Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΕΔΟΚΛΗ


kion1Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΕΔΟΚΛΗ

 

Θανασουλόπουλος Κώστας

 

            Από την εποχή που ο Κάρολος Δαρβίνος9 διατύπωσε τη «Θεωρία της Εξέλιξης» των ειδών μέχρι και σήμερα, παρά την τρομακτική πρόοδο της έρευνας στη Βιολογία και την αύξηση των γνώσεων για την εξέλιξη των εμβίων όντων, οι διαμάχες και οι διαφωνίες για την ορθότητα αυτής είναι σημαντικές. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι την εποχή που δημοσίευσε τη θεωρία του ο Δαρβίνος, η κοινωνία της Ευρώπης και της Αμερικής, των πλέον προηγμένων μορφωτικά περιοχών, κατά τη δυτικοευρωπαϊκή άποψη φυσικά, δεν ήταν έτοιμη να τη δεχθεί. Η συνέπεια αυτής της δημοσίευσης ήταν να προκληθεί θύελλα αντιδράσεων, αποδοκιμασιών και αμφισβητήσεων κυρίως από θεολογικούς κύκλους, αλλά και από την επιστημονική κοινότητα.

            Η σημερινή όμως τάση της επέκτασης του Δαρβινισμού σε διάφορα πεδία γνώσης «αποδεικνύει, πόσον επιτυχής υπήρξε η θεωρία στην ερμηνεία της οργανικής εξέλιξης, αλλά και πόσον σημαντικός είναι ο μηχανισμός δοκιμής-απόρριψης, προκειμένου να εξηγήσει τη διαμόρφωση τάξης και την παρουσία πολύπλοκων κοινότοπων δομών», όπως υποστηρίζεται από τον Κριμπά20.

 

     Εν τούτοις παρά την ευρύτερη παραδοχή της Εξελικτικής Θεωρίας6,10,11,15 και των πειραματικών αποδείξεων που έχουν επιτευχθεί, οι αντιδράσεις ακόμη σήμερα είναι σφοδρές και μάλιστα όχι μόνον σε θεολογικό επίπεδο αλλά και σε πολιτικό. Ας μη λησμονείται η διαδήλωση στον αυτοκινητόδρομο της περιοχής του Ντάρμπι της Μοντάνας, η οποία οργανώθηκε από ένα δεκαεπτάχρονο μαθητή ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόφαση του συλλόγου των γονέων και των καθηγητών του λυκείου να ενσωματωθεί στο μάθημα της Βιολογίας η βιβλική θέση περί της δημιουργίας του κόσμου. Ούτε πρέπει να παραβλέπεται η απόφαση στις ΗΠΑ να διδάσκεται στα σχολεία παράλληλα με την Εξελικτική Θεωρία και εκείνη του «Ευφυούς Σχεδιασμού», μια απόφαση που παραπέμπει σε άλλες εποχές. Επίσης η επιστημονική κοινότητα δεν πρέπει να παραβλέπει τις απόψεις ιερωμένων, που στρέφονται κατά του επιστημονικώς αποδεδειγμένου πλέον γεγονότος της εξέλιξης των όντων, που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας σε διάφορα έντυπα. Η διατύπωση της θεωρίας αυτής από το Δαρβίνο δεν βασίστηκε μόνο στις ως τότε γνώσεις, αλλά δημιουργήθηκε μετά από πολυετείς παρατηρήσεις και έρευνες στο θέμα της προέλευσης των ειδών. Εξάλλου το γεγονός, ότι ο Δαρβίνος θαύμαζε τον Αριστοτέλη, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ήταν γνώστης των απόψεων του Σταγειρίτη ερευνητή-φιλοσόφου στο θέμα αυτό, ο οποίος με τη σειρά του ήταν ενήμερος των απόψεων των παλαιοτέρων αυτού φιλοσόφων.

Η συνέχεια του παρόντος είναι αφιερωμένη στις απόψεις κυρίως του Εμπεδοκλή του Ακραγαντίνου στο θέμα της εξέλιξης των όντων, σε συνδυασμό με τους προγενέστερους από αυτόν στοχαστές και φιλοσόφους.

Οι πρόδρομοι: Αναξίμανδρος και Ηράκλειτος

            Η αναδρομή στην αρχαία γραμματεία, με αφετηρία τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και τις ιδέες τους, με τη χρονολογική σειρά εμφάνισής τους από τους αρχαιότερους προς τους νεώτερους, δείχνει με πλήρη σαφήνεια τη διαδοχή της σκέψης τους στην εξελικτική ιδέα των όντων.2,5,18,19,23,25,27 Από όσα είναι γνωστά μέχρι τώρα, ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος στο πρώτο τρίτο του έκτου π.Χ. αιώνα διατύπωνε το στοχασμό του για την προέλευση του κόσμου και θεωρούσε, πως το άπειρο, όπως αυτός το εννοούσε, περιέχει τα πάντα, απ’ όπου δημιουργούνται τα πάντα, και όπου ξαναγυρίζουν τα όντα, «φθειρόμενα σύμφωνα με μίαν αναγκαιότητα»19, απόσπασμα που θυμίζει το Γάλλο φυσικό και φιλόσοφο Monod22, αλλά και το «ωόν» των Ορφικών.1,7,14,24 Φυσική συνέπεια αυτού του στοχασμού του ήταν το επόμενο απόσπασμα: «λέγουν ότι ο άνθρωπος προήλθε από άλλα ζώα», στο οποίο, τουλάχιστον εν σπέρματι, εκφράζεται όλη η ιδέα της μετέπειτα Δαρβίνειας θεωρίας.

Τα ζώα και τα φυτά, όταν εμφανίσθηκαν επάνω στη Γη, ήταν ατελέστατα, κατά τον Εμπεδοκλή. Συν τω χρόνω υπέστησαν εξέλιξη και παρουσιάζονται όπως τα βλέπουμε σήμερα.

 

Λίγο μετά, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, σκοτεινός ακόμη και σήμερα, αφού η δύναμη του στοχασμού του ξεπερνά και τα όρια των σημερινών δυνατοτήτων της ανθρώπινης σκέψης, έλεγε: «Αυτόν τον κόσμο, που είναι ένας στην ολότητά του, δεν τον έκαμε κανένας θεός η άνθρωπος, αλλά υπήρχε πάντα, υπάρχει και θα υπάρχει, και είναι μία αιώνια αειφόρος φωτιά που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο»17 (Απόσ. 30).

     Με τη σημερινή γνώση της Φυσικής το «πυρ αείζωον» δεν φαίνεται ότι μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η παγκόσμια ενέργεια, που μετατρέπεται σε ύλη και δημιουργεί, η οποία «στον αιώνιό της κύκλο κινείται σύμφωνα με νόμους, που σ’ ένα ορισμένο στάδιο, πότε εδώ πότε εκεί, παράγουν αναγκαστικά το σκεπτόμενο πνεύμα στα οργανικά όντα» κατά τον Ένγκελς.13 Κατά τους Kirk et al19 αυτό σημαίνει, ότι τίποτα δεν μένει σε στατική κατάσταση, αλλά όλα αλλάζουν και συντελούν στην αέναη πορεία της κοσμικής ύλης.

    Με άλλα λόγια στην Φύση τα πάντα είναι μεταβαλλόμενα, επομένως και τα έμβια όντα, και φυσικά αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έννοια της εξέλιξης των ειδών, που διατυπώθηκε 24 αιώνες αργότερα και εξακολουθεί να συζητείται και να εγείρονται πλήθος αντιρρήσεων, γιατί ακόμη το σύγχρονο πνεύμα δεν έχει φθάσει στο βάθος του Ηρακλείτειου στοχασμού. Περίπου στην ίδια αρχή στηρίζει και ο Αναξαγόρας τις θεωρίες του. Οι βιολογικές του θέσεις είναι πρωτότυπες, παρόμοιες με των δύο προηγουμένων, αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι είναι πιο τεκμηριωμένες επιστημονικά. Στα δύο πιο κάτω αποσπάσματα αναφέρει: «Όλα τα πράγματα ήταν μαζί, άπειρα τόσο στο πλήθος όσο και στη μικροσκοπικότητα, γιατί και το μικρό ήταν άπειρο, και καθώς ήταν όλα μαζί, κανένα δεν ξεχώριζε, λόγω της μικροσκοπικότητάς τους, γιατί ο αέρας και ο αιθέρας κρατούσαν υποταγμένα όλα τα πράγματα, όντας και οι δύο άπειροι, γιατί αυτά είναι τα μεγαλύτερα συστατικά στο μείγμα όλων των πραγμάτων, τόσο στο πλήθος όσο και στο μέγεθος»19,28 και στο άλλο: «Γιατί και από τα άλλα πράγματα (σ.σ. όλα τα μή έμβια και έμβια επί της γής) κανένα δεν μοιάζει με το άλλο, και αφού είναι έτσι, πρέπει να υποθέσουμε ότι όλα τα πράγματα ενυπήρχαν στο σύνολο»29 (αποσ. 1).

 Με απλά λόγια δηλαδή τα πάντα ήταν σε πλήρη μικρότητα στο άπειρο του Σύμπαντος αναμεμειγμένα και στην εξέλιξη του κόσμου αποχωρίζονταν. Τα αποσπάσματα αυτά, μελετώμενα με τις σημερινές αντιλήψεις, δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις θέσεις του Νομπελίστα J. Monod22, στηριγμένες στη δυτική σκέψη, η οποία γεννήθηκε στις ακτές της Ιωνίας, όπως ο ίδιος αναφέρει στο κλασικό βιβλίο του «Le hazard et la nécessité» (Τύχη και Αναγκαιότητα), όπου και γράφει: «Η ουσία αυτών των επιγενετικών διεργασιών συνίσταται συνεπώς σε τούτο, ότι η οργάνωση του συνόλου ενός πολύπλοκου πολυμοριακού οικοδομήματος περιέχεται ήδη, εν δυνάμει, μέσα στη δομή των συστατικών του, αλλά δεν αποκαλύπτεται, δεν γίνεται εμφανής, παρά μόνο μέσω της συναρμολόγησής τους.»

 

Γενικό θαυμασμό προκαλεί η βιολογική θεωρία του Αναξίμανδρου περί προέλευσης του ανθρώπου από τους ιχθείς, η οποία ενέπνευσε τον Δαρβίνο και τους μεταγενέστερους βιολόγους (Πλούταρχος, εις Ωριγένους, «Στρωματείς» 2, Dox. 579). (Στην εικόνα ο Αναξίμανδρος σε μεσαιωνική ζωγραφιά.)

Εμπεδοκλής: Τίποτε δεν γίνεται από το μηδέν

            Ο Εμπεδοκλής, μεταγενέστερος του Ηρακλείτου, συμφωνούσε στην περί θεού αντίληψη αυτού και διακήρυξε, ότι «ούτε θεών τις κόσμον εποίησ’ ούτε τις ανδρών, αλλ’ ην αιεί»1, και ως συνέπεια αυτής της άποψής του ήταν η ανάπτυξη της θεωρίας του των «Ριζωμάτων», ως των τεσσάρων βασικών στοιχείων του Σύμπαντος, από τα οποία σχηματίζονται τα πάντα, τα έμβια και μη έμβια υπάρχοντα επί της γης. Στο θέμα αυτό ο Εμπεδοκλής ξεφεύγει από την τάση του ενός στοιχείου ως αρχής του κόσμου από τους προηγούμενους φιλοσόφους της Ιωνίας, όπως π.χ. θεωρεί ο Θαλής το νερό, ο Αναξιμένης τον αέρα, ο Ηράκλειτος την φωτιά, και δημιουργεί ένα πολυπλοκότερο σύστημα, που βρίσκεται πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα, αλλά και πιο κοντά στην έννοια της εξέλιξης.

    Με σαφώς πλέον προχωρημένες αντιλήψεις όμως από τους προηγούμενους στοχαστές ο Εμπεδοκλής φαίνεται ότι αναφέρεται εναργέστερα σε εξέλιξη των ειδών και μάλιστα σε πολύ σύγχρονη αντίληψη. Τα αποσπάσματα ή και σπαράγματα από το έργο του, που αναφέρονται στη συνέχεια, δείχνουν μία εικόνα από τον πιο πάνω ισχυρισμό. Η αναφορά γίνεται με μίαν αλληλουχία της σκέψης του, που καταλήγει στο πως δημιουργούνται τα πάντα στο Σύμπαν αλλά και στον πλανήτη μας.1, 5, 8, 18, 19, 21, 23, 25, 26, 27

 Στα τρία επόμενα αποσπάσματα εκφράζει χωρίς περιστροφές την άποψή του για τη γένεση των έμβιων όντων:

     1. Πλούταρχος, «Προς Κολώτην» 1111f: «Άλλο πάλι θα σου πω: απ’ όλα τα θνητά κανένα δεν γεννιέται (σ.σ. δεν έχει φυσική αρχή) ούτε τελειώνει με τον επάρατο θάνατο. Υπάρχει μόνον ανάμειξη και ανταλλαγή των αναμεμειγμένων, και γέννηση είναι το όνομα που έδωσαν σε αυτό οι άνθρωποι

     2. Πλούταρχος, «Προς Κολώτην» 1113c: «Ανόητοι· γιατί οι σκέψεις τους μακριά δεν φτάνουν, αφού νομίζουν, ότι γεννιέται κάτι που πριν δεν υπήρχε και πως κάτι που πεθαίνει ολότελα αφανίζεται.»

     3. Αριστοτέλης, Μ.Ξ.Γ., 2, 975b1: «Γιατί είναι αδύνατον να γεννηθεί κάτι από αυτό που δεν υπάρχει, κι είναι ακατόρθωτο κι ανήκουστο να εκμηδενίζεται αυτό που υπάρχει, γιατί, όπου κι αν το βάλεις, εκεί θα είναι για πάντα.»

Τα τέσσερα ριζώματα και το DNA

            Στα τρία αυτά αποσπάσματα γίνεται αντιληπτό, χωρίς καμμιά αμφιβολία, ότι ο Εμπεδοκλής είναι απολύτως αντίθετος με την έννοια της γέννησης εκ του μηδενός, του απόλυτου τίποτα και μάλιστα λοιδορεί και όσους το ενστερνίζονται, αποκαλώντας τους ανόητους. Θεωρεί ότι τα πάντα έχουν αρχή τα τέσσερα «ριζώματα» και την ανάμειξη αυτών, εις τα οποία και αποσυντίθενται τα όντα με το θάνατο, για την επανάληψη του αέναου κύκλου ζωής και θανάτου. Οι απόψεις αυτές, οι οποίες είναι πολύ προχωρημένες, ακόμη και για την εποχή μας, για ορισμένες ομάδες ανθρώπων, τουλάχιστον ανάλογα με τα πιστεύω τους, δεν διαφέρουν, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, καθόλου από τις σύγχρονες γνώσεις της Φυσικής και της Βιολογίας. Αλλάζοντας την ορολογία του Εμπεδοκλή και υιοθετώντας τη σύγχρονη ορολογία των μικροσωματιδίων και τις θεωρίες περί της αφθαρσίας της ύλης σίγουρα το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο με εκείνο που υποστήριξε ο στοχαστής αυτός δυόμισυ χιλιάδες χρόνια πριν, με μόνη τη δύναμη της σκέψης του και χωρίς τη γνώση των ανακαλύψεων του σήμερα.

            Οι ιδέες αυτές τον οδήγησαν προφανώς στις επόμενες σκέψεις, εξ ίσου πρωτοποριακές και θεμελιώδεις για τη σύγχρονη επιστήμη της Βιολογίας. Στο περί φύσεως έργο του θεωρεί, ότι υπάρχουν μόνο τα τέσσερα «ριζώματα» (γη, αέρας, νερό και φωτιά, τα πλέον αποδεκτά σήμερα από τους μεταφραστές και σχολιαστές του έργου του) και από τη σύμμειξη αυτών δημιουργούνται τα πάντα. Τα «ριζώματα», όπως αναφέρονται από τον Αέτιο (Ι, 3, 20), είναι τα πιο κάτω: «Άκουσε πρώτα τις τέσσερις ρίζες όλων των πραγμάτων ο λαμπρός Ζευς, η ζωοδότρα Ήρα, ο Αϊδωνέας κι η Νήστις, που με τα δάκρυά της ποτίζει τους θνητούς κρουνούς.»

    Ο χαρακτηρισμός των «ριζωμάτων» με ονόματα θεών εξυπηρετούσε στο να μπορέσουν οι άνθρωποι της εποχής του με το τότε μορφωτικό επίπεδό τους να κατανοήσουν με τις παραδοσιακές αντιλήψεις τις δυνάμεις που κυριαρχούσαν στην Φύση, σύμφωνα με τις φυσιοκρατικές αντιλήψεις του Εμπεδοκλή, που δεν επιδέχονται, κατά τη γνώμη μου, αμφισβήτηση. Οι τέσσερις αυτές θεϊκές μορφές ερμηνεύονται από τους περισσότερους μελετητές του έργου του με τη σειρά που αναφέρονται, ως η φωτιά, ο αέρας, η γη και το νερό. Από αυτά τα «ριζώματα» σύμφωνα με την Εμπεδόκλεια σκέψη προκύπτουν τα πάντα και ιδιαιτέρως τα έμβια όντα:

Από τα σωζόμενα αποσπάσματα του Ηράκλειτου φαίνεται, ότι ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις θεωρίες της Σχολής της Μιλήτου, ιδίως δε του Αναξίμανδρου. Το περίφημο απόσπασμα «τα πάντα ρει» εκφράζει ακριβώς την κοσμογονική θεωρία του, σύμφωνα με την οποία τα αισθητά πράγματα μεταβάλλονται, και τίποτε δεν μένει σταθερό (Πίνακας Johannes Moreelse, 1630).

            4. Σιμπλίκιος, Φυσ. 159, 13: «Και από τη γη αναβλύζουν πράγματα ριζωμένα και στερεά στο μίσος (φρίκη, διαμάχη, Νείκος), όλα διαφέρουν στη μορφή και είναι χωρισμένα, μα στην αγάπη (φιλία, Φιλότης) συνάζονται και ποθούνε το ένα το άλλο, βγαίνουν (εκπηγάζουν) όλα όσα ήταν, είναι και θα είναι στο μέλλον, από αυτά βλάστησαν δένδρα και οι άνδρες και οι γυναίκες, τα άγρια ζώα, τα πουλιά και τα υδρόβια ψάρια, μα ακόμη και οι θεοί οι μακρόβιοι, οι πρώτοι στις τιμές. Γιατί μονάχα αυτά υπάρχουν (τα ριζώματα), αλλά διατρέχοντας το ένα το άλλο γίνεται η όψη τους αλλιώτικη (γίνονται διαφορετικά). Τόσο τα αλλάζει η ανάμειξη

     Στο απόσπασμα αυτό είναι φανερό, ότι ο Εμπεδοκλής δέχεται την πανάρχαιη και παραδοσιακή γνώση για τη «Μητέρα Γη», όχι βέβαια με τη θεϊκή της σημασία, αλλά με την φυσιοκρατική έννοια, ως μητέρας των επί της γης δημιουργημάτων και των εμβιούντων όντων. Θεωρεί ότι τα πάντα, όσα δηλαδή υπήρξαν, όσα υπάρχουν και όσα θα υπάρξουν στο μέλλον, αλλά ακόμη και οι θεοί, ξεκινούν από τη γη.

     Εδώ φαίνεται η αντίληψή του, ότι θεός δεν προϋπήρξε της δημιουργίας, αλλά είναι αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή είναι ανθρώπινης προέλευσης. Άρα δεν φαίνεται ότι προϋπήρξε κάποιος «ευφυής σχεδιασμός», σύμφωνα με τις απόψεις σημερινών, θεολογικών κυρίως, κύκλων. Η λέξη «αλλοιωπά» θα μπορούσε να έχει δύο ερμηνείες, η μια ότι τα «ριζώματα» συνενούμενα αλλάζουν τις αρχικές τους μορφές και δίνουν τις καινούργιες, αλλά και ότι επεμβαίνουν και αλλάζουν τις μορφές των ήδη υπαρχόντων όντων, όπως π.χ. μια μετάλλαξη σε γονιδιακό επίπεδο, σύμφωνα με τις σημερινές γνώσεις.

Η Τύχη και η Αναγκαιότητα

            Η φιλοσοφική σκέψη του Εμπεδοκλή συνεχίζεται σε πεδία ασύλληπτα για την εποχή του, φαίνεται όμως ασύλληπτη και για την εποχή μας ακόμη. Στα επόμενα αποσπάσματα η έννοια αυτή των αλλαγών, αλλά και της επίδρασης της τύχης στο δημιουργικό έργο της Φύσης είναι πιο εναργής και πιο σαφής, όπως φαίνεται πρώτα απ’ όλα στο πιο κάτω απόσπασμα:

            5. Διογένης Λαέρτιος, βιβλ. Η΄: «Γιατί εγώ κάποτε ήμουν αγόρι και κορίτσι, πουλί και θάμνος και βουβό μέσα στο κύμα ψάρι». Οι στίχοι αυτοί θεωρείται από σύγχρονους ερευνητές ότι αναφέρονται στην πνευματική εξέλιξη και πιστεύεται έτσι ότι έχουν σχέση με την αθανασία του πνεύματος και απλώς ποιητική αδεία αναφέρονται κατ’ αντίστροφη φορά. Ασφαλώς είναι δυνατόν να είναι και έτσι, αφού ο Εμπεδοκλής θεωρείται κατά βάση φιλόσοφος, αλλά, έχοντας υπ’ όψη και άλλα αποσπάσματα του έργου του, τίθεται το ερώτημα, γιατί να μην εννοεί και την εξελικτική πορεία των οργανισμών, με την ίδια αντίστροφη φορά. Οι στίχοι αυτοί είναι τόσο διαυγείς, ώστε δίνουν τη σημερινή θεώρηση της εξελικτικής πορείας των οργανισμών, από τους κατώτερους θαλάσσιους οργανισμούς στους ανώτερους επίγειους, με κορωνίδα τον άνθρωπο.

            Σε ένα άλλο απόσπασμα, συνεχίζοντας τις περιγραφές του για τη δημιουργία των όντων, αναφέρει:

            6. Σιμπλίκιος, Φυσ. 371:33: «Όπως ο Εμπεδοκλής λέει, ότι υπό το κράτος της Φιλίας δημιουργήθηκαν πρώτα τα μέρη των ζώων, όπως έτυχε, δηλαδή κεφάλια, χέρια και πόδια, κι έπειτα αυτά έσμιξαν, ώστε βοϊδόμορφα όντα… ξεπρόβαλαν…»

            Από το απόσπασμα αυτό φαίνεται ότι είχε συλλάβει στη σκέψη του, γιατί αποκλείεται να είχε άλλες πειραματικές αποδείξεις, με όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, την απόλυτη συμμετοχή της τύχης στον τρόπο δημιουργίας, «αρχήν φησι γενέσθαι ως έτυχε». Δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει τις διεργασίες των γονιδίων μέσα στο κύτταρο, αλλά αυτό, που σήμερα γνωρίζουμε ότι γίνεται σε μοριακό επίπεδο, το εξέφρασε με μία εκπληκτική σκέψη τυχαίας συνένωσης των μερών του σώματος, που είχαν πρωτοδημιουργηθεί, όπως περιγράφεται στους στίχους του Εμπεδοκλή.

    Εκτός όμως από αυτή την ιδέα διαγράφεται και μία προδρομική σκέψη του τρόπου των αλλαγών, που τα «ριζώματα» μπορούν να επιφέρουν στα όντα που δημιουργούν. Ακόμη μέσα από τα δύο αυτά αποσπάσματα υπάρχει εν σπέρματι η σύγχρονη άποψη, ότι «κάθε έμβιο ον είναι συγχρόνως απολίθωμα. Φέρει μέσα του και έως τη μικροσκοπική δομή των πρωτεϊνών του τα ίχνη, αν όχι τα στίγματα, όλης της γενετικής του ανιούσας.» 22

 Στα επόμενα δύο αποσπάσματα, (7) και (8), καθώς και στο επεξηγηματικό (9), οι απόψεις του είναι κρυστάλλινες, και μόνον όσοι αρνούνται τα επιτεύγματα της σημερινής Επιστήμης μπορούν να έχουν διαφωνίες.

            7. Σιμπλίκιος, Φυσ. 32, 13 (3-17) και Περί Ουρανού 529, 1 (1-15): «…σαν έφτασε το Νείκος (φιλονικία, διαμάχη, Έριδα) στα τρίσβαθα (έγκατα) της δίνης, ήρθε η Φιλότης (αγάπη) στη μέση (στο κέντρο) του στροβίλου, όλα τούτα άρχισαν να ενώνονται (συνάζονται) και να γίνονται ένα μόνο, όχι όλα αμέσως (έξαφνα, ταυτόχρονα), αλλά σμίγοντας με άλλα σιγά-σιγά, από αλλού ξεκινώντας το καθένα κι από το σμίξιμό τους μύριες (αμέτρητες) ράτσες (είδη) θνητών βλάστησαν. Πολλά όμως ήταν άσμιχτα, εναλλάσσονταν με τα άλλα που έσμιγαν..

            Στο επόμενο απόσπασμα αναφέρονται τα εξής:

            8. Σιμπλίκιος, Φυσ. 158, 1: «Τι όλων η σύσμιξη τη μια γεννάει και καταστρέφει κι άλλη, καθώς χωρίζουνε, σαν αυξηθεί, πάει φεύγει, κι αυτά ποτέ δεν σταματούν να αλλάζουν μεταξύ τους κι είτε συγκλίνουν όλα τους με την Φιλότητα σε ένα είτε με το Νείκος, με την έχθρα του τα χωρίζει

Από τα τέσσερα προηγούμενα αποσπάσματα και φυσικά από την όλη θεώρηση του έργου του φιλοσόφου φαίνεται, ότι πιστεύει στη δημιουργία των ειδών από προγενέστερα υπάρχοντα, με αλλαγές που προκαλούσαν τα τέσσερα «ριζώματα». Σκέψη απόλυτα συμβατή με τις σημερινές γνώσεις για τον τρόπο που προκαλούνται οι διάφορες μεταλλάξεις στα έμβια όντα.

Ακόμα με τους στίχους «αρχήν φησι γενέσθαι ως έτυχε» και «ουκ άφαρ, αλλά θελημά συνιστάμεν’ άλλοθεν» εκφράζει, όχι απλώς ως ιδέα αλλά σαφώς, την έννοια της τύχης, που συμβάλλει στην εξέλιξη του έμβιου κόσμου. Περίπου ο,τι γράφει και πάλι ο Monod22, ο οποίος θεωρεί, ότι τα στοιχειώδη περιστατικά της δημιουργίας, αλλά κι εκείνα που ανοίγουν το δρόμο της εξέλιξης είναι μικροσκοπικά, απρόβλεπτα και άσχετα με τ’ αποτελέσματα, που μπορεί να επιφέρουν. Όπως το περιγράφει «Tiré du regne du pur hasard, il entre dans celui de la nécessité, des certitudes les plus implacables.» (Προερχόμενα από το βασίλειο της καθαρής τύχης εισχωρούν στο βασίλειο της ανάγκης, της πιο άκαμπτης βεβαιότητας.) Είναι απορίας άξιον, τι περισσότερο πρόσθεσε ο μεγάλος αυτός στοχαστής του τελευταίου τρίτου του περασμένου αιώνα στο στοχασμό των αξεπέραστων φιλοσόφων της αρχαίας ελληνικής διανόησης και ιδιαιτέρως του Εμπεδοκλή.

Από το απόσπασμα (8) που αναφέρεται εδώ, εκτός από το τυχαίο της συνένωσης και του χωρισμού των πραγμάτων, θα ήταν δυνατόν να υποτεθεί, ότι αναφέρεται και στοιχειωδώς στην εντροπία με την αύξηση των πληθυσμών και την καταστροφή τους.


Η «ζωγραφική» ανάμειξη των ριζωμάτων

            Ο Εμπεδοκλής, για να στηρίξει τις απόψεις του, αλλά και για να τις κάνει πιο κατανοητές σε ευρύτερο κύκλο απλών ανθρώπων, δίνει στη συνέχεια των γραφομένων του το πιο κάτω απόσπασμα:

            9. Σιμπλίκιος, Φυσ.: «Όπως όταν στολίζουν τα αναθήματα οι ζωγράφοι, άνδρες επιδέξιοι και γοργόστροφοι στην τέχνη τους, όταν πιάνουν στα χέρια τους πολύχρωμες βαφές, αρμονικά ανακατεύοντας, περισσότερο από τη μία λιγότερο από την άλλη, φτιάνουν μορφές που μοιάζουν με όλα, δέντρα και άντρες και γυναίκες, θηρία, πουλιά και ψάρια, που ζουν στο νερό, και θεούς μακρόβιους πρώτους στις τιμές. Μη σε πλανέψει η απάτη και φανταστείς πως άλλη είναι η πηγή των αμέτρητων θνητών πραγμάτων, που γύρω βλέπεις, παρά βάλε τα καλά στο νου σου αυτά, γιατί θεού το λόγο άκουσες

            Στο απόσπασμα αυτό γίνεται ένας πολύ εύστοχος παραλληλισμός του ζωγράφου, ο οποίος με την ανάμειξη λίγων χρωμάτων κατορθώνει να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο, φανταστικό ή να αποτυπώσει την πραγματικότητα, έτσι όπως και τα τέσσερα «ριζώματα» με την ανάμειξή τους σε διαφορετικές ποσότητες κάθε φορά δημιουργούν τα διάφορα όντα του κόσμου μας. Ο τελευταίος στίχος με πρώτη ανάγνωση φαίνεται πως έρχεται σε αντίθεση με τα πιστεύω του Εμπεδοκλή. Σύμφωνα όμως με τους Λάλο και Σκαρσουλή21 απλώς ο Εμπεδοκλής προσπαθεί να μυήσει το μαθητή του επικαλούμενος τη Μούσα, τη δική του Μούσα, που τον ενέπνεε, και την οποία θεοποιούσε.

            Ο Αριστοτέλης, αργότερα, περί τα μέσα του τέταρτου π.Χ. αιώνα, ταξινόμησε όλη σχεδόν τη γνώση της εποχής του και πρόσθεσε τις δικές του κυρίως σκέψεις και όχι παρατηρήσεις, που φαίνεται ότι δεν έκανε, όπως αναφέρουν οι σύγχρονοι μελετητές του12, και όπως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει μελετώντας με προσοχή τα κείμενά του. Η βιολογική σκέψη του Αριστοτέλη συνοψίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές: 1) Στην Φύση επικρατεί τάξη, και 2) κάθε φυσικό πράγμα έχει σκοπό12, και φυσικά κάθε επίτευγμα οποιουδήποτε φυσικού όντος έχει έναν καθορισμένο σκοπό, ο οποίος στους σύνθετους οργανισμούς δείχνεται με καθορισμένη μορφή. Τα επί μέρους συστατικά εντάσσονται σε μία ιεραρχική δομή.

            Στα βιβλία3,4 του «Περί ζώων μορίων» θεωρεί τους πιθήκους ως μεταβατική μορφή ανάμεσα στον άνθρωπο και στα θηλαστικά τετράποδα και στο «Περί γενέσεως και φθοράς» η βιολογική φιλοσοφία του Αριστοτέλη εκφράζεται με τα πιο κάτω: «Η γένεση και η φθορά είναι αιώνιος κύκλος και, κατά την άποψή μου, υπάρχει ένας αδιαμφισβήτητος λόγος γι’ αυτή τη συνέχεια: η νομοτέλεια της Φύσης και το ότι η Φύση αγωνίζεται πάντοτε για το καλύτερο», ενώ στο «Περί ζώων γενέσεως» ο Αριστοτέλης είναι σαφής και κατηγορηματικός, ότι τα γένη του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών είναι αιώνια, δεν υπόκεινται σε φθορά ούτε και σε δημιουργία. Ενώ γενικότερα στο έργο του ο μεγάλος επιστήμων – φιλόσοφος εκμεταλλεύεται στο έπακρο το έργο του Εμπεδοκλή, εν τούτοις διαφωνεί ριζικά με αυτόν λέγοντας: «...γι’ αυτό και είχε άδικο ο Εμπεδοκλής, όταν είπε, ότι πολλές ιδιότητες τις έχουν τα ζώα, επειδή έτσι έτυχε να γεννηθούν», δηλαδή δεν δέχεται τον παράγοντα τύχη στη εξέλιξη των οργανισμών. Στο σημείο αυτό βέβαια ο Εμπεδοκλής είναι αξιοθαύμαστος, γιατί οδήγησε από τότε το στοχασμό του σε κάτι που σήμερα θεωρείται κοινότοπο.

            Ο Δαρβίνος στις επιστολές του μιλάει με θαυμασμό για τον Αριστοτέλη, όπως και ο περίφημος εξελικτικός βιολόγος Dobzhansky στο έργο του «Evolution, genetics, and man»10 αναφέρεται δέκα φορές σε διάφορα σημεία στο έργο του Αριστοτέλη.

            Είναι περίεργο, που οι σύγχρονοι βιολόγοι αναφέρονται συνήθως μόνο στο έργο του Σταγειρίτη φιλοσόφου και ξεχνούν τους προγενέστερους απ’ αυτόν. Η μόνη ερμηνεία, κατά την γνώμη μου, είναι, ότι το έργο του Αριστοτέλη είναι περισσότερο γνωστό, ενώ των προσωκρατικών φιλοσόφων δεν είναι τόσο γνωστό για το βιολογικό του μέρος, όσο είναι για το φιλοσοφικό, ιδίως στον κοσμολογικό τομέα.

Μεγάλης σημασίας είναι οι έρευνες του Αριστοτέλη στην Βιολογία. Τα 21 σωζόμενα βιολογικά συγγράμματά του αποτέλεσαν την αφετηρία των βιολογικών ερευνών των νεωτέρων χρόνων.

 

            Εξετάζοντας τα αποσπάσματα που αναφέρθηκαν, όχι με φιλολογική επεξεργασία και ερμηνεία των λέξεων, αλλά με νοηματική επεξεργασία από βιολογικής άποψης, φαίνονται με πολύ σαφήνεια οι απόψεις του Εμπεδοκλή στον τρόπο ενεργείας των τεσσάρων «ριζωμάτων», που κατ’ αυτόν αποτελούν τις βάσεις δημιουργίας των πάντων. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής, ότι την εποχή εκείνη δεν ήταν τίποτε γνωστό από όσα η σημερινή Βιολογία έχει ανακαλύψει και πολύ περισσότερο ο μοριακός μικρόκοσμος. Συνέπεια τούτου ήταν ο Ερευνητής-Εμπεδοκλής να δημιουργήσει ένα δικό του σύστημα, δηλαδή τα «ριζώματα», την Φιλότητα και το Νείκος, για να μπορέσει να εξηγήσει αυτά, που η σημερινή γνώση τα αποδεικνύει με τη μοριακή Γενετική.

            Ξεκινώντας από την αρχική δημιουργία στο απόσπασμα (1) «…μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων εστί...», δίνει με το στίχο αυτό την πρώτη έννοια της ανάμειξης και της ανταλλαγής των πρωτογενών στοιχείων, κάτι που θυμίζει τη σύζευξη δύο γενετικών κυττάρων και την ανταλλαγή των χρωμοσωμάτων τους. Σε αυτό το στίχο αναφέρεται για πρώτη φορά η «ανταλλαγή των αναμεμειγμένων». Το επόμενο απόσπασμα (4) εξηγεί σαφέστερα, τι γίνεται με την ανάμειξη των στοιχείων: «δένδρεα τ’ εβλάστησε και ανέρες ηδέ γυναίκες, θήρες τα’ οιωνοί τε και υδατοθρέμονες ιχθύες». Δηλαδή δημιουργήθηκαν τα πάντα από τα τέσσερα βασικά στοιχεία, ακόμη και οι θεοί, σαφής τοποθέτηση, ότι οι θεοί είναι ανθρώπινα δημιουργήματα. Συνεχίζοντας αναφέρει, ότι μονάχα αυτά, τα «ριζώματα» δηλαδή, υπάρχουν, και ότι με την ανάμειξή τους γίνεται διαφορετική η όψη τους, γιατί τόσο πολύ τα αλλάζει η ανάμειξη. Στο στίχο αυτό υπάρχει, όχι σαφώς αλλά συγκαλυμμένα, η πρώτη νύξη της δυνατότητας αλλαγής των υπαρχόντων όντων.

            Το επόμενο απόσπασμα (5) «ήδη γαρ ποτ’ εγώ γενόμην κούρος τε κόρη, τε θάμνος και έξαλος έλλοψ ιχθύς», είναι περισσότερο σαφές για την προηγούμενη άποψη. Βέβαια από φιλοσοφικής άποψης δίδεται η εξήγηση, ότι με τους στίχους αυτούς εννοεί την μετενσάρκωση, με απώτερο σκοπό την πνευματική τελείωση. Από βιολογικής σκοπιάς όμως μοιάζει περισσότερο να εννοεί τις βιολογικές αλλαγές που παρατηρούνται στην Φύση.

            Στο απόσπασμα (7) που ακολουθεί με το στίχο: «…ουκ άφαρ, αλλά θελημά συνιστάμεν’ άλλοθεν άλλα. των δε μισγομένων χείτ’ έθνεα μύρια θνητών, πολλά δ’ άμικτ’ έστηκε κεραιομένοισιν εναλλάξ…», η έννοια της εξέλιξης των όντων είναι σαφέστατη. Ο Πανέρης23 γράφει: «Είναι πιθανόν, ότι εδώ έχουμε μία προδρομική αφετηρία της Δαρβίνειας θεωρίας, η οποία ωστόσο σίγουρα ξεκινά από τον Αριστοτέλη», και ο Βέικος5 θεωρεί, ότι «ίσως είναι υπερβολή να θεωρηθεί αυτό σαν ένα είδος θεωρίας φυσικής επιλογής και να υποστηριχθεί, πως ο Εμπεδοκλής πρόβαλε μία θεωρία, που μπορεί να αποτελεί ένα προανάκρουσμα της θεωρίας του Δαρβίνου

    Η άποψη του γράφοντος είναι, ότι ο Εμπεδοκλής όντως εκφράζει χωρίς περιστροφές την άποψη, που ο Αριστοτέλης3,4 διατύπωσε επίσης λίγους αιώνες αργότερα και φυσικά ο Δαρβίνος στα μέσα του προπερασμένου αιώνα, μετά από μία δισχιλιετία σκοταδισμού. Το επόμενο απόσπασμα είναι ακόμη περισσότερο σαφές για την έννοια αυτή της εξέλιξης, (8) «…και ταύτ’ αλλάσσοντα διαμπερές ουδαμά λήγει, άλλοτε μεν Φιλότητι συνερχόμενα εις εν άπαντα, άλλοτε δ’ αυ διχ’ έκαστα φορεύμενα Νείκεος έχθει.»

            Η επιστήμη σήμερα έρχεται να προσθέσει τις δικές της πλέον γενετικές αποδείξεις, ότι όλα τα όντα, όπως και ο άνθρωπος, που είναι και αυτός μια οντότητα της δημιουργίας, εξελίσσονται. Ο φυσικός νόμος δεν κάνει καμμιά διάκριση ανάμεσα στα όντα και τις μορφές της δημιουργίας και βοηθάει στην αδιάκοπη εξέλιξή τους. Μοιραία τώρα βλέπουμε, ότι κι η εξέλιξη ακολουθεί τα ίδια χνάρια. Από τη στιγμή που το πρώτο ζωντανό κύτταρο πήρε με τυχαίο τρόπο πνοή ζωής, όποιος και αν είναι ο τρόπος αυτός, μέχρι τη στιγμή που αυτό το κύτταρο εξελίχθηκε στις ανώτερες βαθμίδες των ζώντων όντων, η τύχη έπαιξε και παίζει το βασικό ρόλο της στην εξέλιξη, την επιλογή και τη γένεση, κάτι που το είπε περισσότερο από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια πριν ο Εμπεδοκλής. Το ανθρώπινο ζώο σε τίποτα δεν διαφέρει και καθόλου δεν μπορεί να ξεφύγει από τους κανόνες της Φύσης, όσο και να θέλει να ωραιοποιήσει και να ιδανικοποιήσει την ύπαρξή του με ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες.

     Ειδικότερα για το ανθρώπινο ον ο βιολόγος Dobzhansky11 θεωρεί, ότι «η εξέλιξη του ανθρώπου έχει γίνει εν μέρει μια νέα και άνευ προηγουμένου μορφή εξέλιξης, η εξέλιξη του πολιτισμού και της ελευθερίας». Θεωρεί επίσης, ότι τα δύο είδη εξέλιξης, βιολογικής και πολιτιστικής, συνενώνονται σε μία μοναδική διεργασία, που είναι η ανθρώπινη εξέλιξη. Οι γόνοι του ανθρώπου δεν έχουν τη δυνατότητα να του προσδιορίσουν από ένστικτο, ποιό είναι το καλό και ποιό το κακό, ποιό το σωστό και ποιό το λάθος. Η γνώση του καλού και του κακού κερδίζεται μόνο με την πείρα της ελευθερίας.

Στη σύγχρονη εποχή κόπτονται για την ανάταση του ανθρώπινου πνεύματος με σκοπό τη θέωσή του, όπως λένε, αλλά ξεχνάνε, ότι η Φύση έχει προνοήσει, ώστε κάθε εξέλιξη και κάθε πρόοδος να είναι ισόμετρη. Το πνεύμα δεν εξελίσσεται, αν δεν υπάρξει πολιτισμική εξέλιξη, και η τελευταία δεν γίνεται με τα θαύματα και τις απειλές της τιμωρίας, όπως δεν έγινε στα δύο χιλιάδες περίπου χρόνια της μεσαιωνικής καταπίεσης και οπισθοδρόμησης. Είναι αστείο να υποστηρίζεται, ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργία υπερβατική και παραμένει εσαεί όπως δημιουργήθηκε. Η εξέλιξη των όντων είναι ένα γεγονός,6, 10, 11, 15 που το βλέπουν μπροστά τους, στους μικρότερους οργανισμούς, και το ζουν με την εργασία τους, όσοι τουλάχιστον ασχολούνται με αυτά τα θέματα. Η δύναμη των φυσικών επιλογών για την προσαρμογή ενός οργανισμού στις ανάγκες της επιβίωσής του ξεπερνάει τα όρια της φαντασίας μας και των γνώσεών μας.

*       *       *

            Είμαστε πολύ μικροί, για να αγνοούμε τη δύναμη της Φύσης και να θέλουμε να την εγκλωβίσουμε σε γνώσεις εξ αποκαλύψεως. Οι προσωκρατικοί στοχαστές και φιλόσοφοι έχουν ανάψει το φως της γνώσης από τότε και δεν θα πρέπει να τους αγνοούμε. (Κώστας Θανασουλόπουλος, ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ.).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Αδριανόπουλος, Α.Γ., Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, Εκδ. Alvin Redman Hellas, Αθήναι 1971, σελ. 431.

2. Αξελός, Κ., Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία (Μεταφ. Δημητριάδη Κ.), Εκδ. Εξάντας 1968, σελ. 351.

3. Αριστοτέλης: Περί φυτών, Α και Β. Άπαντα. Εκδ. Ο. Χατζόπουλος.

4. Aristotle: Parts of animals. The Loeb Classical Library, London.

5. Βέϊκος, Θ., Οι προσωκρατικοί. Ελληνικά γράμματα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ. 253.

6. Βoner, D.M. andMillsS.E., Heredity. Ed. Prentice Hall, 1967, σελ. 112.

7. Γιαννάκης, Γ. Ν., Ορφέως, «Λιθικά», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 1982, σελ. 260.

8. Γκίκας, Σ. και Ευαγγέλου, Ι., Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Εκδ. Σαββάλα 1995, σελ.75-111.

9. Darwin, C., The origin of species. Ed. A mentor book, 1958, σελ. 479.

10. Dobzhansky,T., Genetics and the origin of species. Ed. Columbia Univ. press 1951, σελ. 361.

11. Dobzhansky, T., Evolution, genetics and man. Ed. J. Willey & Sons, Inc. 1955, σελ. 397.

12. During, I., Ο Αριστοτέλης, (Μεταφ. Π. Κοτζιά-Παντελή). Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 1994, Τομ. 2.

13. Ένγκελς, Φ., Διαλεκτική της Φύσης (Μεταφ. Θ. Μαρίνου) Εκδ. Αναγνωστίδη 1953, σελ. 462.

14. Eschenbachio, A.G., Orphei, Argonautica hymns et de Lapidibus, 1689, σελ. 329.

15. Guyenot, The origin of species. Ed. Walker sun books, 1944, σελ. 139.

16. Hanson, V.D. and Heath, J., ΠοιόςσκότωσετονΌμηρο; (Μεταφ. Ρ. Καρακατσάνη), Εκδ. Κάκτος 1999, σελ. 355.

17. Κirk, G.S., Heraclitus the cosmic fragments, Cambridge University Press 1954, σελ. 424.

18. Κirk, G.S., Raven, J.A., The presocratic philosophers, Ed. Cambridge University Press 1975, σελ. 487.

19. Κirk, G.S., Raven, J.A. and Schofield, M., Οιπροσωκρατικοίφιλόσοφοι (Μεταφ. Κούρτοβικ Δ.), Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 1990, σελ. 600.

20. Κριμπάς, Β.Κ., Εκτείνοντας τον Δαρβινισμό και άλλα δοκίμια, Εκδ. Νεφέλη 1998, σελ. 13-35.

21. Λάλος, Α και Σκαρσουλής, Π., Εμπεδοκλής, Περί φύσεως, Εκδ. Εικοστού πρώτου, σελ. 345.

22. Monod, J., Le hasard et la nécessité. Editions du Seuil, Paris 1970, σελ. 197.

23. Πανέρης, Ι. Ρ., Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Εκδ. Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 149.

24. Πασσάς, Ι. Δ., Τα Ορφικά, Εκδ. Εγκυκλοπαιδείας του «Ηλίου», 1964, σελ. 447.

25. Popper, K., Gigon, O. και Μιχαηλίδης, Κ. Π., Οι προσωκρατικοί (Μεταφ. Ζ. Δρακοπούλου), Εκδ. Imago A.E.B.E., Αθήνα 1984, σελ. 362.

26. Προσωκρατικοί, Εμπεδοκλής, Εκδ. Ο. Χατζόπουλος 2000, τομ. 11, σελ. 277.

27. Ρούσσος, Ε., Ηράκλειτος (Περί φύσεως). Εκδ. Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1987, σελ. 211.

28. Schofield, M., An essay on Anaxagoras, Ed. Cambridge University Press 1980, σελ. 187.

29. Sider, D., The fragments of Anaxagoras. Ed. Verlag Anton Hein 1981, σελ. 144.

ΠΗΓΗ: http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=577

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s