ΠΛΑΤΩΝ-ΣΟΦΙΣΤΕΣ (τέλος του αρχαίου κόσμου)


kion1Δ του Κενταύρου

(ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ – ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)

 Ῥένου Άποστολίδη

  Ἤ σει­ρά τῶν Κεν­ταύ­ρων ξε­κι­νά­ει μέ τήν ἔκ­δο­ση τῶν σε­μι­να­ρί­ων το­ϋ Ρέ­νου γιά νέ­ους δη­μο­σι­ο­γρά­φους τῆς ΕΣΗΕΑ. Ὁ τί­τλος: για­τί μ α θ ή μ α τ α συ­νι­στοῦν, κι ὁ Κέν­ταυ­ρος ἦ­ταν ὁ μυ­θι­κός μύ­στης πρός τ’ ἀ­νώ­τε­ρα, πού ὁ ‘Ρένος τόν εἶ­χε σύμ­βο­λο σέ κάμ­πο­σα κεί­με­νά του. μά καί γιά νά θυ­μί­ζη ἡ Γε­νι­κή αὔ­τή τους μα­κρι­νούς ἀ­στε­ρι­σμούς, μί­ας κι δσᾶ λέ­γον­ται τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κά ἐῬν’ ἄ­π’ τά συ­νη­θι­σμέ­να, ὥ­στε μοιά­ζουν ἀ­π’ ἄλ­λο ἄ­στρο…

Τά σε­μι­νά­ρια σκό­πι­μα δι­αι­ροῦν­ται σ’ αὐ­τό­νο­μες κ’ εὐ­σύ­νο­πτες ἑ­νό­τη­τες (κα­θε­μιά μέ δι­α­φο­ρε­τι­κό γράμ­μα: A, Β, Γ, κ.λ.), πού ἔ­χουν ἡ καί δέν ἔ­χουν σχέ­ση με­τα­ξύ τους: Παι­δεί­α καί γλῶσ­σα, ἀ­πό τόν Ὅ­μη­ρο στούς Προ­σω­κρα­τι­κούς, Ἡ­ρά­κλει­τος, Πλά­των καί Σο­φι­στές, Νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεί­α, δη­μο­τι­κή καί λό­για κ.λ. Ἀ­πο­τε­λοῦν βέ­βαι­α πολ­λο­στη­μό­ριο ὁ­σων δι­ε­ξῆλ­θε στά σε­μι­νά­ρια τῆς ΕΣΗΕΑ (1989-93), μά κα­θώς πο­τέ του δέν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε συγ­κε­κρι­μέ­νο «πρό­γραμ­μα μα­θη­μά­των», οὔ­τ’ ἔ­βα­ζε ὁ­ρια στό τί κ’ ἐκ ποι­ᾶς ἀ­φορ­μῆς θά πῇ, οὔ­τ’ ἀ­πέ­φευ­γε τίς γλα­φυ­ρές ὁ­σο καί μα­χη­τι­κές – ἀ­κό­μα κ’ ἔ­ναν­τι τῶν παι­δι­ών – πα­ρεκ­βά­σεις, ὁ­πο­τε λά­βαι­νε προ­κλή­σεις (ἐ­λεύ­θε­ρο μά­θη­μα ἦ­ταν!), ὁ ζων­τα­νός λό­γος του δύ­σκο­λα τι­θα­σεύ­ε­ται σέ γρα­φτό.

Ὁ Βαγ­γέ­λης Δου­βα­λέ­ρης ἀ­νέ­λα­βε τή με­τα­γρα­φή δύ­ο με­γά­λων τό­μων μέ τίς ἀ­πο­μα­γνη­το­φω­νή­σεις, πού­χαν συγ­κεν­τρω­θῆ χά­ρις στήν πρό­νοι­α τοῦ φί­λου Μ. Ἄ­με­λι­δη καί συ­νέ­θε­σε ἕ­να νέ­ο κεί­με­νο, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἕ­ναν κυ­κε­ώ­να ἀ­πέ­ναν­τί του καί κυ­ρι­ώ­τα­το ἐμ­πό­διο: τόν χει­μαρ­ρώ­δη λό­γο καί τό φλο­γε­ρό ταμ­πε­ρα­μέν­το τοῦ Ῥέ­νου – πού ποι­ός τό­νε συγ­κρά­τη­σε πο­τέ;.. Ξε­χώ­ρι­σε μέ ὑ­πο­μο­νή μυρ­μηγ­κιοῦ ὁ,τιμ­πο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­συρ­θῇ, δι­α­τη­ρών­τας πα­ράλ­λη­λα τύ­ψεις γιά ὁ,τι πο­λύ­τι­μο, μοι­ραί­α, χά­θη­κε… Ὅ­μως κ’ ἔ­τσι, πε­ρι­έ­χον­ται τό­σες σο­βα­ρές κρί­σεις, τό­σα ἀ­νε­κτί­μη­τα κα­τα­στα­λάγ­μα­τα γιά τίς βα­σι­κές μορ­φές καί τά θε­με­λι­ώ­δη κεί­με­να τῆς ὁ­λης ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τέ­τοι­οι κα­τευ­θυν­τή­ριοι ἄ­ξο­νες γιά κρι­σι­μώ­τα­τα τῆς Παι­δεί­ας, ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἔ­χει σέ λί­γες σε­λί­δες πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ τά δι­δα­σκό­με­να συ­νή­θως ἐ­πί χρό­νια ὁ­λά­κε­ρα στά πα­νε­πι­στή­μια…

 Μέ τήν ἄ­δεια τῶν ἁρ­μο­δί­ων δη­μο­σι­εύ­ου­με ἀ­πό τό Δ τοῦ Κεν­ταύ­ρου τήν Α΄ ἑ­νό­τη­τα:

 Ἑκηβόλος

Προϋπόθεση πνευματικῆς ἀνάπτυξης οἱ ἐλευθερώτερες κοινωνικές συνθῆκες. – .λογική κ’ ἔνστικτο. – Bergson. Στίς πηγές τοῦ ἐνστίκτου ἡ Τέχνη. – Ὁ Ἡράκλειτος θέτει τίς βάσεις τῆς Σοφιστικῆς. – Τό κῦρος τοῦ Λόγου κλονίζεται. – Πλάτων καί σοφιστές. – Ἡ καταδίκη τοῦ Σωκράτη. – Δημοκρατία κ’ οἱ ἀδυναμίες της. – Τό πρόσωπο ὡς μειονότητα. – Κριτική στόν Πλάτωνα. – Πολιτεία καί νόμος. – Οἱ Ἰδέες.

 Βασική προϋπόθεση γιά τήν πνευματική ἀνάπτυξη στήν ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι βέβαια αὐτό πού λέμε: δημοκρατία. Σέ χῶρες μέ καθεστῶτα δεσποτικά δέν ὑπάρχουν περιθώρια οἱ ἄνθρωποι νά σκέφτωνται καί νά κουβεντιάζουν. Ἀπ’ τήν Ἱστορία τουλάχιστον ξέρουμε ὅτι δέν ἀφέθηκαν τέτοια περιθώρια οὔτε στούς λαούς τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας, οὔτε στήν Αἴγυπτο τῶν Φαραώ. Φυσικά, κι αὐτοί οἱ πολιτισμοί ἔχουν νά παρουσιάσουν κάποιες πνευματικές ἀναπτύξεις· εἶν’ ὁμως ἀπόρροιες καί δημιουργήματα κρατουσῶν τάξεων – κι ὄχι κἄν τάξεων ὁλοκλήρων, παρά κύκλων ἁπλῶς. Γιατί, φυσικά, ὁταν ἔχῃ κανείς σκυμμένο τό κεφάλι καί παλεύει γιά νά ζήςῃ, μεροδούλι-μεροφάι, συνήθως καιρό δέν ἔχει νά σκεφτῇ καί νά καλλιεργήςῃ τίποτ’ ἄλλο πέραν τοῦ σταριοῦ ἡ τοῦ ρυζιοῦ πού θά τόν θρέψη. Σ’αὐτούς τους κύκλους, λοιπόν, προέκυψαν πνευματικά ἐπιτεύγματα, μπορεῖ καί σπουδαίων ποιοτήτων, πού δέν προέρχονται πάντως ἀπό εὐρύτερα λαϊκά στρώματα.

Ἀντιθέτως, στήν Ἑλλάδα ἔχουμε τρεῖς αἰῶνες μιᾶς καταπληκτικῆς ἀνάπτυξης πνευματικῆς, καλλιτεχνικῆς, πούχε σάν προϋπόθεση ἐλευθερώτερες κοινωνικές συνθῆκες. Δέ λέω δημοκρατικές, διότι δέν ἦταν ὁλες δημοκρατικές…

Κρατῆστε τοῦτο: Προϋπόθεση τοῦ πνεύματος εἶναι κοινωνίες πούχουν καταφέρει νά σηκώσουν κεφάλι ἀπ’ τήν ἀνάγκη, ἀπ’ τήν τρομερά πιεστική ἀνάγκη!.. Ὡστόσο, τοῦτο τό σχῆμα – μήν κάνετε λάθος! – δ έ ν  λ ε ι τ ο υ ρ γ ε ῖ  ἀ μ φ ί δ ρ ο μ α! Σέ κοινωνίες, δηλαδή, μέ οἰκονομική ἄνεση, δέ σημαίνει ἀναγκαίως ὅτι θά παραχθῇ (καί πότε;) πνευματική καλλιέργεια καί σκέψη. Ὄχι! Ὑπάρχουν καί κοινωνίες πάμπλουτες – ὁπως ἡ ἀραβική – οἱ ὁποῖες ἀγοράζουν δυτική παιδεία, γιατί ἔχουν λεφτά νά τήν ἀγοράσουν, πλήν δέν τήν παράγουν οἱ ἴδιες!..

Τί συμβαίνει ἐδῶ; Δέν ὑπῆρχαν τά μέσα;

Ἀπ’ τήν ἄλλη, πάρτε τή Ρωσία ἐπί τσάρων: δ ι ό λ ο υ  ἰ δ α ν ι κ έ ς  ο ἱ  σ υ ν θ ῆ κ ε ς, κι ὁμως ἡ Ρωσία παρήγαγε τά κορυφαία μυθιστορήματα τῶν αἰώνων! Ὑ π έ ρ   τ ῶ ν …μ υ θ ι σ τ ο ρ η μ ά τ ω ν  ἦταν ὁ τσαρισμός, ἡ ἀπολυταρχία κ’ ἡ λογοκρισία; Δέ φαντάζομαι! Ὁπότε δέν ἐξηγεῖται ὑλιστικά καί μόνο…

Ἡ Γερμανία τοῦ 19ου αἰώνα ἦταν χίλια κομμάτια, καταδιασπασμένη! Ἀλληλοτρώγονταν! Κι ὁμως εἶχε τή μεγαλύτερη μουσική στόν κόσμο, καί μαζί τή σπουδαιότερη φιλοσοφία!.. Βλέπετε, τά πράγματα δέν εἶναι τόσο ντετερμινιστικά. Μακάρι νάταν!..

Στήν οὐσια μές στίς κοινωνίες γίνεται διαρκῶς ἕνα «παζάρι»: Δώσ’ μου δουλειά – πᾶρε μέσα γιά νά ζήσῃς. Συλλάβετε αὐτή τήν ἐξίσωση. Δῶσ’ μου τό χρόνο σου καί τόν κόπο σου, κ’ ἐγώ θά σοῦ δώσω γιά τόν ὑπόλοιπο χρόνο σου νά κάθεσαι σέ μιά πολυθρόνα, νά ’χῆς καί τηλεόραση νά βλέπῆς, νά πηγαίνῃς καί καμμιά ἐκδρομούλα, νάχῃς καί περίθαλψη. Δηλαδή: δῶσ’ μου τίς οὐσιαστικώτερες ὧρες σου, ἕνα ὀχτάωρο, καί γιά τίς ρέστες θά σοῦ δώσω γῶ ἄνεση… Στίς ἀρχαιοελληνικές κοινωνίες ὑπῆρχε ἕνα ποσοστό ἐλευθερίας κι αὐτό ἦταν ἡ βασική προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς, καλλιτεχνικῆς ἡ ὁποιας ἄλλης ἀνάπτυξης…

 Στήν ἀθηναϊκή κοινωνία, τώρα, ὑπάρχει διάλογος· φυσικά θά ὑπάρξῃ καί Σοφιστική, καί Ρητορική, διότι θά χρειαστῇ νά ξετυλίξουμε τά ἐπιχειρήματά μας ὑπέρ αὐτοῦ πού πιστεύουμε. αὐτοῦ πού νομίζουμε σωστό, αὐτοῦ πού θέλουμε νά πείσουμε καί τούς ἄλλους – τούς ἄλλους πούχουν κι αὐτοί γνώμη, ἡ πού μᾶς χρειάζεται κ’ ἡ ψῆφος τους τελοσπάντων (ἡ ὁποία, ὑποτίθεται ἐκφράζει τή γνώμη τους)… Βέβαια, δέν πᾶνε τά πράγματα μπουρδουκλωτά ἔτσι ἀναγκαίως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε – σοῦ λέει – γιά νά κερδίσουμε αὐτή τήν ψῆφο, πρέπει ν’ ἀρχίςῃ ἡ γλώσσα μας νά μιλάῃ, νά παραθέτῃ ἐπιχειρήματα, νά πούμε, ν’ ἀκούσουμε, νά μᾶς ἀντιλέξουν, ν’ ἀντιλέξουμε, κι αὐτό ὁλο τί ἄλλο εἶναι παρά ἕνα συνεχές ὄργωμα τῆς συνείδησης; Ἑπομένως, ὁ,τι λέμε Σοφιστική, μά καί Ρητορική ἐπίσης, ἀναπτύχθηκε ἐκεῖ ὁπου ἐγεννᾶτο ζήτημα λόγου-ἀντίλογου, θέσεων-ἀντιθέσεων. Θά μπορούσαμε νά λέμε: σ κ έ ψ η ἁπλᾶ, ἀντί Σοφιστική, λόγος, ἀντί Ρητορική. Διότι, Ρητορική δέν εἶναι μόνο οἱ δημόσιοι λόγοι μέ πολιτικό περιεχόμενο! Εἶναι κ’ ἡ ἀνάπτυξη θέσεων μές στόν Πλάτωνα! Ρ η τ ο ρ ι κ ή, ἀλλά μ’ ἕνα ἱ σ τ ο ρ ι κ ό πνεῦμα…

 

Ἡ κριτική πού ἀσκεῖ ὁ Ἡράκλειτος δέν ἀποσκοπεῖ νά γυρίςῃ πίσω τά πράγματα τῆς σκέψης ἤ τῆς συνείδησης· ἁπλῶς ρωτάει ἄν τό λογικό ὄργανο εἶν’ ἐπαρκές γιά νά σοῦ γνωρίςῃ τόν κόσμο.

Ἕνας νεώτερος φιλόσοφος, ὁ Bergson, λέει ὅτι αὐτό πού ὀνομάζουμε πνεῦμα εἶναι περίπου ἕνας σκληρός πυρήνας, καί γύρω του ὑπάρχουν κάτι σάν κροσσώματα..- σά μιά μέδουσα… Ὁ σκληρός πυρήνας εἶν’ ἡ συνείδηση, τό διανοητικό ὄργανο (ratio στά Λατινικά, raison στά Γαλλικά, Λόγος στ’ Ἀρχαῖα)· θέλει νά πῇ: τό πνεῦμα δέν εἶναι μόνο ἡ διάνοια – εἶναι κι ἄλλες πολλές δυνάμεις, ἄλλου χαρακτήρα, πού πηγαίνουν μᾶλλον πρός αὐτό πού τό βαφτίσαμε ἔνστικτο…

Τί σημαίνει ἔνστικτο; Ἀπό τό λατινικό ἄπω- τέρως instinguo – δηλαδή: κεντρίζω, παρορμῶ. Ἄρα: ἐκεῖνο πού σέ ὠθεῖ ἄπ’ τό ὑποτιθέμενο ὑπέδαφος τῆς συνείδησης. Σε  ἀ ν τ ί θ ε σ η δέ πρός τή συνείδηση, πού θά πῇ: ἐπίγνωση, ξέρω. βλέπω, γνωρίζω ὅτι – ἐκεῖνο πού σέ ὠθεῖ  θ ά  δ ο ῦ μ ε  ἄν τό γνωρίζῃς ἤ ὄχι…

Εἶν’ ἕνας τρόπος θεώρησης αὐτός. Δέν εἶναι ὅτι ἔτσι εἶναι τά πράγματα! Πῶς εἶναι τά πράγματα, δέν τό ξέρουμε!.. Σάμπως μπορεῖς νά τήν πιάςῃς τή λογική ἡ τό ἔνστικτο, ὅπως μπορεῖς νά πιάςῃς ἕνα δέντρο, ἄς ποῦμε; Εἴπαμε ἁπλῶς: ὑπάρχουν ἀπάνω αὐτά πού ξέρουμε ὅτ’ εἶναι μέσα μας, ἐνῶ ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα ἀπό κάτω, πού προσδιορίζουν τό πῶς συλλογιζόμαστε – ἐντέλει θέτουν σέ κίνηση ἤ ἀναστέλλουν μία κίνηση, ἤ δημιουργοῦν μία παρόρμηση – , τά ὁποῖα  δ έ ν  γ ν ω ρ ί ζ ο υ μ ε, σά νάναι στό σκοτάδι,., τά θεωροῦμε ὑπέδαφος· τά λέμε: ὑποσυνείδητο. Ἐ μ ε ῖ ς  τ’ ὤνομάσαμε!  Τ ρ ό π ο ς  θ ε ώ ρ η σ η ς εἶναι – τίποτα παραπάνω!

Στή Γεωγραφία, ὅταν λέω: ξηρά ἤ θάλασσα, δέν εἶναι «τρόπος θεώρησης» – ε ἶ ν α ι ξηρά ἤ θάλασσαι Τουλάχιστον στόν ἐμπειρικό χῶρο: τό βλέπω! τό ἀγγίζω! Ἐνῶ τί βλέπω ἤ ἀγγίζω ὡς πρός συνείδησιν ἤ ὑποσυνείδητο;  Ἔ ν ν ο ι ε ς εἶναι!..

Τώρα, ἐκεῖνο πού σπρώχνει ἀπ’ τό ὑπέδαφος τῆς συνείδησης – ἀπό τί, κι ἀπό πότε ἔχει τεθῆ; Ἡ μία ἐκδοχή λέει: «ἀπ’ τό θεό»· ἡ ἄλλη: «ἀπ’ τήν ἐμπειρία τοῦ εἴδους». Ἡ πρώτη εἶναι ἰδεαλιστική: ἕνας παντοδύναμος θεός πού τάχα δημιούργησε τό πᾶν, χάραξε μέσα μας αὐτά πού ἀποτελοῦν τό ἔνστικτό μας. Καί γιατί τά χάραξε; Μᾶς ἔδωσε τάση αὐτοσυντήρησης. λέει, γιά νά ὑπάρχουμε καί ν’ ἀναπαραγόμαστε – δηλαδή ὁ ἔρωτας δέν εἶναι παρά μιά μάσκα, ἕνα δόλωμα πού μᾶς τραβάει γιά νά γεννᾶμε καί νά ζῇ, ἔτσι. τό Εἶδος…

Ἡ ἄλλη ἐκδοχή δέν εἶναι ἀπαραιτήτως ὑλιστική. παρά πού  τ ε ί ν ε ι βέβαια πρός τά κεῖ – εἶν’ ἐμπειρική: τά ζωικά καί φυτικά εἴδη (καί πάλι δική μας ἡ διάκριση: δέν φαντάζομαι μιά μιμόζα, μιά γαζία ἡ ἕνα τριαντάφυλλο νά αἰσθάνεται ὅτι ἀποτελεῖ εἶδος διαφορετικό ἀπό μιά ἀκακία.. – ἐ μ ε ῖ ς τά χωρίζουμε γιά νά τά γνωρίσουμε!), ζώντας μές σ’ ἕνα περιβάλλον, παλεύοντας διαρκῶς νά ζήσουν, προσλαμβάνουν ἐμπειρίες. Οἱ ἐμπειρίες συνιστοῦν χαράγματα. Τά χαράγματα αὐτά μένουν καί κληροδοτοῦνται στούς ἀπογόνους (ἔχει ἀποδειχτῆ καί βιολογικά), καί σιγά-σιγά ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος συγκεκριμένης σοφίας, γνώσης τοῦ κόσμου. Ποιοῦ κόσμου; Τοῦ συγκεκριμένου περιβάλλοντος ὅπου ζῆς! Ἔχεις στό ἔνστικτό σου γραμμένα πάρα πολλά πράγματα σχετικά μέ τήν ἐπίθεση, τήν ἄμυνα, τήν πράξη, τήν ἀποφυγή, τήν πονηριά κ.λ.

Αὐτό εἶναι τό περιρρέον τοῦ σκληροῦ πυρήνα, πού λειτουργεῖ ἐπίσης γνωστικά, μ’ αὐτό «πιάνουμε» ἄλλα πράγματα πού δέν προκύπτουν ἀπό δεδομένα λογικά. Ὅπως στά ζῶα ἤ τά βρέφη! Ὅταν πρωτογεννιοῦνται οἱ ἄνθρωποι – ἀλλ’ ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, παρά ὅλα τά εἴδη στίς πρῶτες φάσεις τους – βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στήν ἀρχή τοῦ εἴδους αὐτοῦ, κ’ ἔχουν ἐξ ἀνάγκης τόν ὁπλισμό του… Τό βρέφος εἶναι ὡπλισμένο ὡς τή στιγμή πού ἀρχίζει νά καλλιεργῆται καί ν’ ἀναπτύσσεται ἡ δυνατότητα λογικῆς…

Γι’ αὐτό κ’ ἡ Τέχνη κατεβαίνει στίς πηγές τοῦ ἐνστίκτου γιά νά «πιάσῃ» βαθύτερα πράγματα… Ἡ Λογική εἶν’ ἀνεπαρκές ὄργανο… Ἕνα θηριῶδες ἔνστικτο εἶν’ ὁ Μπάχ ἡ ὁ Μπετόβεν, πού μές ἀπ’ τό «μέσον» της μουσικῆς καί τί δέ σοῦ δίνουν! Μέ τή Λογική τά δίνουν; Ἡ Λογική εἶν’ ἕνα παιδάκι ἀνήμπορο μπροστά σ’ αὐτό τό τερατῶδες ἔνστικτο πού κατεβαίνει στά βάθη τῆς ὕπαρξης κι ἀνεβάζει πάνω ὅ,τι μᾶς ἀποτελεῖ καί μᾶς προσδιορίζει!..

Δῆτε, λ.χ., τήν ὁδήγηση: λογικά κατ’ ἀρχάς τά μαθαίνετε – διότι ὑπάρχει τό σχῆμα τό λογικό! Αὐτό εἶναι τό βολάν, αὐτό τό ντεμπραγιάζ, αὐτές οἱ ταχύτητες. Κατόπιν, ἀφοῦ τά συνηθίσατε ὅλα τοῦτα, πέρασαν στ’ ἀντανακλαστικά σας. Τί εἶναι τ’ ἀντανακλαστικά; Ἐκεῖνα πού προσδιορίζουν τήν ἁπλῆ μας κίνηση – τό περπάτημα, τήν κίνηση τῆς ἄμυνας, τῆς ἔπιθεσης. Δηλαδή: πέρασαν στό χῶρο τοῦ ἐνστίκτου!

Ὅταν λοιπόν ὁ Ἠράκλειτος βάζει ἕνα ἐρωτηματικό στή λογική ὡς παντοδύναμο ὄργανο γνώσης τοῦ κόσμου, θέτει τίς βάσεις γιά ὄλ’ αὐτά – τῶν ὁποίων συνείδηση βεβαίως δέν ἔχει! – ἐ μ ε ῖ ς ὅμως μποροῦμε νά τά συναρτήσουμε…—, οὐ μήν ἀλλά καί γιά τή Σοφιστική!

Ὅταν λοιπόν ὑπομοχλεύουμε τό κύρος τοῦ Λόγου, τοῦ ὀργάνου τῆς ἀπελευθέρωσης δηλαδή, τή στιγμή πού γκρεμίζονται οἱ μῦθοι, οἱ θεοί. Οἱ ἥρωες – κάτι τό ἄκρως ἐπικίνδυνο, ὅμως καί σ ω σ τ ό —, ὅταν ἀρχίζουμε νά βάζουμε ἐρωτηματικά, τά ὁποῖα ὁλοένα πληθαίνουν κι ἀλληλοσυναρτῶνται, δημιουργεΐται ἕνας γενικώτερος κλονισμός. Τί εἶναι τό δίκαιον; Τί εἶναι τό σωστό; Ποιά εἶν’ ἡ ἀλήθεια; Κι ἄν αὐτό τ’ ὄργανο κουβαλάῃ κι ἀμφισημία καί πολυσημία, κάθε λέξη μπορεῖ νά σημαίνῃ τό Α, ἀλλά καί τό -Α. Εἶν’ ἕνα τρομερό ὄργανο, κι ἄν δέν ὑπάρχῃ ἀγαθή προαίρεση ἀπ’ τόν ἑκάστοτε φορέα του, μπορεΐ νά γίνῃ καί σατανικό! Ἀπό μόνο του τ’ ὄργανο δέν παράγει ἀλήθεια. Εἶναι ἱκανό νά  ὑ π η ρ ε τα ή σ ῃ  γνήσιο ἐνδιαφέρον, γνήσια ἐπιθυμία γι’ ἀλήθεια. Ἄν ὅμως ἀρχίσουμ’ ὅλοι ν’ ἀσκούμαστε στό νά τό ὑπονομεύουμε ἡ νά κάνουμε πλήρη διάγνωση τῶν δυνατοτήτων καί τῶν ἀδυναμιῶν του, τότε ἀκριβῶς καλλιεργεῖται αὐτό πού λέγεται: Σοφιστική.

Ἡ Σοφιστική δέν εἶναι μία μασκαροσύνη, ὅπως ἡθελε νά τή σερβίρῃ ὁ Πλάτων, περσότερο ἴσως στά προφορικά του μαθήματα στήν Ἀκαδημία ἀπ’ ὅ,τι στούς σωζόμενους διαλόγους του. Παρουσιάζει τούς σοφιστές ὅλους ὡς περίπου ἀπατεῶνες, οἱ ὁποῖοι ἀναποδογυρίζουν τά πράγματα, ἐμφανίζουν τό δίκαιο ἄδικο κ.λ. Εἶν’ ἡ συνεχής διερεύνηση τοῦ χώρου τοῦ Λόγου ὡς πρός τή στερεότητα, τήν ἀκρίβεια καί τήν ἀπολυτότητα τῶν λεγομένων. Εἶν’ ἡ Ἐπιστήμη τῆς διάγνωσης τῶν δυνατοτήτων του.

Προσέξτε τώρα πῶς ἔχει παραχθῆ αὐτή ἡ καταφορά κατά τῆς Σοφιστικῆς – ὄχι μοναχά ἀπ’ τόν Πλάτωνα, παρά κι ἀπ’ ὅλο τόν ἀρχαῖο κόσμο: Οἱ κοινωνίες κ’ οἱ κρατοῦντες δέ θέλουν ποτέ ἐρωτήσεις ὑπονομευτικές. Ποτέ δέ θέλουν ἀμφισβητήσεις τοῦ ἀπολύτου κύρους τοῦ λόγου τους. Ἐκεῖνος λοιπόν πού ἀρχίζει νά λέῃ: «—Γιά νά τό δοῦμε αὐτό πού λέτε! Ἐξαρτᾶται ἀπ’τό πῶς τό κρίνει ὁ καθένας…» Ἀλλ’ ἄν ἀφήνῃ ὁ κάθε κύριος Τάδε νά ἐξαρτᾶται τό κάθετί ἀπ’ τό πῶς τό κρίνει ὁ καθένας, ποιό νόμο θά ἐπιβάλω; Ὁ νόμος δέν μπορεῖ παρά νάναι μ’ ἐπιβολή! – κ’ ἡ ἐπιβολή εἶν’ ἀκριβῶς ἡ ἀπολυτοκρατία τῆς σκέψεως πού ὑπαγορεύει τό νόμο αὐτόν. Δέν δέχεται ἀμφισβήτηση! Ἄν δεχτῇ, πῶς θά παραχθῇ νόμος; Ἄν δέν παραχθῇ νόμος, πῶς θά λειτουργήση ἡ ἐξουσία;

Ἑπομένως οἱ κρατοῦντες διόλου εὐχαριστημένοι δέν εἶναι ἄν ὑπάρχουν κάποιοι σκεπτόμενοι οἱ ὁποῖοι συνεχῶς βαστᾶνε κατσαβίδια μ’ ἐρωτηματικά καί ξεβιδώνουν ὑπονομεύοντας: «—Δέν ξέρω ἄν αὐτό εἶν’ ἔτσι… Μπορεῖ καί νάν’ τ’ ἀνάποδο,., μπορεῖ νάν’ κ’ ἔ τ σ ι  κ ι  ἀ λ λ ι ῶ ς!..»

Ὁπότε λογικό κ’ οἱ κρατοῦντες, ἀπ’ τή μεριά τους, νά μαίνωνται ἐνάντιον ὅλων αὐτῶν: «Μασκαράδες, δικολάβοι! Κλονίζουν τίς κοινωνίες, τήν πόλη, κ.λ.» Ἀπ’ τήν πλευρά τῆς Σοφιστικῆς, τώρα, πρός τούς νέους, ἐκπέμπεται ἡ ἑξῆς γραμμή: «Μεταξύ μας, παλληκαράκι, θές νά γίνῃς ἱκανός νά τά βγάζῃς πέρα μ’ αὐτούς πού λένε κάτι κ’ ἐπιμένουν στό ἀπόλυτο κύρος τους; Ἔλα δῶ, καί θά σέ μάθω νά ξεβιδώνῃς αὐτές τίς φράσεις, τίς σκέψεις – θά σέ μάθω νά τούς μπερδεύῃς ὅλους αὐτούς, ὅποια στιγμή θές! Ὁπουδήποτε! Στό δικαστήριο, στήν ἀγορά, στό βῆμα, ὁπουδήποτε!.. Εἶναι θέμα γνώσης καί τεχνικῆς, π α ι δ ε ί α ς  πρῶτα, καί περαιτέρω τεχνικῆς ἀναλυτικῆς του λόγου. Ἔλα δῶ νά στά μάθω ἐγώ, νά μή σοῦ κάνουνε τόν ἔξύπνο! Ἄσε τώρα τί λέν οἱ ἄρχοντες κ’ οἱ νόμοι! Ἐσύ σ’ αὐτόν τόν κόσμο θά ζήσῃς, γι’ αὐτό πρέπει νά ὁπλιστῇς μόνος σου μ’ ἕνα τρομερό σπαθί!..»

Ἑπομένως, οἱ σοφιστές δέν ἦταν μονάχα «προβληματιστές» ὡς πρός τά θέματα τοῦ λόγου, παρά ἦταν καί κατά τοῦ πνεύματος τοῦ κοινοῦ, καλλιεργοῦσαν πνεῦμα προσωπικό, δίναν τ’ ὅπλο, τό μέσο γιά τήν καλλιέργεια τῆς προσωπικῆς συνείδησης.

Ὁ Πλάτων, κι ὁ Σωκράτης πίσω ἀπ’ αὐτόν, ἦταν κατά βάσιν ὑπέρ της πολιτείας, ὑπέρ τῶν νόμων. Ἄς κάνω μιάν ἀνάλυση, μέ πᾶσαν ἐπιφύλαξη… Ὁ Πλάτων, κι ὄλ’ ἡ παρέα, ἀνῆκαν στό ἀθηναϊκό κατεστημένο. Μά κ’ οἱ συνομιλητές του: ὁ Ἀλκιβιάδης, οἱ γιοί τοῦ Κέφαλου (ὁ Κέφαλος εἶχε μεγάλη ὁπλοβιομηχανια, ἦταν πάμπλουτος)!.. Δηλαδή; εἶναι ὑπέρ της πόλεως καί τῶν νόμων – ὑ π έ ρ  τ ῶ ν  κ ρ α τ ο ύ ν τ ω ν  ἄ ρ α! Πῶς ὄχι; Ἀφοῦ ἐσεῖς  ε ἶ σ τ ε  ο ἱ  φ ο ρ ε ῖ ς  του! (Τό λέει ὁ Θρασύμαχος ὠμά στήν Πολιτεία, ὅπου κι ὅλες οἱ σχετικές θέσεις…)

Ἤτανε λοιπόν καί φ ο ρ ε ῖ ς  τ ο ῦ  κ ρ α τ ο ῦ ν τ ο ς! Ὁπουδήποτε, κι ἄν ὄχι τοῦ κρατοῦντος, πάντως τοῦ κατεστημένου! Θά μοῦ πῆτε: Τότε πῶς ἔγινε τό λαθάκι τῆς καταδίκης τοῦ Σωκράτη;.. Βλέπετε, ἡ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη ἄνοιγε σέ τέτοια κλίμακα, ἀπό ἕνα ἄκρως συντηρητικό Α ὡς ἕνα ἄκρως ἐπαναστατικό Ω!.. Ὡστόσο ὑπῆρχαν κ’ οἱ ἀκραῖοι σάν τόν Κριτία καί τόν Θηραμένη, οἱ ὁποῖοι λέγαν: «Ἄστα αὐτά, γέρο! Πίσω πάλι! Θέλουμε μία  ἰ σ χ υ ρ ή πολιτεία! Δέ θέλουμε ἀμφισβητήσεις!»  Κ α ί  α ὐ τ ό  περιείχετο στίς σωκρατικές θέσεις… Ὅμως πάνω κεῖ τόν φάγανε τό γέρο – ὡς τί; Ὡς κλονίζοντα! Τί κλονίζοντα; Τούς νόμους; Μά αὐτός κατεξοχήν εἶναι ὑπέρ τῶν νόμων – γι’ αὐτό καί πίνει τό κώνειο! Ναί, ναί! – ὡστόσο ἐκλόνισε μέ τό κριτικό του πνεῦμα. Γιατί ὅλο τό κριτικό πνεῦμα τώρα τῆς Σοφιστικῆς, ὅ,τι συγκόμισε ἐδῶ κ’ ἔναμισυ αἰώνα πού πρωταρχίζει, ἐντέλει τό κλείνει καί τ’ ὁλοκληρώνει ὁ Πλάτων! Ναί μέν  χ τ υ π ά ε ι τούς σοφιστές, ἀλλά στήν οὐσία  ὁ λ ο κ λ η ρ ώ ν ε ι  τ ή  Σ ο φ ι σ τ ι κ ή κι ὅλη της τή μέθοδο. Εἶν’ ὁ κατεξοχήν διαλεκτικός.

Ἔ, λοιπόν, ἀφοῦ «κλονίζει», πάρτον κάτω τό δάσκαλο, τή στιγμή πού ἐπικράτησαν οἱ ἀκραῖοι ἀντιδημοκρατικοί. Κι ὁ δάσκαλος; Μένει καί πεθαίνει, καί γίνεται ἔμβλημα τῆς θέσεώς του… (Οἱ προβληματισμοί αὐτοί, ὅπως βλέπετε, οἱ ἴδιοι εἶναι καί μές στή σύγχρονη συνείδηση. Τά προβλήματα εἶναι τά ἴδια. Ἁπλῶς ἐκεῖ εἶναι τεθειμένα στίς μέγιστες διαστάσεις, γι’ αὐτό κ’ ἔχουν ἀπόλυτη ἀξία ὁ Πλάτων κ’ οἱ σοφιστές.)

Ὅποτε προκύπτει, τό ἑξῆς ζήτημα: λέμε ὅτι ἡ δημοκρατία δέχεται ὅλές τίς γνῶμες:

—Όλες; Καί τίς ἀντιδημοκρατικές;

—Βεβαίως νά ἔχετε τάς ἄποψείς σας…

—Δέν θά τίς «ἔχω» μονάχα, ἀλλ’ ὅπως καί σεῖς ἔχετε τίς δικές σας κ’ ἐνεργεῖτε σύμφωνα μ’ αὐτές, θάχω κ’ ἔγω, ἄρα, τίς δικές μου ἀντιδημοκρατικές, καί θά ἐνεργῶ ἀντιδημοκρατικά!

—Ά, ὄχί κ’ ἔτσι!..

—Μήπως τότε ἀκριβῶς ὅμως, ἔχοντας τόσες δυνατότητες ἀνοχῆς ἀ π ό  τ ά  π ρ ά γ μ α τ α, θάδειχνε καί τή δύναμή της – ὥστε νά μή μπορῶ νά τήν τινάξω στόν ἀέρα;.. Τ έ τ ο ι α δημοκρατία – γίνεται;..

—Ἅμα ἔχετε τέτοιες ἰδέες, νά πάτε νά ζήσετε μόνος σας!

—Ἀλήθεια, εἶναι δικό σου ἀμπελοχώραφο ἡ κοινωνία; Ποιός εἶσαι σύ πού κυριαρχικά ἀποφασίζεις τί εἶναι ἤ ὄχί ἐπιτρεπτό, τί εἶναι ἤ ὄχί δημοκρατικό, πατριωτικό, σωστό ἡ λάθος; Ποιός τό κρίνει; Δημοκρατία θάτανε ἄν ὅλοι τό κρίνουν, με  ἴ σ η  δ υ ν α τ ό τ η τ α  κ ρ ί σ ε ως! Τό νά πῆς: «Ἐγω εἶμαι μορφωμένος, πιάνω πουλιά στόν ἀέρα, κ’ ἐσύ ’σαι κακομοίρης, ξύλο ἀπελέκητο, δέν ξέρεις τί σοῦ γίνεται!», πάλι δέν εἶναι ἴση! Ἄς μή μιλᾶμε λοιπόν γι’ ἀπόλυτες δημοκρατίες, οὔτε γι’ ἀπόλυτες ἐλευθερίες… Ἄς εἴμαστε μετρημένοι μ’ ὄλ’ αὐτά.

 Στόν Ἐπιτάφιο ὁ Περικλῆς ὑποτίθεται ὅτι λέει: Χρώμεθα γάρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τούς τῶν πέλας νόμους... Ὄχι φουσκώματα, κομπασμοί – «Τί σπουδαῖο πολίτευμα ἔχουμ’ ἐμεῖς!» κ.τ.τ.—, ἁπλᾶ: χρησιμοποιοῦμε (γιά τή ζωή μας) αὐτόν τόν τρόπο αὐτοδιοικήσεως πού μᾶς προέκυψε ἀπ’ τά πράγματα, τό δικό μας τρόπο ζωῆς – ρεαλιστικά δηλαδή, πρακτικά!

Και  ὄ ν ο μ α  μέν  δ ι ά  τ ό  μ ή  ἐ ς  ὀ λ ί γ ο υ ς  ἀ λ λ’  ἐ ς  π λ ε ί ο ν α ς  οἰκεῖν δημοκρατία  κ έ κ λ η τ α ι.

Τί λέει ἡ φράση αὐτή; Καί κατά τ’ ὄνομα μέν… ἐπειδή ὄχι σέ λίγους ἀλλά σέ π ε ρ σ ό τ ε ρ ο υ ς  βασίζεται. καλεῖται δημοκρατία… Ὅπου, προσέξτε: ἔχουμε πρῶτα-πρῶτα μιά ἔντιμη τοποθέτηση. Λέει:  κ έ κ λ η τ α ι. Δέν εἶπε: ε ἶ ν α ι! Σημασία ἔχει καί τό ο ἰ κ ε ῖ ν.  Σ π ί τ ι μ ας  εἶν’ ἡ Δημοκρατία. Καί κέντρο τοῦ κάθε σ π ι τ ι ο ῦ: ἡ ἑστία, τό τζάκι – ὅπου ζεσταινόμαστε ὅλοι μαζί, καί μαγειρεύουμε, καί τρῶμε γύρα-γύρα (θυμηθῆτε τό: ὁμόκαπνοι[1]), δηλαδή: μαζί. μᾶς ἑνώνει ἡ κοινή φωτιά! Σάν ἄνθρωποι ἑ ν ό ς σπιτιοῦ. Τό  σ π ί τ ι  μᾶς εἶν’ ἡ πόλις – καί ἡ Πολιτεία! Παρακάτω τώρα: ἀναλύει τή δημοκρατία ἤ γενικῶς τήν ὀρθή πολιτεία; Θά τό δοῦμε. Ὁ τρόπος νά συνεννοούμεθα ἐν δημοκρατίᾳ, πάντως, προσδιορίζεται βάσει τοῦ συστήματος τῶν περισσότερων, τῆς πλειονότητας – βασίζεται δηλαδή στούς «κατά περίσταση», σ’ ὅσους  τ υ χ α ί ν ε ι, ἀπ’ ὅποιους  ἄ σ χ ε τ ο υ ς λόγους, νά ’ναι περσότεροι.Ὄχι ἀξιώτεροι ἀναγκαία, ἔ;

…Κατά δέ τήν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἐν τῷ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπό μέρους τό πλέον ἐς τά κοινά ἤ ἀπ’ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ’ αὖ κατά πενίαν, ἔχων δέ τί ἀγαθόν δρᾶσαι τήν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. Αὐτός εἶν’ ὁ ὁρισμός τῆς ἀξιοκρατίας: δέν παίρνει ἀξίωμα κάποιος στήν πολιτεία γιατί ἀνήκει σέ κάποια παράταξη (οὐκ ἀπό μέρους), παρά γιά τήν ἀ ρ ε τ ή του, πού προκύπτει ἀπ’ τήν ποιότητα, τήν ἀ ξ ί α στή δουλειά του! Καί δέν ἐμποδίζεται, γιατ’ εἶναι τυχόν φτωχός, ἤ δέν εἶν’ «ἐπώνυμος», ἄν κάτι καλό ἔχῃ νά κάνῃ στήν πόλη (κι ἄλλο βέβαια «πόλις», ἄλλο «σύνολο», ἔτσι;)… Ἀντικομματική λοιπόν ἡ Δημοκρατία! Ἀντιπολιτική! Ἀντιπλουτοκρατική (ἡ, ὁπωσδήποτε: ὄχι κατά τῶν φτωχότερων…) καί, φυσικά, ἀξιοκρατική! Ναί; Ἀξιοκρατική; Μήπως ἀκριβώς τό: «ἀξιοκρατία» σημαίνει: «ἀντίδημοκρατία»; Τό σκεφτήκατε; Ὡς δημοκρατικό αἴτημα ἐμφανίζεται ἡ ἀξιοκρατία. Μήπως εἶναι ὁμως ἀ ν τ ι δημοκρατικό; Τί θά πῇ ἀξιοκρατία; Νά κρατοῦν οἱ ἄ ξ ι ο ι, ὄχι ὁ δῆμος! Ἔ, τότε πῶς δημοκρατικό, ἀφοῦ κ α τ ά  τοῦ δήμου;..

Ἀλλά γιά νά δοῦμε καί τό ἄλλο: αὐτό πού ‘ναι πολίτευμα, εἶν’ ἡ  ἰ δ έ α  ἡ ἴδια, ἤ  δ ι έ π ε τ α ι  ἁπλῶς ἀπ’ αὐτήν; Ἡ ἰδέα εἶν’ ἕνα ἰδανικό. τ’ ὁποῖο κινητοποιεῖ τίς συνειδήσεις πρός τό πολίτευμα ἐκεῖνο πού ὑποτίθεται κατατείνει πρός τήν ἰδέα αὐτήν. Εἶναι, δηλαδή, μία ὑπόσχεση, τίποτα παραπάνω… Ἑπομένως, ἄλλο τό πολίτευμα τό ἐφαρμοσμένο, κι ἄλλο ἡ ἰδέα πού τό διέπει, ἤ ἐν ὀνόματί ταῆς ὁποίας ἔχει στηθῆ… Ὅταν λοιπόν λέμε τί εἶναι δημοκρατία, δέ λέμε τί εἶναι πολίτευμα.

Ποιός ὅμως τόπε ὅτι ἡ προσωπική συνείδηση εἶν’ ὑποχρεωμένη νά ἐγκαταλείπῃ τήν προσωπική της πεποίθηση καί τήν προσωπική της πράξη  δ ι ό τ ι,  λέει,  ἀ π ο τ ε λ ε ῖ  μ ε ι ο ψ η φ ί α ;! Δέν εἴμαστε καλά! Ἐπειδή ἔτσι τούς ἀρέσει νά μετρᾶνε κεφάλια προβάτων; Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι πρόβατο – εἶναι πρόσωπο! Ἐγώ δέν τό κουνάω ἀπ’ αὐτη τή θέση· κι ἄν ἀνέχωμαι τή δημοκρατία, τήν ἀνέχομαι ἁπλῶς γιατί βολεῖ περσότερο τή συγκεκριμένη θέση – ὄχι γιατ’ εἶμαι δημοκράτης. Στό βαθμό πού ἡ δημοκρατία εἶναι μαζισμός, εἶμ’ ἐνάντιος!

…Λέει ἕνας ὁρισμός τῆς δημοκρατίας – ὄχι πολύ ἐλεύθερος, ἐνῶ παριστάνει ὅτ’ εἶναι -, πού σκαρώσανε οἱ Γάλλοι: ἡ ἐλευθερία κάθενός τελειώνει ἐκεῖ πού ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Πῶς εἴπατε; Ἡ ἐλευθερία… «τελειώνει»; Ἄν τελειώνῃ, δέν εἶναι ἐλευθερία! Ποιά εἶν’ αὐτά τά ὅρια. καί ποιός τά χαράζει; Ὁ Νόμος;.. δηλαδή ἡ μ ἡ ἐλευθερία; Ἄν πῶ: «Δέ θά κουνηθῇ κανείς σας!», δί’ οἱονδήποτε λόγο – ἀκόμα καί γιά τό σοφώτερο! -, ἡ προσταγή αὐτή δέν π α ρ έ χ ε ι ἐλευθερία – ἀφαιρεῖ!.. Ἔπειτα, τί θά πῇ: «ἐκεῖ πού ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου»; Δηλαδή, ἔτσι καί μπῇς στό χῶρο ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου, εἶσαι δοῦλος; Κι αὐτό εἶναι, ὑποτίθεται, ἡ βάση τῆς δημοκρατίας; Ὁρίζεις πότε  δ έ ν  εἶν’ ἐλεύθερος κανείς, καί θεσμοθετεῖς ἔτσι τόν ὁρισμό της… ἐλευθερίας!.. Τί λανθάνει κάτω ἀπ’ αὐτή τήν κουβέντα;: ἡ βεβαιότητα ὅτι οἱ ἐλευθερίες ἀ ν τ ι τ ίθ ε ν τ α ι  – γι’ αὐτό καί τοῦτος ὁ «ὁρισμός» δίνει τάχα τή λύση… Θά πῇς: πάντως, ρυθμίζει! Ναί, ἀλλά τό «ρυθμίζει» ἀφορᾶ στα  π ρ ά γ μ α τ α,  ὄχι στήν ἔννοια, στή φύση, στήν ποιότητα τῆς ἔννοιας ἐλευθερία καί στήν ὑποκειμενική ἐκδοχή της!

Ὁπωσδήποτε, αὐτοί οἱ προβληματισμοί, ἡ συζήτηση κι ὁ τσακωμός γιά τέτοια ζητήματα γίνονται μέ τίς ἀνώτερες ποιότητες μές στήν Πολιτεία καί σ’ ἄλλους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα, ὅπου ἐξετάζονται κ’ οἱ θέσεις ἄλλων φιλοσόφων, τοῦ Δημόκριτου, τοῦ Πρωταγόρα… Κ’ ἐκφράζονται μέν οἱ ἀπόψεις τους, πλήν ὅμως κακουργοῦνται κιόλας, ἐνίοτε ἀλλοιώνονται, γιά νά βγῇ πάντοτε «ἀπάνω» ὁ Σωκράτης κ’ οἱ πλατωνικές θέσεις – ὡστόσο κακουργοῦνται ὅσον ἀφορᾶ στη  δ ύ ν α μ η  τῶν  ἐ π ι χ ε ι ρ η μ ά τ ω ν  τους, ὄχι ὅσον ἀφορᾶ στίς θέσεις πού ’χαν. Ὁ Πλάτων τίς θέσεις θέλει νά χτυπήσῃ, κ’ ἑπομένως εἶν’ ὑποχρεωμένος νά τίς δώσῃ πρῶτα…

Ὁ Πλάτων δέν ὑπῆρξε παρά τό κορύφωμα τῆς Σοφιστικῆς, ἡ δέ Σοφιστική δέν ὑπῆρξε παρά ἡ κριτική τοῦ λόγου. Δηλαδή: ἀφοῦ σκέφτήκαμε, βρήκαμε, ἐρευνήσαμε, εἴπαμε, ἀντείπαμε, συζητήσαμε, λοιπόν νά τά βάλουμε τώρα κάτω, νά κρίνουμε ὅλο αὐτό  τ’  ὄ ρ γ α ν ο  μέ τ’ ὁποῖο σκεφτήκαμε, συζητήσαμε καί διαφωνήσαμε. Αὐτό εἶν’ ἡ  Σ ο φ ι σ τ ι κ ή.  Κι ἀπορρέει ἄμεσα, ὅπως καταλαβαίνετε, ἀπ’ τήν ἀρχική διαλεκτική ἡρακλείτεια θέση.

Μετά ἀπ’ ὅλη τήν κριτική τοῦ Λόγου, ὁ Ἀριστοτέλης τά κάνει ὅλ’ αὐτά παιδεία ἐν κύκλῳ: τά συναρτᾶ, οὕτως ὥστε νά μπορῇς νά προσλάβῃς τό σύνολο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς σκέψης κ’ Ἐπιστήμης, κ’ ἑπομένως νά μπορέςῃς νά τά διαβάςῃς καί νά μπῇς μές στά προβλήματα, δηλαδή ἀκριβῶς: νά μορφωθῇς! Ἔτσι γίνεται ὅλη ἡ συγκομιδή τῆς ἀρχαίας σκέψης παιδεία, ὄχι ἁπλῶς ἐλευθέρα σκέφις

 

Ὁ Πλάτων ἦταν ὁ ἱκανώτερος σοφιστής, οὐ μήν ἀλλά κι ὁ μεγαλύτερος ἐπικριτής τους. Ἄλλωστε, ποιητής ὁ ἴδιος, ἐξορίζει τούς ποιητές ἀπ’ τήν ἰδανική πολιτεία του! Γιατί; Γιατί οἱ ποιητές δέν κάνουν γιά πολίτες! Σ’ ἕναν ποιητή ὑπάρχει τό στοιχεῖο τοῦ ἀπροσδιόριστου μέσα του, καί τοϋ ἀνυπότακτου. Οἱ πολιτεῖες βασίζονται στ’ ὅτι ὅλοι θέλουν μερικά βασικά πράγματα… θέλουν τή ζωή τους… ἐνῶ οἱ ποιητές εἶν’ ἱκανοί νά ποῦν ὅτι δέ θέλουν κἄν τή ζωή τους ἐξαιτίας αὐτοῦ πού κυνηγοῦν! Τί νά τούς κάνῃ αὐτούς ἡ πολιτεία; Γι’ αὐτό λέει πολύ σωστά: «Ἔξω οἱ ποιητές!» Δηλαδή; ἔξω κι ὁ Πλάτων!..

Κατά τοῦτο εἶναι τραγικός: φτάνει στήν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ὑπέρ ἑνός κοινοῦ καλοῦ!..

Ὁ Πλάτων μετατόπισε τό ἐνδιαφέρον τῆς συνείδησης ἀπ’ τήν κοσμολογία – δηλαδή τά ἀφορῶντα στόν κόσμο, τί εἶν’ αὐτό πού μᾶς περιέχει – στό ἠθικολογικό. Σά νά λέῃ: «Δέ μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά! Ἄς εἶναι ὅ,τι θέλῃ ὁ κόσμος! Ἄς εἶν’ αὐτοδημιούργητος! Ἄς εἶν’ ἄπειρος! Ὅ,τι κι ἄν εἶναι, ἐμεῖς ζοῦμε μέσα σ’ αὐτόν! Τό ζήτημα εἶναι, ἄρα, πῶς ζοῦμε! Τί κάνουμε μεταξύ μας!..»

Αὐτό θά πῇ  ἠ θ ι κ ο λ ο γ ι κ ό  στό χῶρο τῆς φιλοσοφίας. Ἄλλο ἡ κοινή ἀντίληψη τῆς λέξης «ἠθικολογικό», στήν σημασία τῆς τρέχουσας ἡθικῆς. Ἔθος θά πῇ συνήθεια, ἐκεῖνο πού γίνεται συχνά, τ’ ὁποῖο γίνετ’ ἐντέλει  κ α ν ό ν α ς. Συνηθίζεις, καί μετά λειτουργεῖς αὐτόματα. μηχανικά. Ἔθος εἶν’ αὐτό. Ἑπομένως, καί κανόνας – ἄρα κ’  ἡ θ ι κ ή: ἕνα σύνολο κανόνων πού ἐκφράζουν ἐκεῖνο πού κατέστη συνήθεια κοινή. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι  σ υ ν ή θ ε ι α   κ ο ι ν ή,  δέν μπορεῖ νά γεννηθῇ ἐκτός κοινωνίας! Ἡ ἡθικη εἶν’ ἀποτέλεσμα τῆς ἐν κοινωνίᾳ ζωῆς. Ἄλλωστε, στήν Ἀθήνα τήν ἀνεπτυγμένη τοῦ αἰώνα ἐκείνου, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς εἶν’ ἀστικό! Δέ μιλάει βέβαια μόνο γιά την  ἀ θ η ν α ϊ κ ή  κοινωνία ὁ Πλάτων… Δέν εῖν’ ἐθνικιστής! Κι ὁ Σωκράτης δέν πεθαίνει, γυρεύοντας πειθαρχία στήν ἀθηναϊκή πολιτεία, ἀλλα στήν Πολιτεία γενικῶς…

Μές στήν ὅποια κοινωνία, λοιπόν, ὅλα τά προβλήματα ἔχουν σχέση μέ τή συμπεριφορά τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον. Τό ἐνδιαφέρον ἐντοπίζεται στήν  «ἠ θ ι κ ή»:  τί εἶναι καλό, κακό, τίμιο, δίκαιο κ.λ. Ἀλλά δέν εἶναι μόνο τ’ ὅτι ἀποδίδει σ’ αὐτά πρώτιστη σημασία, ὅτι «ἡθικολογικοποιεῖ» τό στοχασμό, ἀλλά τοῦτο καθίσταται καί καθολικό πρίσμα θεώρησης τῶν πραγμάτων! Γιά τόν Πλάτωνα, ὅλα πρέπει νά κριθοῦν καί νά ἰδωθοῦν μές  ἀπ’ α ὐ τ ό  τ ό  π ρ ί σ μ α! Ὁπότε ἀρχίζει μιά γενική ἀναθεώρηση τοῦ συνόλου τῆς προηγούμενης ἑλληνικῆς σκέψης. Τά πάντα – ἀκόμα καί τά ὀντολογικά, καί τά κοσμολογικά! – θέλει νά τά δῇ τώρα καί νά τά ἐντάξῃ σ’ αὐτό τόν τρόπο θεώρησης.

Φυσικά, πρόκειται γιά ἕναν ὁλοκληρωτισμό στή σκέψη – μή σᾶς ξεφεύγῃ! Κάθε σύστηματισμός εἶν’ ὁλοκληρωτισμός κι ἀνελευθερία!.. Τήν εἶχε κι ὁ Πλάτων,.. γι’ αὐτό κ’ οἱ τόσες ἐκδοχές γιά τήν Πολιτεία του… Γι’ ἄλλους, ἡ πλατωνική Πολιτεία εἶν’ ἡ ἰδανική πολιτεία ἐλευθερίας, γι’ ἄλλους εἶναι μιά κομμουνιστική καί γι’ ἄλλους ὁλοκληρωτική πολιτεία…

—«Σιγά πού θά μοῦ βάλῃς ἐσύ νόμο σ’ ὅλα! Σώπα καλέ, πού θά ὑπάρχω ἐγώ  π ρ ω τ ί σ τ ω ς  ὡς  π ο λ ί τ η ς!  Δέ μέ παρατᾶς! Πολίτης εἶμαι γῶ τήν ὥρα πού ἀγαπάω τήν τάδε; Στά παλιά μας τά παπούτσια οἱ πολιτεῖες ὅλες ἐκείνη τή στιγμή! Ποιά πολιτεία – τί γυρεύει ἐδῶ; Ἔξω!» Εἶναι μία ἄποψη. Κ’ ἡ ἀντίστροφη εἶναι: – «Στά παλιά μου τά παπούτσια τί κάνεις ἐσύ μέ τήν ὁποιαδήποτε! Ἐγώ θέλω καλούς πολίτες, θέλω καλούς στρατιῶτες – θέλω νά ὑπάρχω ἔτσι συγκροτημένη! Δέ μέ νοιάζει ἄν ἐσύ τήν ἀγαπᾷς ἤ δέν τήν ἀγαπᾷς! Φέρε δῶ τά παιδιά σου στρατιῶτες! – γιά νά ὑπάρξουμ’ ἐμεῖς καί τό μέλλον μας…»

—«Σιγά, ρέ Πλάτωνα, πού θά μοῦ τά ὀργανώςῃς ὅλα! Δέν πά’ νάσαι μεγαλοφυής! – ἐγώ θά σού πῶ ὄχι!» – «Μά ὑπέγραψες συμβόλαιο!, λέει στόν Κρίτωνα. Ἐμεῖς οἱ Νόμοι σέ γεννήσαμε, σ’ ἀναθρέφαμε…» —«Τόν κακό σου τόν καιρό! Δέ μέ γέννησαν οἱ νόμοι! Ὁ ἔρωτας τοῦ πατέρα μου καί τῆς μάνας μου μέ γέννησε! Καί σιγά μη  μ’  ἔ θ ρ ε ψ α ν  οἱ Νόμοι! Μέ τάισαν ψωμί κ’ ἐλιά, ἔτσι; Καί μετά μεγάλωσα!..» – «Μά δέχτηκες νᾶσαι  μ έ σ α  δ ῶ!» – «Μπά; Δικό σου εἶναι τ’ ἀμπελοχώραφο; καί μένα μου ’πεφτε μόνο τό δικαίωμα νά δεχτῶ ἡ νά μή δεχτῶ; Ἐγώ για  π ρ ώ τ η  φ ο ρ ά  ζῶ στόν κόσμο! – καί σᾶς βρῆκα ἐσᾶς ἐδῶ! Ποιοί εἶστε σεῖς πού μέ περίστροφα μοῦ λέτε: ἤ συμφωνεῖς σ’ αὐτό τό «κοινωνικό συμβολαιο»[2] ἤ σ’ ἐκτελοῦμε; Ποιό «συμβόλαιο» ὑπέγραψα; Κι ἄν ὑπέγραψα συμβόλαιο – ἔστω! Ὑπέγραψα κάποτε πού ἔτσι νόμιζα! Τώρα ὅμως δέν νομίζω πιά ἔτσι!  Ἀ λ η θ ι ν ά  ἄλλαξα γνώμη! Θάμαι τώρα δοῦλος γι’αὐτό; Ἐπειδή ἄλλαξα γνώμη; Θά μέ κρατᾶς ἐσύ μ’ ἕνα χαλκά; Ποῦναι τό συμβόλαιο αὐτό; Τό σκίζω! Εἶμαι, ἤ δέν εἶμαι ἐλεύθερος; Δέ σέ βολεύει ἐσένα, ἔ; οὔτε τήν κοινωνία σου…»

Ἔφαγα μιάν ἀποβολή κάποτε, ἀπ’ αὐτα! Γιατ’εἶπα ὅτι διαφωνῶ μ’ ὅ,τι λέει ὁ Σωκράτης στόν Κρίτωνα! Διαφωνῶ μέ τοῦτο, μ’ ἐκεῖνο – καί μέ τήν ἰδέα τοῦ Νόμου! Τί θά πῃ νόμος; Κάτι πούναι τεθειμένο  ἀ π ό  μ έ ν α;  Γιατί ἐγώ δέν ἀναγνωρίζω τίποτα πού δέν τό λέει ἡ συνείδησή μου! —«Βρέ ἀμάν! Μά τό λένε ὅλοί!» – «Δέν πά’ νά λένε!..»

Κι ἀκόμα χειρότερα: – «Τί εἴπατε; Νόμος τεθειμένος  ἀ π ό  μ έ ν α;  Πού τόν ἔβαλα πότε; χτές; προχτές; Καί τώρα πού ἄλλαξα – τί θά γίνη τώρα; Ἐν ὀνόματι συνέπειας, λέει, δέν θ’ ἀλλάξῃς! Μ’ ἀφοῦ ἄλλαξα! Θά ζῶ μιά ψεύτικια ζωή. δηλαδή;»

Μά, θά πῆς, αὐτό μπορεῖ νά τό πῇ κι ὁ κάθε ἀπατέωνας! Ἀσφαλῶς! Ἀλλ’ ἐπειδή μπορεῖ νά τό πῇ ὁ κάθε ἀπατέωνας, ὁ καθένας πού τό λέει εἶναι ἀπατέωνας; Θά τό δοῦμε… Μπορεῖ νά τό λέῃ ἕνας τιμιώτατος ἄνθρωπος! Δέν εἶναι τόσο ἁπλᾶ τά πράγματα!..

Ἡ κριτική πού θά μποροῦσε ν’ ἀσκηθῇ στίς πλατωνικές θέσεις δέν εἶναι τυχαία… Καί βέβαια ἀσκεῖται – αὐτό εἶναι πρός τιμήν τοῦ Πλάτωνα – μέσα στό ἔργο του! Ἔρχετ’ ὁ Θρασύμαχος καί τά κάνει γυαλιά-καρφιά μέ τίς θέσεις του! Σάν κι αὐτά πούλεγα προηγουμένως! Κι ὁ Πλάτων τά  π α ρ α θ έ τ ε ι!  Τοῦτο χρωστιέται στήν πνευματική ποιότητά του! Ὁ Πλάτων δέ λέει ὅ,τι θέλει, κι ὅ,τι τόν συμφέρει μονάχα. Δέ χώνει τή μύτη στήν ἄμμο, ὅπως κάνουν σήμερα. Εἶναι μιά τίμια σκέψη – δέ λέω ὅτ’ εἶναι θεός! Ἐντάξει, ἔχει κι αὐτός τίς προτιμήσεις του: τόν ἕναν συμπαθεῖ περσότερο, τόν ἄλλον λιγώτερο, κι ἄρα δέ δίνει αὐτουνοῦ τίς ἀπόψεις σέ μεγάλη ἔκταση, ναί! – , ἀλλ’ εἶναι μιά τίμια συνείδηση, κ’ ἔτσι διδάσκει, ἀκριβῶς,  ἐ λ ε υ θ ε ρ ί α!  Γιατί ὅταν σέβομαι στό χῶρο τῆς σκέψης τήν ἄποψη τοῦ ἄλλου,  α ὐ τ ό  ε ἶ ν α ι  ἐ λ ε υ θ ε ρ ί α!..

Τώρα, ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας – γιά νά σᾶς μπάσω λίγο στή φύση τοῦ πλατωνικοῦ ἔργου -, σάν ἰδέα, εἶναι  ἀ π ό λ υ τ η  μέσα μας. Ὁ καθένας σας θέλει ὅλη τήν ἐλευθερία – χωρίς κανένα κλάδεμα! Σά νά ὑπάρχῃ, δηλαδή, αὐτό πού ὅλοί θέλουμε κάπου  ἀ π ό λ υ τ ο,  σ’ ἕνα χῶρο ἀπρόσιτο… Κάθε πραγμάτωση ἐλευθερίας στόν κόσμο ἐμπνέεται, ὑποτίθεται, ἀπ’ τήν ἀπόλυτη ἐκείνη Ἰδέα… (Τό ἴδιο καί μέ πλεῖστες ἄλλες.)

Οἱ ἰδέες εἶν’ ἀπόλυτες, ἀλλ’ ὁ κόσμος ἔχει  τ ρ ι β έ ς,  ἐ μ π ό δ ι α!  Δέν μπορεῖ καμμιά νά πραγματωθῇ ἐντελῶς! Ὡς ροπή, ὡς τάση μέσα μας ἤ ἐκεῖ πάνω, ναί! Ἄλλ’ ὡς πραγμάτωση, ὄχι! Τό ποσοστό πραγμάτωσης τῆς ἐλευθερίας μου εἶναι μία σχετικοποίηση μιᾶς ἀπόλυτης ροπῆς ἤ μίας καθαρῆς ἰδέας.

Βέβαια τό σχῆμα εἰν’ ε ὐ φ υ έ ς – πλήν ὅμως δέν ὑπάρχει κανένας «χῶρος» πού νά πᾶμε καί νά βροῦμε τίς Ἰδέες, παρά μονάχα μέ τή φαντασία μας! Τοῦτο ἀκριβῶς εἶν’ ὁ  ἰ δ ε α λ ι σ μ ό ς!  Ὅτι, δηλαδή, οἱ Ἰδέες διέπουν τόν κόσμο. Κ’ ἡ ἀντίστροφη ἄποψη: ὅτι δέν προϋπάρχουν οἱ Ἰδέες, δέν διέπουν τόν κόσμο – παράγονται ἀπ’ αὐτόν. Ὁ  ὑ λ ι σ μ ος!

Αὐτή εἶναι λοιπόν, βασικῶς, ἡ πλατωνική ἀντίληψη: ὁ κόσμος ὁ πραγματικός ἀπορρέει ἀπ’ τόν κόσμο τῶν Ἰδεῶν. Κατά τοῦτο ὁ Πλάτων εἶναι σύμφωνος καί μέ τό θεϊστικό ἰδεαλισμό. Δέ λέει μέν ὅτι ἕνας εἶν’ ὁ θεός κι’αὐτός ἔφτειαξε τόν κόσμο· λέει ὅτι ὑπάρχει τό ἀρχικό Ἕν τ’ ὁποῖο παράγει ἐδῶ τά πολλά πού ζοῦμε… Τό ἴδιο ὁμως λέει! Ἰδεαλισμός καί θεϊσμός ταυτίζονται…  Ἰ δ ε α λ ι σ τ  ι κ ά  εἶναι καί τά θρησκευτικά συστήματα, ἄρα καί τό πλατωνικό ἰδεαλιστικό σύστημα  ε ἶ δ ο ς  θ ρ η σ κ ε ί α ς  ἀποτελεῖ,  ε ἶ δ ο ς  π ί σ τ η ς!..  Γι’ αὐτό κάποιοι σάν τό Θρασύμαχο τοῦ ἀντιτείνουν: «Κ’ ἐσύ πιστός εἶσαι, Πλάτωνα! Θρησκεία κηρύττεις! Μόνο πού δέ μιλᾶς γιά θεούς – μιλᾶς γιά Ἰδέες! Μοῦ τή στήνεις πάλι! Βάζεις κάτι ψηλά, καί λές ὅτι ὀφείλω νά πειθαρχῶ! Ἔ, δέ θέλω νά πειθαρχῶ! Θέλω νάμαι ἡ φύση μου! Ἐγώ παρήγαγα τίς ἰδέες, Πλάτωνα! Κ’ ἐσύ παρήγαγες τίς ἰδέες πού λές ὅτι σέ διέπουν! Τά πράγματα εἶν’ ἀνάποδα!», λέει ὁ ἀντίπαλος. Ὁ Πλάτων ὅμως τό φιλοξενεῖ κι αὐτό στό ἔργο του! Πολύ λίγα πνεύματα στόν κόσμο εἶχαν αὐτή τή δύναμη ἀντικειμενικότητας, αὐτή τήν ἱκανότητα νά δώσουν την  ἄ λ λ η  θέση, ὄχι μόνον σωστά, ἀλλά καί σ υ ν α ρ π α σ τ ι κ ά!

Καί στό τέλος, ὅταν, ἄς ποῦμε, θολώνῃ κι ὁ Πλάτων.. – γιατί ὅταν μπορῇς νά τά βλέπῃ ὅλα, ἀπ’ ὅλες τίς πλευρές, φτάνει καί μιά στιγμή πού λές: εἶμαι βέβαιος γιά τό δικό μου; Ἐκείνη τή στιγμή, δέν ὑπάρχει καμμιά παρηγοριά! Δέ σοῦ μένει παρά να  π ι σ τ έ ψ ῃ ς  σέ κάτι – ἤ να  φ α ν τ α σ τ ῇ ς  κάτι. Νά κάνῃς Τέχνη, δηλαδή… Γι’αὐτό ξαφνικά στούς πλατωνικούς διαλόγους, καί δή στούς μεγάλους, ὅταν φτάνἡ ἡ στιγμή τοῦ θολώματος.. – θά πρέπει νά τήν ξέρετε αὐτή τή στιγμή, ὅσοί σκέφτεστε: σκέφτεστε αὐτό, σκέφτεστε τ’ ἀνάποδο. καί κάποιοι στιγμή δέν ξέρεις τί γίνεται!.. Ἐκεῖ εἶσαι τελείως ἐγκαταλελειμμένος, σάν στό κέντρο ἑνός ὠκεανοῦ… Τί εὐτυχία, ἐκεῖ, θάταν νά μποροῦσες νά πιστέψῃς – νά μποροῦσες νά πῇς: ἐν σοφίᾳ ἐποίησας!…

Ἄν δέ μπορῇς; Θά πᾶς νά φτειάχνῃς φαντασίες. μερικές τους πολύ ὡραῖες, θά συγκινοῦν κι ἄλλους..- δηλαδή, τί κάνει ἡ Τέχνη; Πετυχαίνει ὅ,τι κάνουν κ’ οἱ θρησκεῖες! Μόνο πού δέν τό κάνει μέ μιά πίστη. Γιατί στό ἔργο τέχνης ποτέ κανείς δέν ξεχνᾶ ὅτι αὐτό εἶναι  φ α ν τ α σ ί α,  ὄχι ἀλήθεια. Ἐνῶ στό χῶρο τῆς πίστης, ἡ πίστη ἀξιώνει πώς εἶναι ἡ  μ ό ν η  ἀλήθεια!..

Ὁ Ντοστογέβσκι λέει πώς θά μᾶς διηγηθῇ τά πράγματα πούγιναν στή μικρή μας πόλη. Ποιά πράγματα, σέ ποιά πόλη; Σέ καμμιά πόλη δέν ἔγιναν ὅλ’ αὐτά. Ναί, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι ἔγιναν πραγματικά. Ἰσχυρίζεται πώς εἶν’ ἀληθινά! Προσέξτε τή διαφορά… Δηλαδή, ὅτι κάτω ἀπ’ ὅλα τά πραγματικά, εἶναι τό  ἀ λ η θ ι ν ό… Τά «πραγματικά» μπορεῖ κάποτε νά μή δίνουν το  ἀ λ η θ ιν ό… Τί λέει ὁμως ἡ θρησκεία; Ὅτι ὁ θεός εἶναι  π ρ α γ μ α τ ι κ ό ς  στόν οὐρανό, ἤ δέν ξέρω ποῦ! Καί τί λέει ὁ ἄπιστος; Ὅτι ἐκεῖνο πού ὀνομάζεις ἐσύ θεό, πάει νά ἔκφραση κάτι «ἀληθινό», ἀλλά, δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά πιστέψω πώς εἶναι καί πραγματικό. Περί αὐτοῦ πρόκειται! Ὑπάρχει τό ἀληθινό, ἀλλ’ ἐγώ δέν τό πιστεύω γιά πραγματικό. Τό ἀληθινό εἶναι ἴδιο γιά ὅλους ὅσοι σκέφτονται. Ἄλλοι ὅμως ἔχουν τή δύναμη – ἤ τήν ἀδυναμία, λέω γώ – νά πιστεύουν, κι ἄλλοι ὄχι… Δέν μποροῦν νά νοιώθουν φυλαγμένοι μές σέ μιά χούφτα… Εἶν’ ὑποχρεωμένοι νά παλεύουν καί νά ξέρουν ὅτι εἶναι πάντα ξεκρέμαστοι στό χάος…

Γράφει ὁ Μίλτων στόν Ἀπολεσθέντα παράδεισο τί λέει ὁ πρῶτος ἄγγελος πούπεσε – ὁ Ἄρχων τοῦ Σκότους, ὁ Ἐωσφόρος – στά τάγματα τῶν διαβόλων. Λέει ὅτι ἔκανε ἕνα λάθος αὐτός ἀπό ψηλά ὅπως μᾶς ἔριξε στά Τάρταρα· ἔκανε τό λάθος ν’ ἀφήςῃ νά φτειαχτῇ μές σέ τοῦτο τό χάος ὅλο φωτιά, μία ἐσχάρα πυρός, κ’ ἐμεῖς προλάβαμε νά πατήσουμε κεῖ, σταθήκαμε, κ’ ἐδῶ λοιπόν ἱδρύουμε τό κράτος ἐναντίον τοῦ θεοῦ! Λόγος ἀπερίγραπτος! Ποιητής μεγάλος ὁ Μίλτων! Εἶναι τυφλός δε, ὅταν τό γράφῃ… Γενικός γραμματέας τοῦ Κρόμβελ! Καί τί εἶν’ ὁ Κρόμβελ; Εἶν’ ἡ Ἀγγλία πού ἀρνιέται νά ὑποταχτῇ στόν Καθολικισμό! Τό κράτος πού θέλει νά ἱδρύσῃ ὁ Κρόμβελ εἶν’ ἡ ἀνατροπή τοῦ Καθολικισμοῦ! Γι’ αὐτό κι ὅταν ὁ Μίλτων περιγράφῃ τή χώρα ἐκείνη, τοῦ Ἑωσφόρου, νομίζεις ὅτι περιγράφει τήν Ἀγγλία!

Γι’ αὐτό εἶναι σπουδαῖο πρᾶγμα τά μεγάλα κείμενα!..

Τά μεγάλα κείμενα δέν εἶναι λόγια!.

[1] Τοῦ Ἐπιμενίδη (βλ. στό Β τοῦ Κενταύρου).

 [2] [Ὑπόκειται κριτική καί στόν Ρουσσῶ, βέβαια…]

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s