Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ


kion1Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ:

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

 

Marion Giebel

Η επική ποίηση είναι αντιπροσωπευτική της ομηρικής εποχής: η ηρωική ποίηση μ’ άλλα λόγια, όπου ο ποιητής – αν και καλλιτέχνης υψηλής στάθμης – παραμένει ανώνυμος, στη σκιά του έργου του. Μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια γεννιούνται οι ομηρικοί ύμνοι, ιστορίες για θεούς που παρουσιάζονται σαν δοξαστικά άσματα στα πανηγύρια προς τιμήν των θεών. Χρησιμοποιούν την επική γλώσσα και θεματική, κι απ’ αυτή την άποψη μπορούν να διεκδικήσουν την προσωνυμία «ομηρικός». Εδώ συναντάμε για πρώτη φορά μια προσωπικότητα, που πάει να ξεχωρίσει απ’ το καθεστώς της ανωνυμίας του επαγγελματία ποιητή. Στον ύμνο προς τιμήν του Δήλιου Απόλλωνα ο ποιητής απευθύνεται στις κόρες που αποτελούν τον χορό. Αν κάποιος τις ρωτούσε ποιος απ’ όλους τραγούδησε ομορφότερα, να τι θ’ απαντούσαν όλες μονομιάς:

Ο άντρας ο τυφλός, που κατοικεί στης Χίου τα μέρη τα βραχώδη,

δικά του τα τραγούδια, που πάντα θε να ’ναι τα ομορφότερα.

                                                                           (Ομηρ. Υμν. 3, 172 f)

Πολλά συνηγορούν ότι η παράδοση για τον τυφλό τραγουδιστή Όμηρο άρχισε να εξυφαίνεται από τούτο εδώ το χωρίο. Άλλο ένα βήμα στο δρόμο που βγάζει απ’ την ποιητική ανωνυμία και συναντάμε τον πρώτο Έλληνα που μας λέει τ’ όνομά του και που μας περιγράφει λεπτομερώς τις συνθήκες της ζωής του: τον Ησίοδο. Αυτός έγραψε διδακτικά ποιήματα γύρω στο 700, στη βοιωτική Άσκρα, χρησιμοποιώντας πάντα το επικό μέτρο, γεμάτα όμως τώρα από ένα πνεύμα εντελώς πρωτόφαντο. Ο ίδιος δεν ήταν παρά ένας αγρότης και βοσκός στην καθυστερημένη Βοιωτία, μέχρι που άκουσε το κάλεσμα των Μουσών. Να πώς περιγράφει την εμπειρία του «ποιητικού χρίσματος» που του δόθηκε, αρχίζοντας με το εγκώμιο των Μουσών:

Αυτές λοιπόν διδάξαν στον Ησίοδο κάποτε

τ’ ωραίο τραγούδι,

σαν έβοσκε τα πρόβατα,

κάτου απ’ τον άγιον Ελικώνα.

                                                     (Θεογ. 24 f) [μετ.:Παναγής Λεκατσάς]

  Συνέχεια