropping of warm tears

and his touches of things common

till they rose to touch the spheres.

 Θά ἀποπειραθῶ τώρα μιά πεζή ἀπόδοση ἑνός ἀποσπάσματος τοῦ ποιήματος τοῦ Browning, πού περιέχει τήν ποιητική κάρπωση τῶν παραπάνω πληροφοριῶν (φυσικά δέν ξεχνῶ τό γνωστό ἀφορισμό ὅτι «ποίηση εἶναι ὅ,τι χάνεται στή μετάφραση» – RobertFrost).

«Νά διδάσκεις Εὐριπίδη στίς Συρακοῦσες! Κάθε τέτοιος καλότυχος ἄνδρας ἔβρισκε πρόθυμη ἀνταμοιβή. Ἄν κείτονταν αἱμορραγώντας στό πεδίο τῆς μάχης, τοῦ ἔδεναν τά τραύματα καί τοῦ ’διναν ποτό καί φαί Ἄν ἦταν δοῦλος στό σπίτι, ἀπό σεβασμό, σηκώνονταν ὄρθιοι καί προσκυνοῦσαν αὐτόν πού ἀποδεικνυόταν ἀφέντης τώρα, καί τόν ἄφηναν νά φύγει ἐλεύθερος, χάρη στόν Εὐριπίδη!»

Εἶναι μόνο κρίμα, σκέφτομαι, πού ὁ Θουκυδίδης, ἄν καί στό Ἑβδομό του βιβλίο φθάνει σέ ὕψη δραματικά (τόσο ὥστε ὁ Λόρδος Macauley νά γράφει στό γιό του: «Σέ βεβαιώνω ὅτι δέν ὑπάρχει στόν κόσμο πεζό κείμενο, οὔτε καί ὁ Περί τοῦ στεφάνου [λόγος τοϋ Δημοσθένη], πού νά τό τοποθετῶ τόσο ψηλά, σάν τό Ἕβδομο βιβλίο τοῦ Θουκυδίδη. Εἶναι τό ἄκρον ἄωτον [the «ne plus ultra»] τῆς ἀνθρώπινης τέχνης) καί ἰδιαίτερα μέ τό κεφάλαιο 84, ὅπου περιγράφει τή σφαγή τῶν Ἀθηναίων στόν Ἀσσίναρο ποταμό, καθώς ἔπιναν ματωμένο νερό, φθάνει σέ ὑπερβολή, πού ὅμως ὁ δαιμόνιος ἐκεῖνος ἀνώνυμος κριτικός της λογοτεχνίας (Περί ὕψους, 38) τήν δικαιολογεῖ, γιατί «ποιεῖ πιστόν ἡ τοῦ πάθους ὑπεροχή καί περίστασις». Αὐτός, λοιπόν, ὁ παθιασμένος (γιά μιά φορά) Θουκυδίδης δέν βρίσκει μιά κουβέντα νά πεῖ γιά τά ἐπεισόδια αὐτά τά σχετικά μέ τούς αἰχμαλώτους καί τήν ποίηση τοῦ Εὐριπίδη. Εἶναι κρίμα ἀλλά καθόλου παράδοξο γιά ὅσους τόν ξέρουν. Ἐξάλλου, ἄν τά ἡξερε αὐτά, καί φαίνεται σχεδόν σίγουρο ὅτι τά ἤξερε, δέν θά ἡθελε νά παρεμβάλει στή διήγησή του μιά τόσο συγκινησιακή πληροφορία καί μάλιστα ἀναδρομικά, ἀφοῦ τό γεγονός τῆς ἔπισκεψης τῶν Ἀθηναίων στρατιωτῶν στόν Εὐριπίδη πρέπει νά ἔγινε σίγουρα ἀρκετά μετά τό 411, ἔτος στήν ἱστόρηση τῶν γεγονότων πού (8.109.2) ὁ Θουκυδίδης, πεθαίνοντας τό 399, τελειώνει ἀπότομα. Καί βέβαια ὁ Θουκυδίδης παλινδρομεῖ συχνά (ὥστε νά κάνει τόν κάποτε μικρόνοα ἐκεῖνο Διονύσιο ἀπό τήν Ἁλικαρνασσό νά τόν κατηγορήσει ὅτι γράφει, λέει, «λαβυρίνθων σκολιώτερα») καί, ὅταν ἔμαθε τά σχετικά, ἄς πούμε τό 405, θά μποροῦσε νά τά παρεμβάλει στά ἱστορούμενα τοῦ τέλους τοῦ Ἕβδομου βιβλίου, ἀλλά παλινδρομεῖ μόνο γιά θέματα καθαρῶς ἱστορικά, ὄχι «καλλιτεχνικά» Γιατί τό «ἐποικοδόμημα» τό βίωνε βέβαια καί τό πραγμάτωνε ὁ ἴδιος δομικά (ὅλο του τό ἔργο ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα «δραματικῆς», μεταφορικά, δομῆς), ἀλλά ἦταν ἄνθρωπος σοβαρός, δέν μπέρδευε τή στέγη μέ τά θεμέλια.

3. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Μέχρις ἐδῶ δλά εἶναι παρήγορα καί γιά τήν ποιητική ψυχή τῶν τότε Ἑλλήνων τῆς διασπορᾶς καί γιά τήν εὐαισθησία ἑνός (κατά φυλετικό τεκμήριο) «φλεγματώδους» βάρδου, νά μετουσιώσει τόσο δημιουργικά μιά ἱστορική πραγματικότητα σέ ποίηση 22 αἰῶνες ἀργότερα. Ἀλλά τίποτε τό ἐκπληκτικό ἀκόμα. Γιατί, ὡς πρός τόν πόθο τουλάχιστον γιά τήν «ποιητική» πατρίδα, ὄποιος ἔχει κάνει πικρά, ἀπό νοσταλγία, Χριστούγεννα στό Μόντρεάλ ἡ ξεριζωμένο Πάσχα στό Μάζγουελ Χίλ τοϋ Λονδίνου ἡ στά πέρατα τῆς γῆς, ὅπου ζεῖ ἄλλη μιά Ἑλλάδα, ξέρει καλά τί θά πεῖ πορτοκάλια καί Σεφέρης μαζί, μέλι καί Βρεττάκος στήν ἴδια τσάντα, ἐλιές καί Ρίτσος πλάι-πλάι, κατάντησε ἀταβιστικό φυλετικό χαρακτηριστικό. Αὐτό ὅμως ποΰ εἶναι σχεδόν ἀπίστευτο γιά τή δύναμη τῆς ποίησης σ’ αὐτόν τό λαό εἶναι ἡ παρακάτω πληροφορία τοῦ Πλουτάρχου (μεταφράζω συνέχεια): «Καί δέν πρέπει νά ἀπορεῖ κανείς γιά τήν ἱστορία τῶν Καυνίων [πόλης τῆς Καρίας στή Μ. Ἀσία πού ἀνῆκε στούς Ροδίους] ὅτι ὅταν ἕνα πλοῖο τους, καταδιωκόμενο ἀπό πειρατικά, ζήτησε νά καταπλεύσει στό λιμάνι [τῶν Συρακουσῶν], στήν ἀρχή δέν τό δέχονταν καί τό ἐμπόδιζαν νά μπεῖ· ὅμως μετά, ὅταν ρώτησαν [οἱ Συρακούσιοι τούς ἄνδρες τοϋ πλοίου] ἄν ἤξεραν τίποτα ἄσματα τοῦ Εὐριπίδη καί ἐκεῖνοι ἀπάντησαν καταφατικά, τότε τούς ἔδωσαν τήν ἄδεια νά καταφύγουν στό λιμάνι τους». Αὐτά ὁ γλυκύς Πλούταρχος («… Πλάτωνα καί Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι»).

Ἄς δοῦμε τώρα πῶς μετάπλασε ποιητικά ὁ Robert Browning τό τέλος ἀπό τό ἐπεισόδιο αὐτό στό δικό του ποίημα (διηγεῖται ὁ καπετάνιος):

«Καί μετά, ἐπειδή οἱ Ἕλληνες εἶναι Ἕλληνες καί οἱ καρδιές εἶναι καρδιές, καί ἐπειδή ἡ ποίηση εἶναι δύναμη – ξέσπασαν ὅλοι σέ ἕνα χαρούμενο γέλιο μέ πολλή ἀγάπη: “Δόξα στόν Ἡρακλῆ γιά τήν καλή γιορτή! Ἐμπρός γιά τό λιμάνι! Τραβᾶτε τό κουπί καί ἀφῆστε τή φωνή νά ἠχήσει: Σία κι ἀράξαμε, κι ἄλλο Εὐριπίδη!” Καί τό πλῆθος, πού ἦταν τώρα συναγμένο στό λιμάνι, “Κι ἄλλο Εὐριπίδη!” πῆρε τήν κραυγή. Πιάσαμε στεριά…»

[1] Θουκ. VI1.87.1-4 (μτφρ. Α. Βλάχος). Μέ αὐτό τό ἀνυπέρβλητο χωρίο ὁ Θουκυδίδης περιγράφει τή μεταχείριση τῶν Ἀθηναίων αἰχμαλώτων στή Σικελία, καί τελειώνει σχεδόν τό Ἕβδομο Βιβλίο του. Ὁ Lord MacauIcy (I, σ. 449) ἀναφωνεῖ: «Σᾶς διαβεβαιῶ ὁτι δέν ὑπάρχει πεζό κείμενο στόν κόσμο, οὔτε κἄν τό Περί Στεφάνου (τοῦ Δημοσθένη), πού νά τό τοποθετῶ τόσο ψηλά, ὅσο τό Ἕβδομο Βιβλίο τοῦ Θουκυδίδη. Εἶναι τό “ne plus ultra” (ἄκρον ἄωτον) τῆς ἀνθρώπινης τέχνης». Καί πάλι (ibid, σ. 458): «Καθώς διάβαζα τά “Annales” διάβαζα Θουκυδίδη… ὁ Τάκιτος ἦταν σπουδαῖος ἄνθρωπος, ἀλλά δέν μπόρεσε νά συναγωνιστεῖ τήν περιγραφή τῆς Σικελικῆς ἐκστρατείας», καί (ibid, σ. 475): «Εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἱστορικός ποῦ ἔζηοε ποτέ».

[2] ΧΙΙΙ.33.1.

[3] Νίκ. 29.3. Πρβλ. Σατύρου, Βίος Εὐριπίδου, Pap. Oxy. IX. 1176, F.39. col. XIX- βλ. περισσότερα στό G. Arrighetti. Satiro. Vita di Euripidc, Univer degli Studi di Pisa. Stud. Class. E Or. VIII. Pisa. 1964 an. 141 κ.ἕξ. Αὐτή τήν πληροφορία ἀπηχεῖ καί τό μεγάλο ποίημα τοῦ R. Browning «Balaustion’s Adventure». Ὁ Πλούταρχος, ἐπίσης, διασώζει τό ταφικό ἐπίγραμμα, πού ἀποδίδεται στόν Εὐριπίδη, πρός τιμήν τῶν Ἀθηναίων πού ἔπεσαν στή Σικελία: «Αὐτοί τούς Συρακουσίους νίκησαν ὀκτώ φορές, ὅταν οἱ θεοί κρατοῦσαν ἀμεροληψία καί γιά τούς δύο» (Νίκ. 17.4, μτφρ. Α. Πουρναρᾶς). Πρβλ. Bergk, P.L.G., ΙΙ.4, σ. 265.

[4] Νίκ. 29.1. Πρβλ. τήν ἐνδιαφέρουσα ἄποψη τοϋ Μ. Ostwald (AJ.Ph., XC1I (1971), σ. 485) ὅτι ἡ περιγραφή τοῦ Πλουτάρχου ἐδῶ «ὑποδηλώνει ὅτι ἡ ἔλλειψη πολιτικῆς εὐθύνης ἑνός δούλου μποροῦσε, πράγματι, νά ἀποτέλει πλεονέκτημα». Μιά παρόμοια ταπείνωση τῶν Ἀθηναίων αἰχμαλώτων ἔχουμε τό 440 π.Χ. κατά τή στάση τῶν Σαμίων, ὅταν «οἱ Σάμιοι γιά να ἐξευτελίσουν τούς Ἀθηναίους αἰχμαλώτους τους σημάδευαν μέ πυρακτωμένο σίδερο στό μέτωπό τους μέ γλαῦκες· γιατί καί οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν σημαδέψει ἐκείνους μέ πλοῖο (πού ὀνομάζεται Σάμαινα…)». Τά σημάδια αὐτά λένε ὅ,τι ὑπαινίσσεται καί ὁ στίχος τοῦ Ἀριστοφάνη: «Πῶ, πῶ! Τί γράμματα πού ξέρουν αὐτοί οἱ Σάμιοι!» (Πλούτ., Περ., 26.3-4). Ὁ στίχος ἀνήκει στό ἔργο τοῦ Ἀριστοφάνη Βαβυλώνιοι, πού δέν ἔχει διασωθεῖ (Kock, Α.F., F. 64: «Σαμίων ὁ δῆμος ἔστιν ὡς πολυγράμματος!», προφανῶς γιατί ἡ κουκουβάγια ἦταν τό σύμβολο τῆς μόρφωσης καί τῆς σοφίας).

[5] Σύμφωνα μέ τόν Δημοσθένη (ΧΧ.42) ὁ Ἐπικέρδης ἀπό τήν Κυρήνη ἐπιβραβεύθηκε μέ ἕνα τιμητικό ψήφισμα καί ἀτέλεια ἀπό τήν ἀθηναϊκή Ἐκκλησία, γιατί ξόδεψε 100 μνᾶς «τοῦ μή τῷ λιμῷ πάντας αὐτούς ἀποθανεῖν αἰτιώτατος ἐγένετο». Πρβλ. I.G., ΙΓ.174. Γιά ἕνα ἄλλο τιμητικό ψήφισμα, τό ὁποῖο θεωρεῖται ὅτι ψηφίστηκε γιά τόν ἴδιο λόγο, βλ. I.G., ΙΙ 283.11.8-10. Πρβλ. ἐπίσης Ἀνδοκ. 111.30, καί Ἰσαῖο VI.1 καί 13.

[6] Νίκ. 29.3 (μτφρ. Α.1. Πουρναρᾶς). Σύμφωνα μέ τόν Διόδωρο (ΧΙΙΙ.21.3), ὁ Νικόλαος εἶχε πεῖ στούς Συρακουσίους ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι θά ἔπρεπε νά ἐλευθερωθοῦν, καθώς εἶχαν ἡδη τιμωρηθεῖ τόσο σκληρά, ὥστε «ἀπό τίς ἑτοιμασίες πού ἔκαναν σέ τόσο μεγάλη κλίμακα, οὔτε ἕνα πλοῖο, οὔτε ἕνας ἄνδρας, δέν ἔχει μείνει γιά νά τούς μεταφέρει τά νέα της καταστροφῆς».

[7] Ἀρχαία Ἑλληνική Γραμματολογία, 545.

[8] Τό Βαλαύστιον, εἶναι χαϊδευτικό ὄνομα κοριτσιοῦ.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s