ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ


kion1ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ*

 Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο

«Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας»

 Easterling, Knox

 Ο αιώνας που ακολούθησε τους Περσικούς πολέμους συχνά αναφέρεται ως η εποχή του ελληνικού διαφωτισμού, γιατί μερικοί από τους κυριότερους στοχαστές δείχνουν ορθολογισμό στην εξέταση του ανθρώπου και του κόσμου του κι έναν ενθουσιασμό για την πνευματική εμπειρία που υπαινίσσονται τον δέκατο όγδοο αιώνα. Συνετέλεσε αναμφίβολα σ’ αυτό η μεθυστική νίκη του πολιτισμού επί της βαρβαρότητας, καθώς μεγάλωνε τις ελπίδες ότι ο κόσμος δεν είναι ένα παράλογο μέρος κι ότι ο άνθρωπος μπορούσε να αναπτύξει μέσα σ’ αυτόν νέους θεσμούς διακυβέρνησης και κοινωνίας και νέες μορφές σκέψης και τέχνης για να ταιριάσουν στις ανάγκες του. Οι ονομαζόμενοι σοφιστές ήταν εκπρόσωποι για την πνευματική αυτή θέση[1]. Σοφιστής σημαίνει βασικά σοφός και είναι η λέξη που χρησιμοποιείται από τον Ηρόδοτο για τον Σόλωνα και τον Πυθαγόρα, αλλά όταν ο Ερμής την ξεστομίζει για τον Προμηθέα έχει ήδη μια ειρωνική χροιά, και η παρουσία σοφιστικών ιδεών και συνθημάτων στον Προμηθέα Δεσμώτη δείχνει ότι η κίνηση ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη τουλάχιστο από τις αρχές της δεκαετίας του 450[2]. Οπωσδήποτε, στο δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα η λέξη σοφιστής μπορούσε συχνά να μεταφραστεί ‘εμπειρογνώμων’ κι ήταν ο αποδεκτός τίτλος εκείνων των καθηγητών της εριστικής, ρητορικής και αγωγής του πολίτη που ταξίδευαν στις κυριότερες ελληνικές πόλεις κάνοντας επίδειξη της διανοητικής και ρητορικής τους εξυπνάδας. Η παρακολούθηση της διδασκαλίας των σοφιστών ήταν του συρμού και συναρπαστική. Ήταν επίσης δαπανηρή, και οι οπαδοί τους ήταν συχνά τα νεότερα μέλη πλουσίων οικογενειών, όχι πάντα προς ευχαρίστηση των παλαιότερων και συντηρητικότερων συγγενών.

Συνέχεια

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «φύσει δούλου» ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΝΙΤΣΕ


kion1Η έννοια του φύσει δούλου στον Αριστοτέλη και στον Νίτσε

 Ηλίας Βαβούρας,

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

ἡ φύσις οὐθέν ποιεῖ μάτην, ἀλλ’ ἀεί ἐκ τῶν ἐνδεχομένων τῇ οὐσίᾳ περί ἕκαστον γένος ζώου τό ἄριστον[1]. τούς γαρ πλείστους είναι κακούς[2] .

  Η συζήτησή μας περί των ανθρωπίνων όντων πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει, εκεί όπου πραγματώνεται το οντολογικό ανθρώπινο σχέδιο, δηλαδή εντός της ίδιας της φύσης που αποτελεί τη μήτρα αλλά και το πεδίο δυναμικής ανάπτυξης κάθε βιολογικού σχεδιασμού. Η αριστοτελική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης πραγματοποιείται με αμιγώς φυσικό πρίσμα[3]. Κανείς δεν μπορεί να ορίσει ακριβέστερα την ανθρώπινη ουσία από την ίδια την ανθρώπινη φύση. Τα συμβατικά ανθρώπινα θέσει δημιουργήματα δεν είναι φυσικά αλλά τεχνητά και γι’ αυτό δεν πρέπει να αποτελούν στοιχεία μιας κατεξοχήν φυσικής έρευνας. Μόνο η φύση δύναται να αποφαίνεται περί της ανθρώπινης φύσης, τα ανθρώπινα τεχνητά κατασκευάσματα νοθεύουν την αυθεντική φυσική εικόνα. Βρισκόμαστε στη διαδικασία έρευνας της ουσίας των όντων, βρισκόμαστε στο φύσει και όχι στο θέσει[4].

Αν όμως η φύση δεν ποιεί τίποτα μάταια, αλλά πάντα το άριστο στη φυσική ουσία του εκάστοτε όντος[5], τότε η μη τελειότητα στη φύση ενός όντος πρέπει να εξυπηρετεί μία μεγαλύτερη φυσική τελειότητα στον προδιαγεγραμμένο φυσικό σκοπό κάθε όντος[6]. Σε διαφορετική περίπτωση θα οδηγούμασταν σε αποδοχή μιας φυσικής τάσης προς το ατελές, προς το άτακτο και θα εναντιωνόμασταν στην αριστοτελική θεώρηση του ενυπάρχοντος άριστου τελικού σκοπού στη φυσική ουσία κάθε όντος. Η παρατήρηση όμως της ανθρώπινης ουσίας, όπως αυτή εγγράφεται στην ανάπτυξη του ανθρώπινου ζην, μας αναγκάζει, μας ωθεί εξ ανάγκης να εισέλθουμε στον φιλοσοφικό προβληματισμό-απορία πε­ρί της τελειότητας της ανθρώπινης ουσίας. Η ενδελεχής παρατήρηση δηλαδή των επιμέρους ανθρωπίνων όντων μας οδηγεί στο αναντίρρητο συμπέρασμα ότι υπάρχουν εμφανείς διαβαθμίσεις τελειότητας ή ατέλειας σε μια ενδεχόμενη τελεολογική σύγκρισή τους. Άλλα ανθρώπινα όντα υπερέχουν αισθητά ως προς τη φυσική αρετή του ανθρώπου που οδηγεί στον άριστο ανθρώπινο φυσικό σκοπό και άλλα υπολείπονται αισθητά ως προς αυτή την τελεολογική στόχευση που απορρέει από την ατομική φυσική ουσία: άλλοι άνθρωποι είναι φύσει καλοί-άριστοι και άλλοι φύσει κακοί στο βαθμό που ο ορισμός της φυσικής κακότητας απορρέει από τη φυσική ατέλεια-ανικανότητα ενός όντος[7].

Συνέχεια