ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ


kion1ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

 

Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο 

«Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας»

 

Easterling, Knox

 

Ο Θουκυδίδης, ο πρώτος αληθινά Αθηναίος ιστορικός, διαφέρει από τον Ηρόδοτο ως προς τρεις σημαντικές απόψεις: (1) ασχολήθηκε με την ιστορία της ιδιαίτερης πόλης του· (2) διανοούμενος της νέας σχολής, πολύ επηρεασμένος από τη ρητορική και τη σοφιστική, έγραψε σύγχρονη ιστορία· (3) εξόριστος το 424/3 π.Χ. μετά την καταστροφική στρατηγία του, ήλθε στην ιστοριογραφία ως άνθρωπος της δράσης. Οι μαρτυρίες για τη ζωή του προέρχονται κυρίως από τις δικές του δηλώσεις, αλλά η αρχαιότητα γνώριζε επίσης για την ταφή του κοντά στα Κιμώνεια μνήματα (με επιγραφές, Μαρκελλ. 16 και 55· Βίος 7) και για ένα ψήφισμα από κάποιον Οινόβιο (Παυσ. 1.23.9) που ανακάλεσε τον Θουκυδίδη από την εξορία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου[1]. Ο Θουκυδίδης ήταν ώριμος άντρας όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 431 (1.1.1. και 5.26.5) κι έτσι γεννήθηκε πιθανώς στις αρχές της δεκαετίας του 450 (πριν από το 454, αν ήταν τουλάχιστο 30 ετών κατά τον χρόνο της στρατηγίας του το 424). Γιος του Ολόρου από το δήμο Αλιμούντα, ο Θουκυδίδης αναμφισβήτητα ανήκε στο γένος των Φιλαϊδών, και είναι ελκυστική η υπόθεση ότι ήταν συγγενής του Θουκυδίδη, γιου του Μελησία, του μεγάλου ανταγωνιστή του Περικλή που εξοστρακίστηκε το 443[2]. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση ήταν συντηρητικός, αν και θαυμαστής του Περικλή. Σχετιζόταν κάπως με τα χρυσωρυχεία της Θράκης (4.105.1), πράγμα που μπορεί να εξηγήσει γιατί είχε τοποθετηθεί ναύαρχος στην περιοχή εκείνη το 424. Εξόριστος, ίσως δίκαια, επειδή δεν κατάφερε να ανακουφίσει την Αμφίπολη από την επίθεση του Βρασίδα, μας λέει μόνο ότι αυτό του επέτρεψε να πάρει πληροφορίες και από τις δύο πλευρές (5.26.5). Πιθανόν απεβίωσε στην Αθήνα ευθύς μετά το 399 και θάφτηκε εκεί. Υπάρχει ωστόσο πλατιά διαδομένη αρχαία υπόθεση για το μέρος και τον τρόπο του θανάτου του. Ο Θουκυδίδης λέει ότι ασχολούνταν με τη σύνθεση του έργου του από την αρχή-αρχή του πολέμου (1.1.1) και δείχνει καθαρά ότι έγραφε ακόμη μετά το 404 (2.65.12· 5.26.1· 6.15.3). Το έργο τελειώνει απότομα το 411, στο μέσο μια πρότασης συνεχίστηκε από έναν αριθμό μεταγενέστερων ιστορικών, τον Κράτιππο και Θεόπομπο, των οποίων το έργο χάθηκε, και τον Ξενοφώντα, του οποίου τα σωζόμενα Ελληνικά αρχίζουν απ’ εκεί όπου σταματά ο Θουκυδίδης. Όταν η Ιστορία του Θουκυδίδη διακόπτεται στο 411, μία παρατήρηση προστίθεται σε πολλά χειρόγραφα για να δείξει ότι η αφήγηση του έτους εκείνου δεν είναι πλήρης, και ο Θουκυδίδης είχε σαφώς την πρόθεση να φτάσει τη διήγησή του ως το τέλος του πολέμου το 404 (βλ. ειδικά 5.26). Είναι γι’ αυτό θεμιτό να ρωτήσουμε πόσο το έργο είναι εσωτερικά τελειωμένο. Το ζήτημα περιπλέκεται από τη δήλωση του Θουκυδίδη ότι άρχισε να γράφει (όχι απλώς να κρατά σημειώσεις) μόλις ξέσπασε ο πόλεμος. Η σύγκριση του χωρίου αυτού με άλλα που υπονοούν σαφώς γνώση της έκβασης του πολέμου, οδήγησε τους μελετητές να κοιτάξουν για άλλα χωρία που αποδεδειγμένα γράφτηκαν είτε νωρίς είτε αργά, σε μια προσπάθεια να αντιληφθούν τις φάσεις της σύνθεσης από τις οποίες πέρασε το έργο. Εδώ δεν είναι ο χώρος για να δώσουμε πλήρεις καταλόγους[3], αλλά μερικές ενδείξεις για πρώιμη σύνθεση μπορούν να παρατεθούν, όπως η δήλωση ότι ο Ωρωπός ήταν αττικός (2.23.3), που δεν ήταν μετά το 412 π.Χ., ο υπολογισμός των σπαρτιατικών εισβολών της Αττικής στο 2.57.2 και 3.26.3, που αγνοεί την εισβολή που οδήγησε στην κατάληψη της Δεκέλειας το 413. Αυτά μπορεί να είναι απλώς πρώιμες σημειώσεις χωρίς μεγάλη σημασία, αλλά η γενική δήλωση ότι ο λοιμός έκανε μεγαλύτερη ζημιά στην αθηναϊκή δύναμη από οτιδήποτε άλλο (3.87.2, πβ. 1.23.3) μπορεί να ισχύει μόνο για τον Αρχιδάμειο πόλεμο του 431-421 και διαψεύδεται από την αφήγηση της Σικελικής εκστρατείας και από δηλώσεις για τις αιτίες της ήττας της Αθήνας (2.65). Για το λόγο αυτό υπάρχει κάποια δικαιολογία για τη θεωρία του Ullrich, που προτάθηκε το 1845-6 και υποστηρίζεται ακόμη από πολλούς, ότι αρχικά ο Θουκυδίδης συνέθεσε μια ιστορία του Αρχιδάμειου πολέμου και τη συνέχισε όταν είδε ότι η Νικίειος Ειρήνη του 421 ήταν μια κατ’ όνομα μόνο ειρήνη, όπως ο ίδιος εξηγεί στο ονομαζόμενο δεύτερο προοίμιο του έργου (5.26). Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι πολλά από τα χωρία που μνημονεύτηκαν ως πρώιμα δεν είναι κατ’ ανάγκην πρώιμα, ή μπορούν να ερμηνευτούν με άλλους τρόπους. Αυτό επαληθεύεται ιδιαίτερα στις επανειλημμένες αναφορές στα βιβλία 1-4 σ’ «αυτό τον πόλεμο» που σε πολλές περιπτώσεις, αν και όχι σε όλες, ισχύουν και για το δεκαετή και για τον εικοσιεπταετή πόλεμο. Είναι αλήθεια ότι ο Θουκυδίδης δεν δείχνει σ’ αυτά τα βιβλία (εκτός για το 2.65 που μπορεί να θεωρηθεί μεταγενέστερη προσθήκη) πόσο ο πόλεμος επρόκειτο να διαρκέσει, αλλ’ αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την τάση των πρώιμων συγγραφέων, όπως οι Όμηρος και Ηρόδοτος, να αναφέρονται στην αρχή των έργων τους μόνο στην αρχή της σειράς των γεγονότων τα οποία πρόκειται να καλυφθούν. Έτσι όταν ο Θουκυδίδης λέει στην αρχή του πολέμου (2.1.1) «τώρα άρχισε ο πόλεμος των Αθηναίων και των Πελοποννησίων και των συμμάχων τους, κατά τον οποίο αυτοί… πολεμούσαν συνεχώς», αυτό μπορεί να αναφέρεται μόνο στον Αρχιμήδειο πόλεμο αλλά μπορεί να γράφτηκε είτε νωρίς είτε αργά. Η περίπτωση για μια χωριστή έκδοση της ιστορίας του Αρχιδάμειου πολέμου, ενώ δεν είναι χωρίς βάση, δεν είναι πολύ ισχυρή.

Συνέχεια

Advertisements

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΕΔΟΚΛΗ


kion1Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΕΔΟΚΛΗ

 

Θανασουλόπουλος Κώστας

 

            Από την εποχή που ο Κάρολος Δαρβίνος9 διατύπωσε τη «Θεωρία της Εξέλιξης» των ειδών μέχρι και σήμερα, παρά την τρομακτική πρόοδο της έρευνας στη Βιολογία και την αύξηση των γνώσεων για την εξέλιξη των εμβίων όντων, οι διαμάχες και οι διαφωνίες για την ορθότητα αυτής είναι σημαντικές. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι την εποχή που δημοσίευσε τη θεωρία του ο Δαρβίνος, η κοινωνία της Ευρώπης και της Αμερικής, των πλέον προηγμένων μορφωτικά περιοχών, κατά τη δυτικοευρωπαϊκή άποψη φυσικά, δεν ήταν έτοιμη να τη δεχθεί. Η συνέπεια αυτής της δημοσίευσης ήταν να προκληθεί θύελλα αντιδράσεων, αποδοκιμασιών και αμφισβητήσεων κυρίως από θεολογικούς κύκλους, αλλά και από την επιστημονική κοινότητα.

            Η σημερινή όμως τάση της επέκτασης του Δαρβινισμού σε διάφορα πεδία γνώσης «αποδεικνύει, πόσον επιτυχής υπήρξε η θεωρία στην ερμηνεία της οργανικής εξέλιξης, αλλά και πόσον σημαντικός είναι ο μηχανισμός δοκιμής-απόρριψης, προκειμένου να εξηγήσει τη διαμόρφωση τάξης και την παρουσία πολύπλοκων κοινότοπων δομών», όπως υποστηρίζεται από τον Κριμπά20.

  Συνέχεια