ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ


kion1ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Αν­τί­στοι­χο κε­φά­λαι­ο στο έρ­γο του Albin Lesky
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»

 Λήψη του αρχείου

 leskyΓιὰ τὴν ζωὴ τοῦ πιὸ μεγάλου ἱστορικοῦ τῆς ἀρχαιότητας ἔχουμε κάθε λογῆς παραδόσεις, πού ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ περιεχομένου καὶ τῆς ἀξιοπιστίας βρίσκονται ὁλωσδιόλου στὸ ἐπιπεδο τῶν προϊόντων αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ὑπάρχουν δυὸ χειρόγραφοι Βίοι, πού ὁ μεγαλύτερος, ἕνα συμπίλημα ἀπὸ διαφορες πηγές, παραδίνεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Μαρκελλίνου. Ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ φαίνεται πώς εἶναι ἕνα μάθημα ῥητορικῆς σχολῆς, στήν ὁποία ἡ διδασκαλία τοῦ Θουκυδίδη ἐρχόταν ὕστερα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Δημοσθένη. Ἐκτός ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχει κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ μίαν συλλογὴ βίων ἐπάνω σὲ πάπυρον (ἀρ. 2070 Ρ.), ἀκόμα τὸ ἄρθρο τῆς Σούδας κι ἕνα ῥητορικὸ ἐγκώμιο τοῦ Ἀφθονιου γιὰ τὸν Θουκυδίδη. Τὶς πιὸ ἀσφαλεῖς πληροφορίες τίς παίρνουμε, ὅπως συμβαίνει τόσο συχνά, ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἔργο, καὶ στὸ σημεῖο αὐτό μὲ τὸν ἱστορικὸ βρισκόμαστε φυσικὰ σὲ πολὺ καλύτερη θέση παρὰ μὲ ἔναν ποιητή.

Στην πρώτη φράση τοῦ προοιμίου ὁ Θουκυδίδης κάμνει μίαν δήλωση, πού πρόκειται νὰ ἔχη τὴν ἀξία της γιὰ μᾶς, ὅταν συζητήσουμε τὸ πρόβλημα τῆς στρωματικὴς γένεσης τοῦ ἔργου: λέει ὅτι ἄρχισε τὴν συγγραφὴ ἀμέσως μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου, γιατὶ κατάλαβε τὴν σημασία αὐτῆς τῆς σύγκρουσης καὶ τὸ μέγεθὸς της, πού ξεπερνοῦσε κάθε προηγούμενο. Στὸ δεύτερο προοίμιο, ὅπως τὸ λεν, προσθέτεται ἡ πληροφορία (5, 26) ὅτι ἔζησε τὰ εἰκοσιεφτὰ χρόνια τοῦ πολέμου σὲ μίαν ἡλικία πού τοῦ ἐπέτρεπε τὴν καθαρή ἀντιλήψη τῶν γεγονότων. Ἐκεῖ διαβάζουμε ἀκόμα ὅτι ὕστερα ἀπὸ τὴν διοίκηση πού τοῦ εἶχε ἀνατεθῆ στα 424, στίς μάχες γύρω ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολη, ὑποχρεώθηκε νὰ ζήση εἴκοσι χρόνια μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του. Ποιοί ἦταν οἱ λόγοι πού προκάλεσαν τὴν ἐξορία του, ἀπὸ τὴν ὁποία μόνο ὕστερα ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἀθήνας μπόρεσε νὰ γυρίση, τὸ διηγεῖται σ’ ἕνα προηγούμενο κεφάλαιο (4, 104 κέ. ).Ὅταν ὁ Θουκυδίδης ἐκλέχθηκε στα 424 στὸ συμβούλιο τῶν δέκα στρατηγῶν καὶ μαζὶ μὲ τόν Ευκλή πῆρε τὴν ἐντολὴ νὰ ἑξασφαλίση τις θέσεις τῆς Ἀθήνας στὸ βόρειο Αἰγαῖο, κανένας δὲν φανταζόταν ὅτι ἐκεῖ ψηλὰ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συμβοῦν γεγονότα ἀποφασιστικὰ καὶ μὲ πλούσια ἀποτελέσματα. Ἡ Σπαρτὴ τότε, ὕστερα ἀπὸ τὴν καταστροφὴ στην Σφακτηρία καὶ τὴν κατάληψη τῶν Κυθήρων ἀπὸ τόν Νικία, κόντευε νὰ γονατίση, ὁπότε ὁ Βρασίδας μὲ μίαν τολμηρὴ μακρινὴ ἐπιχείρηση ἔσωσε τὴν καταστάση. Ἡ διέλαση μέσα ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ δράση ἐναντίον τῆς Χαλκιδικῆς ἀπειλοῦσε σημαντικότατες ἀθηναϊκες κτήσεις. Ὅταν ὁ Βρασίδας χτύπησε τὴν Ἀμφίπολη, στὴν περιοχὴ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Στρυμόνα, ὁ Θουκυδίδης ἔσπευσε νὰ βοηθήση ἀπὸ τὴν Θάσο μὲ τὰ ἑφτά του πλοῖα. Μόνο πού ἔφτασε πολὺ ἀργὰ καὶ δεν μπόρεσε νὰ σώση τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ λιμάνι, τὴν Ἠιόνα. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἔγιναν λάθη, ὅπως φαίνεται καθαρά, παρ’ ὅλην τὴν συντομία τῆς ἀφηγησης. Ὁ Βρασίδας εἶχε ἤδη καθυστερήσει ἀρκετὰ μπροστὰ στὴν Ἀμφιπολη, καθὼς ἔβλεπε νὰ διαψεύδωνται οἱ ἐλπίδες του πώς ἡ πόλη θὰ παραδινόταν ἀμέσως. Ἂν πιστέψουμε τὸν Θουκυδίδη, ὅτι ἔτρεξε ἀμέσως μόλις τὸν καλέσαν νὰ βοηθήση, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ῥίξουμε τὴν εὐθύνη σὲ κεῖνον πού τὸν κάλεσε πολὺ ἀργά. Στὴν Ἀθήνα ὅμως ἔκριναν ὅτι τὴν εὐθύνη τὴν εἶχε ὁ Θουκυδίδης, καὶ τὸν ἔστειλαν ἐξορία.

Στὴν πληροφορία πού χρησιμοποιήσαμε τωραδά, ὁ Θουκυδίδης μιλᾶ γιὰ τὴν ἐπίδραση πού ἀσκοῦσε σ’ αὐτές τίς περιοχές, ἐπειδὴ ἦταν ἰδιοκτήτης μεταλλείων χρυσοῦ στὴν Θρᾴκη. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατὶ τοῦ ἐμπιστεύθηκαν τὴν διοίκηση σ’ αὐτὸν τὸν χῶρο.

Μίαν ἀκόμα λεπτομέρεια γιὰ τὴν βιογραφία τοῦ Θουκυδίδη ἀποκτοῦμε ἀπὸ τὴν πληροφορία τοῦ ἰδίου (2, 48), ὅτι τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο θανατικὸ τοῦ 430, πού τὸ ὀνομάζουμε λοιμόν, χωρὶς παρ’ ὅλες τὶς προσπάθειες νὰ μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε ἀκριβέστερα τὴν φύση του[1] πρόσβαλε καὶ τὸν ἴδιο.

Ἂν θελήσουμε νὰ συμπληρώσουμε τὰ λίγα στοιχεῖα πού μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θουκυδίδης, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι δὲν ἔχουμε νὰ προσθέσουμε τίποτε βέβαιο, ἐνῶ καὶ τὰ πιθανὰ εἶναι λίγα. Ἂν ὁ Θουκυδίδης μὲ τὴν ἔκρηξη τοῦ πολέμου στὰ 431 ἦταν νέος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως στὰ 424 πού τὸν ἐξέλεξαν στρατηγὸ εἶχε συμπληρώσει ἀσφαλῶς τὴν τρίτη τουλάχιστον δεκαετία τῆς ζωῆς του, τότε φτάνουμε στὸ ἔτος τῆς γέννησής του γύρω στὰ 460. Σημαντικὸ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ὄλορος, πού τὸ ἀναφέρει ὁ ἴδιος (4, 104). Τὸ ὄνομα εἶναι θρακικὸ καὶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Θρᾴκης, πού τὴν κόρη του τὴν εἶχε παντρευτῆ ὁ Μιλτιάδης, ὁ νικητὴς τοῦ Μαραθῶνα. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν γάμο γεννήθηκε ὁ Κίμωνας. Ἐπειδὴ τὸ θρακικὸ ὄνομα εἶναι ἀπὸ ἀλλοῦ ἁμάρτυρο στὴν Ἀττική, βγαίνει τὸ πιθανὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Θουκυδίδης εἶχε ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ πατέρα του κὰποιαν συγγενικὴ σχέση μὲ τοὺς ἄνδρες πού ἀναφέραμε, σχέση πού δὲν μπορεῖ νὰ προσδιοριστῆ ἀκριβέστερα. Τὰ θρακικὰ μεταλλεία χρυσοῦ, πιθανῶς οἰκογενειακὴ ἰδιοκτησία, συνταιριάζονται πολὺ καλὰ μὲ αὐτὰ τὰ περιστατικά. Ἀπὸ τοὺς προγόνους του, τοῦ γένους τῶν Φιλαϊδών, ὁ ἱστορικὸς εἶχε συγγενικὸν δεσμὸ καὶ μὲ τὸν Θουκυδίδη, τὸν γιὸ τοῦ Μελησία. Ὁ συντηρητικὸς αὐτός πολιτικός, πού για λίγον καιρὸ ὑπῆρξε ἐπικίνδυνος ἀντίπαλος τοῦ Περικλῆ, ὥσπου ἐξορίστηκε στὰ 443 μὲ ὀστρακισμόν, ἦταν σύμφωνα μὲ τὸν Πλούταρχό (Περ. 11) συγγενὴς ἀπὸ συμπεθεριό, ἴσως γαμπρός, τοῦ Κίμωνα. Ἔτσι βλέπουμε ὅτι ὁ Θουκυδίδης εἶχε ἀπὸ καταγωγὴ στενὴ σχέση μὲ τοὺς συντηρητικοὺς κύκλους τῆς Ἀθήνας, πού ἀληθινὰ δὲν τοῦ ἑξασφάλιζαν τίς προϋποθέσεις νὰ στήση μὲ βαθιὰν κατανόηση ἕνα μνημεῖο στὸ μεγαλεῖο τοῦ Περικλῆ. Ἡ θετικότητα ὅμως τοῦ μυαλοΰ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού μὲ μίαν πετυχημένη φράση τὸν ὀνομάσαν μεγαλοφυΐαν τῆς ἀντικειμενικότητας, τὸν ἔκαμε ἱκανὸν καὶ νὰ ἀξιολογῆ τὶς μεγάλες δυνατότητες τῆς ἀθηναϊκης δημοκρατίας καὶ νὰ ἀναγνωρίζη ἐπισφαλῆ σημεῖα στὸ οἰκοδόμημα, πού ὁ Περικλῆς τοῦ ἔβαλε τὴν σκέπη.

Ὁ Θουκυδίδης μας δείχνει τόσο πολὺ τὸ ἀντίθετο τῆς μεροληπτικὴς ἱστοριογραφίας, ὥστε γιὰ ὅλες τὶς ἐποχὲς μᾶς ἔδωσε τὸ μέτρο νὰ τὴν συγκρίνουμε μὲ αὐτόν. Μολαταῦτα ἡ θέλησή του γιὰ ἀντικειμενικότητα δὲν σημαίνει ἔλλειψη προκαταλήψεων, κι αὐτό δὲν χρειάζεται σχεδὸν στὴν ἐποχὴ μας περισσοτέρην ἀνὰπτυξη, ὕστερα ἀπὸ τόσες θεωρητικὲς συζητήσεις γι’ αὐτὴν τὴν ἔννοια. Ὅταν κάμνει τὴν διαπίστωση (2, 65) ὅτι ἡ Ἀθήνα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶχε μόνο τὸ ὄνομα τῆς δημοκρατίας, βρισκόταν ὅμως στὴν πραγματικότητα κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ καλύτερου ἀνθρώπου, ἡ φράση αὐτὴ ἐκτὸς ἀπὸ ὅσα ἀντικειμενικὰ σωστὰ περιέχει, μᾶς βοηθεῖ ὡστόσο καὶ γιὰ τὴν κατανοήση τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ὁ παλιὸς εὐγενὴς βρῆκε τὸν δρόμο γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Περικλή[2]. Πιὸ πέρα, ἂν λάβουμε ὑπόψη μας τὴν μεγάλη ἐπιφυλακτικότητα τοῦ Θουκυδίδη νὰ κάμνη ἀξιολογήσεις προσώπων, ἔχει μεγάλη σημασία τὸ ὅτι μνημονεύει μὲ θερμοὺς ἐπαίνους τὴν πολιτειακὴ μεταρρύθμιση τοῦ καλοκαιριοΰ τοῦ 411 (8, 97), πού κράτησε ὁπωσδήποτε μόνο ὀχτῶ μῆνες. Ἐδῶ τοῦ φάνηκε πώς βρῆκε ἐκείνην τὴν ἰσορρόπηση ἀνάμεσα στὰ συμφέροντα τῶν ὀλίγων καὶ τῶν πολλῶν, πού ἀποτελοῦσε τὸν σκοπὸ καὶ γιὰ τὴν πολιτειακή-θεωρητική σκέψη τοῦ Ἀριστοτέλη. Φυσικὰ δὲν πρόκειται μὲ αὐτὴν τὴν θεώρηση τοῦ Θουκυδίδη νὰ τὸν στιγματίσουμε περίπου σὰν ὀλιγαρχικόν. Ὁ ἄνθρωπος, πού δὲν μποροῦμε νὰ τὸν πλησιάσουμε μὲ τὰ κομματικὰ συνθήματα τῆς ἐποχής του, χαρακτήρισε ἀρκετὰ καθαρὰ σὰν ὀλιγαρχικὴ τὴν τρομοκρατία πού προηγήθηκε πρὶν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μετρημένο πολίτευμα.

Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀτυχία τῆς Ἀμφίπολης ὁ Θουκυδίδης ὑποχρεώθηκε νὰ φύγη ἀπὸ τὴν πατρίδα του εἴκοσι χρόνια, καὶ θὰ θέλαμε πολὺ νὰ ξερουμε ποῦ πέρασε αὐτὸν τὸν καιρό. Ὁ Βίος τοῦ Μαρκελλίνου δείχνει ὅτι ἤδη στὴν ἀρχαιότητα ἔκαμναν πάνω σ’ αὐτό τις πιὸ διαφορετικὲς ὑποθέσεις, χωρὶς νὰ ξέρουν κάτι σωστό. Ἡ πιὸ πιθανὴ ἄποψη εἶναι ὅτι ἔμεινε στὸ κτῆμα του τῆς Σκαπτῆς Ὕλης, στὴν στεριὰ ἀπέναντι στὴν Θάσο, κι αὐτό φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχύη γιὰ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα. Μὲ τὴν περιοχὴ τὸν ἔδεναν ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ ἰδιοκτησία του.

Στήν Σκαπτή Ὕλη ἔδειχναν μάλιστα κι ἔναν πλάτανο, πού κάτω ἀπὸ αὐτὸν ἔγραφε τάχα τὸ ἔργο του. Αὐτή εἶναι μία τυπικὴ παραδοση γιὰ τόπους[3], πού μας θυμίζει τὴν σπηλιὰ τοῦ Εὐριπίδη στὴν Σαλαμίνα. Ἀπὸ τὸν Μαρκελλίνο μαθαίνουμε ἀκόμα ὅτι ὁ περιπατητικὸς Πραξιφάνης ὀνομάτιζε καὶ τὸν Θουκυδίδη μαζὶ μέ τις προσωπικότητες ἐκείνου τοῦ καλλιτεχνικοὺ κύκλου πού συγκέντρωσε γύρω του ὁ Ἀρχέλαος τῆς Μακεδονίας. Στὴν ἴδια κατηγορία ἀνήκει καὶ ἡ πληροφορία ὅτι στον Θουκυδίδη ἀποδινόταν τὸ ἐπίγραμμα τοῦ τάφου τοῦ Εὐριπίδη (Ἀνθ. Παλ. 7,45). Ὁπωσδήποτε αὐτὰ πού ἀναφέραμε δὲν φτάνουν γιὰ νὰ βεβαιώσουν προσωπικὲς σχέσεις τοῦ Θουκυδίδη μὲ αὐτὸν τὸν κύκλο· μάλιστα ἡ πληροφορία τοῦ Πραξιφάνη, ὅτι ὁ Θουκυδίδης στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀρχέλαου δὲν εἶχε ἀκόμα τίποτε ἀπὸ τὴν κατοπινὴ τοῦ φήμη, ὁδηγεῖ ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση.

Τὴν πιὸ σημαντικὴ πληροφορία γιὰ τὸν χρόνο τῆς ἐξορίας του τὴν βρίσκουμε πάλι στὸ ἴδιο τὸ ἔργο. Στὸ δεύτερο, ὅπως τὸ λέν, προοίμιο (5, 26) ὁ Θουκυδίδης λέει ὅτι ἡ περιπέτειά του ὠφέλησε τὴν ἐργασία του, γιατὶ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ συνδεθῆ καὶ μὲ τὶς δυὸ παρατάξεις καὶ μάλιστα καὶ μὲ τοὺς Πελοποννήσιους. Ἔτσι εἶναι πιθανὸ ὅτι σ’ αὐτὰ τὰ εἴκοσι χρόνια ταξίδεψε περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἐμεῖς μποροῦμε ἀκόμα νὰ τὸ διαπιστώσουμε.

Ὁ Θουκυδίδης (2, 100) μίλησε γιά τις στρατιωτικὲς μεταρρυθμίσεις τοῦ βασιλιὰ τῶν Μακεδόνων Ἀρχέλαου μὲ φανερὴν ἐπιδοκιμασία, καὶ τὸν εἶδε ἀπὸ μίαν ἅλλη πλευρὰ ἀπὸ ὅ,τι ὁ Πλάτωνας, πού στὸν Γοργία του (471a) τὸν παρουσιάζει σὰν ἔναν ἀδίστακτον ἀνθρωπο τῆς βίας. Τὸ χωρίο δὲν ἀφήνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Θουκυδίδης διηγεῖται τὰ ἐπιτεύγματα ἑνὸς δυνάστη πού ζεῖ ἀκόμα. Ἔτσι ἀποκτοῦμε τὸ μοναδικὸ μας καὶ παρὰ πολὺ φτωχικὸ στήριγμα γιὰ τὴν χρονολογία τοῦ θανάτου τοῦ Ἱστορικοῦ, πού ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῆ μετὰ τὸ 399, τὴν χρονιά πού πέθανε ὁ Ἀρχέλαος. Ἂν ἡ ὑποθεση αὐτή ἀποδειχθῇ σωστή, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπίσης ὅτι ὕστερα ἀπὸ τὸ χρονικὸ αὐτό σημεῖο ὁ Θουκυδίδης ἔγραφε ἀκόμα τὸ ἔργο του.

Ὅτι ὁ Θουκυδίδης ξαναγύρισε στὴν Ἀθήνα ὑστέρα ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τοῦ 404, δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλουμε, σύμφωνα μὲ τὴν διατύπωσή του (5, 26), ὅτι ὑποχρεώθηκε ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τῆς Ἀμφίπολης νὰ φύγη ἀπὸ τὴν πατρίδα του εἴκοσι χρόνια. Ὁ Παυσανίας (1,23,9) μιλᾶ γιὰ ἕνα ψήφισμα τοῦ Οἰνό-βιου γιὰ τὴν ἀνάκληση τοῦ Θουκυδίδη, πού ἐγκρίθηκε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου. Τὸ ψήφισμα αὐτό εἶναι νοητὸ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν εἰρήνη τοῦ 404, πού ἔδωσε γενικὴ ἀμνηστία, καὶ ἂν μάλιστα δεχτοῦμε ὅτι ὁ Θουκυδίδης στὴν ἀρχή δὲν εἶχε ἐμπιστοσύνη στὴν εἰρήνη. Μὲ τὴν ἐπιστροφὴ του στὴν Ἀθήνα συμβαδίζει καὶ ἡ πληροφορία γιὰ τὸν τάφο του, πού εἶχε ἐπιγραφὴ μὲ τὸ ὄνομὰ του καὶ βρισκόταν μαζὶ μὲ τὰ Κιμώνεια μνήματα κοντὰ στὴν Μελιτικὴ πύλη. Ἀπὸ τὸν Μαρκελλίνο μαθαίνουμε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τάφο, πού ὑπῆρχε ἀναμφισβήτητα, συνδέονταν ζωηρὲς ἀντιγνωμίες. Ἐπίμονα δηλαδὴ ἐπικράτησε ἡ ἐκδοχὴ ὅτι ὁ Θουκυδίδης πέθανε στὴν Θρᾴκη, καὶ γι’ αὐτό οἱ μὲν ἤθελαν νὰ πιστεύουν ὅτι ὁ τάφος στὴν Ἀθήνα ἦταν κενοτάφιο, ἐνῶ ἄλλοι μυθολογοῦσαν ὅτι τὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν πατρίδα καὶ θάφτηκε κρυφά. Ὁ Δίδυμος ἐπέμενε ὅτι ὁ Θουκυδίδης πέθανε στὴν Ἀθήνα καὶ θάφτηκε ἐκεῖ[4]. Δὲν μποροῦμε ἔδω νὰ ἀποφασίσουμε μὲ βεβαιότητα, εἶναι ὅμως πολὺ πιθανὸ ὅτι ὁ Θουκυδίδης ὕστερα ἀπὸ μίαν ἐπίσκεψη στὴν Ἀθήνα ξαναγύρισε στίς βόρειες περιοχές, πού τοῦ εἴχαν γίνει δεύτερη πατρίδα. Στὴν περιπτωση αὐτὴν δικαιολογεῖται ἡ παραλλαγή γιὰ τὸ κενοτάφιο, πού δύσκολα θὰ τὴν παραμέριζε κανεὶς σὰν καθαρή ἐφεύρεση.

Μὲ διαφόρους τρόπους ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θουκυδίδης πέθανε δολοφονημένος στὴν Ἀθήνα ἡ τὴν Θράκη[5]. Βέβαια τὸ ἔργο τελειώνει ἀπότομα στὸ μέσο μιᾶς φράσης, πού μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἐξηγήση μὲ διαφόρους τρόπους καὶ κυρίως κάτι μᾶλλον μὲ κολόβωση τῶν καταλοίπων. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποθέση ὅτι ἡ ἱστορία γιὰ τὴν δολοφονία τοῦ ἱστοριογράφου ἦταν χρήσιμη γιὰ νὰ ἐξηγήση τὴν ἀπότομη διακοπὴ τῆς διήγησης. Πίσω ἀπὸ τὴν μπερδεμένη παράδοση, πού ὁ Μαρκελλίνος τὴν πολεμᾶ θεωρώντας την ἀδύνατη, ὅτι τὸ 8. βιβλίο τὸ ἔγραψε ἡ κόρη τοῦ Θουκυδίδη, μπορεῖ νὰ κρύβεται τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτή πρόσφερε ὑπηρεσίες γιὰ τὴν διαφύλαξη τῶν καταλοίπων. Τὸ νὰ ἐξορίζουμε αὐτὴν τὴν παράδοση στὴν περιοχὴ τοῦ μύθου, σημαίνει ὅτι σπρώχνουμε πολὺ μακριὰ τὸν σκεπτικισμό.

Δὲν ἔχουμε γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θουκυδίδη κανέναν αὐθεντικό τίτλο ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ ἡ διαίρεση του σὲ ὀχτώ βιβλία δὲν ὀφείλεται στον συγγραφέα. Ἀντίθετα ξέρουμε διάφορες ἄλλες ἀπόπειρες διαίρεσης, ἀπέναντι στίς ὁποῖες ἐπικράτησε τελικὰ αὐτὴ πού ἔχουμε.

Πρὶν ἐξετάσουμε τὰ προβλήματα τῆς γένεσης καὶ τὴν ἐσωτερικὴ μορφὴ τοῦ ἔργου τοῦ Θουκυδίδη, εἶναι ἀναγκαία μιὰ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς κατανομῆς τοῦ ὑλικοῦ.

Ὁ Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεας (Πρὸς Πομπ. σ. 234 U.-R.) κατηγόρησε δασκαλίστικα τὸν Θουκυδίδη ὅτι, ἀντὶ νὰ διηγηθῆ τὰ πράγματα μὲ τάξη σύμφωνα μὲ τὴν σειρὰ τούς, ἄλλαξε μὲ φανερὴν αὐθαιρεσία τὴν συνέχεια τῶν γεγονότων στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου του. Στὴν πραγματικότητα αὐτό ἀκριβῶς τὸ μέρος μᾶς δείχνει πόσο γιὰ τὸν Θουκυδίδη τὸ καθῆκον τοῦ ἐρευνητῇ εἶναι πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τοῦ παρουσιαστή.

Οἱ πρῶτες φράσεις περιλαμβάνουν τὴν διαπίστωση ὅτι ὁ πόλεμος ἀνάμεσα στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Σπάρτη συγκλόνισε τὸν ἑλληνικὸ κόσμο καί, πέρα ἀπὸ αὐτόν, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀνθρωπότητας, σὲ βαθμὸν πού ξεπερνοῦσε παρὰ πολὺ ὅλα τὰ περασμένα. Ὁ Θουκυδίδης ὅμως δὲν τὸ προβάλλει αὐτό σὰν ἔναν ἐντύπῳσιακὸν ἰσχυρισμό, ἀλλὰ προσθέτει ἀμέσως τὴν ἀπόδειξη ἀπὸ τὴν ἱστορία. Εἶναι τὰ κεφάλαια 2-19 τῆς «ἀρχαιολογίας»[6], ὅπως τὴν λέν. Ἐδῶ μιὰ συντομὴ ἔκθεση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀπό τίς πρωιμότατες ἀρχές ὡς τὴν ἐποχὴ του σκοπόν ἔχει νὰ ἀποδείξη τὴν ἐξαιρετικὴ σημασία τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου σὲ σύγκριση μὲ τὰ προηγούμενα ἐγχειρήματα. Σὰν σὲ μίαν οὐβερτούρα ἀκούονται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν «ἀρχαιολογία» διάφορα θέματα, πνευματικὰ καὶ πραγματολογικά, πού εἶναι ἀποφασιστικὰ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἔργο. Στὸ πρῶτο πλάνο βρίσκεται τὸ πρόβλημα τῆς δημιουργίας τῆς δύναμης, ὅπου μὲ τὸν ὅρο δύναμη νοεῖται πέρα πέρα ἡ πολεμικὴ ἱκανότητα. Ό Hermann Strasburger[7] ἔστρεψε τὴν προσοχὴ μας στὸ πῶς ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πολιτικοΰ καὶ στρατιωτικοῦ παράγοντα, πού κυριαρχοῦσε πολὺν καιρὸ στὴν νεότερη ἱστοριογραφία, πραγματικὰ εἰσάγεται ἀπὸ τὸν Θουκυδίδη. Στὴν «ἀρχαιολογία» προβάλλει ἤδη καὶ ἡ βασικὴ σκέψη τοῦ ἔργου, ὅτι δύναμη στον αἰγαιακό χῶρο σημαίνει προπάντων τὴν θαλασσινὴ δύναμη. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Θουκυδίδης προτάσσει τὴν δημιουργία ἑνὸς θαλασσινοΰ κράτους ἀπὸ τὸν Μίνωα, ζωγραφίζοντας συγχρόνως μίαν εἰκόνα, πού τὸ ἱστορικὸ της περιεχόμενο εἴμαστε σὲ θέση νὰ τὸ ἀποτιμήσουμε σωστὰ μόνο ὕστερα ἀπὸ τὶς μεγάλες κρητικὲς ἀνασκαφὲς γύρω ἀπὸ τὴν στροφὴ τοῦ αἰώνα μας. Τὸ θαλασσινὸ θέμα ἑξακολουθεῖ νὰ μένη καὶ παραπέρα στὸ προσκήνιο τῆς ἔκθεσης, ἡ ὁποία φτάνει ὡς τοὺς Περσικοὺς πολέμους, καὶ διαφωτίζει ἐπίσης σύντομα τὴν ἀποχωριστικὴ τάση τῆς σπαρτιατικῆς καὶ ἀθηναϊκης πολιτικῆς ὕστερα ἀπὸ τὸν κοινὸν ἀγῶνα.

Ὅταν ὁ Θουκυδίδης ἀρχίζει τὴν «ἀρχαιολογία» περιγράφοντας πολὺ πρωτόγονες συνθῆκες ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες λείπουν ἀκόμα οἱ μόνιμες κατοικίες, γιὰ νὰ ζωγραφίση ὕστερα, μὲ τὴν καταστολὴ τῆς πειρατείας καὶ τὴν διαμόρφωση μεγάλων κέντρων δύναμης, τὴν ἀνάπτυξη μεγαλύτερης ἀσφαλείας καὶ τάξης, παραδέχεται ἔτσι τὴν ἀντίληψη ὅτι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι σταθερὴ πρόοδος ἀπὸ μίαν ἀρχικὴ πρωτόγονη κατάσταση πού, σὰν ἀντεικόνα τῆς μυθικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἡσιόδου γιά τίς ἠλικίες τῆς παρακμῆς τοῦ κόσμου, τὴν εἴδαμε νὰ ἐκπροσωπῆται στον κύκλο τῆς σοφιστικῆς ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Πρωταγόρα· Ἡ πρόοδος αὐτή περιγράφεται στὸ ἔργο τοῦ ἱστορικοῦ προπάντων σὰν δημιουργία δύναμης καὶ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἠθικό διακριτικό.

Μὲ ἐπιστημονικὴ στάση ὁ Θουκυδίδης προσπαθεῖ νὰ δώση στίς διηγήσεις του τέλεια βεβαιότητα (τὸ σαφές). Αὐτή ἑξασφαλίζεται ἰκανοποιητικὰ μὲ αὐτό-ψία τῶν συγχρόνων γεγονότων ἤ μὲ τὴν μαρτυρία ἐκείνων πού εἴχαν πάρει μέρος οἱ ἴδιοι σ’ αὐτά. Αὐτό εἶναι πιὸ δυσκολο στὴν ἔκθεση τοῦ παρελθόντος, κι ἐδῶ ὅμως στόχος του μένει ἡ πειστικὴ ἀπόδειξη (τεκμήριον). Βαρυσήμαντα ἡ λέξη πλαισιώνει στὸ κεφ. 1 καὶ 21 τὴν «ἀρχαιολογία». Ἀποδείξεις ὅμως σὰν κι αὐτές πού προσφέρουν τὰ ἔγγραφα, ὑπάρχουν μόνο σὲ εὐνοϊκὲς περιπτώσεις. Ἀλλιῶς πρέπει ὁ στόχος νὰ ἀναζητηθῆ πιὸ βαθιὰ καὶ νὰ ἀποβλέψουμε πρὸς τὸ εὔλογο ἀντὶ πρὸς τὸ βέβαιο. Τὸ εὔλογο (εἰκὸς) ὅμως πετυχαίνεται μὲ μίαν ἐμπειρία (εἰκάζειν), πού ἡ σοφιστικὴ διδασκαλία σὲ στενὸν συνδεσμο μὲ τὴν δικαστηριακὴ πράξη τὴν εἶχε ἀνεβάσει σὲ σημαντικὴν ἀκμή. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ φαντασθοῦμε τὸν Θουκυδίδη χωρὶς τὸ πνευματικὸ κλίμα τῆς σοφιστικῆς, κι αὐτό θὰ γίνη ἀκόμα μὲ πολλοὺς τρόπους φανερὸ στὴν πορεία τῆς ἔκθεσής μας. Μολαταῦτα πρέπει ἀμέσως νὰ διατυπώσουμε μίαν σημαντικὴ ἐπιφύλαξη· ὁ σοφιστικὸς ῥήτορας ζητᾶ νὰ ξυπνήση ἐκείνην τὴν ἐντύπωση τῆς πιθανοφάνειας, πού εἶναι ἐπιθυμητὴ γιὰ τοὺς σκοποὺς του· ὁ Θουκυδίδης ἀπεναντίας ζητᾶ μὲ τὴν μέθοδο τοῦ εἰκάζειν νὰ φτάση τόσο κοντὰ στὴν ἀλήθεια, ὅσο τοῦ εἶναι δυνατό. Ὑποδειγματικὴ γι’ αὐτό εἶναι ἡ πραγμάτευση τοῦ Τρωικοῦ πολέμου. Χωρὶς νὰ παίρνη ἀσυζήτητα τὸν Ὁμηρο σὰν ἱστορικὴν πηγή, προσπαθεῖ μὲ τὸν ἀποκλεισμὸ ὅλων τῶν καθαρὰ μυθικῶν στοιχείων τῶν διηγήσεων νὰ κερδίση τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ ἱστορικῶν γνώσεων. Στὸ σημεῖο αὐτό κι ἐκεῖνος φτάνει σὲ μίαν ἐξίσου ἀβεβαιη περιοχή, ὅπως κι ἐμεῖς οἱ σημερινοί, καὶ ὁ προβληματισμὸς του εἶναι καὶ δικὸς μας.

Ἀκολουθοῦν τρία κεφάλαια (20-22) πού ἀποτελοΰν μίαν κλειστὴ ἑνότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐδῶ ἀκόμα μίαν φορὰ καθορίζεται ἡ σημασία τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου, τὰ συνδέει μὲ τὰ προηγούμενα· ὡστόσο τὴν ἰδιαίτερη τους ὄψη τὴν παίρνουν μὲ τὸ ξεκαθάρισμα τῶν μεθόδων μέ τίς ὁποῖες ὁ ἱστορικὸς ἐλπίζει να πετύχη τὸν σκοπὸ του, καὶ μὲ τὸν καθορισμὸ αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Τὸ τμῆμα αὐτό θὰ ἔχη μεγάλη σημασία γιὰ μᾶς ἀργότερα.

Τὸ κεφ. 23 ἀποτελεϊ μίαν ὁμαλή μεταβάση. Ἄλλην μιὰ φορὰ τονίζεται τὸ μέγεθος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος ἐξαίρεται ἐδῶ ἰδιαίτερα ἀπέναντι στοὺς Περσικούς, καὶ ὕστερα ὁ Θουκυδίδης μπαίνει στὴν ἔναρξη τῶν ἔχθροπραξιῶν. Ἐδῶ βρίσκεται ἐκεῖνος ὁ ἀξιομνημόνευτος διαχωρισμὸς τῶν ἐπιμέρους αἰτιῶν, πού ὁδήγησαν στὴν διακοπὴ τῆς τριαντάχρονης εἰρήνης τοῦ 446 /5, ἀπὸ τὴν καθαυτὸ ἀρχικὴ αἰτία πού βρίσκεται πολὺ βαθιὰ μέσα στὴν φύση τῶν πραγμάτων (ἀληθεστάτη πρόφασις), πού ἔσυρε τὴν Σπάρτη στόν πόλεμο μὲ τὴν ἀναγκαιὸτητα ἑνὸς φυσικοΰ φαινομένου, ἐνάντιον τῆς δύναμης τῶν Ἀθηνῶν πού αὐξανόταν ἀπειλητικά[8].

Συνεχίζοντας δίνει πρῶτα μίαν ἔκθεση τῶν αἰτίων καὶ διαγράφει τὴν γραμμὴ ὡς τὸ τέλος τοῦ πολέμου (24-87). Τὴν πρώτη σύγκρουση τὴν προκαλοῦν οἱ φιλονεικίες ἀνάμεσα στὴν Κόρινθο καὶ τὴν Κέρκυρα, ὕστερα ἀκολουθοῦν οἱ ἐχθροπραξίες ἀνάμεσα στὴν Κόρινθο καὶ τὴν Ἀθήνα, πού αὐτές ἀφοροῦσαν τὴν Ποτίδαια. Συγκαλεῖται μιὰ συνέλευση, στὴν ὁποία οἱ Πελοποννήσιοι σύμμαχοι παραπονιοῦνται στὴν Σπαρτή, πού εἶναι ἡ ἠγετική τους δύναμη, ἐναντίον τῆς Ἀθήνας. Σὲ διαστάσεις πού δέν τις ἐπανάλαβε πιὰ ἔτσι, ὁ Θουκυδίδης ἔδωσε ἐδῶ μὲ τέσσερις λόγους, πού συγκροτοῦνται σὲ δυὸ μεγάλες ἀντιθέσεις, μίαν ἀνάλυση τῶν  κινητηρίων δυνάμεων καὶ τῶν δυναμικοπολιτικῶν προϋποθέσεων τοῦ μεγάλου ἀγῶνα. Μιλοΰν μπροστὰ στὴν συνέλευση τῶν συμμάχων ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Κορίνθου κι ἐναντίον του ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἀπεσταλμένους, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὴν Σπαρτὴ γιὰ ἄλλην ὑποθεση· μιλοΰν ὕστερα στὴν συνέλευση τῶν Λακεδαιμονίων ὁ βασιλιὰς Ἀρχίδαμος, πού ζυγίζει προσεκτικὰ τὰ μέσα τῆς ἀθηναϊκῆς δύναμης, καὶ ἐναντίον του ὁ ἔφορος Σθενελαΐδας σὰν φανατικὸς πολεμόχαρος.

Ξανὰ τὸ κεφ. 88 χρησιμεύει σὰν μιὰ ὁμαλή μεταβάση. Οἱ Σπαρτιάτες ἀπὸ-φάσισαν τὸν πόλεμο, δὲν πήραν ὅμως τὴν ἀποφάση αὐτὴν τόσο πολὺ γιὰ χάρη τῶν συμμάχων τους ὅσο γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀπειλητικὴ ἄνοδο τῆς ἀθηναϊκῆς δύναμης, ὥσπου ἦταν ἀκόμα καιρός. Ἔτσι, ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ μὲ τὴν μορφὴ τῆς κυκλικῆς συνθεσης ξαναγυρνᾶ στίς πραγματικὲς αἰτίες πού τις εἶχε ἤδη ἀναφέρει στὸ κεφ. 23, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προπαρασκευάζει τὴν ἀκόλουθη περιγραφὴ τῆς Πεντηκονταετίας.

Ὅτι αὐτὴ ἡ ἔκθεση (89-118)[9]Χ τῶν πέντε σχεδὸν δεκαετιῶν ἀνάμεσα στὴν νίκη ἐναντίον τῶν Περσῶν καὶ τὴν ἔκρηξη τοῦ ἑλληνικοῦ πολέμου διασπᾶ τὴν πορεία τῆς ἀφήγησης, τὸ διαπιστώνει ὁ ἴδιος ὁ Θουκυδίδης (97: ἐκβολή τοῦ λόγου). Τὴν παρέκβαση τὴν δικαιολογεῖ μὲ δυὸ τρόπους. Ὁ ἔνας εἶναι ὅτι αὐτό τὸ τμῆμα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας γενικὰ μὲν ἦταν παραμελημένο, τὸ πραγματεύθηκε ὅμως ὁ Ἑλλάνικος χωρὶς ἀκρίβεια στὴν Ἀτθίδα του, καὶ ὁ δεύτερος – καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀποφασιστικὸς λόγος – ὴ δυνατότητα νὰ ἀναπτύξη ἔτσι τὴν γένεση τῆς ἀθηναϊκῆς δύναμης.

Τὸ τελικὸ μέρος τοῦ πρώτου βιβλίου (119-146) τὸ φυλάγει γιά τίς τελευταῖες διαπραγματεύσεις πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὅπου πάλι δυὸ δημηγορίες μὲ δυνατὴν ἀντίθεση ἀποτελοῦν τὸ κέντρο τοῦ βάρους. Ὁ Κορίνθιος ρήτορας, μέ τις ἐξηγήσεις του γιὰ τὴν ἀνάγκη τοῦ πολέμου καὶ τὶς εὐνοϊκες προοπτικὲς του ὁδηγεῖ τὴν συνέλευση τῶν συμμάχων στὴν ἀπόφαση νὰ ἀναλάβουν τὸν πόλεμο στὸ πλευρὸ τῆς Σπάρτης, ἐνῶ ὁ Περικλής στόν πρῶτο ἀπὸ τοὺς τρεῖς λόγους του[10] ζυγίζει τις προοπτικὲς ἀπὸ τὴν ἀθηναϊκη πλευρὰ καὶ ἀναπτύσσει τὰ βασικὰ γνωρίσματα ἐκείνου τοῦ πολεμικοΰ σχεδίου, μὲ τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν πεποίθηση τοῦ Θουκυδίδη, ἦταν ἀδιάσπαστα δεμένη ἡ ἐπιτυχία: τέλεια ἐκμετάλλευση τῆς ὑπεροχῆς στὴν θάλασσα, στὴν ξηρὰ ὅμως καθαρή ἄμυνα, στηριγμένη στὴν ἰσχυρὴ ὀχύρωση τῆς Ἀθήνας.

Οἱ τελευταῖες διαπραγματεύσεις ἀνάμεσα στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Σπάρτη δίνουν τὴν εὐκαιρία στον Θουκυδίδη νὰ παρεμβάλη σ’ αὐτό τὸ τμῆμα διηγήσεις γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Παυσανία καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ. Καὶ τὶς δυὸ πολὺ δικαιολογημένα, γιατὶ οἱ ἄνδρες αὐτοὶ εἴχαν παίξει ἔναν διαφορετικὸ βέβαια, ὁπωσδήποτε ὅμως σημαντικὸν ρόλο στὴν προπαρασκευὴ τῆς ἀττικῆς ναυτικῆς συμμαχίας.

Μὲ τὸ δεύτερο βιβλίο τῆς διαίρεσης πού ἔχουμε, ἀρχίζει ἡ περιγραφὴ τῶν πολεμικῶν γεγονότων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτο ἦταν ἡ νυχτερινὴ ἐπιδρομὴ τῶν Θηβαίων ἐναντίον τῶν Πλαταιῶν τὴν ἀνοίξη τοῦ 431. Ἐδῶ ὁ Θουκυδίδης χρησιμοποιεῖ ὅλα τὰ τότε πιθανὰ μέσα χρονολόγησης, γιατὶ παραθέτει τὴν ἱέρεια τῆς Ἥρας τοῦ Ἄργους, τὸν ἔφορο τῆς Σπάρτης, καὶ τὸν Ἀθηναῖο ἐπώνυμον ἄρχοντα. Ἔτσι τὸ σημεῖο τοῦ ξεκινήματος εἶναι τόσο στερεὰ δεμένο, ὅσο αὐτό ἦταν δυνατὸ τότε. Ὡστόσο ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ὁ Θουκυδίδης ἀποφεύγει γενικὰ αὐτὰ τὰ χρονολογικὰ μέσα (πβλ. ὅμως 5, 25) καὶ ἐξιστορεῖ τὰ γεγονότα μὲ βάση τὴν διαίρεση τοῦ ἔτους σὲ καλοκαίρι καὶ χειμῶνα. Τοῦ φαινόταν τόσο σημαντικὸ νὰ κάμη μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο εὐκολοθεώρητη τὴν πορεία τοῦ μακροῦ πολέμου, ὥστε ἀνέχθηκε μερικὰ μειονεκτήματα αὐτῆς τῆς διαίρεσης τῆς ὕλης σύμφωνα μὲ τὸ ἔτος. Ἔτσι βρίσκεται σχεδὸν στὴν ἀνάγκη νὰ διαμοιράση τὴν μακροχρόνη πολιορκία τῶν Πλαταιῶν μέσα στίς διηγήσεις τριῶν χρόνων. Ἐνας λόγος ἀκόμα γιὰ τὸν ὁποῖο διατήρησε αὐτὴν τὴν διαίρεση ἦταν τὸ ὅτι στὸ τέλος κάθε τέτοιου κεφαλαίου ἔβαζε ἕνα στερεότυπο κλείσιμο, πού συχνὰ περιέχει τὸ ὄνομὰ του (καί… ἔτος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ τῷδε, ὅν Θουκυδίδης ξυνέγραψε). Αὐτὸν τὸν τρόπο ἀφηγησης σύμφωνα μὲ τὰ καλοκαιρία καὶ τοὺς χειμῶνες τὸν προτίμησε ὁ Θουκυδίδης (5, 20) ἀπὸ πρόθεση, ἀντὶ γιὰ μίαν διαίρεση σύμφωνα μὲ τὴν διάρκεια τῆς ἀρχῆς τῶν ἀρχόντων ἡ ἄλλων ὑπαλλήλων[11]. Σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς πιθανότητες αὐτό εἶναι πολεμικὴ ἐναντίον τοῦ Ἑλλάνικου, πού κατατάξε τὸ ἱστορικὸ τμῆμα τῆς Ἀτθίδας του σύμφωνα μὲ τοὺς ἄρχοντες.

Τὸ δεύτερο βιβλίο περιλαμβάνει τὰ τρία πρῶτα χρόνια τοῦ πολέμου, μέ τίς δυὸ ἐπιδρομὲς τῶν Λακεδαιμονίων στὴν Ἀττικὴ καὶ τὶς ἀμοιβαῖες ἀποπειρες νὰ χτυπηθοῦν οἱ σύμμαχοι καὶ τῶν δυὸ παρατάξεων. Πρὸς τὸ τέλος τῆς διήγησης τῶν γεγονότων τοῦ πρώτου χρόνου ὁ Θουκυδίδης τοποθετεῖ τὸν μεγαλοπρεπο ἐπιτάφιον λόγο τοῦ Περικλὴ γιὰ τοὺς νεκροὺς τοῦ πολέμου (35-46). Γιὰ τὸν Διονύσιο τὸν Ἁλικαρνασσέα, πού (Π. θουκ. 351 U.-R.) τὶς ἀπώλειες αὐτῆς τῆς χρονιᾶς τὶς θεωρεῖ πολὺ μικρὲς γιὰ νὰ μποροῦν νὰ δικαιολογήσουν τὸν ἐπιβλητικὸ λόγο, ὁ Θουκυδίδης κι ἐδῶ δὲν τὰ κατάφερε καλά. Ὁ ἴδιος παρατηρεῖ σωστὰ ὅτι γιὰ τὸν Θουκυδίδη εἶχε σημασία σὲ μίαν τέτοιαν εὐκαιρία νὰ δώση τὸν λόγο στον Περικλή, αὐτό ὅμως δὲν εἶναι ὅλο· ὁ Ἐπιτάφιος αὐτὸς λέγει λίγα γιὰ τοὺς νεκρούς, πολλὰ ὅμως γιὰ τὴν πόλη, γιὰ τὴν ὁποία πρόσφεραν τὴν ζωὴ τους. Ἡ δύναμη καὶ ὁ χαρακτῆρας τῆς Ἀθήνας εἴχαν διαφωτισθῆ ἀπὸ διάφορες πλευρὲς στίς δημηγορίες τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ πρώτου βιβλίου· σύντομα ὁ ἱστοριογράφος θὰ πρέπει νὰ διηγηθῆ τὶς πρῶτες σοβαρὲς ρωγμὲς στὴν αὐτοπεποίθηση καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς πόλης, παρεμβάλλει ὅμως σ’ αὐτὸν τὸν λόγο τὴν εἰκόνα τοῦ ἀθηναϊκοΰ πολιτεύματος ὅπως ἤθελε νὰ τὸ διαπλάση ὁ Περικλής καὶ ὅπως στεκόταν μπροστὰ στὰ ματία καὶ τοῦ ἴδιου, ἀκόμα περισσότερο σὰν ἰδανικὸς στόχος παρὰ σὰν συντελεσμένη πραγματικότητα. Ἐδῶ κάθε ἀπόπειρα νὰ θελήσουμε νὰ ξεχωρίσουμέ τίς σκέψεις τοῦ Περικλῆ ἀπὸ τὶς σκέψεις τοῦ Θουκυδίδη θὰ ἦταν ἀποτυχημένη.Στὴν δράση τοῦ πολιτικοῦ ἄνδρα, ὅπως τὴν εἶχε δῆ σὲ ἡλικία πού ἐπηρεάζεται εὔκολα, ἐκπληρωνόταν γι’ αὐτὸν τὸ ἰδεῶδες τῆς πολιτικῆς πράξης. Στίς δημηγορίες πού βάζει στὸ στόμα τοῦ Περικλῆ, καὶ ἰδιαίτερα στὸν Ἐπιτάφιο, διακηρύσσει αὐτὴν τὴν συμπτωση. Ὅπως κάθε μεγάλο καλλιτέχνημα, καὶ αὐτὴ ἡ δημηγορία ἐπενἐργεῖ πρὸς διαφορες πλευρές. Ἔρχεται σὲ ἰσχυρήν ἀντιθεση μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ σπαρτιατικοῦ χαρακτῆρα, ὅπως τὸν εἶχε δώσει ἀπὸ διαφορες ἀπόψεις στὸ πρῶτο βιβλίο, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως ἀποτελεῖ τὴν ὁλοκληρωμένη ἔκφραση ἐκείνης τῆς πνευματικῆς περιουσίας πού ἡ πόλη, καὶ πέρα ἀπὸ τὴν κατάρρευση, τὴν ἔσωσε γιὰ τοὺς αἰῶνες. Ἐδῶ, μέσα στὴν εἰκόνα τῆς ἀττικῆς κλασσικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου στὸν σύνδεσμο του μὲ τὸ σύνολο, στὴν ἔκθεση τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἀθήνας, πού ἤθελε νὰ εἶναι τὸ παιδευτικὸ κέντρο τῆς Ἑλλάδας, ὁ Θουκυδίδης μας ἀποζημιώνει πλουσιοπάροχα γιὰ τὴν αὐστηρὴ ἐπιφυλακτικότητα μὲ τὴν ὁποία ἀλλοῦ τὴν ἀξιολόγηση τοῦ Ὡραίου καὶ τοῦ Πνευματικοΰ τὴν κρατὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τοῦ παιχνιδιοΰ τῶν πολιτικῶν δυναμεων[12].

Σὲ ἀμέσην ἐπαφή, ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς πόλης, γεμάτης ἀπὸ μετρημὲνην ἐλευθερία καὶ ἐσωτερικὴν ἀξιοπρέπεια, ἀκολουθεΐ ἡ συγκινητικὴ περιγραφὴ τοῦ φοβεροΰ λοιμοῦ, πού τῆς ἔδωσε τὰ πρῶτα πλήγματα στὸν δεύτερο χρόνο τοῦ πολέμου. Ἀναφέραμε ἤδη ὅτι οἱ ἀπόπειρες γιὰ τὸν καθορισμὸ τῆς ἐπιδημίας παρὰ τὴν κλινικὴ ὀξύτητα τῆς περιγραφῆς ἔμειναν μάταιες. Συνέπεια τοῦ ἄμετρου πόνου ἦταν ἡ κατάρρευση τοῦ ἠθικοῦ, πού ὁ Περικλής προσπάθησε νὰ τὸ ἐνισχύση μ’ ἐκεϊνον τὸν λόγο πού εἶναι ὁ τρίτος καὶ τελευταῖος του (60-64) στὸ ἔργο τοῦ Θουκυδίδη. Εἶναι μιὰ ἀνανέωση τῆς ἐξαγγελίας τοῦ πολεμικοῦ προγράμματος τοῦ Περικλῆ, τὸ ὁποῖο εἶχε οἰκοδομηθῆ ἐπάνω στὴν θαλασσινὴ ὑπεροπλία καὶ πού ἡ ὀρθότητα του ἦταν γιὰ τὸν Θουκυδίδη ἀναμφισβητήτη.

Ἀμέσως ὕστερα ἀπὸ τὸν λόγο ἀκολουθεῖ ἕνα μεγάλο κεφάλαιο, πού στὸ σύνολο τοῦ ἔργου κατέχει μίαν ἰδιαίτερη θέση. Ἐδῶ ὁ Θουκυδίδης τιμᾶ τὸν ἄνδρα, πού ἦταν γι’ αὐτὸν πολιτικὸ πρότυπο, γιὰ τὴν καθαρή του προβλεπτικότητα, τὴν προσωπικὴ του ἐντιμότητα καὶ τὴν ὑπεροχὴ του ἐπάνω στὰ πλήθη, πού ἤξερε νὰ τὰ ὁδηγῆ πρὸς τὶς ἀπόψεις του. Τιμᾶ ὅμως καὶ τὴν σταθερότητα τοῦ ἔργου του, πού ἐπιβεβαιώθηκε ἀκριβῶς στίς κατοπινὲς καταστροφές, πού ὀφείλονταν σὲ ἄλλους. Οὔτε κὰν ἡ σικελικὴ ἐπιχειρήση, ἔτσι νομίζει ὁ Θουκυδίδης, θὰ μποροῦσε νὰ νικήση τὶς δυνάμεις τῆς Ἀθήνας. Γιὰ τὴν ἀποτυχία της ἔφταιγαν οἱ ἠγέτες πού ἦταν ἀνίκανοι νὰ διοικήσουν τὴν κληρονομιά τοῦ Περικλῆ. Γιατὶ ὁ Θουκυδίδης ἐξυψώνει ἀκόμα τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὁποῖο τιμᾶ, καὶ μὲ τὸ ὅτι ἀντιθέτει στὴν «τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχήν) τὴν ἀνεπάρκεια ἐκείνων πού, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσουν τὴν πολιτικὴ του, κατάντησαν νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν εὔνοια καὶ τὴν θέληση τοῦ λαοῦ. Ἔτσι αὐτό τὸ κεφάλαιο ὑποδείχνει μὲ πλατιὰν ἐπισκόπηση τὴν μελλοντικὴ ἐξέλιξη καὶ εἰσάγει τὴν δεύτερη στημονικὴ πολιτικὴν ἰδέα τοῦ ἔργου: ὅπως ἡ ἀναπτυξη τῆς ἀθηναϊκῆς δύναμης δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν φύση τῆς Ἀθήνας καὶ τίς περιστάσεις, μὲ ἀναπότρεπτην ἀναγκαιότητα, ἔτσι ὑπῆρχαν στὸ ἐσωτερικό τῆς δημοκρατίας ἐπικίνδυνα σημεῖα, πού ἀναγκαστικὰ ἔγιναν κρίσιμα καὶ τὴν καταστρέψαν, ὅταν ἀπὸ τὸ πηδάλιο τοῦ σκάφους τῆς πολιτείας ἔλειψε ἡ ἀνώτερη προσωπικότητα.

Στὴν περιγραφὴ τοῦ τρίτου ἔτους τοῦ πολέμου οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐμφανίζονται σὰν ἀρχάριοι στὸν θαλασσινὸ ἀγῶνα, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ οἱ Ἀθηναῖοι μὲ τὴν συμμαχία τους μὲ τὸν βασιλιὰ τῶν Θρακῶν Σιτάλκη προσπαθοῦν νὰ πάρουν μὲ τὸ μέρος τους μίαν μεγάλη στεριανὴ δύναμη. Μαζὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια ὁ Θουκυδίδης δίνει μίαν περιγραφὴ τοῦ κράτους τῶν Ὄδρυςῶν (97) καὶ τῆς μακεδονικῆς βασιλείας τοῦ Περδίκκα (99). Ἡ παραβολὴ αὐτῶν τῶν περιγραφῶν, οἱ ὁποῖες στοχεύουν μόνο τὰ μέσα τῆς δύναμης, μὲ τὰ ἐθνογραφικὰ κεφάλαια τοῦ Ἡροδότου, πού εὐχαριστιοῦνται μὲ τὴν λεπτομέρεια καὶ τὸ ἀνέκδοτο, εἶναι διαφωτιστική.

Τὸ τρίτο βιβλίο περιλαμβάνει πάλι τρία χρόνια πολέμου, φτάνει δηλ. ἀπὸ τὸ τέταρτο ὡς τὸ ἔκτο. Στὴν ἔκθεση τῶν δυὸ πρώτων ἀπὸ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ Θουκυδίδης ἔδωσε ἔντονην ἔμφαση σ’ ἐκεϊνα τὰ ἐπιμέρους γεγονότα, πού σ’ αὐτὰ τὸ ἄμετρο πάθος καὶ ἡ ὅλο καὶ μεγαλύτερη σκληρότητα ἐκδηλώθηκαν τρομακτικά. Γιὰ χάρη αὐτῆς τῆς κατανομῆς τοῦ κέντρου τοῦ βάρους οἱ δυὸ ἐπιδρομὲς τῶν Λακεδαιμονίων στὴν Ἀττικὴ ἐξιστοροῦνται μὲ λιτὸ ὕφος χρονικοΰ (1.26). Πλατιὰ διηγεῖται ὁ Θουκυδίδης τὴν ἀποστασία καὶ τὴν τιμωρία τῆς Μυτιλήνης (2.50), καὶ ξανὰ παρέμβλητες δημηγορίες χρησιμεύουν γιὰ τὴν διαφώτιση τῶν κινητηρίων δυνάμεων καὶ σημαντικῶν ἐξελιξεων. Ὅταν ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Μυτιλήνης, ἡ ὁποία ἔχει ἀποφασίσει νὰ ἀποστατήση, στὴν Ὀλυμπία ὑποβάλλει στοὺς Πελοποννήσιους τὴν αἴτησή του γιὰ βοήθεια, γίνεται εὐδιάκριτη ἡ ἐσωτερικὴ προβληματικὴ τῆς ναυτικῆς συμμαχίας, μέσα στὴν ὁποία ἡ δυναμικὴ ὑπεροχὴ τῆς Ἀθήνας ὁδηγοῦσε μὲ ἀναγκαιότητα σὲ τυραννίδα.

Ὁ Περικλής μίλησε ἤδη στὸν τελευταῖο τοῦ λόγο (2,63) γι’ αὐτήν, «πού ἦταν ἴσως ἄδικο νὰ τὴν ἀποκτήση κανείς, ἐπικίνδυνο ὅμως νὰ τὴν ἀφήση». Τώρα ὅμως πού ὕστερα ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς πόλης (427) προκεῖται νὰ ἀποφασίσουν γιά.τοὺς Μυτιληναίους, δὲν εἶναι πιὰ ὁ Περικλῆς πού ἀγορεύει στοὺς Ἀθηναίους, ἀλλά ὁ Κλέωνας. Πέτυχε ἀπὸ τὴν λαϊκὴ συνέλευση νὰ ἐπικυρώση τὸ τερατῶδες ψήφισμα, νὰ σκοτώσουν ὅλους τοὺς ἐνηλικους ἀντρες, νὰ πουλήσουν δούλους τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, τὴν γῆ ὅμως νὰ τὴν μοιράσουν. Ἡ διαταγὴ εἶχε φύγει κιόλας γιὰ τὴν Μυτιλήνη, ὅταν ὁ λαὸς ταράχθηκε γιὰ τὴν ἀπόφαση πού πῆρε, καὶ σὲ μίαν δεύτερη συνέλευση τὴν ἄλλη μέρα ξαναφέρε τὸ ζήτημα γιὰ συζήτηση. Ἐδῶ ὁ Θουκυδίδης σ’ ἔναν δραματικὸ ἀγῶνα λόγων (37-40.42-48)[13] ἀντιτάσσει τὸν Κλέωνα, πού ὑποστηρίζει μὲ πάθος τὴν πρώτη του προταση, σ’ ἔναν Διόδοτο, ὁ ὁποῖος δείχνει τὸν παραλογισμὸ μιᾶς τέτοιας κτηνωδίας καὶ κατορθώνει νὰ ἐπικυρωθῆ μιὰ ἀπόφαση, πού τιμωρεῖ μόνο τοὺς ἐνόχους, αὐτοὺς βέβαια μὲ κάθε σκληρότητα. Ἕνα πλοῖο, πού τὸ στέλλουν βιαστικά, προφτάνει ἀκόμα νὰ παρεμποδίση τὴν ἐκτέλεση τῆς πρώτης ἀπόφασης. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὸν Θουκυδίδη καὶ γιὰ ὅ,τι γνήσια ἑλληνικὸ ὑπάρχει σ’ αὐτόν, ὅτι ὅλη ἡ συζήτηση πού ἔχει διεξαχθῆ μὲ τόσο πάθος, εἶναι συγχρόνως μιὰ γενικὴ ἐξέταση τοῦ πόσο ἀξίζουν τὰ ἐκφοβιστικά μέτρα τιμωρίας.

Τὴν εἰκόνα αὐτὴν τῆς ἀθηναϊκης κτηνωδίας τὴν ἀκολουθεΐ ἀμέσως τὸ σπαρτιατικὸ ἀντίβαρο, πού ὀνομάζεται Πλαταιὲς (52-68). Ὕστερα ἀπὸ τριετή πολιορκία ἡ πεινασμένη πόλη ἀναγκάζεται νὰ παραδοθῆ στὰ 427. Μὲ τὴν προεδρία τῶν Σπαρτιατῶν γίνεται μιὰ δίκη γιὰ τὴν τύχη της, ὅπου καὶ πάλι σ’ ἕνα ζευγάρι λόγων ἀντιπαραθέτονται ἡ ὑπεράσπιση τῶν Πλαταιέων καὶ ἡ κατηγορία τῶν Θηβαίων. Ἡ ἀποφάση εἶναι κι ἐδῶ φρικτή: διακόσιοι πολίτες τῆς ἄτυχης πόλης, πού στὸ ὄνομὰ της στηριζόταν ἡ λάμψη τοῦ ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας ἐναντίον τῶν Περςῶν, καταδικάσθηκαν σὲ θάνατον, οἱ γυναῖκες πῆγαν στὴν σκλαβιά, ἡ πόλη λίγο ἀργότέρα ἰσοπεδώθηκε.

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν δίκη τῶν Πλαταιῶν, στὸ μεσοκαλόκαιρο τοῦ 427, τελείωσε καὶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος στὴν Κέρκυρα (70-85). Γιὰ τρίτη φορὰ ἀνοίγεται μπροστὰ στὰ ματία μας μιὰ κόλαση πολιτικῶν παθῶν. Οἱ ὀλιγαρχικοὶ νικιοῦνται μὲ ἀθηναϊκή βοήθεια, καὶ ὁ δῆμος κολυμπὰ στὸ αἷμα. Ἐδῶ βρίσκονται ἐκεῖνα τὰ δυὸ κεφάλαια (3, 82 κέ.), στὰ ὁποῖα ἡ παθολογία τοῦ πολέμου ἀναπτύσσεται μὲ ἔναν τρόπο, πού μέσα σὲ ὅλο τὸ φρικτὸ γεγονὸς ἀποκαλύπτει μίαν μοιραία νομοτέλεια. Σὰν τὸν γιατρό, πού στὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου κάμνει τὴν διάγνωση ἀπὸ τὰ συμπτώματα πού παρατηρεῖ, ἔτσι καὶ ὁ Θουκυδίδης ἐδῶ δείχνει πῶς ὁ πόλεμος, ὁ μεγάλος ὑποκινητὴς τῶν παθῶν, ἀνεβάζει ἐντάσεις πού ὑπάρχουν στὸ ἐσωτερικὸ κάθε πολιτειακοῦ ὀργανισμού, σ’ ἔναν ἀγώνα ὅλων ἐνάντιον ὅλων. Συγκλονιστικὸ γνώρισμα τῆς ἐμπύρετης καταστάσης εἶναι τῶν ἀξίων πού ἰσχύουν τὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης ἡ ἀνατροπή, πού γιὰ τὸν ἄγρυπνο παρατηρητή ἐμφανίζεται τρομακτικὴ μὲ τὴν ἀλλαγμένη χρήση τῶν ἐννοιῶν ἐξυπνάδα, δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία. Ὅπως συμβαίνει μὲ τόσα ἀπὸ τὰ τονισμένα μέρη στὸ ἔργο τοῦ Θουκυδίδη, ἔτσι κι αὐτό εἶχε διπλὴν ἀναφορά: σὰν ἕνα κοῖλο κάτοπτρο συγκεντρώνει τις ἐντυπώσεις πού πήραμε ἀπὸ τὶς προηγούμενες διηγήσεις, καὶ προϊδεάζει συγχρόνως γιὰ τὰ κατοπινὰ μέρη τοῦ ἔργου, στὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ καταπτωση ὁδηγεῖ στην καταστροφὴ ἀκόμα καὶ τὸ μεγάλο ἔργο τοῦ Περικλῆ.

Ἀπέναντι στὴν συνοχὴ τοῦ μεγαλύτερου μέρους αὔτοῦ τοῦ βιβλίου τὸ τελευταῖο τμῆμα καταλήγει σὲ μίαν διαλυμένη ἔκθεση διαφορῶν ἐπιμέρους δράσεων. Ἀνάμεσα σ’ αὐτες ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ ἀποστολὴ ἑνὸς μικροϋ στόλου, πού τὸ φθινόπωρο τοῦ 427 ἔκαμνε πανιὰ γιὰ την Σικελία, γιὰ νὰ ὑποστηρίξη ἐκεῖ τίς ἰωνικο-χαλκιδικὲς πόλεις ἐναντίον τῆς δωρικῆς συμμαχίας πού συγκροτήθηκε γύρω ἀπὸ τὶς Συρακούσες[14].

Πάλι τρία χρόνια πολέμου, τὸ ἔβδομο, ὄγδοο, καὶ ἔνατο, περιλαμβάνει τὸ τέταρτο βιβλίο. Ἂν ὁ Θουκυδίδης στὸ τέλος τοῦ προηγούμενου βιβλίου ἦταν ὑπὸ-χρεωμένος νὰ παρακολουθήση διάφορες ἐπιμέρους ἐπιχειρήσεις, τώρα τοῦ παρουσιάζεται ἡ δυνατότητα νὰ συγκεντρώση τὴν ἔκθεσή του σὲ μίαν ἑστία τοῦ πολέμου. Ὁ στρατηγὸς Δημοσθένης, μὲ σωστὸ μάτι γιά τις δυνατότητες πού προσφέρονταν ἐκεῖ, κυρίευσε τὴν Πύλο, στὴν δυτικὴ ἀκτὴ τῆς Πελοποννήσου. Ἕνα σημαντικὸ τμῆμα ἀπὸ τὸ ἐπιλεκτο σπαρτιατικὸ σῶμα ἀποκόπηκε στὸ ἀπέναντι νησί, τὴν Σφακτηρία. Ἡ ἔνταση τῆς περιγραφῆς σ’ αὐτό τὸ μέρος (2-41) ἐπιτρέπει νὰ καταλάβουμε πόσο καλὰ ἔνιωθε ὁ Θουκυδίδης ὅτι ἐδῶ ἐκθέτει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ κρίσιμα σημεῖα τοῦ μακροχρονίου ἀγῶνα. Τὸ χτύπημα εἶναι βαρὺ γιὰ τὴν Σπάρτη, πού ἀποσύρει ἀμέσως τὰ στρατεύματα πού εἶχαν εἰσβάλει στὴν Ἀττική, κλείνει μίαν ἀνακωχὴ καὶ στέλλει πρεσβεία στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ προσφέρη εἰρήνη. Ὁ Κλέωνας ὅμως προκαλεῖ τὴν ἀποτυχία τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ σὲ μίαν λαϊκὴ συνέλευση, πού περιγράφεται ἀριστουργηματικά, ὑποχρεώνεται ἀπὸ τὸν Νικία νὰ ἀναλάβη τὴν διοίκηση στὴν Πύλο, ὅπου ἑξαναγκαζει σὲ συντομότατον χρόνο τοὺς ὁπλίτες τῆς Σπάρτης νὰ παραδοθοῦν.

Ἀνάμεσα στὰ γεγονότα τοῦ ἑπόμενου χρόνου (424) ὁ Θουκυδίδης ἀφήνει νὰ προβάλουν ἐκεῖνα πού δείχνουν μίαν στροφὴ στὴν τύχη τῆς Ἀθήνας. Βέβαια ἡ κατάληψη τῶν Κυθήρων ἦταν γιὰ τὴν Σπαρτὴ ἕνα αἰσθητὸ χτύπημα, τὰ πράγματα ὅμως στὴν Σικελία πήραν δυσάρεστην ἐξέλιξη γιὰ τοὺς Ἀθηναίους. Ἐκεῖ ὁ Ἑρμοκράτης στὸ συνέδριο τῆς Γέλας κατορθώνει νὰ ἑνάση τοὺς Ἕλληνες τῆς Σικελίας, κι ἔτσι ἡ ἐπεμβάση τῆς Ἀθήνας μένει χωρὶς στήριξη· τὰ ἀθηναϊκα πλοῖα ἀναγκάζονται νὰ γυρίσουν πίσω. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἑρμοκράτη εἶναι τόσο σπουδαία γιὰ τὸν Θουκυδίδη, ὥστε τοῦ χαρίζει μίαν δημηγορία (4, 59-64), κι ἐπειδὴ τὴν θεωρεῖ βασικὰ σωστή, τὴν ἀφήνει χωρὶς ἀπαντήση.

Ἀπὸ τὸ κεφ. 78 τοῦ τέταρτου βιβλίου ὡς τὸ 5,11, ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ διάφορα ἐπεισόδια τοῦ πολέμου διαγράφεται ἔντονα ἡ γραμμὴ τοῦ Βρασίδα. Στὴν σημασία τοῦ ἀνδρός, πού ὑπῆρξε σωτήρας τῆς Σπάρτης καὶ πού ὁ Θουκυδίδης στέκει ἀπέναντί του μὲ φανερὴν ἐκτίμηση, ἀνταποκρίνεται τὸ ὅτι τρεῖς φορὲς (4, 85-87· 126· 5, 9) παρουσιάζεται σὰν ἀγορητής. Στὴν διάρκεια τῶν μαχῶν πού διεξήγαγε στὸν χῶρο τῆς Χαλκιδικῆς ὕστερα ἀπὸ τὴν τολμηρὴ πορεία του πρὸς τὰ βόρεια, ἔγινε κι ἐκείνη ἡ ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Ἀμφίπολης, πού ἔπαιξε τόσο μοιραῖον ρόλο στὸν δρόμο τῆς ζωῆς τοῦ Θουκυδίδη. Μέσα στὸν πρῶτο χρόνο τῆς καινούργιας δραστηριότητας τῶν Λακεδαιμονίων, πού διεξαγόταν ἀπὸ τὸν Βρασίδα, πέφτει ἐπίσης ἡ βαριὰ ἤττα πού ὁ βοιωτικὸς στρατὸς προξένησε στοὺς Ἀθηναίους κοντὰ στὸ Δήλιο. Ἡ σημασία τοῦ γεγονότος ἐξαίρεται μὲ προσφωνήσεις τῶν δυὸ ἀρχηγῶν πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη (4, 92· 95).

Τὸ πέμπτο βιβλίο περιλαμβάνει ἕνα μεγαλύτερο χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὰ ἄλλα· φτάνει ἀπὸ τὸν 10. χρόνο ὡς τὸν χειμώνα τοῦ 16., λογαριάζοντας σὺμφωνα μὲ τὸν Θουκυδίδη τὰ χρόνια τῆς εἰρήνης τοῦ Νικία σὰν μέρος τοῦ μεγάλου πολέμου. Πρῶτα ἔχουμε τὴν ἔκβαση τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ Βρασίδα, πού βρίσκει τὸν θάνατο μπροστὰ στὴν Ἀμφίπολη ταυτόχρονα μὲ τὸν Κλέωνα. Κι ἀπὸ τὴν μιὰ πλευρὰ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη νικᾶ ἡ ἐπιθυμία γιὰ εἰρήνη, καὶ αὐτὴ συνάπτεται τὸ 421 γιὰ πενήντα χρόνια καὶ συμπληρώνεται μὲ μίαν ἀμυντικὴ συμμαχία ἀνάμεσα στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Σπάρτη.

Ὁ Θουκυδίδης ἀναγνωρίζει τὴν συνάψη αὐτῆς τῆς εἰρήνης σὰν σημαντικὸ γεγονός, γιατὶ τὸ χρονολογεῖ, ὅπως καὶ τὴν ἐνάρξη τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἐπισημὸ-τέρα, ἐδῶ μὲ τὸν ἔφορο καὶ τὸν ἄρχοντα, δείχνει ὅμως συγχρόνως ὅτι αὔτη ἡ εἰρήνη ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ πού γεννήθηκε ἔκρυβε μέσα της ἕνα πλῆθος ἀπὸ νέες συγκρούσεις. Ὁ Θουκυδίδης τις ἐπιμέρους φάσεις τοῦ μεγάλου ἀγώνα τίς εἶδε συνολικὰ σὰν ἔναν Πελοποννησιακὸ πόλεμο καὶ προχωρεῖ τώρα μὲ ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο (5, 26) νὰ ὑπερασπίση αὐτὴν τὴν ἄποψή του. Πολὺ δικαιολογημένα μίλησαν γιὰ ἕνα δεύτερο προοίμιο, πού εἰσάγει ὅλα τὰ ἑπόμενα. Ἐδῶ ὁ Θουκυδίδης κοιτάζει μπροστὰ ὡς τὸ σχεδιασμένο κλείσιμο τοῦ ἔργου του, πού θὰ ἔφτανε ὡς τὰ 404, καὶ δείχνει ὅτι τὰ χρόνια ἀνάμεσα στὴν εἰρήνη τοῦ Νικία καὶ στὸ καινούργιο ξέσπασμα τοῦ ἀνοιχτοῦ πολέμου, στὴν πραγματικότητα δὲν ἀποτελέσαν διακοπὴ τοῦ ἀγώνα ἀνάμεσα στίς δυὸ δυνάμεις. Προσπαθοῦσαν νὰ βλάψουν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον δπου μποροῦσαν, καὶ γι’ αὐτό πρέπει νὰ νοηθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἕξι χρόνια καὶ δέκα μῆνες σὰν τμῆμα τοῦ ἑνὸς μεγάλου εἰκοσιεφτάχρονου πολέμου. Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν τύχη καὶ τὴν ἐργασία τοῦ συγγραφέα, πού περιέχονται σ’ αὐτό τὸ κεφάλαιο, τὶς χρησιμοποιήσαμε στὸ βιογραφικὸ μέρος.

Τὸ κύριο μέρος τοῦ πέμπτου βιβλίου καταπιάνεται μὲ τὸ ὄχι πολὺ εὐχάριστο καθῆκον, νὰ παρουσιάση τὸν χρόνο αὐτῆς τῆς ἄστατης εἰρήνης μέ τις πολλὲς ἐπιμέρους πλάγιες ἐπιχειρήσεις της. Ἡ ἐκτέλεση ὑστερεῖ πολὺ ἀπὸ τὰ προηγούμενα βιβλία, δύσκολα φαίνονται καθαρὲς γραμμές, καὶ ἡ ἀνάλυση τῶν γεγονότων μὲ παρέμβλητες δημηγορίες ἀφήνεται. Δύσκολο εἶναι τὸ πρόβλημα ἂν αὐτὴ ἡ διαπίστωση μπορεῖ νὰ ἐξηγηθῆ ἰκανοποιητικὰ ἀπὸ τὴν φύση τῶν ἐξελιξεων πού περιγράφονται, ἀπὸ τὴν διάσπαση τους σὲ διαφορες ἐπιχειρήσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἠγετικῶν προσωπικοτήτων, ἤ μήπως ἡ ἐργασία τοῦ συγγραφέα ἔμεινε μισοτελειωμένη σ’ αὐτό τὸ τμῆμα. Τὸ ἴδιο πρόβλημα θὰ τὸ βροῦμε καὶ στὴν ἐξέταση τοῦ ὄγδοου βιβλίου.

Καθαρότερα προβάλλει σ’ αὐτὰ τὰ δυσεπισκόπητα κεφάλαια τουλάχιστο τὸ ξαναδυνάμωμα τῆς σπαρτιατικῆς δύναμης, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ μάχη κοντὰ στὴν Μαντινεία (418) ἦταν ἀποφασιστική.

Ἂν στὰ κεντρικὰ τμήματα τοῦ πέμπτου βιβλίου ἀρκετὰ μένουν σὰν σχεδιάσματα, ὅμως τὸ τελευταῖο του τμῆμα (84-116) μὲ τὴν τύχη τῆς Μήλου ἀνήκει στὰ πιὸ καλοδουλεμένα καί, ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ περιεχομένου, στὰ πιὸ σημαντικὰ μέρη ὁλόκληρου τοῦ ἔργου. Ὕστερα ἀπὸ μίαν σύντομη διήγηση γιὰ τὸ ἔκστρατευτικὸ σῶμα πού εἶχαν στείλει οἱ Ἀθηναῖοι στὰ 416 ἐναντίον τοῦ νησιοΰ, ἀρχίζει ἡ συζήτηση ἀνάμεσα στοὺς Ἀθηναίους ἀπεσταλμένους καὶ τοὺς συνέδρους τῶν Μηλίων, πού διεξάγεται ὅλη διαλογικά[15]. Ἡ μορφὴ αὐτή εἶναι μοναδικὴ στὸ ἱστορικὸ ἔργο καὶ πρέπει, ἀποφεύγοντας τὴν σύγκριση μὲ τοὺς σωκρατικοὺς διαλόγους, νὰ σκεφθοῦμε μᾶλλον μίαν ἀνάλογη μὲ τὸ νόημα ἀνύψωση καὶ συμπύκνωση τῶν ἀντιθετικῶν ζευγαρωτῶν δημηγοριῶν πού χρησιμοποιήθηκαν ἀλλοῦ.

Οἱ Μήλιοι, πού μέσα στὴν τραγικὴ θέση τοῦ μικροΰ οὐδετέρου θέλουν νὰ διατηρήσουν τὴν εἰρήνη τους, συναντοῦν μπροστὰ τους τὸν ἀθηναϊκό ἰμπεριαλισμό, πού δὲν ἀνέχεται μίαν τέτοια στάση ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς δύναμής του. Καὶ ἡ ἀπαίτηση πού στηρίζεται στὴν δύναμη, εἶναι ἐπίσης αὐτή πού κάμνει τοὺς Ἀθηναίους νὰ παραμερίζουν ἐκ τῶν προτέρων μὲ βάναυσην ἀδισταξία κάθε ἐπὶκληση δικαίου καὶ τιμῆς. Ἔτσι δὲν μένει στοὺς Μηλίους τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ συζητήσουν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν δικὴ τοὺς πλευρὰ τὴν κατάσταση μὲ καθαρά ὀρθολογιστικὰ ἐπιχειρήματα. Σ’ αὐτό τὸ πεδίο θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ ὑποκύψουν ὅταν ὅμως μιλοῦν γιὰ τὸ παρατέντωμα τῆς δύναμης, τὸ ὁποῖο προκαλεῖ ἀναγκαστικὰ τὶς ἀντιδυνάμεις ἐπάνω στις ὀποῖες αὐτή ὑποχρεωτικὰ θὰ τσακιστῆ, καὶ ἀφοῦ ἐνεργοῦν μὲ τὴν πιθανότητα σπαρτιατικῆς βοηθείας, τότε βέβαια ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ τοὺς σώσουν, ἀφήνουν ὅμως νὰ προβάλη ὁλόκληρος ὁ προβληματισμὸς τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτικῆς τῆς δύναμης. Ἀπὸ καιρὸν ἡ Ἀθήνα ἔχει ἀφήσει πίσω της τὴν σοφὴ συντηρητικότητα τοῦ πολεμικοῦ σχεδίου τοῦ Περικλῆ καὶ δὲν ξέρει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀχορταγιὰ γιὰ ὅλο καὶ καινούργια κέρδη. Τὸ πέμπτο βιβλίο τελειώνει μὲ τὴν περιγραφὴ τῶν ἀθηναϊκῶν ἀντίποινων ἐναντίον τοῦ νησιοῦ ὕστερα ἀπὸ τὴν πτώση του, πού ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς λιτότητας της εἶναι φρικιαστική: οἱ ἄντρες, ὅσοι πιάστηκαν, σκοτώθηκαν, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ πουλήθηκαν δοῦλοι. Σὲ ἄμεσην ἐπαφὴ ἀκολουθεῖ – χωρισμενη σήμερα ἀπὸ τὴν διαίρεση τῶν βιβλιων – ὴ διήγηση γιά τις προπαρασκευὲς μέ τις ὁποῖες καταπιάστηκε ἡ Ἀθήνα τὸν ἴδιο κιόλας χειμώνα γιὰ τὴν πιὸ μεγάλη ἔνταση τῆς δύναμής της, τὴν ἐπιχείρηση ἐναντίον τῆς Σικελίας. Ἔτσι, χωρὶς καμιὰν προσωπικὴ ἀνάμειξη τοῦ συγγραφέα ἀποκαλύπτονται συσχετίσεις οἱ ὁποῖες, μὲ μίαν νομοτέλεια πού βρίσκεται μέσα στὴν φύση τῶν πραγμάτων, συνδέουν μεταξὺ τους γεγονότα πού φαίνονται χωρισμένα.

Ὁ Θουκυδίδης κάμνει φανερὴ προσπάθεια νὰ ἑξασφαλίση στὸν διάλογο τῶν Μηλίων, παράλληλα πρὸς τὴν συνδεσὴ του μὲ τὰ ἐπίκαιρα γεγονότα, τὴν γενικὴ σημασία ἑνὸς κομματιοῦ φυσιολογίας καὶ παθολογίας τῆς δύναμης (ὅπως εἶναι ἄλλωστε στὸ βάθος καὶ ὁλόκληρο τὸ ἔργο του). Γι’ αὐτό οἱ ὁμιλητὲς καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς τοῦ διαλόγου μένουν ἀνώνυμοι. Ἀσφαλῶς ἡ ἄποψη, ὅτι ὑπῆρχαν προηγούμενες σχέσεις τοῦ νησιοΰ πρὸς τὴν ἀθηναϊκη συμμαχία, πού ὁ Θουκυδίδης τίς παράλειψε σκόπιμα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῆ[16].

Ἡ τρεχούμενη σὲ μᾶς διαίρεση τοῦ ἔργου τοῦ Θουκυδίδη σὲ βιβλία εἴναι, καθὼς εἴπαμε ἤδη, μεταγενέστερη, δὲν εἶναι ὅμως ἀδέξια. Προπάντων ἡ ἀρχή τοῦ ἕκτου καὶ τὸ τέλος τοῦ ἕβδομου βιβλίου ἀποτελοῦν σωστὰ διαλεγμένες τομές, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες βρίσκεται ἡ ἱστορία τῆς σικελικῆς ἐκστρατείας σὰν ἕνα δράμα μὲ μεγάλην ἔνταση καὶ αὐτοτέλεια. Ὁ Θουκυδίδης ἔχει κάμει τὴν εἰσαγωγὴ σ’ αὐτό τὸ μέρος τοῦ ἔργου του ἀνάλογη μὲ τὴν σημασία του. Μὲ τὴν ἀναγγελία τῆς δράσης (6, 1) καθορίζει ὅτι οἱ περισσότεροι Ἀθηναῖοι δὲν εἶχαν καμιὰν ἰδέα γιὰ τὸ μέγεθος τῆς Σικελίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν κατοίκων, καὶ στὴν ἀρχή τοῦ κεφαλαίου 6, πλαισιώνοντας τὴν διήγηση σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειά του, ἀνακεφαλαιώνει: τοσαῦτα ἔθνη Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων Σικελίαν ᾤκει! Στὸ ἐνδιαμεσο ὑπάρχει μιὰ ἱστορία τῆς κατοίκησης τῆς Σικελίας, πού μας γνωρίζει τοὺς κατοίκους καὶ τὶς πόλεις της καὶ μας προσφέρει ἔτσι ἐντυπωσιακήν εἰκόνα γιὰ τοὺς σκοποὺς τῆς ἀθηναϊκῆς ἐπιχείρησης.

Μὲ τὸ κεφάλαιο 8 περνοῦμε στὸν 17. χρόνο τοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 18. γεμίζει αὐτό τὸ βιβλίο. Τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπέμβαση τῶν Ἀθηναίων τὴν ἔδωσε αὐτὴν τὴν φορὰ ἡ αἴτηση τῆς Ἔγεστας γιὰ βοήθεια, πού πιεζόταν ἀπὸ τὸν Σελινούντα καὶ τοὺς συμμάχους του Συρακούσιους. Ἡ σικελικὴ τοπικὴ εἰρήνη, πού τὴν εἶχε ἀποκαταστήσει ὁ Ἑρμοκράτης, δὲν κράτησε πολύ. Ὁ Θουκυδίδης ξεχωρίζει καὶ ἐδῶ τὶς πραγματικὲς αἰτίες ἀπὸ τὶς ἀφορμές, κι ἐπαναλαμβάνοντας τὴν ἔκφραση πού χρησιμοποίησε στὸ 1, 23 (ἀληθεστάτη πρόφασις), ὀνομάζει πραγματικὴν αἰτία τὴν προθεση τῶν Ἀθηναίων νὰ ὑποτάξουν ὁλόκληρη τὴν Σικελία.

Στὴν σημασία τῆς ἐπιχειρήσης καὶ τὴν ἔκταση τῶν συνεπειῶν της ἀντιστοιχεῖ ἡ ἐπιμέλεια τῆς διήγησης, πού φαίνεται ἐπίσης ἀπὸ τὸ μέγεθος καὶ τὴν σύλληψη τῶν δημηγοριῶν. Οἱ Ἀθηναῖοι ἔχουν ἤδη ἀποφασίσει νὰ στείλουν ἑξήντα πλοῖα (6, 8), ὅταν ὁ Νικίας προσπαθεῖ λίγες μέρες ἀργότερα, σὲ μίαν συνέλευση πού στὴν πραγματικότητα ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίση μόνο γιά τίς ἀνάγκες τῆς ἐπιχείρησης, νὰ τοὺς κάμη νὰ ματαιώσουν τὴν ἐκστρατεια. Ὁ μεγάλος ἀγώνας λόγων ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ τὸν Ἀλκιβιάδη (6, 9-25) ἀναπτύσσει μὲ θουκυδίδειον τρόπο τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς ἐκστρατείας στὴν Σικελία, προσφέρει ὅμως συγχρόνως ἀνάγλυφα σχεδιασμένες τίς εἰκόνες τῶν δυὸ ἀνδρῶν, πού ἐπρόκειτο νὰ παίξουν ἀποφασιστικὸν ῥόλο στὰ γεγονότα πού θὰ ἀκολουθοῦσαν. Ὁ Ἀλκιβιάδης βέβαια εἶχε ἤδη πρωτύτερα ἐμφανισθῆ στὴν σκηνὴ (5, 43), μνημονεύεται ὅμως ἐκεῖ μὲ σύντομον χαρακτηρισμὸ τῆς θέσης του καὶ τῶν κινήτρων του. Τώρα ὅμως (6, 15), πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη του δημηγορία, ὁ Θουκυδίδης δείχνει τὴν προβληματικότητα τοῦ χαρακτήρα του, μὲ τὴν τόσο ὀλέθρια γιὰ τὴν Ἀθήνα ἀνάμειξη ἐπιβλητικοῦ παρουσιαστικοῦ καὶ σχεδιαστικῆς μεγαλοφυίας μὲ ἀπέραντην ἀρχομανία καὶ ἀδιστακτην ἰδιοτέλεια. Ἀλλὰ καὶ ἡ τραγικότητα τοῦ Νικία, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θουκυδίδης βρίσκει λόγια βαθιᾶς κατανόησης στὸν ἐπιλογο του γιὰ τὸν ἄνθρωπο (7, 86),γίνεται φανερὴ σ’ αὐτὸν τὸν ἀγώνα, μὲ τέλεια καθαρότητα. Σὰν προειδοποιητὴς τῆς τελευταίας στιγμῆς προσπαθεῖ στὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς τρεϊς λόγους νὰ ἐμποδίση τὴν περιπέτεια, βλέπει ὅμως ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἀλκιβιάδη τώρα πιὰ καλὰ ὅτι ὅλοι οἱ δισταγμοὶ ἔχουν παραμερισθῆ. Ξαναπαίρνει λοιπὸν ἀκόμα τὸν λόγο καὶ ζητᾶ γιὰ τὴν ἐπιχείρηση, ἂν πρόκειται σώνει καὶ καλὰ νὰ πραγματοποιηθῆ, μίαν πολὺ ἰσχυρὴ προετοιμασία μὲ στρατιῶτες, πλοῖα, καὶ ἐφόδια. Ἐλπίζει ἀκόμα ὅτι μὲ τὸ μέγεθος τῆς ἀπαραίτητης δαπάνης θὰ μπορέση νὰ ἀποτρέψη τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τὸ σχέδιο τους, ἐπειδὴ ὅμως σ’ αὐτό ἀποτυχαίνει, αὐτὸς ὁ ἴδιος γίνεται ἔτσι ἀποφασιστικὸς συντελεστὴς γιά τις πελώριες διαστάσεις τῆς ἐκστρατειας.

Ὕστερα ἀπὸ τὴν διήγηση τῆς ἀσέβειας τῶν Ἐρμοκοπιδων καὶ τὸ ξεκίνημα τοῦ στόλου, ὁ Θουκυδίδης περνᾶ στὸ σικελικὸ θέατρο τοῦ πολέμου (32) καὶ μᾶς κάμνει μάρτυρες ἑνὸς προδράματος, πού φανερὰ προσφέρεται σὰν ἀντίβαρο στὴν ἀθηναϊκη ἐκκλησία τοῦ δήμου. Κι ἐδῶ ἔνας ἀγῶνας λόγων (33-41) φανερώνει τοὺς κινδύνους στὸ ἐσωτερικό τῆς πολιτείας, κι ἐδῶ ἀκοῦμε τρεῖς δημηγορίες πού τις ἐκφωνοῦν ὅμως ἄλλοι τόσοι ὁμιλητές. Ὁ Ἐρμοκράτης, ὁ φορέας τῆς σικελικὴς ἀντιστάσης, τονίζει τὴν σοβαρότητα τῆς κατάστασης καὶ κάμνει συγκεκριμένες προτάσεις, στίς ὁποῖες ἀντιμιλᾶ ὁ δημαγωγὸς Ἀθηναγόρας. Γι’ αὐτὸν ὅλα εἶναι μόνο μιὰ καλόδεχτη ἀφορμὴ νὰ φουντώση τὴν φωτιὰ τῶν ἐσωτερικῶν ἀγώνων καὶ νὰ ρητορεύη γιὰ τὸ ῥιζοσπαστικὰ δημοκρατικὸ τοῦ πρόγραμμα. Ἐνας στρατηγὸς τελειώνει τὴν συζήτηση μὲ ὑπόδειξη τῶν ἀναγκαίων καὶ λογικῶν μέτρων.

Ἐπάνω στίς πρῶτες ἐπιχείρησεις τῶν Ἀθηναίων, πού δὲν βρίσκονται κάτω ἀπὸ καλὸν ἀστερισμό, ἔρχεται ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀλκιβιάδη, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀπαντήση στίς κατηγορίες γιὰ ἀσέβεια, ξεμακραίνει ὅμως ἀπὸ τὸ πλοῖο τῆς ὑπη-ρεσίας καὶ καταφεύγει στοὺς Σπαρτιάτες. Τὸ ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ὕστερα ἀπὸ τὸ ξεκίνημα τοῦ στόλου συνέχισαν μὲ τόσον ζῆλο τὴν ἔρευνα γιά τις αἰτίες τοῦ ἀκρω-τηριασμοῦ τῶν Ἔρμῶν καὶ τὴν βεβήλωση τῶν μυστηρίων, δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸν μόνιμο φόβο τῆς δικτατορίας. Ἡ μνημόνευσή της τοῦ δίνει εὐκαιρία νὰ παρεμβάλὴ τὴν παρέκβαση γιὰ τοὺς Πεισιστρατίδες (6,54-59)[17], στὴν ὁποία προσφέρεται ἡ ἀλήθεια γιὰ τοὺς δοξασμένους τυραννοκτόνους. Ὅτι ὁ Ἵππαρχος δὲν ὑπῆρξε ποτε δικτάτορας τὸ εἶχε ἤδη διατυπώσει μὲ συντομία ὁ Θουκυδίδης (1, 20), ἐκεῖ πού χρειαζόταν ἕνα παράδειγμα γιὰ τὸ ὅτι καὶ μέσα στὸν ἴδιο τόπο μιὰ παραδοση μπορεῖ νὰ εἶναι λαθεμένη. Ἐδῶ ἐξετάζει πιὸ πλατιὰ τὴν ἱστορία τῶν ἐρωτικῶν σχέσεων πού ὑπήρχαν πίσω ἀπὸ τὴν πράξη τοῦ Ἁρμοδίου καὶ τοῦ Ἀριστογείτονα, καὶ προσπαθεῖ νὰ καταξιώση δίκαια τις ὑπηρεσίες τῶν δικτατόρων γιὰ τὴν Ἀθήνα. Ὃ Θουκυδίδης διορθώνει δυὸ φορὲς τὸ λάθος γιὰ τὸν Ἵππαρχο, αὐτό ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ δώση λαβὴ σὲ συμπεράσματα ἀναλυτικῆς θεωρίας, ἐξαιτίας τοῦ διαφορετικοῦ χαρακτῆρα τῶν δυὸ μερῶν.

Θὰ ἔγινε ἤδη φανερό, πόσο ἡ ἐξιστόρηση τοῦ σικελικοῦ πολέμου περιλαμβάνει παρὰ πολλὲς δημηγορίες. Αὐτό ἰσχύει γιά τις προετοιμασίες καθὼς καὶ γιὰ τὸ ἀρχικό στάδιο τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἔτσι ἀκοῦμε τὸν Νικία νὰ μιλᾶ στοὺς στρατιῶτες (68) στὴν πρώτη ἐπιχείρηση τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῶν Συρακουςῶν, ἐνῶ ἔνας λόγος τοῦ Ἑρμοκράτη γιὰ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα προσφέρεται ἔμμεσα (72). Ἐνας ἀγώνας λόγων σὲ μεγάλη κλίμακα (76-87) ἀκολουθεῖ ἀμέσως σὲ συσχετισμὸν μὲ τὴν ἀπόπειρα τῶν Συρακούσιων καὶ τῶν Ἀθηναίων νὰ πάρουν μὲ τὸ μέρος τους τὴν Καμάρινα, πού βρίσκεται ἀνάμεσα στίς δυὸ παρατάξεις. Πάλι ὁ Ἑρμοκράτης εἶναι πού μιλᾶ στὴν Καμάρινα, ὁ ἐμψυχωτὴς τοῦ σικελικοῦ μετώπου, γιὰ τοὺς Ἀθηναίους ὅμως ὁ Εὔφημος, πού ἐκθέτει τὴν ἀθηναϊκή πολιτικὴ τῆς βίας μὲ ἔναν τρόπο πού θυμίζει τὸν διαλογο τῶν Μηλίων.

Στὸ ὑπολοιπο αὐτῆς τῆς πολεμικῆς χρονιᾶς βλέπουμέ τίς ἀπόπειρες τῶν δυὸ παρατάξεων νὰ κερδίσουν καινούργιους συμμάχους, ἀποφασιστικὴ ὅμως γιὰ τὴν ἐπέκταση τοῦ πολέμου εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀλκιβιάδη στὴν Σπαρτή. Ἐκεῖ διστάζουν ἀκόμα νὰ ἐπέμβουν, ὁ Ἀλκιβιάδης ὅμως ἀναταράζει τὴν σπαρτιατικὴ ἐπιφυλακτικότητα. Ἡ προδοσία τῆς πατρίδας του, πού εἶχε ἀποφασιστικὴ σημασία γιὰ τὴν ἔκβαση τοῦ πολέμου, διαφωτίζεται μὲ τὴν μεγάλη του ἀγορεύση (89-92). Ὁ Ἀλκιβιάδης συμβουλεύει νὰ στείλουν στρατεύματα κι ἔναν ἄξιο Σπαρτιάτη ἀρχηγό. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Γύλιππος, καὶ μὲ αὐτὸν ἀρχίζουν οἱ δυσκολίες τοῦ ἀθηναϊκοΰ στρατοΰ, τὶς ὁποῖες ἐκθέτει τὸ ἔβδομο βιβλίο. Ὁ Ἀλκιβιάδης ὅμως συμβουλεύει ἀκόμα τὴν κατάληψη τῆς Δεκέλειας στὰ βόρεια τῆς Ἀθήνας. Αὐτό εἶναι βαρὺ χτύπημα γιὰ τὴν πόλη, ὅπως ἀναπτύσσει τὸ ἴδιο βιβλίο σ’ ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο (27 κέ.).

Μὲ τὸ τελικὸ τμῆμα τοῦ ἕκτου βιβλίου βρισκόμαστε κιόλας στὸ 18. ἔτος τοῦ πολέμου, πού ἡ ἐξιστόρησή του φτάνει ὡς τὸ 7, 18. Δόθηκε δηλαδὴ λίγος σχετικὰ χῶρος σ’ αὐτό τὸ ἔτος, κι ἀπὸ αὐτό φαίνεται ἡ σοφία τοῦ συγγραφέα στὴν διατάξη τῆς ὕλης του. Ἡ διήγηση τῶν γεγονότων τῆς προηγουμένης χρονιᾶς μὲ τὴν προπαρασκευὴ καὶ τὸ ξεκίνημα τῆς μεγάλης ἐπιχείρησης ἔχει περιγραφὴ πλούσια, καὶ σ’ αὐτό χρησιμεύουν πολλὲς δημηγορίες γιὰ τὴν κατανόηση δυνάμεων, ἀνθρώπων καὶ καταστάσεων. Μὲ τὴν ἴδια πυκνότητα, μολονότι μὲ λιγότερες δημηγορίες, γίνεται καὶ ἡ ἐξιστόρηση τοῦ 19. ἔτους μὲ τὴν καταστροφή. Τὸ 18., ἀντίθετα, πού βρίσκεται ἀνάμεσα σε αγερωχην ελπιδα καὶ ἀπέραντην ἀθλιότητα καὶ στὸ ὁποῖο ἡ μεγάλη κρίση δὲν ἔχει φτάσει ἀκόμα, πιάνει λιγότερον χῶρο καὶ βάρος. Στὸ κέντρο βρίσκεται ἡ πολιορκία τῶν Συρακουςῶν, πού στὴν ἀρχή ξεκινᾶ καλὰ ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάληψη τοῦ ὑψώματος τῶν Ἐπιπολῶν. Ὕστερα ὅμως ἡ ἐπέμβαση τοῦ Γύλιππου ἀλλάζει τὴν κατάσταση σὲ τρόπον πού ἀναγκάζει τὸν Νικία νὰ ζητήση βοήθεια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἡ ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολῆς του στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου (7,11-15) παίζει τὸν ρόλο τῶν δημηγοριῶν, οἱ ὁποῖες λείπουν ἀπὸ τὴν διήγηση αὐτῆς τῆς χρονιᾶς, σύμφωνα μὲ ὅσα εἴπαμε προηγουμένως.

Τὸ ἔβδομο βιβλιο – ὸ Macauley τὸ τοποθέτησε ψηλότερα ἀπὸ δλα τὰ πεζογραφήματα πού γνώριζε – διηγεῖται στὸ κύριό του μέρος τὸ 19. ἔτος τοῦ πολέμου, πού ἡ πραγματεύσή του περιλαμβάνει ἀκόμα τὰ ἕξι πρῶτα κεφάλαια τοῦ τελευταίου βιβλίου. Κακοσήμαδα ἀρχίζει ἡ διήγηση, μὲ τὴν κατάληψη τῆς Δεκέλειας ἀπὸ τοὺς Πελοποννήσιους, πού ἔτσι κόβει τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν πιὸ σύντομη συνδεσὴ της μὲ τὴν Εὔβοια καὶ συγχρόνως κι ἀπὸ τὸν πιὸ σημαντικὸ δρόμο ἀνε-φοδιασμοῦ τῆς (19). Ὁ Θουκυδίδης φροντίζει καὶ πιὸ πέρα, ὥστε νὰ μὴ φύγουν ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ μας πεδίο οἱ δυσκολίες τις ὁποῖες αὐτή ἡ κατάληψη δημιούργησε σὲ βάρος τῶν Ἀθηνῶν. Στὸ μέτωπο τῶν Συρακουςῶν – ὅπου οἱ Ἀθηναῖοι ἐλέγχουν ἀκόμα τὴν κατάσταση στὴν θάλασσα, ἔχασαν ὅμως τὸ ἀκρωτήριο Πλημμύριο, πού τὸ κυρίευσε ὁ Γύλιππος (22) – , καὶ τὰ δυὸ μέρη προσπαθοῦν νὰ πάρουν ἐνισχύσεις. Ὁ Δημοσθένης ξεκινᾶ μὲ ἐνισχύσεις γιὰ τὸν Νικία, δὲν προφτάνει ὅμως νὰ πάρη μαζὶ τοῦ χιλίους τριακοσίους μισθοφόρους, πού ἔφτασαν πολὺ ἀργά. Οἱ Ἀθηναῖοι ἀναγκάζονται νὰ τοὺς στείλουν στίς πατρίδες τοὺς γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, κι αὐτό δίνει ἀφορμὴ νὰ ἐκτεθοῦν εὐρύτερα οἱ στρατιωτικὲς καὶ οἰκονομικὲς δυσκολίες πού τοὺς προκάλεσε ἡ σπαρτιατικὴ κατάληψη τῆς Δεκέλειας (27 κέ.)[18]. Ἡ ἐπιδρομὴ τῶν Θρᾳκῶν, πού γυρνούσαν στὴν πατρίδα τούς, ἐναντίον τῆς Μυκαλησσοΰ, καὶ τὸ μακελιό, πού δὲν λυπήθηκε οὔτε τὰ παιδιὰ τοῦ σχολείου, δίνουν ἕνα συγκλονιστικὸ παράδειγμα γιὰ τό τι πράγματα ἦταν δυνατὰ σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο (29). Ὁ Θουκυδίδης ἑξασφαλίσθηκε ἀπὸ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ χάσουμε ἀπὸ τὰ ματία μας τὴν Ἀττικὴ σὰν δεύτερο ἐπικεντρο σ’ αὐτὴν τὴν φάση τοῦ πολέμου, καὶ μπορεῖ στὰ ἑπόμενα νὰ μεταφέρη ξανὰ τὸ βάρος τῆς περιγραφῆς στὴν Σικελία. Ἐκεῖ, μὲ τὴν ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἱκανότητα τῶν Συρακούσιων στὴν θάλασσα, ἀρχίζει μιὰ ἐπικίνδυνη ἐξέλιξη γιὰ τὸν ἀθηναϊκό στόλο, ἀκόμα ὅμως παρουσιάζεται πρὶν ἀπὸ τὴν καταστροφή – ποιός δὲν θὰ σκεφτόταν ἐδῶ τὴν Τραγωδία! – δικαιολογημένη ἐλπίδα γιὰ καλὴν ἔκβαση. Ὁ Δημοσθένης μέ τις ἐνισχύσεις τρύπωσε μέσα στο λιμάνι τῶν Συρακουςῶν (42), οἱ Ἀθηναῖοι ξαναγίνονται προσωρινὰ κύριοι τῆς καταστάσης, ἡ ἀποφασιστικὴ ὅμως ἐπίθεση γιὰ τὴν ἀνακατάληψη τοῦ ὑψώματος τῶν Ἐπιπολῶν ἀποτυχαίνει (43 κέ. ).Τώρα ὁ ἴδιος δ Δημοσθένης ἐπεμβαίνει γιὰ νὰ σταματήση ὁλοκλήρη ἡ ἐπιχειρήση, ὁ Νικίας ὅμως διστάζει, καὶ ὅταν τέλος ἀποφάσισε τὴν ὑποχωρήση, μιὰ ἔκλειψη τοῦ φεγγαριοῦ τοὺς τρομάζει καὶ τοὺς κάμνει νὰ περιμένουν τρεῖς φορὲς ἐννιά μέρες. Οἱ Συρακούσιοι ἀπὸ τὴν θέληση γιὰ ἄμυνα πέρασαν στὴν ἐπιθυμία νὰ ἐκμηδενίσουν τὸ ἐχθρικό ἐκστρατευτικὸ σῶμα. Εἶναι ἥδη πιὸ ἰσχυροὶ καὶ στίς ναυμαχίες, καὶ ἀναπτύσσουν τὸ σχέδιο νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἔξοδο τῶν Ἀθηναίων ἀπὸ τὸ μεγάλο λιμάνι (56). Ἐδῶ, ὅπου ἀρχίζει νὰ διαγράφεται τὸ τελικὸ στάδιο αὐτοῦ τοῦ σημαντικοῦΰ τμήματος τοῦ πολέμου, ὁ Θουκυδίδης μᾶς θυμίζει ἄλλην μιὰ φορά τις διαστάσεις αὔτοῦ τοῦ ἀγώνα, δίνοντας σὲ δυὸ κεφάλαια (57 κέ.) μίαν ἀνακεφαλαιωτικὴ ἐπισκόπηση τῶν συμμάχων καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές. Μὲ τὴν πλαισιωτικὴ τεχνική, πού τὴν συναντοῦμε διαρκῶς, ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν παρέκβαση τοποθετεῖ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ λιμανιοῦ. Τὸ ὅτι ἡ μάχη τοῦ λιμανιοῦ, πού ἀκολουθεΐ τώρα, μαζὶ μὲ τὴν ἀποτυχημένη ἀπόπειρα ἐξόδου τῶν Ἀθηναίων ἀποτελοΰν μίαν ἀποφασιστικὴ πράξη στὸ σικελικὸ δράμα, ὁ Θουκυδίδης αὐτό τὸ ἐξαίρει μὲ δυὸ τρόπους. Πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη βάζει τις ἀγορεύσεις τῶν δυὸ ἀρχιστρατήγων, τοῦ Νικία (61-64) καὶ τοῦ Γύλιππου (66-68), καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἔκβαση της ἀποκαθιστᾶ μίαν πολυσήμαντη συσχέτιση μὲ τὴν Πύλο. Αὐτό πού ἔκαμαν τότε οἱ Ἀθηναῖοι στοὺς Λακεδαιμονίους, καταστρέφοντας τὰ πλοῖα τους κι ἀποκλείοντας τὸν στρατὸ τοὺς στὴν Σφακτηρία, τὸ ἴδιο τὸ παθαίνουν τώρα οἱ ἴδιοι μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ στόλου τοὺς στὴν Σικελία.

Τώρα δὲν μένει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἑξασφαλίσουν τὴν ὑποχώρηση μέσα ἀπὸ φιλικὴ χώρα. Πρὶν ἀπὸ τὸ ξεκίνημα γι’ αὐτὴν τὴν τελευταία πορεία τοῦ στρατοῦ ὁ Νικίας βγάζει ἔναν λόγο, πού ὁ Θουκυδίδης τὸν ἐπλασε ἀριστουργηματικα ἀπὸ τὴν νοοτροπία αὔτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού ἦταν δεμένος μὲ τὴν παράδοση. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιχειρήση, λέει, εἶναι πιθανὸ σὰν ἀλαζονεία νὰ ἔχη προκαλέσει τὸν φθόνο τῶν θεῶν, μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ἐξοφλήθηκε μὲ τὴν τωρινὴ συμφορά, καὶ πρέπει νὰ περιμένουμε ὅτι ἡ εὐτυχία θὰ φύγη πάλι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ὅμως ἔνας τόσο μετρημένος λογαριασμὸς μιᾶς θεοσεβούμενης ψυχῆς δὲν ταιριάζει μὲ αὐτό τὸ δράμα. Σὲ μίαν βασανιστικὴ πορεία τὰ στρατεύματα ἐγκλωβιζονται ἀπὸ τοὺς Συρακούσιους· φοβερὲς εἶναι οἱ ἀπώλειες, φοβερὴ ἡ τύχη τῶν αἰχμαλώτων, πού μεταφέρονται στὰ λατομεῖα ἡ στέλλονται ἀλλοῦ δοϋλοι. Ὁ Νικίας κι ὁ Δημοσθένης θανατώνονται.

Ἡ πραγματεύση τοῦ 19. ἔτους τοῦ πολέμου φτάνει, ὅπως παρατηρήσαμε ἤδη, ὡς τὸ ἔκτο κεφάλαιο τοῦ ὄγδοου βιβλίου. Στὰ δυὸ τελευταῖα τμήματα συζητεῖ γεγονότα, πού ξαναγυρνοῦν μόνιμα σ’ αὐτό τὸ βιβλίο κι ἔχουν ἀποφασιστικὴ σημασία γιὰ τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ πολέμου: οἱ Πέρσες σατράπες Τισσαφέρνης καὶ Φαρνάβαζος ἀνακατώνονται στὸ παιχνίδι. Ἡ διήγηση τοῦ 20. ἔτους τοῦ πολέμου (7-60) περιλαμβάνει τρεῖς διαφορετικὲς συνθῆκες ἀνάμεσα στοὺς Λακεδαιμονίους καὶ τοὺς Πέρσες – γι’ αὐτοὺς διαπραγματεύεται ὁ Τισσαφέρνης – , καὶ κάθε φορὰ παραθέτονται τὰ ἔγγραφα κατὰ λέξη. Πρὶν ἀπὸ τὴν συνομολόγηση τῆς τρίτης συνθήκης στέλλουν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι μίαν πρεσβεία στὸν Πέρση σατράπη. Κατὰ τὰ ἄλλα ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρει γι’ αὐτὴν τὴν χρονιά μίαν σειρὰ ἀπὸ ἐπιμέρους δραστηριότητες, στίς ὁποῖες κυρίως ὁ λόγος εἶναι γιὰ ἀποστασία συμμάχων τῆς Ἀθήνας στὰ νησιὰ καὶ στὴν Μικρασία καθὼς καὶ γιά τις ἀπόπειρες νὰ τοὺς ξαναφέρουν στὴν συμμαχία. Ὅλο καὶ πιὸ ἔντονα προβάλλουν στὸ προσκήνιο οἱ Λακεδαιμόνιοι μὲ τοὺς συμμάχους τους σὰν ὑπολογίσιμοι ἀντίπαλοι στὴν θάλασσα. Στὸ τελευταῖο μέρος αὐτῆς τῆς χρονιᾶς ἀρχίζουν ἐξελίξεις, πού πρόκειται νὰ ἐκδηλωθοῦν τὸν ἄλλο χρόνο. Στὸν στόλο τῆς Σάμου οἱ ὀλιγαρχικοὶ δουλεύουν γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῆς δημοκρατίας στὴν Ἀθήνα, ἐνῶ ὁ Ἀλκιβιάδης, γιὰ νὰ πετύχη τὸν γυρισμὸ τοῦ στὴν πατρίδα δολοπλοκεῖ παρασκηνιακὰ κοντὰ στὸν Τισσαφέρνη.

Τὰ γεγονότα τοῦ 21. ἔτους δίνουν στὰ ἀντίστοιχα κεφάλαια τοῦ ὄγδοου βιβλίου (61-109) πιὸ ζωηρὴν κινήση. Ἀναγκαστικὰ ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ καταστάση τῆς Ἀθήνας πιάνει μεγάλην ἔκταση. Στὴν ἀρχή τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ 411 ἡ δημοκρατία γκρεμίστηκε μὲ τὸ ὀλιγαρχικό πραξικόπημα, πού παραδωσε ὅλην τὴν ἐξουσία σ’ ἕνα συμβούλιο ἀπὸ τετρακοσίους ἀνθρώπους. Πίσω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνατροπὴ βρισκόταν κυρίως ὁ ῥήτορας Ἀντιφώντας, πού ὁ Θουκυδίδης τόν ἑπαινεῖ (68) μὲ ἰδιαίτερη θέρμη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως δὲν παρασιωπᾶ τὴν φοβερὴ τρομοκρατία πού ἄσκησε αὐτό τὸ καθεστώς. Ἡ ἀντιδραση τοῦ στόλου στὴν Σάμο τοὺς ἀνάγκασε νὰ ὑποχωρήσουν σ’ ἕνα μετριοπαθὲς πολίτευμα, πού στηριζόταν στοὺς πέντε χιλιάδες πολίτες πού μποροῦσαν νὰ φροντίσουν μόνοι τὸν ὀπλισμὸ τούς. Ὁ Θουκυδίδης ἐπαινεῖ (97) παρὰ πολὺ τὴν μετριοπάθειά τούς.

Ἡ ἀποστασία τῶν συμμάχων, πού εἶναι ἰδιαίτερα κρίσιμη στὴν περίπτωση τοῦ Βυζάντιου (80) καὶ τῆς Εὐβοίας (95), ἐπεκτείνεται, ὅπως ἐπεκτείνεται ἐπίσης κι ὁ ὕπουλος ρόλος τοῦ Τισσαφέρνη στὰ παρασκήνια. Πρὸς τὸ τέλος ὅμως τοῦ βιβλίου καὶ μαζὶ ὁλόκληρου τοῦ ἔργου ἡ ἐπέμβαση τοῦ Ἀλκιβιάδη δημιουργεῖ ἀκόμα μίαν φορὰ εὐνοϊκὴν γιὰ τοὺς Ἀθηναίους τροπή. Στὴν Σάμο ὁ στόλος καὶ ὁ στρατὸς τὸν δέχονται μὲ χαρὰ καὶ τὸν ἐκλέγουν ἀρχιστράτηγο. Ἡ ἀθηναϊκή θαλασσινὴ νίκη τοῦ Θρασύβουλου στὸ Κυνὸς Σῆμα καὶ ἡ ἀνακατάληψη τῆς Κυζίκου ἀνοίγουν μίαν καινουργία φάση τοῦ πολέμου. Μαθαίνουμε ἀκόμα ὅτι ἀνανεώνεται ἡ δραστηριότητα τοῦ Τισσαφέρνη, ὁπότε τὸ ἔργο τελειώνει, ἤ, καλύτερα, διακόπτεται.

Ἕνα πρόβλημα πού μας τὸ θέτει τὸ πέμπτο βιβλίο, ξαναγυρνὰ μὲ τὸ ὄγδοο[19].

Οἱ ἀγορεύσεις σὲ εὐθὺν λόγο, πού θὰ χρειαστῆ ἀκόμα νά τις ἀξιολογήσουμε σὰν ἕνα ἰδιαίτερο μέσο τῆς ἱστορικῆς ἔκθεσης τοῦ Θουκυδίδη, λείπουν κι ἐκεῖ κι ἔδω· φυσικὰ στὸ πέμπτο βιβλίο τὰ σύνορα αὐτῆς τῆς ἐξετάσης πέφτουν πρὶν ἀπὸ τὸν διάλογο τῶν Μηλίων. Προσθέτεται ἀκόμα μιὰ δεύτερη παρατηρήση: καὶ στὰ δυὸ βιβλία βρίσκονται κείμενα στὸ πρωτοτυπο, δηλ. σὰν νὰ ἦταν πρῶτες ὕλες – μαζί μὲ αὐτὰ ὁπωσδήποτε θὰ περιληφθῆ καὶ τὸ 4, 118 μέ τις διατάξεις τῆς μονόχρο-νης ἀνακωχῆς. Ἐπειδὴ ἀκόμα στὰ βιβλία 5. καὶ 8. κάπου κάπου οἱ κύριες γραμμὲς τῆς ἀναπτυξης φαίνονται σὰν νὰ παραμελήθηκαν πρὸς ὄφελος διαφόρων ἐπιμέρους γεγονότων, συμπέραναν ἐπανειλημμένα ὅτι ὁ Θουκυδίδης σ’ αὐτὰ τὰ μέρη δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ περάση τὸ τελευταῖο χέρι. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξηγήση ἐπίσης διαφορετικά τίς παρατηρήσεις πού ἀναλύσαμε καὶ νὰ ἐπικαλεσθῆ γι’ αὐτό τὸ χρονικὸ τμῆμα τὸ ὅτι τὰ γεγονότα ἀναλύονται σὲ ἐπιμέρους δραστηριότητες, καὶ νὰ δικαιολογήση τὴν παρεμβολὴ τῶν, ἐγγράφων σὰν προσπάθεια γιὰ μεγαλύτερη σαφήνεια· ἡ πιὸ φυσικὴ ἐκδοχὴ μολαταῦτα μένει αὐτή, ὅτι δηλ. ἐδῶ ὁ Θουκυδίδης δὲν ἔφτασε πιὰ ὡς τὴν τελικὴ διατύπωση.

Μὲ τὸ πρόβλημα πού συζητήσαμε τωραδά, μπήκαμε σ’ ἔναν κύκλο προβλημάτων, πού ὡς πρὶν ἀπὸ λίγο ἀπασχολοῦσε σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὴν γερμανὸγλώσση ἔρευνα. Τόσο ἀποκλειστικά, πού μπορεῖ νὰ μιλὰ κανεὶς γιὰ ἕνα θουκυδιδικὸ πρόβλημα, ὅπως γιὰ τὸ ὁμηρικό. Ἡ μέθοδος κι ἐδῶ κι ἐκεῖ ἦταν ἡ ἴδια. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ στρωματικὴ ἀνάλυση στὴν περίπτωση τοῦ Θουκυδίδη βρίσκει ἕνα πολὺ χειροπιαστὸ στήριγμα. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε ἀμέσως μὲ τὴν πρώτη φράση τοῦ ἔργου του μᾶς λέει ὅτι τὴν συγγραφὴ τοῦ πολέμου τὴν ἄρχισε ἀμέσως μὲ τὴν ἔκρηξή του, γιατὶ ἐπρόβλεπε τὴν σημασία του. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ πολλὰ χωρία μποροῦμε ἀναντίρρητα νὰ συναγάγουμε ὅτι ὁ Θουκυδίδης δούλευε τὸ ἔργο του ὕστερα ἀπὸ τὸ 404, πρέπει ἡ γένεσή του νὰ διαμοιραστῆ σὲ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα.

Τὴν ἀναλύση σ’ αὐτό τὸ πεδίο τὴν θεμελίωσε πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ καὶ περισσότερα χρόνια ὁ Franz Wolfgang Ullrich, καθηγητὴς στὸ Johanneum τοῦ Ἀμβούργου, μέ τις Συμβολὲς στὴν ἑρμηνεία τοῦ Θουκυδίδη (Beitrage zur Erkla-rung des Thukydides 1,1845. 2, 1846)[20]. Ἔφτασε ἐκεῖ ξεκινώντας ἀπὸ δυὸ παρατηρήσεις. Τὰ πρῶτα βιβλία δὲν περιέχουν καμιὰν δήλωση γιὰ τὴν διάρκεια τοῦ συνολικοῦ ἀγῶνα, καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ πολέμου πού περιγράφεται (ὅδε δ πόλεμος κ.α.), εἶναι τόσο ἀόριστος, ὥστε ἡ συνολικὴ του πορεία μέ τίς διαφορες φάσεις της νὰ μὴν μπορῆ ἀκόμα νὰ θεωρηθῆ γνωστὴ ἀπὸ πρωτύτερα. Ἀκομα, ὁ Ullrich ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία στὸ δεύτερο, ὅπως τὸ λέν, προοίμιο (5,26), τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι εἶναι γνωστὸ καὶ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, καὶ πρέπει γι’ αὐτό νὰ εἶναι γραμμένο ὕστερα ἀπὸ τὸ 404. Σ’ αὐτές τις παρατηρήσεις ὁ Ullrich ἐπρόσθεσε ἀκόμα μίαν σειρὰ ἀπὸ ἐνδείξεις κι ἔφτασε ἔτσι νὰ ξεχωρίση δυὸ κύρια σχεδιάσματα. Τὸ ἕνα θὰ ἐπιανε ἀπὸ τὸ πρῶτο βιβλίο ὡς τὰ μισὰ τοῦ τέταρτου, θὰ περιλάμβανε μόνο τὸ πρῶτο, τὸ δεκαχρονο τμῆμα τοῦ πολέμου, καὶ θὰ γεννήθηκε ἀμέσως μετὰ τὴν εἰρήνη τοῦ Νικία (421). Τὸ δεύτερο θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ χρονολογήσουμε Ῥστερα ἀπὸ τὴν πτώση τῆς Ἀθήνας (404) καὶ θὰ γεννήθηκε μὲ τὸ μάτι στραμμένο πρὸς τὴν συνολικὴ πορεία τοῦ πολέμου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βιβλία ἀπὸ τὸ β’ μισὸ τοῦ τέταρτου ὡς τὸ τέλος, ὁ Ullrich βρισκόταν στὴν ἀνάγκη νὰ ἀποδώση ἐπίσης στὴν κατοπινότερη περίοδο τοῦ πολέμου διαφορες ἀναφορές, πού ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνωρίση ὅτι ὑπήρχαν στὸ α΄ μισὸ τοῦ ἔργου. Ἐδῶ ἔπρεπε νὰ παραδεχτῆ κατοπινὲς ἐπεξεργασίες καὶ νά τις ἐπικαλεσθῆ, γιὰ νὰ προφυλάξη τὸ οἰκοδόμημα τῶν ὑποθέσεων ἀπὸ τὴν κατάρρευση.

Μίαν καινουργία τροπὴ ἔδωσε γιὰ λίγον καιρὸ σ’ αὐτὴν τὴν ἔρευνα τὸ βιβλίο τοῦ Eduard Schwartz[21]. Αὐτὸς προσπάθησε νὰ τελειοποιήση τὴν ἀναλύση καὶ δούλεψε, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν κατατεμαχισμὸ τοῦ Ὁμήρου, μὲ τὴν διαπίστωση ἀντιφάσεων καὶ τὴν παραδοχὴ διπλῶν διατυπώσεων, πού ἔμειναν ὅπως βρίσκονταν. Ἀκόμα, ὁ ἐκδότης, στὴν περίπτωση τοῦ Θουκυδίδη, σὰν γνήσιος σωσίας τοῦ «διορθωτῆ» (Redaktor) τῶν ὁμηρικῶν ποιημάτων, προσπάθησε νὰ ἑρμηνεύση τὶς ἀσυμφωνίες. Τὰ στρώματα πού ἀνακάλυψε ἔτσι ὁ Schwartz, θέλησε νὰ τὰ ἀξιολογήση σὰν μαρτυρίες μιᾶς πνευματικῆς ἐξέλιξης τοῦ Θουκυδίδη. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Schadewaldt, προχώρησαν πιὸ πέρα στὸν ἴδιο δρόμο, καὶ φάνηκε ὅτι ἦταν δυνατὸ ἀπὸ ἔναν Θουκυδίδη πού κάμνει αὐστηρὴν ἔρευνα τῶν γεγονότων, νὰ ξεχωρίσουν ἔναν μεταγενέστερο, πού ἤθελε νὰ καταλάβη τὴν ἱστορία καὶ νὰ μεταδώση σὲ ἄλλους αὐτὴν τὴν κατανοήση.

Ἡ νεοτατη φάση τῆς ἔρευνας τοῦ Θουκυδίδη ἀσχολήθηκε μὲ τὸ νὰ διερευνήση τὴν ἀντοχὴ τῆς στρωματικῆς διαίρεσης, πού ἀποκτήθηκε μὲ τόσην αὐτοπεποίθηση τῆς κριτικῆς. Τὴν θέση μας τὴν ξεκαθάρισε κυρίως ὁ Harald Patzer μὲ ἔναν συνετὸ ἔλεγχο τῶν ἐπιχειρημάτων. Τὸ παράρτημα τοῦ βιβλίου του μὲ ἔναν καταλογο τῶν ὄψιμων καὶ πρώιμων ἐνδείξεων μας ἐπιτρέπει μίαν γρήγορη ἐπισκόπηση τοῦ ἀποτελέσματος. Βέβαιες ὄψιμες ἐνδείξεις εἶναι ἀρκετὰ συχνὲς καὶ μοιράζονται σὲ ὅλο τὸ ἔργο. Ἀντίθετα πρώιμες ἐνδείξεις, πού νὰ μποροῦν ἀκόμα νὰ λογαριαστοῦν σοβαρά, εἶναι ἐξαιρετικὰ σπάνιες καί, ὅπως ἔδειξε ὁ Patzer, δὲν ἔχουν ὅλες τὴν ἴδια ἀποδεικτικὴ δύναμη.

Πρέπει ἄλλην μιὰ φορὰ νὰ κάμουμε τὸν παραλληλισμὸ μὲ τὴν ὁμηρικὴ φιλολογία. Κι ἐδῶ κι ἐκεῖ ἡ ἔρευνα ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἀπόγυρους κατάληξε νὰ μὴν ἐξετάζη πιὰ μόνο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ διαμελισμοῦ τὴν μορφὴ πού μᾶς σώθηκε, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀναγνωρίζη καὶ νὰ τὴν μελετᾶ σύμφωνα μὲ τὰ δικὰ της δικαιώματα σὰν δημιουργία ὑψηλῆς σειρᾶς. Ὁ ἐνωτισμός αὐτοῦ τοῦ τύπου, ὅπως τὸν ὑποστηρίζει γιὰ τὸν Θουκυδίδη προπάντων ὁ John Η. Finley[22], δὲν παραβλέπει τὶ ἔχει προηγηθῆ πρὶν ἀπὸ τὴν τελικὴ μορφή. Τὸ κεφάλαιο μας γιὰ τὸν Ὅμηρο προσπάθησε νὰ κάμη γνωστὸ τὸ πλῆθος τῶν προϋποθέσεων πού μᾶς διαφωτίζουν τὴν μορφὴ τῆς Ἰλιάδας καὶ τῆς Ὀδύσσειας· καὶ γιὰ τὸν Θουκυδίδη δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ παραβλέψουμε τὴν δικὴ τοῦ μαρτυρία, πού βεβαιώνει ὑπεύθυνα μίαν ἐργασία δεκαετιῶν. Αὐτό ὅμως πού διαβάζουμε σήμερα δὲν εἶναι μιὰ συνένωση σχεδιασμάτων, φτωχικὰ σκεπασμένη μὲ προσθῆκες καὶ παρεμβολὲς πού ἀπέχουν πολὺ καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνο καὶ ὡς πρὸς τὴν πνευματικὴ στάση, ἀλλὰ ἕνα ἔργο οὐσιαστικὰ ἐνιαῖο, διαμορφωμένο ἀπὸ τέλεια καθορισμένες ὀπτικές γωνίες. Οἱ πολλὲς ὄψιμες ἐνδείξεις συνηγοροῦν γιὰ τὸ ὅτι αὐτό πῆρε τὴν μορφὴ του στὰ χρόνια μετὰ τὴν κατάρρευση τῆς Ἀθήνας. Φυσικά, μέσα σ’ αὐτό, ἕνα πλῆθος ἀπὸ σημειώσεις κι ἐπεξεργασίες ἀπὸ τὴν πρωιμότερη δημιουργικὴ περίοδο τοῦ συγγραφέα χρησιμοποιήθηκαν καὶ διαφυλάχθηκαν. Τὴν ἐργασία του δὲν τὴν τελείωσε, καὶ γι’ αὐτό μιλοῦν τόσο τὸ τέλος της, ὅσο καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή μας, ἡ κατάσταση τοῦ πέμπτου καὶ ὄγδοου βιβλίου, μπόρεσε ὅμως νὰ τὴν προχωρήση σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νὰ πετύχη μίαν συνοχὴ τοῦ ἔργου του, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐπιτρέπει πιὰ τὴν ἐπιπόλαιη διάλυσή του σὲ κομμάτια καὶ κομματάκια. Ἔτσι σήμερα στὸ πεδίο τῆς ἀνάλυσης τοῦ Θουκυδίδη ἐμφανίσθηκε μιὰ πολὺ ὑγιερή ἐπιφυλακτικότητα, πού δὲν ἀρνιέται βέβαια στὴν ἀνάλυση τὸ βασικὸ τῆς δικαίωμα, ἀξιολογεῖ ὅμως μὲ πολὺ πιὸ κριτικὴ διάθεση τὶς δυνατότητες τοῦ κατορθωτοῦ, ἀπὸ ὅσο ἤθελαν νὰ κάμουν μέ τίς τολμηρὲς ἐξορμήσεις τῶν προηγουμένων χρόνων.

Εὐχάριστη συνέπεια αὐτῆς τῆς στροφῆς εἶναι ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια ἄρχισαν νὰ ἐρευνοῦν μὲ μεγαλύτερην ἔνταση τὴν ἐσωτερικὴ μορφὴ τοῦ ἔργου. Γιὰ νὰ χαρακτηρίσουν τὴν σχέση τοῦ συγγραφέα μὲ τὸ ἀντικείμενό του, ἀρκοῦνταν γιὰ πολὺν καιρὸ νὰ τὸν συγκρίνουν μὲ τὸν Ἡρόδοτο. Σ’ αὐτό μᾶς ἔσπρωξε ὁ ἴδιος, γιατὶ σὲ διάφορα χωρία[23] διόρθωνε τὸν Ἡρόδοτο, χωρὶς βέβαια νὰ τὸν ἀναφέρη ὀνομαστικά, ἤ, ὅπως στὰ κεφάλαια γιὰ τὴν μέθοδο, τὸν πολεμοῦσε. Τὸν Θουκυδίδη σὰν θεμελιωτή ἀντικειμενικὴς ἱστοριογραφίας, σὰν ἀδιάφθορον ἐρευνητή καὶ ἀποφασιστικὸν ζητητή τῆς ἀλήθειας τὸν βρίσκουμε πάντα σὲ ἀντιθεση πρὸς τὸν Ἡρόδοτο, πού θεωρεῖται ἐκπρόσωπος τῆς ἰωνικῆς διαθεσης γιὰ εὐχάριστη διήγηση καὶ ἄκριτος συλλέκτης κάθε λογῆς ἀμφισβητησίμης παραδοσης. Ὑπάρχει ἀρκετὴ ἀλήθεια σ’ αὐτά, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ συλλάβουμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν βαθιὰ διαφορὰ στὴν φύση τῶν δυὸ ἱστορικῶν. Μᾶλλον ἔχουμε νὰ κάμουμε ἐδῶ μὲ μίαν διαφορὰ στὴν ἔνταση μὲ τὴν ὁποία χρησιμοποιοῦνται ὁρισμένες ἀρχές. Καὶ ὁ Ἡρόδοτος εἶχε συνείδηση τῆς διαφορετικῆς ἀξίας τῶν πηγῶν του, κι ἂν ἀκόμα δὲν διάλεγε μὲ τόσην προσοχὴ ἀνάμεσα σ’ αὐτές, μᾶς ὑποδείχνει ὅμως ἐπανειλημμένα τὴν προβληματικότητα τοὺς· καὶ ὁ Ἡρόδοτος χρησιμοποίησε μνημεῖα κι ἐπιγραφὲς γιὰ τὴν ἔκθεσή του καὶ ἄφησε νὰ ἐννοηθῆ ὅτι δὲν τοῦ ἦταν ἄγνωστη ἡ ἀρχή τῆς χρησιμοποίησης δημοσίων ἐγγραφῶν. Ἡ ἀπόσταση ἀσφαλῶς εἶναι πολὺ σημαντική, καὶ δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ τὴν περιορίσουμε. Μὲ τραχιὰν αὐστηρότητα ἀποκλείεται στὸν Θουκυδίδη ἡ διηγήση πού μόνο εὐχαριστεῖ, ὅλα ὑποτάσσονται στὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ ἑνὸς σκοποῦ: νὰ μεταδώση τὴν πραγματικότητα. Μὲ ἔναν τελείως διαφορετικὸ βαθμὸ ἀπὸ ὅ,τι στὸν Ἠρόδοτο, διαμορφώνονται γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ καὶ χρησιμοποιοῦνται τὰ μεθοδικὰ μέσα. Βέβαια ὁ Θουκυδίδης γράφει σύγχρονην ἱστορία, καὶ γι’ αὐτὴν ἔχει στὴν διαθεσὴ του πλουσιότερα καὶ ἀξιοπιστότερα μέσα ἀπὸ ὅ,τι ὁ Ἡρόδοτος γιὰ τὰ Μηδικά, ἀλλὰ κι ἐκεῖ ὅπου στίς παρεκβάσεις στρέφεται πρὸς τὸ παρελθόν, ψάχνει, γιὰ κάθε βῆμα πού κάμνει, νὰ βρῆ στέρεο ἔδαφος. Εἶναι ὑποδειγματικὸ γιὰ τὸν τρόπο πού δούλευε ὁ Θουκυδίδης τὸ πῶς προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξη στὴν παρέκβαση  γιὰ τοὺς Πεισιστρατίδες (6, 54-59) ὅτι ὄχι ὁ Ἵππαρχος, ἀλλὰ ὁ Ἱππίας ἦταν τύραννος. ‘Ἐδῶ χρησιμοποιεῖ τὴν ἀφιερωτικη ἐπιγραφὴ τοῦ βωμοΰ τῶν Δώδεκα θεῶν, πού τὸν ἵδρυσε στὴν ἀθηναϊκή ἀγορὰ ὁ ὁμώνυμος ἔγγονος τοῦ Πεισίστρατου, μίαν πολὺ δυσκολοδιάβαστη δελφικὴν ἀφιέρωση, καὶ τὴν στήλη πού βρισκόταν στὴν Ἀκρόπολη καὶ μνημόνευε τὴν ἐκδίωξη τῶν τυράννων. Εἶναι διδακτικὸ νὰ δοΰμε πῶς δουλεύει μὲ τὴν τρίτη μαρτυρία. Δὲν μπορεῖ νὰ βγάλη ἀπὸ αὐτὴν καμιὰν ἄμεση πληροφορία γιὰ τὴν ἄποψή του, τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ ἀναφέρει μόνο παιδιὰ τοῦ Ἱππία, ὄχι ὅμως καὶ τῶν ἄλλων γιῶν τοῦ Πεισίστρατου, καθὼς καὶ ἡ σειρὰ τῶν ὀνομάτων, τοῦ δημιουργεῖ τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ Ἱππίας ἦταν ὁ μεγαλύτερος γιός καὶ γι’ αὐτό ὁ κληρονόμος τῆς τυραννίδας. Βλέπουμε ἐδῶ τὸν Θουκυδίδη νὰ δουλεύη μ’ ἐκεῖνα τὰ πορίσματα τῆς πιθανότητας (εἰκάζειν), πού χρειάστηκε νὰ τὰ μνημονεύσουμε κιόλας πρωτύτερα μαζὶ μὲ τὸν καινούργιο τρόπο ἀπὸ-δεικτικῆς μεθόδου στὰ δικαστήρια, πού τὸν δημιούργησε ἡ σοφιστική. Πολὺ περισσότερο καταφεύγει ὁ Θουκυδίδης σὲ τέτοιου εἴδους συμπεράσματα, ἐκεῖ ὅπου προσπαθεῖ νὰ διαφωτίση πολὺ ἀπομακρυσμένες χρονικὲς περιόδους. Ἔτσι λοιπὸν ἡ «ἀρχαιολογία» γίνεται πεδίο ἰδιαίτερης ἐπαλήθευσης αὐτῆς τῆς μεθόδου, καὶ εἶναι φανερὴ καὶ δικαιολογημένη ἡ ἰκανοποίηση μὲ τὴν ὁποία ὁ Θουκυδίδης τὴν προτάσσει σ’ αὐτὴν τὴν θέση τοῦ ἔργου του· γιατὶ τὸ συμπέρασμα π.χ. πού βγάζει ἀπὸ τὰ κτερίσματα καὶ τὸν τύπο τῆς ταφῆς στοὺς δηλιακοὺς τάφους, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τοῦ νησιοῦ ἦταν στὴν ἀρχή καρικός, ἀντιστοιχεῖ ἀπόλυτα μὲ τὶς μεθόδους τῆς σύγχρονης ἔρευνας.

Ἂς ἑξάρουμε ἀκόμα μίαν φορὰ τὴν ἀποφασιστικὴ σημασία πού εἶχε γιὰ τὴν ἱστοριογραφία τοῦ Θουκυδίδη ἡ ἀπόλυτη θέλησή του νὰ πετύχη τὸ πραγματικό. Σ’ αὐτό ἔχει ξεπεράσει πολὺ τὸν Ἡρόδοτο. Ἂν ὅμως ρωτήσουμε, τὶ χωρίζει βασικὰ τὸ ἔργο του ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ προδρόμου του, πρέπει νὰ πάρουμε ἔναν ἄλλο δρόμο. Ὁ Θουκυδίδης διατύπωσε τὸν σκοπὸ καὶ τὰ μέσα τῆς ἐργασίας του στὰ κεφάλαια 1, 20-22, πού ἀπὸ αὐτὰ ἰδιαίτερα τὸ τελευταῖο, τὸ κεφάλαιο τῆς μεθόδου[24], ὅπως τὸ λέν, ἦταν στὰ περασμένα χρόνια ἀντικείμενο ἐντατικῆς ἔρευνας, καὶ μάλιστα πότε πότε ζητοῦσαν πολλὰ ἀπὸ τὴν κάθε του λέξη. Μολαταῦτα ὅλα τὰ οὐσιώδη μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν βέβαια. Πρῶτα πρῶτα ἀκοῦμε τὸν προγραμματιστῇ μιᾶς ὅσο τὸ δυνατὸ θετικῆς ἔρευνας τῆς ἱστορίας. Σὰν τέτοιος πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὴν ἀναξιοπιστία πληροφοριῶν πού μεταδίνονται προφορικά. Πῶς παραμορφώνονται ἀκόμα καὶ γεγονότα τῆς δικῆς του τοπικῆς ἱστορίας μέσα στὴν τέτοια μετάδοση, ὁ Θουκυδίδης τὸ ἀποδείχνει μὲ τὴν παράδοση γιὰ τὴν δῆθεν τυραννίδα τοῦ Ἱππάρχου καὶ γιὰ τὸ τέλος της ἀπὸ τὸν Ἀρμόδιο καὶ τὸν Ἄρι-στογείτονα. Ἐξαναγύρισε στὰ προβλήματα αὐτά, πού ἀποτελοῦν ἕνα ἐξαιρετικὰ λαμπρὸ παράδειγμα τῆς ἐρευνητικῆς του ἐργασίας, μὲ διεξοδικὴ διήγηση, στὴν παρέκβαση τοῦ ἕκτου βιβλίου. Μὲ δυὸ ἀκόμα παραδείγματα ἀπὸ τὴν Σπάρτη ὁ Θουκυδίδης ἀποδείχνει τὴν ἀναξιοπιστία τῶν πληροφοριῶν γιὰ θεσμοὺς πού ἀνήκουν στὸ παρὸν καὶ μποροῦν νὰ ἐλεγχθοῦν κάθε στιγμή. Πρόκειται γιὰ τὸ δῆθεν δικαίωμα διπλῆς ψήφου τῶν βασιλιάδων καὶ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς «λόχου ἀπὸ τὴν Πιτάνα». Ἐπειδὴ καὶ τὰ δυὸ θέματα ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο περιθωριακά, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο φαίνεται πολὺ καθαρότερα ἡ προσπάθεια τοῦ Θουκυδίδη νὰ ξεχωρίση τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ τὸν πρόδρομὸ του. Στὸ ἐπόμενο κεφάλαιο ὁ Θουκυδίδης ἀντιπαραβάλλει τὴν ἐπίπονη δουλειά του μὲ τὴν δουλειά τῶν ποιητῶν καὶ τῶν λογογράφων, πού μὲ πολεμικὰ βίαιην ὄχι ὅμως τελείως ἀστήρικτην ἁπλούστευση τοὺς βάζει στὸν ἴδιο παρονομαστὴ μ’ ἐκείνους πού μὲ τὰ στολίδια καὶ τὴν ἀνύψωση τῆς ἀφήγησης θέλουν νὰ κερδίσουν τὸν ἀκροατή. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι μὲ αὐτὰ πρέπει κυρίως νὰ σκεφθοῦμε τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡρόδοτο.

Τὸ τέλος τοῦ κεφ. 21 τὸ ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ ἐκεῖνες τίς ὁμαλὲς μεταβάσεις, πού τις διαπιστώσαμε πολλὲς φορὲς στὸν Θουκυδίδη. Ὁ πόλεμος, τὸν ὁποῖο ἀφορᾶ τὸ ἔργο, εἶναι πραγματικὰ ὁ πιὸ μεγάλος ἀπὸ ὅλους ὅσους διεξήγαγέ ποτε ἡ Ἑλλάδα. Αὐτό τὸ εἶχε δείξει πρὶν λίγο ὁ μεθοδικὰ ἐπιμελὴς ἔλεγχος τοῦ παρελθόντος. Ἡ ἔκθεσή του ὅμως στὰ ἑπόμενα πρόκειται νὰ μείνη ἐπάνω στίς ἴδιες βασικὲς ἀρχές. Τὸ καθαυτὸ κεφάλαιο τῆς μεθόδου (22) ὑποδιαιρεῖ αὐτό τὸ καθῆκον μὲ ἔναν τρόπο πού εἶναι ἀπὸ μίαν ἀρχή τρεχούμενος στοὺς Ἕλληνες. Στὴν Ἰλιάδα (I 443,) ὁ Φοίνικας περιγράφει τοὺς δυὸ σκοποὺς τῆς ἀριστοκρατικῆς ἀγωγῆς, πού ἀποτελοῦν μίαν ἑνότητα: κατοχὴ τοῦ λόγου καὶ ἑτοιμότητα γιὰ δράση. Μὲ τὴν ἴδια διαίρεση σὲ λόγους καὶ σὲ ἔργα ἀναπτύσσει ἐδῶ ὁ Θουκυδίδης τὸ πρόγραμμα τοῦ ἔργου του. Ἀρχίζει μὲ τοὺς λόγους. Δυσκολο ἦταν, λέει, γιά τίς ἀγορεύσεις πού ἄκουσε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος (ὑπάρχουν ἑπομένως τέτοιες, καὶ θὰ συμπεριλάβουμέ τις δημηγορίες τοῦ Περικλῆ σ’ αὐτές), καὶ δσοι ἄλλοι,τοῦ ἔδωσαν πληροφορίες γιὰ ἀγορεύσεις, νὰ ξαναθυμηθοῦν μὲ ἀκρίβεια τὰ ἴδια τὰ λόγια (τὴν ἀκρίβειαν αὐτὴν τῶν λεχθέντων). Μαζὶ μὲ νεότερους ἐρμηνευτὲς νομίζουμε ὅτι ἡ διατύπωση αὐτή ἀναφέρεται στὸ θέμα τῆς αὐτολεξίας καὶ στὴν ἀκριβή ἀκολουθία τῶν διανοημάτων. Ἀφοῦ καθόρισε αὐτό πού δὲν κατόρθωσε καὶ πού σύμφωνα μὲ τὴν φύση τοῦ ἔργου του δὲν μποροῦσε πραγματικὰ νὰ τὸ κατορθώση, διαγράφει τὸν δρόμο του γιὰ τὴν σύνταξη τῶν δημηγοριῶν. Τὶς ἔπλαθε σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς κάθε κατάστασης (περὶ τῶν αἰεί παρόντων τὰ δέοντα), ὅπως, σύμφωνα μὲ τὴν κρίση του, ταίριαζε νὰ μιλήση κάθε ῥήτορας. Ὡστόσο, μαζὶ μὲ τὴν ὁμολογία μιᾶς τέτοιας ἐλευθερίας, παρεμβάλλει ἔναν πολὺ οὐσιαστικο περιορισμό: ἡ γενικὴ γραμμὴ (ξύμπασα γνώμη) τῶν ὅσων πραγματικὰ εἰπώθηκαν, πού μάλιστα στίς περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονταν ἀκόμα ἑξακρίβωση, διατηρήθηκε ὅσο ἦταν δυνατό. Γιὰ ποιόν σκοπὸ παρεμβάλλονται οἱ λόγοι, δὲν μαθαίνουμε τίποτε στὸ σημεῖο αὐτό· γι’ αὐτό θὰ χρειαστῆ νὰ ἐπαναλάβουμε τὴν ἐρώτηση μέσα σὲ μίαν εὐρύτερη συσχέτιση.

Διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι μέ τις ἀγορεύσεις, ἡ ἀκρίβεια στὴν διήγηση τῶν γεγονότων ἦταν ὁ ἀπαραίτητος καὶ μαζὶ πιὸ κατορθωτὸς σκοπός. Μὲ φανερὰ λοξὴ ματιά πρὸς τὸν Ἡρόδοτο λέει ὁ Θουκυδίδης ὅτι δὲν ἦταν ἀρκετό νὰ ρωτήση τὸν πρῶτον τυχόντα, ἀλλὰ ἦταν ἀναγκαῖος ἔνας ἐπίπονος ἔλεγχος τῶν μαρτυριῶν, πού παρουσίαζαν ἀντιφάσεις ἀκόμα καὶ ὅταν ὑπῆρχαν αὐτόπτες μάρτυρες, ἀνὰ-λογα μέ τις συμπάθειες καὶ τὸ μνημονικὸ τοῦ καθενός.

Ὁ Θουκυδίδης ἔχει συνείδηση τοῦ ὅτι ἡ αὐστηρότητα τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἐσήμαινε παραίτηση ἀπὸ τὴν ἐντύπωση. Ὅταν μιλᾶ καὶ γιὰ τὴν ἐντύπωση ἐπάνω στὸν ἀκροατή, τότε σκεφτόμαστε πάλι τὸν Ἠρόδοτο, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει παράδοση ὅτι ἔκαμνε δημόσιες ἀπαγγελίες ἀπὸ τὸ ἔργο του. Ὁ Θουκυδίδης ξέρει νὰ παρηγορηθῆ πού ἀποφεύγει τέτοιες ἐπιτυχίες: οἱ ἄνθρωποι γιὰ τοὺς ὁποίους γράφει εἶναι διαφορετικοί. Αὐτὸς ἀπευθύνεται σ’ ἐκείνους πού θέλουν νὰ ἀποκτὴσουν ξεκάθαρην κατανόηση τῶν ὅσων ἔγιναν ἤ αὐτῶν πού πρόκειται νὰ γίνουν ξανὰ ἔτσι ἡ ἔτσι περίπου, σύμφωνα μὲ τὴν νομοτέλεια πού ὑπάρχει μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸν θὰ εἶναι ἀρκετό, ἂν ἄνθρωποι μὲ τέτοιαν σοβαρὴ διάθεση ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὸ ἔργο του, γιατὶ δὲν τὸ ἔγραψε γιὰ νὰ εἶναι φανταχτερὸ στολίδι σὲ διαγωνισμόν, ἀλλὰ ἕνα ἀπόκτημα πού θὰ μείνη γιὰ πάντα (κτῆμα ἐς αἰεί). Ἐδῶ βρισκόμαστε στὸ πνευματικὸ κέντρο τοῦ ἔργου τοῦ Θουκυδίδη καὶ σ’ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ὅπου ἀρχίζει νὰ γίνεται φανερὴ ἡ βασικὴ διαφορὰ μὲ τὸν Ἡρόδοτο.

Πέρα ἀπὸ τὸν προσεκτικὸν ἐξιχνιαστή τῆς ροῆς τῶν συγκεκριμένων γεγονότων γίνεται ὁρατὸς ὁ ἱστοριογράφος, πού θέλει νὰ μεταδώση πολιτικὲς γνώσεις μόνιμης ἀξίας. Τὰ λίγα λόγια μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Θουκυδίδης μιλᾶ γι’ αὐτό τὸ τελευταῖο ἀΐτημα τῆς δραστηριότητάς του, δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθοῦν σὰν μιὰ πρωτόγονη χρήση τῆς φράσης historia vitae magistra. Ὁ Θουκυδίδης δὲν σκέφτηκε οὔτε νὰ προσφέρη στοὺς ἀναγνῶστες του ἀσφάλεια σὲ πολιτικὲς προγνώσεις οὔτε να τοὺς ἐφοδιάση μὲ ἕνα συνταγολόγιο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποφασίζουν σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις. Μᾶλλον δουλεύοντας τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ κατανόηση ὁρισμένων νομοτελειῶν καὶ δυνάμεων, πού τὸ ἐρευνητικό μάτι μπορεῖ νά τις ἀναγνωρίση πάντα στὸ βάθος τῶν γεγονότων, αὐτῶν τῶν περίπλοκα ποικίλων καὶ πολύμορφων γεγονότων. Τέτοια γνώση σημαίνει ξεκαθάρισμα περιγραμμάτων πού εἶναι φαινομενικὰ μπερδεμένα, καὶ μολονότι ἡ κάθε συγκεκριμένη κατάσταση εἶναι κάτι σχεδὸν ἀνεπανάληπτο, ὡστόσο ὁ ἔμπειρος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίση μέσα σ’ αὐτὴν δυνάμεις πού ἔχουν τὰ στοιχεῖα τῆς μονιμότητας. Ὅποιος κατέχει τέτοιαν γνώση, δὲν ἔχει βέβαια πάρει σταθερὲς ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς δρᾶ κανεὶς πολιτικά, ἀπόκτησε ὅμως τὴν ἱκανότητα, σὲ κάθε μέλλοντικὴν περιπτωση νὰ διαφωτίζη συγκεκριμένες καταστάσεις, νὰ ἐννοῆ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ παιχνιδιοὺ τῶν δυνάμεων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα προβλέποντας τὸ μέλλον νὰ παίρνη τις ἀποφάσεις του. Ὑποδειγματικὴ γιὰ τὴν τοποθέτηση αὐτοῦ τοῦ σκοποΰ εἶναι ἡ δηλώση τοῦ Θουκυδίδη (2, 48), ὅτι θὰ περιγράψη τὰ συμπτώματα τῆς φοβερῆς ἐπιδημίας, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἀντιμετωπίσουν μὲ τέλειαν ἄγνοια σὲ περιπτωση πού θὰ ξαναεμφανιζόταν.

Ὅταν ὁ Θουκυδίδης μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο πέρα ἀπὸ τὸ μεμονωμένο φαινόμενο τείνει σ’ αὐτό πού ἔχει γενικὴν ἀξία, ἀκολουθεῖ ἁπλῶς τὸν δρόμο τῆς ἑλληνικῆς σκέψης. Μολαταῦτα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ πρόγραμμά του βρίσκεται ἔτσι κάτω ἀπὸ μίαν ἀντινομία. Γιὰ τὸν ἐρευνητή πού μὲ τὴν πιὸ μεγάλη ἔνταση ζητᾶ νὰ συλλάβη τὸ μεμονωμένο φαινόμενο τόσο γεμάτα καὶ σωστὰ ὅσο εἶναι δυνατό, ὁ τελικὸς καὶ κύριος στόχος δὲν εἶναι αὐτό τὸ μεμονωμένο ἀλλά, πολὺ περισσότερο, τὸ τυπικὸ στοιχεῖο πού μποροῦμε νὰ βγάλουμε ἀπὸ αὐτό. Αὐτή ἡ ἀντινομία δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κατανεμηθῆ σὲ χρονικὲς βαθμίδες τῆς ἐξέλιξης τοῦ Θουκυδίδη· περικλείεται πολὺ βαθιὰ μέσα στὴν φύση του καὶ στὸ ἔργο του.

Δοκιμάζουμε νὰ προσεγγίσουμε ἀκόμα τὴν κατανόηση τοῦ ἔργου αὐτοῦ μὲ τὴν βοήθεια δυὸ ἐρωτήσεων. Μὲ ποιόν τρόπο καταπιάνεται ὁ Θουκυδίδης νὰ μεταδώση στοὺς ἀναγνῶστες του τὴν κατανόηση γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ στὸ κεφάλαιο τῆς μεθόδου, καὶ σὲ ποιὲς περιοχὲς πιστεύει πώς ἀνιχνεύει ἐκεῖνο τὸ γενικὸ καὶ ἀμεταβλητο, πού ἐπιτρέπει στὸν ἔμπειρον ἀνθρωπο μίαν βαθύτερη κατανόηση τῆς συγκεκριμένης καταστάσης;

Ἐδῶ χρειάζεται πρῶτα πρῶτα μιὰ ἀρνητικὴ διαπίστωση. Ὁ Θουκυδίδης, μὲ λίγες ἐξαιρέσεις, δὲν ἐμφανίζεται ὁ ἴδιος στὸ ἔργο του γιὰ νὰ ἀξιολογήση ἤ νὰ διασαφήση. Ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ὅτι ἀκοῦμε τόσο σπάνια τὴν φωνὴ του, δίνει στὸ σύνολο ἐκείνην τὴν ψυχρὴν ἀντικειμενικότητα, πού πάντα τὴν ἔχουν ἐξάρει σὰν τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ του. Ἂν καμιὰν φορὰ μιλᾶ μὲ τὸ ὄνομὰ του, τότε ἀσφαλῶς ἔχει νὰ πῆ πολὺ σημαντικὰ πράγματα, ὅπως τὰ βασικὰ γνωρίσματα τοῦ προγράμματος του (1, 22), τὴν κρίση του γιὰ τὸν Περικλὴ καὶ τὴν πολιτικὴ του (2, 65), καὶ τὴν ἐμπειρία του γιὰ τὴν φοβερὴ παραμόρφωση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πόλεμο (3, 82 κέ.). Λίγο πιὸ ὁμιλητικὸς εἶναι στό ὄγδοο βιβλίο, δπου ἐπαινετικά μνημονεύει τὸ πολίτευμα τῆς Χίου (24) καὶ τὸ μετριοπαθὲς ὀλιγαρχικο τῆς Ἀθήνας (97), ἤ μιλᾶ στὸ τέλος τοῦ κεφ. 96 γιὰ τὴν διαφορετικὴ δραστηριότητα τῶν Ἀθηναίων, Σπαρτιατῶν καὶ Συρακούσιων. Μόνο σπάνια παίρνει προσωπικὴ θέση ἀπέναντι στὰ γεγονότα πού περιγράφει, καὶ σὲ μεμονωμένα πρόσωπα. Ἔτσι ἀπέναντι στὸν Κλέωνα (3, 36. 5, 16) ἤ στὴν ἀτυ-χία τῆς Μυκαλησσοΰ (7, 30). Τὰ θερμὰ λόγια γιὰ τὸν Νικία (7, 86) θὰ τὰ μνημονεύσουμε πάλι, ὅταν πρόκειται νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν στάση τοῦ Θουκυδίδη ἀπέναντι στὴν θρησκεία.

Ὅλα αὐτὰ μένουν ἐξαιρέσεις. Ὁ Θουκυδίδης δὲν κάμνει κήρυγμα· ἐκθέτει. Ἡ ἔκθεσή του ὅμως δὲν ἀρκεῖται νὰ καταγράψη τὰ ἐπιμέρους γεγονότα, ἀλλὰ εἰσχωρεῖ στὸ βάθος, ξεσκεπάζει συσχετισμοὺς καὶ δίνει γιά τίς ἀποφασιστικὲς καταστάσεις τοῦ μεγάλου ἀγῶνα ἀναλύσεις, στίς ὁποῖες οἱ προϋποθέσεις γίνονται ὀρατές, οἱ δυνατότητες ἀποκτοῦν σύνορα, καὶ αὐτοὶ πού δροῦν ὑπεύθυνα προβάλλονται μὲ τὶς σκέψεις καὶ τὰ κίνητρά τους. Ἀκριβῶς αὐτές οἱ ἀναλύσεις εἶναι πού κάμνουν τὸν ἀναγνώστη τοῦ ἔργου νὰ περιμένη ὅτι θὰ κατανοήση τὸ μόνιμο πίσω ἀπὸ τὸ μεταβλητό, τὸ ἐπαναλήψιμο πίσω ἀπὸ τὸ μοναδικό. Ἡ προσοχὴ πού ἔδειξε γιὰ νὰ διαφωτίση μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἱστορικὴ κατάσταση, τοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ μιλᾶ στὰ περηφανο-συγκρατημένα λόγια τοῦ μεθοδολογικοῦ κεφαλαίου γιὰ κτῆμα ἐς αἰεί. Τὸ πιὸ ὑπέροχο μέσο αὐτῆς τῆς θουκυδίδειας ἀνάλυσης καταστάσεων εἶναι οἱ δημηγορίες. Στὸ χωρίο πού ἀναφέραμε παραπάνω, ὁ Θουκυδίδης ὁ ἴδιος λέει ὅτι τὴν συγγραφὴ τους τὴν καθόριζαν οἱ ἀπαιτήσεις τῆς κατάστασης κάθε φορά. Μὲ αὐτό μᾶς ὑποδηλώνει κιόλας ποιά θὰ εἶναι ἡ συμβολὴ τῶν δημηγοριῶν στὸ ἔργο. Περισσότερες ἀπὸ σαράντα ἀγορεύσεις ὑπάρχουν σὲ ὅλο τὸ ἔργο, καὶ περίπου τὰ δύο τρίτα τους βρίσκονται στὰ τέσσερα πρῶτα βιβλία. Γι’ αὐτὴν τὴν ἀναλογία μπορεῖ νὰ εὐθύνεται κάπως τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Θουκυδίδης δὲν ἐτελείωσε τὴν ἐπεξεργασία μερικῶν ὄψιμων τμημάτων, αὐτό ὅμως δὲν ἀποτελεῖ ἀρκετὴν ἐξήγηση. Ἡ ἰδιαίτερη συχνότητα ἀναλυτικῶν καὶ ἐρμηνευτικὼν δημηγοριῶν στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ ἔργου ἀντιστοιχεῖ τέλεια μὲ τὴν πρόθεση αὐτῶν τῶν βιβλίων, νὰ φέρουν στὸ φῶς τὴν προϊστορία τοῦ μεγάλου πολέμου, τὴν φύση καὶ τὴν διάθεση τῶν παρατάξεων καὶ τὶς δυνατότητες πού ἀνοίγονται στὴν πρώτη του φάση πρὸς τόσες πλευρές[25].

Πόσο οἱ ἀγορεύσεις αὐτές ἐξυπηρετοῦν τὸ καθῆκον νὰ ἀπλώσουν μπροστὰ στὰ ματία μας τὶς αἰτίες τοῦ γεγονότος καὶ τὰ κίνητρα τῶν ἐκτελεστών, κι ἔτσι νὰ κάμουν διάφανη τὴν καθαρή ἀντικειμενικότητα ὡς τὸ βάθος τῶν πραγμάτων, αὐτό γίνεται φανερὸ προπάντων σ’ ἐκεῖνες τὶς περιπτώσεις, στίς ὁποῖες οἱ δημηγορίες ζευγαρώνονται ἀντιθετικὰ ἀπὸ δυὸ ἐκπρόσωπους ἀντιθέτων παρατάξεων. Περισσότερο ἀπὸ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ βλέπουμε ἐδῶ ὅτι μιὰ ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις τοῦ ἔργου τοῦ Θουκυδίδη εἶναι ἡ σοφιστική. Ἐκεῖ εἶχαν ἀνακαλύψει τὴν περιοχὴ τῶν ἀντινομιῶν, πού βρίσκεται πίσω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη δράση καὶ διάθεση, ἐκεῖ ἔμαθαν ὅτι γιὰ κάθε ζήτημα εἶναι δυνατὸς ἔνας διπλὸς λόγος. Ὁ Πρωταγόρας τὸ εἶχε ἀναπτύξει αὐτό στίς Ἀντιλογίες του, καὶ ἡ λέξη ἐμφανίζεται προγραμματικὰ στὸν Θουκυδίδη ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὸν πρῶτο ἀγώνα λόγων τοῦ ἔργου του, ἀνάμεσα στοὺς Κερκυραίους καὶ τοὺς Κορίνθιους μπροστὰ στὴν ἀθηναϊκή συνέλευση (1, 31). Τὴν πιὸ πλούσια ἐπίδειξη τοῦ παιχνιδιοῦ τῶν ἀντινομιῶν τὴν ἔκαμε ὁ Θουκυδίδης σ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ πρώτου βιβλίου, πού προηγεῖται ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Λακεδαιμονίων γιὰ τὸν πόλεμο. Ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σοβαρὲς ἀστοχίες τῆς ἀνάλυσης, τὸ ὅτι θέλησε νὰ χωρίση τὰ δυὸ ζευγάρια λόγων πού βρίσκονται ἐδῶ. Ἐδῶ ὁ ἔνας λόγος συμπληρώνει τὸν ἄλλον, ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου πολεμᾶ τὴν ἀντίπαλη ἄποψη, κι ἔτσι προβάλλει μπροστὰ μας ἡ εἰκόνα τῶν δυνάμεων πού ὁδήγησαν μὲ ἀναγκαιότητα σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, καὶ ἡ εἰκόνα τῶν δυὸ πρωταγωνιστῶν, τῆς Ἀθήνας καὶ τῆς Σπάρτης, πού ἡ φύση τους προσδιόρισε τὴν πορεία τῶν γεγονότων. Περισσότερο ἀπὸ ὁ,τιδηποτε ἄλλο οἱ λόγοι αὐτοὶ γυροκλώθουν σὲ μεγάλο μέρος γύρω ἀπὸ τὴν κατανόηση τοῦ ἀθηναϊκοῦ χαρακτῆρα καὶ τῶν δυνατοτήτων καὶ τῶν κινδύνων πού περικλείονταν μέσα του. Ὅταν ὁ Κορίνθιος (1, 70) μὲ εὔστοχη κλινικὴ ὀξύτητα περιγράφει τὴν αἰώνια ἀνησυχία τῆς Ἀθήνας, τὴν ἔλλειψη ἰκανοποίησης ἀπὸ ὅ,τι πετυχαίνει, τὴν ἀδυναμία της νὰ ἡσυχάση ἡ ἴδια καὶ νὰ ἀφήση καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἠσυχάσουν, τότε στὴν εἰκόνα ἐμφανίζεται ἕνα τραγικὸ στοιχεῖο, καὶ θυμόμαστε τὸ πρῶτο στάσιμο τῆς Ἀντιγόνης, ὅπου ὁ Σοφοκλής τραγούδησε τὴν φοβερότητα τοῦ ἀνθρώπου.

Σωστὰ ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι στὴν τετράδα τῶν λόγων πού ἀναφέραμε τώραδά, ὁ λόγος τοῦ βασιλιᾶ Ἀρχίδαμου ἔχει συλληφθῆ σὰν αὐτοπαρουσίαση τῆς σπαρτιατικῆς φύσης, σὲ ὁρισμένα μέρη σὰν ἀντιβαρο στὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Ἡ περίπτωση αὐτή εἶναι παραδειγματικὴ γιὰ μίαν σειρὰ ἄλλων, στίς ὁποῖες, ἀνάμεσα σὲ λόγους πού ἀπαγγέλλονται σὲ διαφόρους τόπους καὶ χρόνους, οἱ ἀναφορὲς πηγαινοέρχονται ἔδω κι ἐκεῖ.

Μὲ μίαν ἀντικειμενικότητα, πού στὴν ἱστοριογραφία ποτὲ σχεδὸν δὲν ξαναφάνηκε σὲ τέτοιον βαθμό, ὁ Θουκυδίδης στέκει ἐπάνω ἀπὸ τὶς παρατάξεις, πού ὁ ἴδιος τὶς ἀντιθέτει τὴν μιὰ στὴν ἄλλη στὸν ἀγώνα τῶν λόγων. Αὐτό λοιπὸν τὸν χωρίζει καὶ πάλι ἀπὸ τοὺς σοφιστές, γιατὶ ἔδω τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι νὰ ὑπερισχύση μὲ κάθε τρόπον μιὰ ὑποθεση οὔτε νὰ γίνη ἀγώνας γιὰ μίαν ἄποψη, ἀλλὰ ξεδιπλώνονται μπροστὰ μας ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ πάρουμε μίαν εἰκόνα, ὅσο τὸ δυνατὸ χωρὶς κενά, τοῦ παιχνιδιοῦ τῶν δυνάμεων. Ἂν καὶ ἡ ἀντινομικὴ πραγματεύση τῶν καταστάσεων εἶναι γενική, ὡστόσο στὴν ἐπισκοπήση μας γιὰ τὸ ἔργο ξεχωρίσαμε σὰν ἐξαιρέσεις ἐκεῖνές τίς περιπτώσεις, στίς ὁποῖες ὁ Θουκυδίδης ἔναν λόγο σὲ μίαν σημαντικὴ στιγμὴ τὸν ἀφήνει ἀναπάντητον, ἀναγνωρίζοντας ἔτσι τὸ κῦρος αὐτῶν πού εἰπώθηκαν. Ὁ Περικλής δὲν ἔχει ποτὲ ἀντιμιλητή, καὶ τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Ἑρμοκράτη, ὅταν αὐτὸς στὸ συνέδριο τῶν σικελικῶν πόλεων κάμνει ἔκκληση γιὰ ἑνότητα (4, 59). Ἡ πρόθεση ὅμως ὅλων σχεδὸν τῶν δημηγοριῶν εἶναι, ἀπὸ τὴν μεμονωμένη πράξη νὰ ἀφήσουν νὰ φανῆ τὸ βασικὸ καὶ τὸ γενικό.

Ἴσαμε ποιο σημεῖο ἐπιτρέπεται νὰ μιλοῦμε γιὰ ἱστορικὴ πιστότητα στίς δημηγορίες, αὐτό προβάλλει ἀπὸ τὸ μεθοδολογικὸ κεφάλαιο. Ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὑπάρχει κάποια διακύμανση ἀνάμεσα σὲ λόγους πού ὁ Θουκυδίδης τοὺς ἔπλασε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν δικὴ του ἀντίληψη τῆς κατάστασης, καὶ σ’ ἐκείνους πού ἦταν αὐτήκοος μάρτυρας ἤ πῆρε ἀξιόπιστες πληροφορίες[26]. Ἔτσι, χωρὶς ἀμφιβολία ὁ Θουκυδίδης ἄκουσε ὁ ἴδιος τὸν Περικλή, καὶ μὲ βεβαιότητα μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε ὅτι ὑπάρχει ἡ πιὸ μεγάλη δυνατὴ συμφωνία τῶν δημηγοριῶν πού περιλαμβάνονται στὸ ἱστορικὸ ἔργο μὲ τὰ διανοήματα τοῦ πολιτικοῦ ἄνδρα, τὸν ὁποῖον θαύμάζε τόσο ἀνεπιφύλακτα[27].

Ὁ Θουκυδίδης ζητᾶ μέσα στὴν πολυμορφία τῶν πολιτικῶν γεγονότων νὰ ἀνακαλύψη αὐτό πού ξαναγυρνᾶ μὲ νομοτέλεια. Σὲ ποιόν τομέα νομίζει ὅτι τὸ συλλαμβάνει; Ἐδῶ οἱ δρόμοι του χωρίζουν ἀπὸ τοῦ Ἡροδότου. Μολονότι αὐτὸς ἦταν σύγχρονος μὲ τοὺς σοφιστές, ὡστόσο τὸ κοσμοείδωλό του εἴναι, ὅπως δείξαμε στὸ σχετικὸ κεφάλαιο, τελείως προσοφιστικό, θεοκυβέρνητο, καὶ σὰν τέτοιο βρίσκεται σὲ πολλαπλὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο τῶν ἐννοιῶν τῆς κλασσικὴς τραγωδίας. Εἶναι ἀλήθεια πώς στὸν Ἠρόδοτο οἱ θέοι τῆς παλιᾶς πίστης δὲν ἐπεμβαίνουν ἄμεσα στὴν δράση, σὲ κανένα ὅμως χωρίο τοῦ ἔργου του δὲν συναντοῦμε τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι οἱ τύχες τῶν ἀνθρώπων, ἔστω κι ἂν ἡ ἐλεύθερη τους βούληση πιάνει μεγάλον χῶρο, σὲ τελευταίαν ἀνάλυση καθορίζονται ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ θεϊκοῦ. Φράσεις ὅπως: ἦταν πεπρωμένο νὰ δνστυχήση, ἀποτελοῦν μίαν εὔγλωττη ἔκφραση τῆς πίστης σὲ μίαν μεταφυσικὴ αἰτιολογία τῆς μοίρας[28]. Μαζὶ μὲ αὐτά, ἐννοιολογικές κατηγορίες ὅπως ἡ νέμεση τῶν θεῶν, ἡ ἀποκατάσταση ὑγιεροῦ μέτρου, ἡ κυκλικὴ πορεία εὐτυχίας καὶ πτώσης, ἔχουν ἀποφασιστικὴ σημασία. Ἡ μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου πού ἀποτρέπει, πού ξαναγυρνᾶ διαρκῶς στὸν Ἡρόδοτο, ἐκφράζει μὲ ἰδιαίτερην ἔμφαση αὐτές τις ἀπόψεις.

Στὸν Θουκυδίδη ὅλα αὐτὰ εἶναι τελείως διαφορετικά. Στὴν ἱστορικὴ του εἰκόνα, τὴν τελείως ἐνδιάθετη (immanent), δὲν ὑπάρχει κανένας μεταφυσικὸς παράγοντας γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν γεγονότων. Μόνο ὑποθέσεις γύρω ἀπὸ τὶς σκέψεις του γιὰ τοὺς θεοὺς μᾶς ἐπιτρέπονται. Ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι στὸν διαλογο τῶν Μηλίων (5, 105) διατυπώνουν μίαν γνώμη γιὰ τὸ θεϊκὸ μόνο μὲ ἐπιφύλαξη καὶ σὰν ἁπλὴ ὑποθεση, εἶναι ἀρκετὰ φανερὴ ἡ σύμπτωση μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ συγγράμματος τοῦ Πρωταγόρα Περὶ θεῶν. Ὅτι ἡ προσωπικὴ τοποθέτηση τοῦ Θουκυδίδη βρισκόταν σ’ αὐτὴν τὴν γραμμή, μπορεῖ κανεὶς μᾶλλον νὰ τὸ ὑποθέση. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀντυλλο (στὸν Βίο τοῦ Μαρκελλίνου), τὸν θεωροῦσαν μαθητή τοῦ Ἀναξαγόρα καὶ σὰν «ἄθεον ἠρέμα». Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ δὲν ἦταν ἀντίπαλος τῆς παραδομένης πίστης. Γιὰ ἔναν τόσο αὐστηρὸν ἐκπρόσωπο τῆς παλιᾶς θρησκείας, σὰν τὸν Νικία, ἔχει ἀρκετὰ νὰ διηγηθῆ, ποὺ θὰ τοῦ ἔδιναν τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιτεθῆ ἐναντίον της. Δὲν διαβάζουμε τίποτα τέτοιο, ἀπεναντίας μάλιστα μίαν ἀσυνήθιστα θερμή, γιὰ τὸν Θουκυδίδη, ἀξιολόγηση τοῦ ἐνάρετου ἄνδρα (7, 86). Ἀλλὰ χωρία, στὰ ὁποῖα – ἀρκετά σπάνια – γίνεται λόγος γιὰ θρησκευτικὲς ὑποχρεώσεις (2, 53. 3, 82), δύσκολα ἐπιτρέπουν νὰ καταλάβουμε τι σκεφτόταν γι’ αὐτές προσωπικὰ ὁ Θουκυδίδης. Ἀποφασιστικὸ μένει τὸ ὅτι, γιὰ τὰ γεγονότα πού διηγεῖται, κράτησε μακριὰ ὁλωσδιόλου κάθε μεταφυσικὴν ἑρμηνεία.

Ἀπέναντι στὸν μύθο ὁ ἱστορικὸς δὲν ἔχει ἀκόμα χαράξει καμιὰν κοφτὴ διαχωριστικὴ γραμμή. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού τὸν Τρωικὸ πόλεμο τὸν θεωρεῖ χωρὶς ἄλλο σὰν ἱστορικὴ πραγματικότητα, ἔτσι κάμνει καὶ μὲ τὸν Ἕλληνα καὶ τοὺς γιοὺς του, μὲ τὸν Πανδίονα, τὸν Ἴτυ καὶ τὴν Πρόκνη, καὶ μὲ ἀρκετές ἄλλες μορφές[29].

Ὁ Θουκυδίδης ὁ ἴδιος χάραξε ἀρκετὰ ἰκανοποιητικὰ τὴν περιοχή, μέσα στὴν ὁποία εἶναι ἀγκυροβολημένο τὸ νομοτελειακό, αὐτό πού ἐπαναλαμβάνεται καὶ πού ὡς ἔναν ὁρισμένο βαθμὸ μπορεῖ νὰ ὑπολογισθῆ μέσα στὴν ἱστορία. Στὸ μεθοδολογικὸ κεφάλαιο (1, 22) λέει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση (τὸ ἀνθρώπινον) εἶναι ὁ σταθερὸς παράγοντας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο βγαίνει πάντα τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα[30]. Σὲ διάφορα ἄλλα, καὶ πάντα ἐμφαντικά, χωρία τοῦ ἔργου του μίλησε γι’ αὐτὸν τὸν σταθερὸ παράγοντα. Τὸν βασιλιὰ τῶν Σπαρτιατῶν Ἀρχίδαμο τὸν βάζει νὰ λέη στὸν μεγάλο του λόγο (1, 84) ὅτι εἶναι λάθος νὰ δεχόμαστε μεγάλες διαφορὲς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ στὴν «παθολογία» (3, 82) μιλὰ γιὰ τὰ κακὰ πού γίνονται ἀπὸ τὴν διχόνοια, καὶ πού θὰ γίνωνται πάντα, ὅσο ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων μένει ἡ ἴδια (ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ). Αὐτη ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, πού στὸ βάθος εἶναι ἀμετάβλητη, ἐκδηλώνεται γιὰ τὸν Θουκυδίδη κυρίως στὴν ἀναζήτηση τῆς δύναμης καὶ τοῦ προσωπικοῦ κέρδους, καὶ τότε τοὺς νόμους τοὺς νιώθουν μὲ δυσφορία σὰν ἐμποδια[31]. Κι ἐδῶ ἐπίσης θυμόμαστε τὴν σοφιστικὴ διδασκαλία, πού κηρύσσει τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου σὰν τὸ μοναδικὸ φυσικὸ δίκαιο πού ἰσχύει, καὶ πάλι ὅμως ἡ διαφορὰ του εἶναι πιὸ σημαντικὴ ἀπὸ τὴν συμφωνία. Ἐνῶ δηλ. ἡ ἀδιάλλακτη πτέρυγα τῶν σοφιστῶν ὑποστήριζε μὲ μεγάλα λόγια τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου, ὁ Θουκυδίδης ἀποφεύγει κάθε ἀξιολόγηση καὶ παρατηρεῖ μὲ τὴν ἀπροκαταληψία τοῦ γιατροὺ κοντὰ στὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου, ἤ τοῦ φυσιοδίφη μπροστὰ στὸ ἀντικείμενό του. Ἡ διατύπωση αὐτή δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἁπλὴ εἰκόνα. Ὅτι ἀνάμεσα στὸν Θουκυδίδη καὶ στὸ πνεῦμα τῆς σύγχρονής του ἐπιστήμης, πού σημαίνει προπάντων τῆς ἰατρικῆς, ὑπάρχουν σχέσεις πού φτάνουν ὥς τις γλωσσικὲς λεπτομέρειες, ἔχει ἀπὸ πολὺν καιρὸ παρατηρηθῆ[32]. Θὰ πρέπει νὰ σκεφθοῦμε ὅτι αὐτές ὀφείλονται μᾶλλον στὴν σύγκλιση διάφορων ἐξελικτικῶν γραμμῶν παρὰ σὲ ἄμεσην ἐξάρτηση τοῦ Ἱστορικοῦ. Εἶναι ἔνας καινούργιος τρόπος προβληματισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὰ φαινόμενα πού παρατηροῦνται στὴν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων ἐρευνᾶ τίς αἰτίες ποΰ δροῦν στὸ βάθος τους. Ὁ λόγος τοῦ Ἀναξαγόρα (VS 59 Β 21a), ὄψις ἀδήλων τὰ φαινόμενα (=ἀπὸ αὐτὰ πού φαίνονται μποροῦμε νὰ δοϋμε αὐτὰ πού δὲν φαίνονται), μπορεῖ νὰ μπῆ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Θουκυδίδη.

Ἐκείνη ἡ διπλὴ αἰτιολόγηση τῆς δράσης ἀπὸ θεϊκὴ παρέμβαση καὶ ἀνθρώ-πινη βούληση, πού μποροῦμε νὰ τὴν παρακολουθήσουμε ἀπὸ τὸν Ὅμηρο ὡς τὴν κλασσικὴ ἐποχή, ἐμφανίζεται σ’ αὐτὸν ἐγκοσμιοποιημένη στὸ ἕνα τῆς σκέλος. Ἡ ἀντιπαράθεση ὅμως τῶν σχεδίων καὶ τῶν τολμημάτων τοῦ ἀνθρώπου μὲ παράγοντες πού ξεφεύγουν ἀπὸ τὸν ἔλεγχο του, διατηρεῖται στὸν βασικὸ σκελετό. Ὁ ἄνθρωπος πού δρᾶ εἶναι στὸν Θουκυδίδη προπάντων ὁ πολιτικός[33], καὶ κοντὰ σ’ αὐτὸν ὁ στρατηγός. Καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου πού βρίσκεται στὸ τιμόνι εἶναι ἡ λογικὴ κατάστρωση σχεδίων, πού μόνο αὐτή μπορεῖ νὰ ἑξασφαλίση τὴν ἐπιτυχία, ὡς ἐκεῖ πού μπορεῖ νὰ φτάση ἡ ἀνθρωπίνη πρόβλεψη. Ὅλα τὰ σημαντικὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου τοῦ Θουκυδίδη μας δείχνονται σὰν ἄνθρωποι πού σχεδιάζοντας καὶ ζυγίζοντάς τίς δυνατότητες κοιτάζουν τὸ μέλλον. Ὀσο πιὸ μακριὰ φτάνει τὸ μυαλὸ τους (γνώμη) γιά νὰ συλλάβουν τὴν καταστάση καὶ νὰ ἐκτιμήσουν τὸ παιχνίδι τῶν δυνάμεων, τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς ἐπιτυχίας. Ἐνας τέτοιος πολιτικὸς ἄνδρας πρέπει ἐπίσης νὰ ἔχη βαθιὰν γνώση ἐκείνων τῶν πραγμάτων πού τὰ βρίσκει ἀπὸ πρωτύτερα δοσμένα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀλλάξη ἀποτελεσματικά. Μὲ αὐτὰ νοοῦνται ἐκεῖνες οἱ νομοτέλειες πού προϋπάρχουν μέσα στὴν γενικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα ὅμως μέσα στὴν φύση τῆς δύναμης, πού εἶναι σὰν ἀσίγαστη ὤθηση. Πρέπει ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος πού δρᾶ πολιτικὰ νὰ λαμβάνη ὑπόψη του καὶ νὰ σκέφτεται καλὰ ὄχι μοναχὰ τὴν ἰδιορρυθμία τῆς κοινωνίας τὴν ὁποία κυβερνᾶ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀντιπάλων. Μολονότι ὁ Θουκυδίδης πιστεύει στὴν σταθερότητα καὶ ὁμοιογένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης μέσα σὲ ἕνα ὁρισμένο πλαίσιο, μολαταῦτα τοῦ μένει μέσα σ’ αὐτό ἀρκετὸς χῶρος γιὰ διαφοροποίηση, ὅπως ἀκριβῶς τὴν δείχνει ἀριστουργηματικὰ ἀνάμεσα στοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς Σπαρτιάτες.

Ὑπόδειγμα πολιτικοῦ ἄνδρα, μὲ τὸ νόημα πού ἀναπτύχθηκε, μένει ὁ Περικλής. Τὸ πολεμικὸ του σχέδιο ἀνταποκρινόταν τόσο τέλεια σὲ ὄλες τις προϋποθέσεις, ὥστε μόνο ἡ λαθεμένη του ἐκτέλεση ἀπὸ ἀνίκανοὺς διαδόχους στέρησε τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία. Ἕνας τέτοιος πολιτικὸς εἶναι ἀποτέλεσμα φυσικῶν καταβολῶν καὶ πνευματικῆς διαπαιδαγώγησης. Σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπε, ὁ Θουκυδίδης ἔλπίζε πώς καὶ τὸ ἔργο του θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήση γιὰ μίαν τέτοια. Ὅσο λίγο καὶ νὰ θέλουμε νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ πολιτικὴ σὲ χοντρὲς καὶ χειροπιαστὲς γραμμὲς εἶναι διδάξιμη, μολαταῦτα ὑπάρχει μέσα σ’ αὐτὴν τὴν πίστη κάτι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς σοφιστικῆς. Ἡ αὐτοδίδακτη φυσικὴ μεγαλοφυία, ὅπως χαρακτηρίζεται ὁ Θεμιστοκλῆς (1, 138), ἀποτελεῖ γιὰ μίαν τέτοια ἀντίληψη τὴν ἐκπληκτικὴ ἑξαίρεση.

Κι ἂν ἀκόμα ἐκεῖνος πού δρᾶ ὑπεύθυνα ὑπολόγισε σωστὰ ὅλους τοὺς παράγοντες πού εἶναι προσιτοὶ στὸ λογικὸ του, ὡστόσο τοῦ διαφεύγει πάντα μιὰ περιοχή, πού ἀπειλεῖ τὰ σχέδιά του μὲ ἐμπόδια, ἂν ὄχι μὲ καταστροφή. Αὐτό τὸ ἀπροσδιόριστο στοιχεῖο ὀνομάζεται τύχη, ὁ Θουκυδίδης ὅμως δὲν τὴν ἐννοεῖ σὰν μιὰ θεϊκὴ καὶ ὑπερλογικὴ δύναμη μὲ τὸ νόημα μιᾶς μεταφυσικῆς οὐσίας, ἀλλὰ μόνο σὰν κάτι παρὰ πολὺ ἁπλό, ὅτι τὰ ἀνθρώπινα σχέδια γιὰ τὸ μέλλον ἔχουν τὰ ὅριὰ τούς, πού ἔξω ἀπὸ αὐτὰ βρίσκεται τὸ ἀπρόβλεπτο[34]. “O Θουκυδίδης ξέρει τὴν σημασία τῆς σύμπτωσης, περιορίζει ὅμως τὸν ρόλο της στὴν ἱστορικὴ του πραγμάτευση πρὸς ὄφελος τοῦ ὀρθολογικοῦ ὑπολογισμοϋ. Κι αὐτό βρίσκεται μέσα στὴν διαν;ohση τῆς ἐποχῆς· μπορεῖ κανεὶς νὰ συγκρίνη τὸν Δημόκριτο (VS 68 Β 119) πού, παρὰ πολὺ ριζοσπαστικά, χαρακτηρίζει τὴν σύμπτωση (τύχη)σάν σκιάχτρο, πού τὸ ἐφτειαξαν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ὀμορφαίνουν τὴν ἀνοησία τους.

Κάθε ἀνάλύση τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τοῦ Θουκυδίδη ὁδηγεῖ στὸ τέλος σὲ μίαν ἐρώτηση, πού τὴν ἀπάντησή της τὴν ἔκαμε ἐξαιρετικὰ δυσκολη γιὰ μας μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς διήγησης καὶ τῆς διαίρεσής του. Μεγάλα τμήματα τοῦ ἔργου του δημιουργοΰν τὴν ἐντυπωση ὅτι γράφει ἱστορία μὲ τὴν στάση ἑνὸς φυσιοδίφη, πού τοῦ εἶναι τελείως ξένη κάθε ἠθικὴ ἀξιολόγηση τῶν φαινομένων πού περιγράφει. Μὲ ἄλλα λόγια: εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν δύναμη πού προέρχεται ἀπὸ αὐτήν, μὲ τὴν ἐνδιάθετή του νομοτέλεια, ὁ ἔσχατος κανόνας τὸν ὁποῖο κρατοῦσε καὶ ὁ ἴδιος; Πρέπει νὰ θεωρηθῆ ὁ ἐνσυνείδητος παραμερισμὸς δικαιοσύνης, τιμῆς καὶ ἠθικῶν δισταγμών, ὅπως τὸν ἐκπροσωποῦν οἱ Ἀθηναῖοι στὸν διάλογο τῶν Μηλίων, σὰν ἔκφραση τῆς δικῆς του ἀντιληψης; Ἡ ἔρευνα αὐτῶν τῶν προβλημάτων ἄρχισε τώρα μόλις[35], θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ φανῆ ὅτι πίσω ἀπὸ ὅλην τὴν ἐπιφυλακτικότητα τοῦ Θουκυδίδη μπορεῖ νὰ ξεχωρίση ἀρκετὰ ἰκανοποιητικὰ ὁ δικὸς του ἠθικὸς κόσμος τῶν ἀξιῶν. Συχνὰ εἶναι μόνο μιὰ σύντομὴ λάμψη, ὅπως στὸν ἐπαινο τοῦ Νικία, πώς κανένας ἄλλος δὲν ἔδειξε στὴν ζωὴ τοῦ ἠθικὴν ἀρετὴ ὅπως αὐτός[36], ἤ ἐκεῖ πού λέει ὅτι τὸ πλήρωμα τῆς ἀθηναϊκῆς τριήρης, πού ἐπρόκειτο νὰ φέρη στὴν Μυτιλήνη τὴν αἱματηρὴ ἀπόφάση, ἐκτελοῦσαν τὴν ἀποκρουστικὴ (ἀλλόκοτος) ἀποστολὴ τους μὲ πολλὴ βραδύτητα (3, 49). Πιὸ σημαντικὰ ὅμως εἶναι ὁλόκληρα τμήματα, ὅπως ὁ Ἐπιτάφιος ἀπὸ θετικὴ καὶ ἡ «παθολογία» ἀπὸ ἀρνητικὴν ἄποψη, πού δὲν εἶναι καθόλου δυνατὸ νὰ νοηθοῦν χωρὶς ἠθικὴ τοποθέτηση ἀξιῶν πού νὰ τὰ ἐποπτεύουν[37]. Κοντὰ σ’ αὐτά, σὲ κομμάτια ὅπως ἡ δημηγορία τοῦ Διόδοτου στὸ τρίτο καὶ ὁ διάλογος τῶν Μηλίων στὸ πέμπτο βιβλίο, ξεχωρίζει μιὰ ἐπιχειρηματολογία, πού δείχνει τὴν κατάχρηση τῆς δύναμης μὲ τοὺς κινδύνους καὶ τὶς δυσκολίες της. Πολλὰ περιμένουν ἀκόμα διαφώτιση, μὲ κανέναν τρόπο ὅμως δὲν ὑπῆρξε ὁ Θουκυδίδης θεωρητικὸς τῆς θέλησης γιὰ δύναμη ἤ κανένας ἐξτρεμιστής τῆς σοφιστικῆς, πού εἶχε σβήσει ἀπὸ τὴν σκέψη του τίς ἠθικές ἀξίες. Ἐπερίγραφε ὅ,τι ἔβλεπε, ὅπως τοῦ τὸ ἔδειχνε τὸ βλέμμα του. Μποροῦσε νὰ ἐπικαλεσθῆ τὸν Ἡσίοδο, ὅτι ἡ Αἰδὼς καὶ ἡ Νέμεσις ἀπὸ καιρὸν εἶχαν ἀφήσει αὐτὴν τὴν γῆ, καὶ ὅτι ἡ Δίκη δὲν τὰ πέρασε καλὰ ἐπάνω σ’ αὐτήν, δὲν μᾶς ἔδωσε ὅμως καμιὰν ἀφορμὴ νὰ πιστέψουμε ὅτι αὐτὴν τὴν πραγματικὴ καταστάση τὴν θεωροῦσε καὶ σωστή.

Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀντινομίες τοΰ ἔργου τοΰ Θουκυδίδη ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ψυχρὴ γαλήνη καὶ τὴν ἄνεση πού δείχνει, ὑπάρχει μιὰ τρομερὴ ἀνησυχία τοῦ πνεύματος. Ἡ ἀνησυχία αὐτή βρῆκε τὴν ταιριαστὴ της ἔκφραση στὴν γλωσσικὴ μορφή. Ἀσφαλῶς ἀνάμεσα στὰ καθέκαστα μέρη ἐμφανίζονται μεγάλες διαφορὲς ὕφους. Ὄχι σπάνια, καθαρὰ ἀφηγηματικα μέρη εἶναι διατυπωμένα σ’ ἕνα ὁμαλό, κάπου κάπου σχεδὸν χρονικόμορφο ὕφος. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ὁ Θουκυδίδης βάζει ἰσχυρότερους τόνους, καὶ μάλιστα στις δημηγορίες, ἐκεῖ ξεδιπλώνεται ὁλόκληρη ἡ ἰδιορρυθμία τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο καὶ σκέφτεται καὶ γράφει. Τὸ σημαντικότερό τους γνώρισμα μπορεῖ νὰ φανῆ στὴν σύγκριση μὲ τὸν Γοργία. Κοινὴ εἶναι καὶ στοὺς δυὸ συγγραφεῖς ἡ κλίση πρὸς τὴν ἀντίθεση, πού, βαθιὰ ριζωμένη στὴν ἑλληνικὴ ζωή, στὸν Θουκυδίδη συχνὰ σὰν νὰ ἐπιβάλλεται κυριολεκτικὰ μὲ τὴν βία καὶ σὰν νὰ ἐπισωρεύεται μὲ ἀσυνήθιστον τρόπο. Ἐνῶ ὅμως ὁ Γοργίας ὑπογραμμίζει κουραστικὰ τὸ ἀντιθετικὸ χτίσιμο μὲ τεχνητὸν παραλληλισμὸ τῶν συντακτικῶν ὅρων καὶ μὲ ἐνοχλητικὰ ἠχητικὰ σχήματα, ὁ παραλληλισμὸς αὐτὸς στὸν Θουκυδίδη μὲ τὴν σταθερὴ συντακτικὴ παραλλαγὴ διαταράσσεται ἔτσι, ὥστε οὔτε μίαν φορὰ δὲν μας δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ χαροῦμε τὴν ἥσυχη ἀνέλίξη μιᾶς καθαρὰ χτισμένης περιόδου. Ἀπὸ αὐτό προέρχεται σ’ αὐτὰ τὰ μέρη ἐκεῖνο τὸ ἀνήσυχο σπινθήρισμα, πού δυσκολεύει ὄχι λίγο τὴν κατανόηση. Ὁ παραλληλισμὸς τῶν νοημάτων καὶ ἡ παραλλαγή τῆς μορφῆς διασταυρώνονται διαρκῶς. Γιὰ τὴν γενικὴ ἐντύπωση συμφωνεῖ ἡ κρίση τοΰ Ἰσοκράτη, πού τὴν παραδίνει ὁ Κικέρωνας (Or. 40)[38]: praefractior nec satis, at ita dicam, rotundus[39]. Ὅταν ὃ Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσέας[40] ἀσχολήθηκε διεξοδικὰ μὲ τὸν ἱστορικὸ καὶ στράφηκε ἐναντίον τῆς ὑψηλῆς ἐκτίμησῃς καὶ μεγάλης ἐπιρροῆς πού ἀσκοῦσε στὴν ὄψιμη δημοκρατικὴ Ρώμη, διαπίστωνε ὅτι μόνο λίγοι καταλάβαιναν ὁλόκληρον τὸν Θουκυδίδη καὶ ὅτι κι αὐτοὶ σὲ ἀρκετὰ χρειάζονταν ἑρμηνεία. Ὁ Κικέρωνας ὅμως χαρακτηρίζει ἐλάχιστα νοητές τις δημηγορίες τοῦ ἔργου (Or. 9, 30).

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ τῆς γλώσσας τοῦ Θουκυδίδη, πού βρίσκεται σὲ πολὺ στενὴ σχέση μέ τις μορφὲς τῆς σκέψης του, εἶναι ἡ κλίση πρὸς τὸν ἀφηρη-μένο ἐκφραστικὸν τρόπο. Αὐτὸς φαίνεται ἀπὸ τὴν ὑπερίσχυση τῶν ὀνοματικῶν γλωσσικῶν στοιχείων, στὴν ὁποία χρησιμοποιοῦνται μὲ διαρκή ἐναλλαγὴ ἀφη-ρημένα οὐσιαστικά, οὐσιαστικοποιημένες μετοχὲς καὶ ἀπαρέμφατα. Καὶ ἡ χρησιμοποίηση τῆς γνωμολογίας[41] βρίσκεται στὴν ἴδια σειρά.

Ἰδιαίτερη προσοχὴ ἔδωσαν τὸν τελευταῖο καιρὸ στὴν ἐπιστροφικὴ πορεία τῆς ἔκθεσης τῶν νοημάτων τοῦ Θουκυδίδη, ἡ ὁποία ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τοὺς ἀρ-χαίους τύπους τῆς κυκλικῆς σύνθεσης[42]. Ἡ διάταξῃ: θέση-ἀπόδειξη-θέση συναντιέται συχνά, παρατηρήθηκε ὅμως ἐπίσης ἔνας τύπος, στὸν ὁποῖο ἡ διήγηση, ὕστερα ἀπὸ μίαν διασαφητικὴ παρένθεση δὲν ξαναγυρνᾶ στὸ ἴδιο χρονικὸ σημεῖο, ἀλλὰ ἀρχίζει μὲ ἕνα κατοπινότερο, σὰν νὰ εἶχε προχωρήσει λιγάκι στὸ μεταξὺ ἡ χρονικὴ ροή.

[1] Τελευταία D. L. Pace, <Thuc.’ <Description of the Great Plague at Athens>, Class. Quart. 47, 1953, 97.

[2] V. Ehrenberg, Sophocles und Pericles.Όξφ. 1954· γερμανικά Μόναχο 1956. F. Schachermeyr, Religionspolitik and Religiositat bei Perikles. Sitzb. Ost. Ak. 258/3, 1963. Τοϋ Ιδ., Perikles. Στουττγ. 1969.

[3] Η, Gerstinger, Wien. Stud. 38, 1916, 65.

[4] Λάθος ὁ Schmid, 5, 15.

[5] Ἐκτός ἀπό τόν Μαρκελλίνο, Πλουτ., Κίμ. 4. Παυσ. 1, 23, 9.

[6] E.Taubler, Die Archaologie des Thuk. Λεψ. 1927, Fr. Bizer, Untrsuchungen zur Archaologie des Thukidides. Darmstadt 1968

[7] <Die Eαtdackung der pol. Gaschichte durch Thuk.>, Sasculum 5. 1954. 395.

[8] A. Andrewes, <Th. on the Cause of the War>, Class. Quart. N. S. 9, 1959, 223,

[9] Ρ. Κ. Walker, <The purpose and method of the pentekontaetia in Thuc. book 1>, Class. Quart. 7, 1957, 27.

[10] Η. Herter (βλ. παρακ.).

[11] Lendle, <Zu Thukydides 5, 20, 2>, Herm. 88, 1960, 33

[12] Ὁ F. MULLER, <Die blonde Bestie und Thukydides>, Harv. Stud. 63,1958 [Αφιέ­ρωμα Jaeger), 171, ἐξαίρει τά ἠθικά κίνητρα στόν Ἐπιτάφιο· ἀμφίβολη είναι ἡ πρόταση του νά γράψουμε στό 41, 4 μαζί μέ νεότερα χειρόγραφα καλῶν (ἀντί κακών) τε κἀγαθῶν. Μιάν διεισδυτική υφολογική ἀνάλυση τοῦ Ἐπιτάφιου μέ ἔξαρση ταῶν γλωσσικῶν καλλιτεχνικῶν μέ­σων προσφέρει ὁ J. ΤH. Kakridis, Der thukydideische Epitaphios. Zet. 26. Μόναχο 1961. Ἀξιολογεῖ τόν λόγο σάν μνημεῖο πού ὁ Θουκυδίδης γέρος τό άφιέρωσε στήν Ἀθήνα, πού τήν ἀγαποῦσε πάντα παρ’ ὅλες τίς ἀπογοητεύσεις του. Η. Flashah, Der Epitaphios des Perikles. Seine Funktion im Geschichtswerk des Thukydides. Sitzb. Ak. Heidelberg. Phil.-hist. Kl. 1969/1′.

[13] D. EBENER, <Kleon und Diodotos> Wiss. Zeitschr. Halle 5, 1955/56, 1085.

[14] Η. D. Westlake, <Athenian Aims in Sicily, 427-424 BC. A Study in Thucydidean Motivation> Historia 9, 1960, 385. W. Liebeschutz, <Thucydides and the Sicilian Expedition> Historia 17, 1968, 289.

[15] G. Deininger, Der Melierdialog.Διδ. διατρ. Erlangen 1939. Η. Herter, <Pylos und Melos> (βλ. παρακ.), 317, σημ. 4-7 μέ πλούσια βιβλιογρ.

[16] Μ. Treu, <Athen und Melos und der Melierdialog des Thuk.>, Historia 2, 1954, 253. Προσθήκη 3, 58. Ἀντίθετα W. Eberhardt, <Der Melierdialog und die Inschriften ATL A 9 (IG I* 63) und IG I* 97. Betrachtungen zur historischen Glaubwiirdigkeit des Thuk.>, Historia 8, 1959, 284.

[17] Schadewaldt (βλ. παρακ.), 84. Deichgraber (βλ. παρακ.), 32. 144 μέ βιβλιογρ. H.-J. Diesner, <Peisistratidenexkurs und Peisistratidenbild bei Thuk.>, Historia 8, 1959, 12.

[18] Η. Erbse (βλ. παρακ.), 38.

[19] Ανάλυση τοϋ 8. βιβλ. στοϋ Ε. Delebecque, Thucydide et Alcibiade. Publ. des Annates de la Fac. des Lettres d’Aix en Provence. N. S. 49, 1965, και Thucydide livre VIII. Αΰτ. 57,1967, πού θέλει νά έρμηνεύση τήν Ιδιότυπη δομή αύτοΰ τοϋ βιβλίου μέ μιάν θεωρία στρωμάτων. Πολυάριθμες άπόψεις γιά τήν πρώτη άπό τίς έρευνες στοϋ Α. Kleinloch, Gnom-42, 1970, 187· πβλ. Ιδιαίτερα Κ. v. Fritz, Die griech. Geschichtsschreibung I Βερολ. 1967. σημ. 271 στήν σ. 327. Παλαιότερες πραγματεύσεις τοϋ ίδιου βιβλίου στοϋ Μ. Treu, Gnom. 40, 1968, 715.

[20] Τώρα F. W. Ullrich, Die Entstehung des Thukydideischen Geschichtswerkes (Die entscheidenden Partien), έκδ. καί είσαγ. άπό τόν Η. Herter, Wiss. Buchgesellschaft, Darmstadt 1968.

[21] Das Geschiehtswerk des Thuk. Βόννη 1919· 2. ἔκδ, 1929.

[22] Εκτός άπό τό βιβλίο πού αναφέρουμε παρακάτω, στό <The Unity of Thuc. History>, Harv. Stud. Παράρτ. τόμ. 1, 1940, 255. Βασικόν ένωτισμό, μέ τό νόημα δτι δλο τό ίργο γράφτηκε μέ σταθερή πρόοδο, κάποτε μέ σύντομη μόνο χρονική άπόσταση άπό τά γεγονότα, ύ-ποστηρίζει ό F. Ε. Adcock στό βιβλίο πού αναφέρουμε παρακάτω.

[23] Schmid, 2, 663, 7.

[24] Βιβλιογρ. Στοῦ Η. Herter, <Zur ersten Periklesrede> (βλ. παρακ.), 613, 1. Πβλ. Η. Erbse (βλ. παρακ.), 55.

[25] Ὁ Διονύσιος, Περί Θονκ. 16 ἀναφέρει έναν Κράτιππο, πού ἐπέκρινε τις δημηγορίες

[26] Γιά τό πρόβλημα βλ. Κ. Rohrer, <Uber die Authentizitat der Reden bei Thuk.>, Wien. Stud. 72, 1959, 36.

[27] V. Ehrenberg, Sophocles and Pericles. Όξφ. 1954, 41- σ. 51 της γερμανικῆς ἔκ­δοσης, Μόναχο 195 >. Πιό ἐπιφυλακτικός εἶναιό J. ΤH. Kakridis, Dsr thuk. Epitaphios. Zet. 26, 1961, 112· βλ. έ,τίσης Μ. Η. Chambers, <Th. and Pericles>, Harv. Stud. 62, 1957, 79.

[28] Βλ. παραπ. σ, 457.

[29] Πβλ. χωρία ὅπως 1, 3.2, 15· 29. 6, 2 καί F. Hampl, Serta Philologica Aenipontana. Innsbruck 1961, 42, 5.

[30] Τδ νόημα τοῦ χωρίου παρανοεῖται ἀπό τόν L. Pearson, Gnom. 32, 1960, 15, ὅταν άποδίδη τό κατά το ἀνθρώπινον μέ τό «in all human probability».

[31] 1, 76. 3, 45· 84. 5, 105. Πβλ. Topitsch (βλ. παρακ.).

[32] Τελευταία Κ. Weidauer, Thuk. und die Hippokr. Schriften.Χαϊδελβ. 1954. Πβλ. Η. Diller, Gnom. 27, 1955, 9. Ch. Lichtenhaeler, Thucydide et Hippocrate vuspar un historien-medecin.Γενεύη 1965. Δημ. Δ. Λυπουρλης, <Έλτιίσας μέγαν τε ἔσεσθαι. Ό Θουκυδίδης καί ή Ιπποκρατική πρόγνωση>, Φίλτρα. Τιμητικός τόμος Σ. Γ. Καψωμένον. Θεσσαλ. 1975, 87-105.

[33] Πβλ. ίδιαίτ. Η. Herter (βλ. παρακ.).

[34] W. MURT, <Bemerkungen zum Verstandnis des Thuk.>, Mus. Helv. 4, 1947, 251. H. Herter, <Freiheit κλπ.> (βλ. παρακ.), 135.

[35] Topitsch (βλ. παρακ.). Κ. Nawratil, AfdA 6,1953, 61 καί 125. Κ. Reinhardt, <Th. und Machiavelli>, Vermachtnis der Antike.Τοττίγγη 1960, 184.

[36] Μόνο αὐτό μπορεῖ νά σημαίνη ἡ ἀρετή του 7, 86.

[37] Μέ τό ἴδιο πνεῦμα κρίνει τόν Ἐπιτάφιο ό Fr. Muller’ βλ. σ. 641 σημ. 1.

[38] Ή παράδοση εἶναι ὁπωσδήποτε πολύ ἀμφίβολη: ἡ ἔμμεση παράδοση (Nonius) ἔχει Thtodectes, ό Ernesti πρότεινε Theodoras, πού τό υἱοθέτησαν οἱ περισσότερες ἐκδόσεις

[39] «Κάπως άνώμαλος καί ὄχι, γιά νά τό πώ μεταφορικά, άρκετά στρογγυλός».

[40] Περί Θονκ.. Περί ταῶν Θονκ. ἰδιωμάτων. Άκόμα στό 2. βιβλ. Τοῦ Περί μιμήαεως καί στό σύγγραμμα ad Pompeium.

[41] Cl. Meister (βλ. παρακ.).

[42] Ν. G. L. Hammond, <The Arrangement of Thought in the Proem and in other Parts of Thuc, Class. Quart. 46, 1952, 127. H. Erbse (βλ. παρακ.). R. ΚΑΤIDIO, <Die Ringkomposition im 1, B. des Thuk. Geschichtswerkes>, Wien. Stud. 70, 1957, 179.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s