ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ


kion1Γ του Κενταύρου

(ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ)

 

Ῥένου Άποστολίδη

 

Ἡ σει­ρά τῶν Κεν­ταύ­ρων ξε­κι­νά­ει μέ τήν ἔκ­δο­ση τῶν σε­μι­να­ρί­ων τοῦ­ϋ Ρέ­νου γιά νέ­ους δη­μο­σι­ο­γρά­φους τῆς ΕΣΗΕΑ. Ὁ τί­τλος: για­τι μ α θ ή μ α τ α  συ­νι­στοῦν, κι ὁ Κέν­ταυ­ρος ἦ­ταν ὁ μυ­θι­κός μύ­στης πρός τ’ ἀ­νώ­τε­ρα, πού ὁ Ῥέ­νος τόν εἶ­χε σύμ­βο­λο σέ κάμ­πο­σα κεί­με­νά του. μά καί γιά νά θυ­μί­ζῃ ἡ Γε­νι­κή αὐ­τή τούς μα­κρι­νούς ἀ­στε­ρι­σμούς, μιάς κι ὅ­σα λέ­γον­ται τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κά εἶ­ν’ ἀ­π’ τά συ­νη­θι­σμέ­να, ὥ­στε μοιά­ζουν ἀ­π’ ἄλ­λο ἄ­στρο…

Τά σε­μι­νά­ρια σκό­πι­μα δι­αι­ροῦν­ται σ’ αὐ­τό­νο­μες κ’ εὐ­σύ­νο­πτες ἑ­νό­τη­τες (κα­θε­μιά μέ δι­α­φο­ρε­τι­κό γράμ­μα: A, Β, Γ, κ.λ.), πού ἔ­χουν ἡ καί δέν ἔ­χουν σχέ­ση με­τα­ξύ τους: Παι­δεί­α καί γλῶσ­σα, ἀ­πό τόν Ὅ­μη­ρο στούς Προ­σω­κρα­τι­κούς, Ἡ­ρά­κλει­τος, Πλά­των καί Σο­φι­στές, Νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεί­α, δη­μο­τι­κή καί λό­για κ.λ. Ἀ­πο­τε­λοῦν βέ­βαι­α πολ­λο­στη­μό­ριο ὁ­σων δι­ε­ξῆλ­θε στά σε­μι­νά­ρια τῆς ΕΣΗΕΑ (1989-93), μά κα­θώς πο­τέ του δέν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε συγ­κε­κρι­μέ­νο «πρό­γραμ­μα μα­θη­μά­των», οὔ­τ’ ἔ­βα­ζε ὁ­ρια στό τί κ’ ἐκ ποι­ᾶς ἀ­φορ­μῆς θά πῇ, οὔ­τ’ ἀ­πέ­φευ­γε τίς γλα­φυ­ρές ὁ­σο καί μα­χη­τι­κές – ἀ­κό­μα κ’ ἔ­ναν­τι τῶν παι­δι­ών – πα­ρεκ­βά­σεις, ὁ­πο­τε λά­βαι­νε προ­κλή­σεις (ἐ­λεύ­θε­ρο μά­θη­μα ἦ­ταν!), ὁ ζων­τα­νός λό­γος του δύ­σκο­λα τι­θα­σεύ­ε­ται σέ γρα­φτό.

 

Ὁ Βαγ­γέ­λης Δου­βα­λέ­ρης ἀ­νέ­λα­βε τή με­τα­γρα­φή δύ­ο με­γά­λων τό­μων μέ τίς ἀ­πο­μα­γνη­το­φω­νή­σεις, πού­χαν συγ­κεν­τρω­θῆ χά­ρις στήν πρό­νοι­α τοῦ φί­λου Μ. Ἄ­με­λι­δη καί συ­νέ­θε­σε ἕ­να νέ­ο κεί­με­νο, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἕ­ναν κυ­κε­ώ­να ἀ­πέ­ναν­τί του καί κυ­ρι­ώ­τα­το ἐμ­πό­διο: τόν χει­μαρ­ρώ­δη λό­γο καί τό φλο­γε­ρό ταμ­πε­ρα­μέν­το τοῦ Ῥέ­νου – πού ποι­ός τό­νε συγ­κρά­τη­σε πο­τέ;.. Ξε­χώ­ρι­σε μέ ὑ­πο­μο­νή μυρ­μηγ­κιοῦ ὁ,τιμ­πο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­συρ­θῇ, δι­α­τη­ρών­τας πα­ράλ­λη­λα τύ­ψεις γιά ὁ,τι πο­λύ­τι­μο, μοι­ραί­α, χά­θη­κε… Ὅ­μως κ’ ἔ­τσι, πε­ρι­έ­χον­ται τό­σες σο­βα­ρές κρί­σεις, τό­σα ἀ­νε­κτί­μη­τα κα­τα­στα­λάγ­μα­τα γιά τίς βα­σι­κές μορ­φές καί τά θε­με­λι­ώ­δη κεί­με­να τῆς ὁ­λης ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τέ­τοι­οι κα­τευ­θυν­τή­ριοι ἄ­ξο­νες γιά κρι­σι­μώ­τα­τα τῆς Παι­δεί­ας, ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἔ­χει σέ λί­γες σε­λί­δες πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ τά δι­δα­σκό­με­να συ­νή­θως ἐ­πί χρό­νια ὁ­λά­κε­ρα στά πα­νε­πι­στή­μια…

 

 

Μέ τήν ἄ­δεια τῶν ἁρ­μο­δί­ων δη­μο­σι­εύ­ου­με ἀ­πό τό Γ τοῦ Κεν­ταύ­ρου το συ­νο­ψι­στι­κό – συμ­πε­ρα­σμα­τι­κό α­πό­σπα­σμα για τον Ἡ­ρά­κλει­το:

 

Ἑ­κη­βό­λος

Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος εἰ­ν’ ἕ­να πνεῦ­μα προ­σω­πι­κό, ἐκ­φρά­ζει κα­θα­ρά καί μό­νον τή δι­κή του σκέ­ψη. Οἱ κοι­νοί θά τόν λέ­γαν «ἐ­γω­ι­στή» – πλήν ὅ­μως τό ἐ­πί­θε­το «ἐ­γω­ι­στής» ἔ­χει μί­α κα­θα­ρῶς ἠ θ ι κ ή  σ η μ α σ ί α: ὁ πάν­το­τε ὑ­πέρ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, ἐ­ναν­τί­ον ἤ κι ἀ­δι­ά­φο­ρος γιά τούς ἄλ­λους, εἰς βά­ρος τῶν ἄλ­λων, δέν εἶ­ναι φι­λάλ­λη­λος οὔ­τε ἀλ­τρου­ι­στής. Ἑ­πο­μέ­νως δέν ἰ­σχύ­ει αὐ­τός ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός γιά τόν Ἠ­ρά­κλει­το. Προ­τι­μώ­τε­ρος εἶ­ν’ ἕ­νας ἄλ­λος ὅ­ρος, πού μᾶς πά­ει σέ μιάν ἀ­νά­λο­γη φι­λο­σο­φι­κή θέ­ση:  ἐ γ ω τ ι κ ό ς  (egotique). Ἔ­τσι χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ὁ Μάξ Στίρ­νερ (ψευ­δώ­νυ­μό του Γι­ό­χαν Γκά­σπαρ Σμίτ), ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτος στο­χα­στής, ἀ­ναρ­χι­κός πρό τοῦ Νί­τσε, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γρα­ψε τό πε­ρί­φη­μο: Ὁ Ἕ­νας κι ὁ κό­σμος του.[1] Ἡ – ἄς τήν ποῦ­με – «σχο­λή» αὐ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐ­κεί­νους πού κα­τά βά­ση δέ μι­λᾶ­νε γιά λο­γα­ρι­σμό κα­νε­νός ἄλ­λου πέ­ρᾶν τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους, μή ὑ­πη­ρε­τών­τας πα­ρα­τά­ξεις. κα­τη­γο­ρί­ες ἀν­θρώ­πων κ.λ. Κι­νοῦν­ται ἀ­π’ τήν ἑ­ξῆς θέ­ση: «—Ἐ­γώ α ὐ τ ά  πι­στεύ­ω, καί δέν τά λέ­ω κἄν γιά νά συμ­φω­νή­σε­τε σεῖς! Συμ­φω­νεῖ­τε – δέ συμ­φω­νεῖ­τε, ἐ­γώ πάν­τως τά γρά­φω!»[2] Αὐ­τή εἶ­ν’ ἡ ἐ­γω­τι­κή θέ­ση – δέν εἶ­ν’ ἐ­γω­ι­στι­κή, για­τί δέν ἔ­χει ἠ­θι­κό χα­ρα­κτή­ρα.

Τοῦ γύ­ρε­ψαν κά­πο­τε νά τούς θε­σπί­σῃ νό­μους, κ’ ἐ­κεῖ­νος τούς εἶ­πε: Ἄν­τε κρε­μα­στῆ­τε ὅ­λοι ἀ­πό ἔ­φη­βο κι ἀ­πά­νω. κι ἀ­φῆ­στε τήν πό­λη στά παι­διά![3] Δέν ξέ­ρω ἄν τήν πί­στευ­ε αὐ­τή τήν ὑ­περ­βο­λή. Πί­σω ὅ­μως ἀ­π’ τή ρή­ση τί­θε­ται τό πρό­βλη­μα τῶν γε­νε­ῶν: Ὅ­σοι δέν εἶ­στ’ ἔ­φη­βοι πά­τε νά κρε­μα­στῆ­τε! Δη­λα­δή, τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ; Οἱ κοι­νω­νί­ες κά­νουν βέ­βαι­α τ’ ἀν­τί­θε­το: ἀ­φοῦ στή­σουν κα­λά ἕ­να πο­λι­τεια­κό ἤ παι­δευ­τι­κό κα­θε­στώς, ὅ­λα τούς συν­τεί­νουν σ τ ό  ν ά  ἐ π α ν α λ α μ β ά ν ω ν τ α ι  ο ἱ   κ ρ α τ ο ῦ ν τ ε ς.

Πιό γε­ρον­το­κρα­τού­με­νη κοι­νω­νί­α ἀ­π’ τή δι­κή μας δέν ὑ­πάρ­χει! (Ἐ­μέ­να, ἄς ποῦ­με, μέ κα­τα­τάσ­σουν στούς… «νε­ώ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς», φαν­τά­σου! Νε­ώ­τε­ρος ἐ­γώ – ἐ­τῶν 68! Δη­λα­δή, γιά νά γί­νω κ’ ἐ­γώ «ἕ­νας ἀ­π’ τούς πα­λαι­ό­τε­ρους», πρέ­πει νά φτά­σω τά 120, δι­ό­τι, φυ­σι­κά, ὑ­πάρ­χουν οἱ ὀ­γδον­τά­ρη­δες, οἱ ἐ­νε­νην­τά­ρη­δες, σε­βα­στοί δῆ­θεν κι ὅ­λα τά συ­να­φῆ… Τώ­ρα, ἄν δέν ἦ­ταν πο­τέ ἄ­ξιοι, δέν ἔ­χει πλέ­ον ση­μα­σί­α! «Μιάς καί γέ­ρα­σε, εἶ­ναι σε­βα­στός!..») Οἱ συν­τη­ρη­τι­κές κοι­νω­νί­ες εἶ­ναι συ­νή­θως ρα­σι­ο­να­λι­στι­κές καί γε­ρον­το­κρα­τού­με­νες. Πι­στεύ­ουν δέ στά λο­γής-λο­γής «ὀ­χυ­ρώ­μα­τα» – ἐ­νῶ ὁ νέ­ος, τί νά τά κά­νῃ τά «ὀ­χυ­ρώ­μα­τα»; Παίρ­νει φό­ρα, ὁρ­μἀ­ει μέ τό κε­φά­λι, καί σοῦ λέ­ω γώ με­τά ποι­ό «ὀ­χύ­ρω­μα» τόν κρα­τά­ει!..

Δῆ­τε τίς κοι­νω­νί­ες τῶν νέ­ων κα­θε­στώ­των τοῦ αἰ­ώ­να – ἀ­σχέ­τως ἄν αὐ­τά χαν­τα­κώ­θη­καν, ἄν ἦ­ταν ἄ­θλια κι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, κ’ ἐν­τέ­λει πέ­σα­νε! Τά μέν ἡτ­τή­θη­καν στόν Πό­λε­μο, τά δέ ἔ­πε­σαν μό­να τους, ναί. Ὡ­στό­σο, πα­ρά τά κα­κά τους, οἱ κοι­νω­νί­ες αὐ­τές δέν ἦ­ταν γε­ρον­το­κρα­τού­με­νες. Ὅ­ταν πρω­το­στή­θη­καν τά κα­θε­στῶ­τα αὐ­τά – κι ὁ χι­τλε­ρι­σμός, κι ὁ Φράν­κο στήν Ἱ­σπα­νί­α, κι ὁ κομ­μου­νι­σμός στή Ρω­σί­α καί στήν Κί­να -, εἶ­χε κα­τέ­βη πο­λύ τ’ ὅ­ριο ἡ­λι­κί­ας στ’ ὁ­ποῖ­ο κα­νείς ἔμ­παι­νε στήν κοι­νω­νι­κή πρά­ξη, δρα­στι­κά. Ἐ­νῶ τό ἀν­τί­θε­το συμ­βαί­νει στίς κοι­νω­νί­ες τοῦ ἀ­στι­σμοῦ, στίς κοι­νω­νί­ες τοῦ τρί­του κό­σμου, καί γε­νι­κό­τε­ρα στίς ὑ­πα­νά­πτυ­κτες καί τίς ἀρ­χέ­γο­νες κοι­νω­νί­ες.

Ἔ­τσι, εἴ­δα­με στό Δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λε­μο εἰ­κο­σά­χρο­νους ταγ­μα­τάρ­χες χι­τλε­ρι­κούς! Θη­ρί­α σκέτ­τα!..

Σᾶς τά λέ­ω αὐ­τά, γιά νά μπῆ­τε στό πνεῦ­μα τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του σω­στά καί ση­με­ρι­νά· τό ζή­τη­μα δέν εἶ­ναι νά δι­α­βά­ζου­με τά δα­σκα­λί­στι­κα τά πα­λιά. Τό βι­ο­λο­γι­κό δυ­να­μι­κό ἔ­χει καί πα­ρα­έ­χει ση­μα­σί­α!

 

Ἄς δοῦ­με λοι­πόν, ἔ­τσι συ­νο­πτι­κά, τή φύ­ση τῆς σκέ­ψης αὐ­τῆς:

Ἄς ποῦ­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ὁ κό­σμος ἀ­π’ τή μί­α με­ριά, ἐ­κεῖ­νο ποῦ λέ­με: πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κι ἀ­π’ τήν ἄλ­λη με­ριά αὐ­τό πού­μα­στ’ ἐ­μεῖς σά συ­νεί­δη­ση, σά νοῦς, σάν πνεῦ­μα… (Ἀ­πο­φεύ­γω τίς γε­νι­κο­λο­γι­κές λέ­ξεις, πού­ναι φορ­τω­μέ­νες μέ θε­ο­λο­γι­κές ση­μα­σί­ες, ὅ­πως ψυ­χή. Ἡ λέ­ξη συ­νεί­δη­ση, πού χρη­σι­μο­ποι­ῶ, εἶ­ναι μέν ἀ­φη­ρη­μέ­νη, ἀλ­λ’ ἔ­χει μί­α ψυ­χο­λο­γι­κή δι­ά­στα­ση. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι σέ κεῖ­νο πού συμ­βαί­νει δια­ρκῶς μέ­σα μου, ἐν μί­ᾳ συ­νε­χεί­ᾳ πα­ρα­στά­σε­ων, σκέ­ψε­ων κ.λ.)

Ἐ­μεῖς. τώ­ρα, δι­α­θέ­του­με Λό­γο.

Ὅ­ταν ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης κα­τα­γρά­φει τούς νό­μους τῆς λο­γι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, κα­τα­γρά­φει, στήν οὐ­σί­α, τό πῶς σκε­φτό­μα­στε – τήν τυ­πι­κή λο­γι­κή, δη­λα­δή.[4] Ποι­ές εἶ­ναι οἱ τυ­πι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες τοῦ λο­γι­σμοῦ; Ἄν Α=Β. καί Β=Γ, τό­τε Α=Γ. Δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά­ναι Α καί μή Α. Εἶ­ναι πα­ρά­λο­γο κι ἀν­τι­φα­τι­κό.

Ἀ­π’­τήν ἄλ­λη με­ριά: ὁ κό­σμος.

Παίρ­νει λοι­πόν κά­ποι­ος φό­ρα καί λέ­ει: «Ἐ­γώ πι­στεύ­ω ὅ­τι κι ὁ κό­σμος εἶ­ναι σάν τό νοῦ μου!» Τρα­βά­ει μιά σπα­θιά, λύ­νει τό πρό­βλη­μα ἔ­τσι, καί προ­χω­ρά­ει! Αὐ­τός εἶ­ν’ ὁ Παρ­με­νί­δης!  Τ ό  γ ά ρ  α ὐ τ ό  ν ο ε ῖ ν  ἐ σ τ ί ν  τ ε  κ α ί  ε ἶ ν α ί![5]  (: τ ό  ἴ δ ι ο  ε ἶ ν α ι  ἡ  ν ό η σ η  κ α ί  τ ό  ε  ἶ ν α ι!)  Τί ἐν­νο­οῦ­σε μέ­σα σέ κεῖ­νο τό εἶ­ναι; Ἐν­νο­οῦ­σε: τό νά εἶ­μαι καί τό νά νο­ῶ εἶ­ναι τό ἴ­διο; Ὁ­πό­τε πᾶ­με στόν Καρ­τέ­σιο: Σκέ­φτο­μαι. ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἐν­νο­οῦ­σε αὐ­τό.

Τί γί­νε­ται ὅ­μως μέ κεῖ­νο τό ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό πού βά­ζα­νε κά­ποι­α κα­κά πνεύ­μα­τα: «Ἔ­στω ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ν’ αὐ­τός πού λαμ­βά­νε­τε διά τῆς ἐμ­πει­ρί­ας. Καί πῶς προ­κύ­πτει ὅ­τι οἱ δο­μές του εἶ­ν’ ἴ­δι­ες μέ τίς δο­μές τοῦ νοῦ σας; Κι ἄν δέν εἶ­ναι; Πῶς τό ἀ­πο­δεί­ξα­τε αὐ­τό;» Τή δι­α­φο­ρά κό­σμου-νοῦ τήν ἔ­δει­ξε ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος.

Τό ἀ­νά­λο­γο στή νε­ώ­τε­ρη ἐ­πο­χή πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ν’ ὁ Ἀ­ϊν­στά­ιν. Τί εἶ­πε; Λέ­τε ὅ­τι βρί­σκε­σθε ἐν στά­σει. Θά τό δοῦ­με. Μή­πως ἐν­νο­εῖ­τε ὅ­τι εἶ­σθε στήν αὐ­τή στα­θε­ρά σχέ­ση μέ ἕ­τε­ρον τί κι­νού­με­νον; Κ’ ἔ­φε­ρε τά πά­νω-κά­τω στήν Ἐ­πι­στή­μη!..

Ὥ­στε ὁ κό­σμος εἶ­ναι μί­α ἄλ­λη δο­μή ἀ­π’ ὅ,τι ὁ νοῦς μας; Τό­τε τί τόν κά­νου­με τόν νοῦ; Δέν μπο­ροῦ­με νά γνω­ρί­σου­με τόν κό­σμο; Οἱ ἀ­γνω­στι­κοί αὐ­τό λέ­νε. Ἀ­πό­λυ­τη ἄ­πο­ψη…

Ἐ­γώ, προ­σω­πι­κά, εἶ­μαι ἀ­γνω­στι­κός, χω­ρίς νά συμ­πλη­ρώ­νω μέ πί­στη ἐ­κεῖ­νο πού δέν μπο­ρῶ νά βρῶ. Ἁ­πλῶς λέ­ω ὅ­τι δέν βλέ­πω πῶς μπο­ρῶ νά γνω­ρί­σω τόν κό­σμο μ’ αὐ­τό τ’ ὄρ­γα­νο μό­νο. Τώ­ρα μέ τί ἄλ­λο, θά τό δοῦ­με… Μέ τήν ἐ­νό­ρα­ση, λέ­ει ὁ Πλω­τῖ­νος· μέ τή δι­αί­σθη­ση ὁ Μπέρ­ξον, ὁ ὁ­ποῖ­ος φυ­σι­κά με­λέ­τη­σε Πλω­ταῖ­νο.

Τόν και­ρό λοι­πόν πού σα­ρώ­νει ὁ νοῦς τούς μύ­θους καί τούς ἥ­ρω­ες, ρω­τά­ει ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος: Ἀ­λή­θεια, εἶ­στε βέ­βαι­οι; Μή­πως τ’ ὄρ­γα­νο πού σᾶς ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πό θε­ούς καί μύ­θους σᾶς ἁ­λυ­σο­δέ­νει σέ κά­τι ἄλ­λο (ἀ­π’ τ’ ὁ­ποῖ­ο θά κά­νε­τε 3000 χρό­νια γιά ν’ ἀ­παλ­λα­χτῆ­τε); Μή­πως – λέ­ω ἐ­γώ, ἐ­πε­κτεί­νον­τας τή σκέ­ψη του – έ­λευ­θε­ρω­θή­κα­τε ἀ­πό θε­ούς, κ’ εἶ­στ’ ἕ­τοι­μοι τώ­ρα νά πα­τή­σε­τε μιά πε­πο­νό­φλου­δα – πού θά σᾶς πά­ῃ ποῦ; Γιά κοι­τᾶ­τε τή ζω­ή γύ­ρω σας τή ση­μερ­νή: ἐ­κεῖ­να πού σᾶς κά­νουν νά ὑ­πο­φέ­ρε­τε εἶ­ν’ ἀ­πόρ­ροι­ες τῆς πέ­ρα ἀ­π’ τό μέ­τρο κυ­ρι­αρ­χί­ας τῆς λο­γι­κῆς – δη­λα­δή: ξε­ρῆς λο­γι­κῆς! Ὅ­σο περ­σό­τε­ρη λο­γι­κή, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη κό­λα­ση! Ἡ κα­θη­μερ­νή σας κό­λα­ση προ­έρ­χε­ται ἀ­π’ τήν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ  ἑ ν ό ς  μό­νο στοι­χεί­ου πού μᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ… Κι ἀ­κό­μα ἐ­δῶ βρι­σκό­μα­στε, νά! Στό δι­α­νο­η­τι­κό ὄρ­γα­νο στ’ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­δί­δου­με ὑ­πέρ­τα­τη ση­μα­σί­α!..

Εἶ­ναι ὄρ­γα­νο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ὁ Λό­γος, πα­ρή­χθη ἐν κοι­νω­νί­αις γιά νά ὑ­πη­ρε­τῇ τόν κοι­νω­νι­κό βί­ο. Ἀλ­λά δέν εἶ­ν’ ὄρ­γα­νο γιά τή γνώ­ση τοῦ κό­σμου! Ἄλ­λο κοι­νω­νί­α, ἄλ­λο κό­σμος.. Αὐ­τό λοι­πόν τό ρι­ζι­κό ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό λαν­θά­νει μές σέ κά­θε ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Α ὐ τ ή εἶ­ν’ ἡ ἐ­πα­να­στα­σή του, τρό­πον – τι­νά, στό χῶ­ρο τῆς σκέ­ψης: ἡ ἵ­δρυ­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς. Ἡ τυ­πι­κή λο­γι­κή λέ­ει ὅ­τι ἡ ἀν­τί­φα­ση εἶ­ν’­ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη. Δέν μπο­ρεῖς νά πῇς πῶς κά­τι εἶ­ναι Α καί ταυ­τό­χρο­να μή Α. Ἀρ­χή της  ἀ ν τ ι φ ά σ ε ω ς  εἶ­ναι, ὄ­χι τῆς ἀ ν τ  ι θ έ σ ε ω ς!  Ἔ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α. Ἡ ἀν­τί­θε­ση εἶ­ναι στό χῶ­ρο τῶν π ρ α γ μ ά τ ω ν,  ἤ αὐ­τῶν πού εἰ­σπράτ­του­με ὡς πράγ­μα­τα· ἡ ἀν­τί­φα­ση εἶ­ναι μο­νά­χα στό χῶ­ρο τοῦ Λό­γου. Δη­λα­δή: δέν μπο­ρεῖς ν’  ἀ ν τ  ι φ ά σ κ ῃ ς,  δέν μπο­ρεῖς δη­λα­δή νά  λ έ ς  καί ναί καί ὄ­χι, για­τί τό­τε δέν συ­νεν­νο­ού­μα­στε! Νά ὁ  κ ο ι ν ω ν ι κ ό ς  ρό­λος τοῦ Λό­γου! Σέ  κ ο ι ν ω ν ί α  ζοῦ­με! Φαν­τά­σου νά σέ ρω­τή­σω: «Θαρ­θῇς αὔ­ριο τό πρω­ί;» καί σύ νά μοῦ ἀ­πάν­τη­σης: «Θάρ­θω καί δέ θάρ­θω»!..

 

Θά σᾶς πῶ ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κό σχῆ­μα γιά νά κα­τα­λά­βε­τε για­τί ἀ­δυ­να­τεῖ ὁ νοῦς νά συλ­λά­βῃ τήν κί­νη­ση, κι ὅ­πο­τε τή συ­ναν­τά­ει κά­νει μί­α στα­τί­κευ­ση: Μπρο­στά μου ὑ­πάρ­χει ἕ­νας δρό­μος ἀ­π’ ὅ­που περ­νά­ει ἕ­ν’ ἁ­μά­ξι. Ἔ­στω ὅ­τι τό μῆ­κος τοῦ ἁ­μα­ξιοῦ εἶ­ναι ΑΒ. Σ’ ἕ­να ὡ­ρι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο τῆς δι­α­δρο­μῆς του ὑ­πάρ­χει τό ἄ­νυ­σμα ΑΒ, πού­ναι ἀ­κρι­βῶς τό μῆ­κος του – ἔ­τσι;

 

 

               Ἐ­ρώ­τη­ση:                              —Βρέ­θη­κε τό ἁ­μά­ξι κά­ποι­α στιγ­μή στή θέ-

                                                                      ση ΑΒ;

                                                                  —Πῶς ὄ­χι; Ἄν δέν βρι­σκό­ταν στή θέ­ση ΑΒ,

                                                                       πῶς πἐ­ρα­σε;

                                                                   —Κ’ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς στή θέ­ση ΑΒ;

                                                                   —Μά φυ­σι­κά!

                                                                   —Ἔ, τό­τε δέν ἐ­κι­νεῖ­το!

     

Προ­σέξ­τε: ἄν βρι­σκό­ταν ἀ κ ρ ι β ῶ ς  στή θέ­ση ΑΒ, κι ὄ­χι στή Θέ­ση Α+, Β+,  δ έ ν  ἐ κ ι ν ε ῖ τ ο!  Ὁ­πο­τε τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ; Δέν μπο­ρῶ νά ἐκ­φρά­σω λ ο γ ι κ ά  κά­τι πού εἰ­σέ­πρα­ξα ἐ μ π ε ι ρ ι κ ά!  Μά τό­δα νά κι­νῆ­ται – πέ­ρα­σε μπρο­στά μου! Πῶς πέ­ρα­σε ὅ­μως;  Ἀ λ ή θ ε ι α,  στε­κό­ταν στή θέ­ση ΑΒ, γιά νά τό δῶ ὅ­τι εἶ­ν’ ἐ­κεῖ, καί με­τά στήν ἄλ­λη θέ­ση. πα­ρα­πέ­ρα; Αὐ­τή τήν κα­σκα­ρί­κα ποι­ός μᾶς τή σκά­ει; Ποι­ός μᾶς ἔ­στη­σε αὐ­τή τήν ἐ­νέ­δρα; Για­τί ὅ­ταν λέ­με: τή στιγ­μή X ἦ­ταν στή θέ­ση ΑΒ, τί ἔ­χου­με κά­νει; Ἔ­χου­με στα­μα­τή­σει τό χρό­νο! Κι ἅ­μα «στα­μα­τή­σα­με» τό χρό­νο, «στα­μα­τή­σα­με» τήν  κ ί ν η σ η.  Κά­να­με τήν κί­νη­ση στά­ση! Δέν ὑ­πάρ­χει καί γί­γνε­σθαι! Δη­λα­δή, δέν ὑ­πάρ­χει κό­σμος!..

Γιά νά δοῦ­με, λοι­πόν, τί ἀ­κρι­βῶς κά­νου­με: τέ­μνου­με τή συ­νέ­χεια τοῦ χρό­νου πού ρέ­ει μέ­σα μας, τή συ­νέ­χεια τῆς συ­νεί­δη­σής μας, τή συ­νέ­χεια τῆς πρόσ­λη­ψης πραγ­μά­των, ἐ­νῶ προσ­λαμ­βά­νου­με πράγ­μα­τα σ υ ν ε χ ῆ!  Δέν εἶ­ναι σό­φι­σμα τό σχῆ­μα αὐ­τό, ἀλ­λά μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ρι­ζι­κῆς ἀ­δυ­να­μί­ας τοῦ νοῦ νά ἐκ­φρά­ςῃ τήν κί­νη­ση, τή συ­νέ­χεια κ.λ. Αὐ­τό ἐν­νο­εῖ ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος, αὐ­τό ἔ­χει συλ­λά­βει ὅ­ταν λέ­ῃ: Στό ἴ­διο πο­τά­μι δέν ξα­ναμ­παί­νει κα­νείς – για­τί; Δι­ό­τι δέν εἶ­ναι τό ἴ­διο! Ἕ­τε­ρα καί ἕ­τε­ρα ὕ­δα­τα ἐ­πιρ­ρεῖ! Ἄ­ρα ὅ­λος σου ὁ Λό­γος κι ὁ νοῦς εἶ­ν’ ἄ­χρη­στος γιά νά γνω­ρί­σῃς τ ά  π ρ ά γ μ α τ α  ὅ π ω ς  ε ἶ ν α ι!  Ὁ  ν ο ῦ ς  γ ι ά   ν ά   τ ά  ἐ κ φ ρ ά σ ῃ,  τ ά  ἀ λ λ ο ι ώ ν ε ι!  Τήν κί­νη­ση τήν κά­νει στά­ση, τήν καμ­πύ­λη τήν κά­νει εὐ­θεῖ­ες – δη­λα­δή τό ζων­τα­νό τό κά­νει νε­κρό, τό γί­γνε­σθαι τό κά­νει εἶ­ναι. Δη­λα­δή, ἐ­σύ λές ὅ­τι βλέ­πεις τόν κό­σμο καί βλέ­πεις, ἀ­κρι­βῶς, μή κό­σμο! Ἡ συ­νεί­δη­σή μας εἶ­ναι μί­α συ­νε­χής ρο­ή (ἡ φρά­ση εἶ­ναι τοῦ Μπέρ­κλε­ϋ, σπου­δαί­ου Εὐ­ρω­παί­ου στο­χα­στῆ)… Ἐ­μέ­να μοῦ βι­δώ­θη­κε αὐ­τός ὁ ὅ­ρος, καί δέν κά­νω βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα: ρο­ή τῆς συ­νεί­δη­σης! Μέ­σα μας συ­νε­χῶς ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται – νά τό ποῦ­με ὠ­μά – μιά ται­νί­α, πού ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό τί; Ἀ­πό αἰ­σθή­μα­τα, πα­ρα­στά­σεις, σκέ­ψεις κ.λ. πού πο­τέ δέ στα­μα­τᾶ­νε. Ἄν στα­μα­τή­σουν, πε­θά­να­με!

 

Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος, λοι­πόν, κα­τέ­βη­κε στή ρί­ζα τῆς ζω­τι­κό­τη­τας καί συ­νέ­λα­βε αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς: τ’ ὅ­τι ὑ­πάρ­χου­με εἶ­ν’ ὑ­πό­θε­ση ἑ­νός γί­γνε­σθαι. Κα­τα­λα­βαί­νε­τε τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Δέν ὑ­πάρ­χει ἐ­πα­να­στα­τι­κώ­τε­ρη ἰ­δέ­α ἀ­π’ αὐ­τήν! Ὅ­λα εἶ­ναι ρευ­στά! Σοῦ γυ­ρεύ­ει, λ.χ., ὁ ἀ­στυ­φύ­λα­κας ταυ­τό­τη­τα. Ἀλ­λά ποι­ά ταυ­τό­τη­τα; Κα­νέ­νας δέν εἶ­ν’ «αὐ­τός» τήν ἑ­πό­με­νη στιγ­μή, οὔ­τε καμ­μί­α στιγ­μή ἑ­πό­με­νη. Ποι­ά ταυ­τό­τη­τα λοι­πόν «στα­θε­ρή»; Ἐ­νῶ οἱ κοι­νω­νί­ες; «Ταυ­τό­τη­τα, πα­ρα­κα­λῶ. χ α λ κ ά  νά σέ κρα­τά­ω! Ἐ­σύ εἶ­σ’ αὐ­τό· γεν­νή­θη­κες τό­τε· κα­τοι­κοῦ­σες ἐ­κεῖ! Τό χαλ­κά, πα­ρα­κα­λῶ, τῆς «χθε­σι­νῆς» σου ταυ­τό­τη­τας! Γι’ αὐ­τό κ’ ἕ­νας ἀ­ναρ­χι­κός τί λέ­ει; Δέν δέ­χο­μαι νά μέ προσ­δι­ο­ρί­ζῃ οὔ­τε ἡ προ­η­γού­με­νη στιγ­μή! Ἐ­γώ ξα­να­πο­φα­σί­ζω ποι­ός εἶ­μαι κά­θε στιγ­μή! Ὥ­στε ἡ ἡ­ρα­κλεί­τεια θέ­ση εἶ­ναι κ’ ἡ πλέ­ον ἐ­λευ­θε­ρω­τι­κή.

Τ’ ὅ­τι τό βρῆ­κε αὐ­τό, ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό, εἶ­ναι τε­ρα­τῶ­δες ἅλ­μα στή σκέ­ψη! Προ­ϋ­πο­θέ­τει πο­λύ βα­θιά σκέ­ψη κι αὐ­το­ε­ξέ­τα­ση τοῦ τρό­που σκέ­πτε­σθαι. Ἐ­δῶ πλέ­ον δέ σκέ­φτο­μαι γιά νά κα­τα­λά­βω τόν κό­σμο – για­τί πέ­φτουν οἱ κε­ραυ­νοί, τοῦ­τα ἤ ἐ­κεῖ­να τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να… Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος αὐ­το­γι­γνώ­σκε­ται! Θέ­τει ὑ­πό ἔ­λεγ­χο τό ἴ­διο τ’ ὄρ­γα­νο τῆς σκέ­ψης του! Τε­ρα­τῶ­δες βῆ­μα! Βρί­σκε­ται μπρο­στά δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια καί! Πο­λύ ἀρ­γό­τε­ρα φτά­σα­με νά θέ­σου­με αὐ­τό τό πρό­βλη­μα!..

 

Ὁ σύγ­χρο­νος συ­νε­χι­στής του εἶ­ν’ ὁ Ἕ­γε­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὅ­μως ἔ­κα­νε μί­αν ἐ­κλο­γί­κευ­ση. Ἐ­κεῖ πού ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος λέ­ει γί­γνε­σθαι, αὐ­τός προ­σπα­θεῖ νά τό δι­α­τυ­πώ­σῃ λο­γι­κά – γι’ αὐ­τό καί τό χω­ρί­ζει σέ τρεῖς φά­σεις.

Ἔ­χου­με μιά θέ­ση, πα­ρά­γε­ται μιά  ἄ ρ ν η σ η,  μί­α ἀν­τί­θε­ση· ἡ φύ­ση τῆς θέ­σε­ως καί τῆς ἀρ­νή­σε­ως εἶ­ν’ ἡ σύν­θε­ση. Ἄς ποῦ­με, ἀ­πό ἕ­να +Α κ’ ἕ­να -Α, ἔ­χου­με ἕ­να ±Α, πού δέν εἶ­ναι οὔ­τε +Α. οὔ­τε -Α. Ὀ­νο­μά­ζου­με θέ­ση τό ἕ­να, ἀν­τί­θε­ση τ’ ἄλ­λο, σύν­θε­ση τό τρί­το.  Τ’  ὀ ν ο μ ά ζ ο υ μ ε  – προ­σέξ­τε! Δη­λα­δή: τό με­θο­δεύ­ω πλέ­ον, πά­λι χρη­σι­μο­ποι­ῶ τό νοῦ! Ναι, ἀλ­λ’ ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος δέ λέ­ει αὐ­το! – συλ­λάμ­βα­νε τό πράγ­μα ρ ο ϊ κ ό,  ρευ­στό! Ἐ­νῶ ὅ Ἔ­γε­λος τό στα­τι­κο­ποί­η­σε: λέ­ει «±Α» ἤ «+Α» ἤ «-Α». σά νά ἐν­νο­ῇ ὅ­τι πάν­το­τε εἶ­ναι ±Α, ἤ +Α, ἤ – Α  κ α ί  μ ό ν ο!  Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὅ­μως λέ­ει ὅ­τι σ υ ν ε χ ῶ ς  ε ἶ ν α ι  ±Α  τ ό  κ ά θ ε τ ι!

Ἄ­ρα; Δέν  ἐ κ λ ο γ ι κ ε ύ ε τ α ι  ἔ­τσι ἡ σύλ­λη­ψη τοῦ Ἠ­ρά­κλει­του; Φυ­σι­κά! Καί ναί μέν εἶ­ναι χρή­σι­μο, κα­θό με­θο­δι­κό, ἀλ­λά δο­λο­φο­νεῖ τήν οὐ­σί­α τῆς σκέ­ψης αὐ­τῆς! Βέ­βαι­α, ὅ­πως τό δι­α­τυ­πώ­νει ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νῃ μέ­θο­δος, ἐ­νῶ ὁ Ἕ­γε­λος τό κα­θι­στά μέ­θο­δο σκέ­ψης κ’ ἐ­νέρ­γειας. Κι αὐ­τό τό παίρ­νει ἕ­τοι­μο ὁ Μάρξ, κι ἁ­πλῶς τό ἀν­τι­στρέ­φει ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στήν πα­ρα­γω­γή ἰ­δε­ῶν… Ὁ μέν Ἕ­γε­λος λέ­ει ὅ­τι ἡ  ἰ δ έ α  ποι­εῖ τόν κό­σμο, ἐ­νῶ ὁ Μάρξ λέ­ει: ὄ­χι, ὁ κ ό σ μ ο ς  ποι­εῖ τήν ἰ­δέ­α. Ὁ­πό­τε; Τό: «Ἡ ἰ­δέ­α κά­νει τόν κό­σμο, ἄ­ρα ἡ ἰ­δέ­α πραγ­μα­τώ­νε­ται καί γί­νε­ται Ἱ­στο­ρί­α» μᾶς πά­ει πά­λι στίς πλα­τω­νι­κές Ἰ­δέ­ες, στά πρό­τυ­πα..- πά­λι στό θε­ό, δη­λα­δή, στόν κα­θα­ρό ἰ­δε­α­λι­σμό!.. Ἡ ἀν­τί­στρο­φη κου­βέν­τα λέ­ει: «Ἀ­φῆ­στε τα αὐ­τά! Ἀ­π’ τόν  κ ό σ μ ο  συγ­κρο­τοῦν­ται οἱ ἰ­δέ­ες!» Σ’ αὐ­τό εἶ­ναι σύμ­φω­νος κι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης. Αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἡ ἐμ­πει­ρι­αρ­χί­α: ἀ­π’ τήν ἐμ­πει­ρί­α τό κά­θε­τι! ὄ­χι ἀ­πό ἰ­δέ­ες πού τά­χα προ­ϋ­πάρ­χουν στό νοῦ, δη­λα­δή ἀ­πό κα­νέ­ναν θε­ό πού τίς πρω­το­χά­ρα­ξε!.. Με­γά­λο θέ­μα… δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­ξαν­τλη­θῇ μέ δύ­ο κου­βέν­τες…

 

Κρα­τῆ­στε, πάν­τως, αὐ­τές τίς δύ­ο ἔν­νοι­ες: γί­γνε­σθαι καί εἶ­ναι. Ἡ­ρά­κλει­τος καί Παρ­με­νί­δης. Θά λέ­γα­με: κα­τε­ξο­χήν ἀν­τί­θε­τοι! Ὁ ἕ­νας λέ­ει ὅ­τι ὅ­λα ρέ­ουν, ὁ ἄλ­λος ὅ­τι πα­γί­ως ἔ­χουν. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά δι­α­φο­ρά θε­ώ­ρη­σης: ὁ Παρ­με­νί­δης σά νά βγαί­νῃ ἔ­ξω ἀ­π’ ὅ­λα, σά νά τά βλέ­πῃ ἀ­πό ἑ­νός ἀ­πεί­ρου ση­μεί­ου – ὁ­πό­τε βλέ­πει ἀ­πει­ρο­στόν! Βλέ­πει τό πᾶν στα­θε­ρό, κρυ­σταλ­λω­μέ­νο. Ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι μές στό σβού­ρι­σμα αὐ­τό, ὁ­πό­τε λέ­ει – τί πιό φυ­σι­κό; – ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει πα­ρά κί­νη­ση καί με­τα­βο­λή. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ «ἀν­τί­θε­σή» τους, δι­ό­λου ἀν­τί­θε­ση δέν εἶ­ναι…

 

*

 

Ἡ ση­μερ­νή Ἐ­πι­στή­μη ἔ­χει βρεῖ πολ­λά πράγ­μα­τα πρός τά ὁ­ποῖ­α συμ­πί­πτουν αὐ­τές οἱ κα­θα­ρές σκέ­ψεις τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Πρῶ­τα-πρῶ­τα, πα­ρα­δέ­χε­ται τήν ἀρ­χι­κή ἔ­κρη­ξη (τό big bang) ἀ­π’ ὅ­που γεν­νή­θη­κε τό Σύμ­παν!.. Κα­τό­πιν ξε­κα­θα­ρί­ζει: ἀ­φή­στε τίς πα­λι­ές νευ­τώ­νει­ες ἀν­τι­λή­ψεις σας! Τό Σύμ­παν δέν εἶ­ναι τρισ­δι­ά­στα­το, ἀλ­λά τ ε τ ρ α σ δ ι ά σ τ α τ ο  – κ’ ἡ τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση εἶ­ν’ ὁ χρό­νος! Οἱ τρεῖς δι­α­στά­σεις εἶ­ναι δι­α­στά­σεις τοῦ  χ ώ ρ ο υ· ἀ­πα­ραί­τη­τες γιά νά­χου­με ὄγ­κους – γιά νά συλ­λαμ­βά­νου­με ὅ­τι αὐ­τά πού μᾶς ἔρ­χον­ται ἐκ τῆς ἐμ­πει­ρί­ας ἀ­πο­τε­λοῦν σώ­μα­τα ἐν χώ­ρῳ. Κι ὁ χρό­νος; Μά ὁ χρό­νος δέν εἶ­ναι δι­ά­στα­ση, θά πῇς. Ὡ­στό­σο αὐ­τό λέ­ει ἡ Ἐ­πι­στή­μη σή­με­ρα! Ἐ­πί­σης, λέ­ει, θά συλ­λά­βε­τε καί τό χω­ρο­χρο­νι­κό συ­νε­χές, τ’ ὁ­ποῖ­ο δέν τέ­μνε­ται πο­τέ. Τί ’­ναι πά­λι αὐ­τό; Ἐ­άν σκο­πεύ­σουν, ἄς ποῦ­με, τόν πύ­ραυ­λο κ α τ’  ε ὐ θ ε ῖ α ν  στό στό­χο πού θέ­λουν νά πε­τύ­χουν, στόν Βῆ­τα τοῦ Κεν­ταύ­ρου λ.χ., δέν θά πά­ῃ ἐν­τέ­λει ἐ­κεῖ. Δέ θά πά­ῆ ἐ­κεῖ; Ὄ­χι, δέ θά πά­ῃ – για­τί θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ὁ χῶ­ρος, τό δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ὁ­μοι­ο­γε­νές! Μ’ ἄν δέν εἶ­ναι ὁ­μοι­ο­γε­νές, τό­τε τί εἶ­ναι; Φαν­τα­στῆ­τε, λέ­ει, ὅ­τι ρί­χνε­τε ἕ­να κέρ­μα σ’ ἕ­να πα­χύ, κι ἀρ­κε­τά κρύ­ο μέ­λι. Θά βου­λιά­ξη τε­λι­κά, ἀλ­λ’ ὅ­σο θά στέ­κῃ ἐ­κεῖ, ἡ ἐ­πι­φά­νεια δέ θά­ναι ἴ­σια. Ἔ­τσι καί τό δι­ά­στη­μα: ἄν σκο­πεύ­ςῃς εὐ­θέ­ως, δέ θά πε­τύ­χῃς – θά πᾶς  π α ρ α π έ ρ α!..

…Βλέ­πε­τε, «πρό­ο­δος» στή σκέ­ψη δέν ὑ­πάρ­χει. Ἁ­πλῶς, προ­κύ­πτουν πε­ρισ­σό­τε­ρες γνώ­σεις ἐ­λεγ­μέ­νες ἀ­π’ τήν Ἐ­πι­στή­μη, προ­σφέ­ρον­τας πε­ρισ­σό­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες συν­δυα­σμῶν, ἄ­ρα συλ­λο­γι­σμῶν, συ­ναρ­τή­σε­ων κ.λ., ἐ­πι­τρέ­πον­τας ἴ­σως καί μί­α συγ­κρό­τη­ση νέ­ων με­θό­δων σκέ­ψε­ως. Ὅ­μως ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ εἰ­ν’ ἴ­δια. Θά πῆ­τε: ἁ­πλῶς συμ­πί­πτουν οἱ σκέ­ψεις τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του! Δε­κτόν! Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, οἱ δρό­μοι γιά νά συλ­λά­βῃς τό πραγ­μα­τι­κό εἶ­ναι πολ­λοί – δέν εἶ­ν’ ἕ­νας! Καί δέν εἶ­ναι μό­νο μέ τή λο­γι­κή, τήν ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἡ Ἐ­πι­στή­μη! Μή­πως ἡ λο­γι­κή εἶ­ναι τό ξη­ρό­τα­τον γι’ αὐ­τό καί σο­φώ­τα­τον;[6] Τί ἐν­νο­εῖ: σο­φώ­τα­τον; Τήν πλή­ρη γνώ­ση, ἤ μό­νο τή  λ ο γ ι κ ή  σο­φί­α; Ἐ­νῶ λέ­γον­τας: οἱ ψυ­χές ἀ­να­θυ­μι­ῶν­ται, μή­πως ἐν­νο­εῖ τ’ ἄλ­λο μέ­ρος τῆς συ­νεί­δη­σης; τήν πί­σω με­ριά τοῦ φεγ­γα­ριοῦ; Ἄλ­λω­στε ὅ­λοι μας προσ­δι­ο­ρι­ζό­μα­στε ἀ­πό πράγ­μα­τα μ ή λο­γι­κά! Μή μοῦ πῆ­τε: τόν εἶ­δα. κι ἀ­φοῦ λο­γι­κά σκέ­φθη­κα, βρῆ­κα ὅ­τι εἶ­ναι ἄ­ξιο λό­γου παι­δί, καί δί’ αὐ­τό τόν ἠ­γά­πη­σα!.. Ὄ­χι δά! Ἦ­ταν ὅ­τι ται­ριά­ζουν τά χνό­τα μας! Τί θά πῇ: ται­ριά­ζουν τά χνό­τα μας;.. Ψάξ­τε νά βρῆ­τε ὅ­λες τίς ἐκ­φρα­σεις πού δέν «πέ­φτουν» στή λο­γι­κή, καί δῆ­τε πῶς σᾶς προσ­δι­ο­ρί­ζουν! Λέ­με: αὐ­τό δέ μοῦ κά­νει! Τί «δέ σοῦ κά­νει»; Φό­ρε­μα εἶ­ναι; Τί ση­μαί­νουν ὅ­λες αὐ­τές οἱ ἐκ­φρά­σεις; Ἀ­νά­γουν σέ κά­τι ἔ­ξω της λο­γι­κῆς, πέ­ραν τῆς λο­γι­κῆς, πρό τῆς λο­γι­κῆς! Σ’ α ὐ τ ό  μπά­ζει ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος, στόν και­ρό του. Βε­βαί­ως, δέν μπο­ρεῖ νά τό ὀρ­γα­νώ­σῃ συ­στη­μα­τι­κά ἀ­κό­μη, ὅ­σο μπο­ρεῖ νά ὀρ­γα­νω­θῇ συ­στη­μα­τι­κά ἡ με­λέ­τη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου τυ­πι­κοῦ λο­γι­σμοῦ… Φυ­σι­κά, ὁ τυ­πι­κός λο­γι­σμός εἶ­ναι στα­τι­κός, καί δύ­να­ται ὡς ἐκ τού­του νά με­λε­τη­θῇ! Ἐ­νῶ τό ρευ­στό – πῶς νά με­λε­τη­θῇ;.. Ὀ­νο­μά­ζεις «πο­τά­μι» τοῦ­το δῶ, πού τρέ­χει! τό στα­τι­κεύ­εις καί πα­ρά­γεις μιάν αἴ­σθη­ση τῆς ἔν­νοι­ας «πο­τα­μός» – ἔν­νοι­ας στα­τι­κῆς γιά κά­τι ρευ­στό!

Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει μέ κά­θε λέ­ξη πού ἐ­ξέ­φρα­σε κά­τι τό ρευ­στό, κά­τι πού γί­νε­ται… Ναι, μά τά γι­νό­με­να εἶ­ναι λί­γα ἤ πολ­λά; Ποι­ές λέ­ξεις δέν ἐκ­φρά­ζουν γι­νό­με­να; Μο­νά­χα οἱ κα­θα­ρῶς ἀ­φαι­ρε­τι­κές, πού ἐκ­φρά­ζουν ἔν­νοι­ες. Οἱ  ἔ ν ν ο ι ε ς  ὅ­μως εἶ­ναι στα­θε­ρές! Ὄ­χι ὁ κό­σμος, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα! Ἄ­ρα ἡ κου­βέν­τα τοῦ Ἠ­ρά­κλει­του αὐ­τό λέ­ει:

Ξυ­πνῆ­στε! Ὑ­πάρ­χει κ’ ἡ ἄλ­λη πλευ­ρά!..


[1] Der Einzige und sein Eigenthum [Κακομεταφρασμένο: Ὁ Μοναδικός καί ἡ ἰδιοκτησία(!) του, ἀπό τόν Ζ. Σαρίκα, Θεσσαλονίκη, 2005.]

[2] Ὁ Γιάννης Ἀποστολάκης – ὄχι τυχαῖος κριτικός, παρά τή μονομέρειά του νά μή βλέπῃ πέρα ἀπ’ τό Σολωμό κανέναν ἄλλον ἄξιο, ἀγνοώντας, δηλαδή, Καβάφη, Καρυωτάκη κ.λ. – ἔλεγε γιά τά γραφτά του στόν πατέρα μου: Ἐγώ Ἡρακλῆ, τό κόλλησα στόν τοῖχο! (σά νάταν προκήρυξη δηλαδή)…

[3] Diels-Kranz. Ἠράκλειτος. Β 121: …ἡβηδόν ἀπάγξασθαι πᾶσι καί τοῖς ἀνήβοις τήν πόλιν καταλιπεῖν… 

[4] Τό τυπική ἐδῶ δέν ἔχει τήν περιφρονητική χροιά της μή οὐσιώδους, ἔχει τήν ἔννοια τῆς διανοητικῆς.

[5] Diels-Kranz, Παρμενίδης, ἀποσπ. Β 3. 

[6] Πρβλ Diels-Kranz, Ἡράκλειτος, ἀποσπ. Β 118: αὔη (=ξερή) ψυχή σοφωτάτη καί ἀρίστη.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s