Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ – ΠΛΑΤΩΝ


kion1Η θεωρία του κράτους

 

αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Bormann Karl

«ΠΛΑΤΩΝ»

 

1 Ίδρυση του κράτους και κάθαρση (Πολιτεία 369a-427c)

 

Κατά την παρουσίαση της θεωρίας του Πλάτωνα για το κράτος σημείο αναφοράς έχουμε την Πολιτεία. “Πολιτεία” –  λέξη που τις περισσότερες φορές μεταφράζεται ως “κρά­τος” –  σημαίνει τα ακόλουθα: σύνολο πολιτών, πολιτικό δικαίωμα, δημόσια δράση, διακυβέρνηση, μορφή διακυβέρνησης, πολίτευμα, κράτος με τη γεωγραφική έννοια (πρβ. Ε Gschnitzer στο: Lexikon der Alien Welt, σελ. 2390). Ο υπότιτλος “ἤ περί δικαίου” που προστέθηκε αργότερα υποδεικνύει το πραγματικό θέμα του έργου· το κράτος, η πόλις, χρησιμεύει ως παράδειγμα, στο οποίο θα παρουσιαστεί η δικαιοσύνη. Μετά από μερικές αποτυχημένες απόπειρες ορισμού στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας, που έλαβε το όνομα Θρασύμαχος (πρβ. παραπάνω, σελ. 49), οι συνομιλητές του Σωκράτη Γλαύκων και Αδείμαντος, αδέλφια του Πλάτωνα, του ζητούν να παρουσιάσει πιο πειστικά απ’ όσο πρωτύτερα την υπεροχή της δικαιοσύνης έναντι της αδικίας. Και οι δυο γίνονται υποστηρικτές της αντίπαλης μερίδας* σύμφωνα μ’ αυτή η δικαιοσύνη παρουσιάζεται στους λόγους τους ως επίπονη και βλαβερή, ενώ η αδικία ως επικερδές αγαθό.

Ο Γλαυκών ξεκινά από μία διάκριση των αγαθών: Όλα τα αγαθά τα επιδιώκουμε (1) για χάρη αυτών των ίδιων των αγαθών, χωρίς να υπολογίζουμε τα αποτελέσματά τους, όπως, λ.χ., συμβαίνει με τη χαρά, (2) για χάρη αυτών των ίδιων των αγαθών και εξαιτίας των αποτελεσμάτων τους, όπως είναι, λ.χ., η υγεία, (3) μόνο εξαιτίας των αποτελεσμάτων τους, όπως είναι, λ.χ., η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, η απόκτηση χρημάτων. Σε ποιο από τα τρία αυτά είδη ανήκει η δικαιοσύνη; Την επιδιώκουμε μόνο για χάρη αυτής της ίδιας ή για χάρη αυτής της ιδίας και των αποτελεσμάτων της ή ανήκει στα αγαθά εκείνα που ποθούμε μόνο εξαιτίας των αποτελεσμάτων τους και που συνεπάγονται πολύ κόπο; Η δικαιοσύνη βρίσκεται στο ενδιάμεσο ανάμεσα στο μεγαλύτερο καλό, δηλαδή στο να αδικεί κανείς χωρίς να τιμωρείται, και στο μεγαλύτερο κακό, δηλαδή στο να αδικείται κανείς χωρίς να μπορεί να εκδικηθεί. Οι δίκαιοι είναι δίκαιοι μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούν να διαπράξουν το άδικο. Η ζωή του δίκαιου μπορεί να κριθεί καλύτερα αν συγκριθεί με τη ζωή του άδικου: Ο άδικος φαίνεται δίκαιος, έχει όμως όλα τα οφέλη που του επιφέρει μια άδικη ζωή. Ο δίκαιος, αντίθετα, φαίνεται άδικος· εξαιτίας του ότι φαίνεται άδικος υφίσταται όλα τα παθήματα που μπορεί να διανοηθεί κανείς και στο τέλος θα τον παλουκώσουν, για να μάθει επιτέλους ότι είναι καλύτερο να θέλει κανείς να φαίνεται δίκαιος, αλλά να μην είναι, παρά να είναι δίκαιος και να επιβαρύνεται από το ότι φαίνεται άδικος.

Ο Αδείμαντος ζητεί μια αιτιολόγηση για το ότι η δικαιοσύνη είναι άξια επιδιώξεως τόσο για χάρη αυτής της ίδιας όσο και εξαιτίας των συνεπειών της, χωρίς να πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανταμοιβές και οι τιμές. Όταν οι ποιητές και οι παιδαγωγοί εγκωμιάζουν τη δικαιοσύνη, αναφέρονται πάντοτε στις τιμές που αποδίδονται στο δίκαιο άνθρωπο. Από αυτό δημιουργήθηκε η ιδέα ότι το να είναι κανείς δίκαιος συνδέεται με πολύ κόπο και λίγο κερδοφόρο είναι, ενώ η αδικία είναι πολύ πιο ωφέλιμη από τη δικαιοσύνη· δίκαιος είναι μόνο όποιος είναι πολύ αδύναμος για να αδικήσει ή όποιος λόγω κάποιας ιδιαίτερης φυσικής προδιάθεσης απεχθάνεται την αδικία.

Και οι δυο συνομιλητές ζητούν από τον Σωκράτη να μην παρατήσει τη συζήτηση αλλά να αποκρούσει τα επιχειρήματά τους. Εδώ αρχίζει η κυρίως έρευνα του ζητήματος (368d). Τη δικαιοσύνη πρέπει κανείς να την παρατηρήσει στην πάλιν, γιατί πιο εύκολα διακρίνεται στην πάλιν ως ένα μεγάλο μόρφωμα απ’  ό, τι στον καθένα άνθρωπο χωριστά. Αν παρατηρήσει κανείς την προέλευση και την ανάπτυξη της πόλεως, διακρίνει συγχρόνως τη γένεση της δικαιοσύνης και της αδικίας. Επειδή κανένας άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, μπορεί να ζήσει μόνο αν λάβει βοήθεια από τους άλλους ανθρώπους· γι’  αυτό η αιτία της συνοίκησης με άλλους πρέπει να αναζητηθεί στις ανθρώπινες ανάγκες, πρωταρχικά στις ανάγκες της τροφής, της στέγης και του ντυσίματος. Οι ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν κατά τον καλύτερο τρόπο με τον καταμερισμό εργασίας· ο καταμερισμός εργασίας σε μια μικρή ακόμη πόλιν –  η πόλις που έχει οργανωθεί για την ικανοποίηση των απαραίτητων αναγκών αποτελείται από τέσσερεις ή πέντε επαγγελματίες και τις οικογένειές τους –  διευκολύνει περισσότερο την κοινή ζωή, παρά αν φρόντιζε ο καθένας μόνος του για τροφή, στέγη και ντύσιμο. Ο άνθρωπος λοιπόν οδηγήθηκε στην κοινότητα επειδή του έλειπε η αυτάρκεια· η πόλις ιδρύεται σκόπιμα σύμφωνα με την αρχή του καταμερισμού εργασίας: Καθένας θα κάνει τη δουλειά του καλύτερα, αν χρειάζεται να καταπιάνεται με μια μόνο τέχνη κι αν δεν πρέπει να καταπιάνεται με πολλές άλλες, μιας και από τη φύση του καθένας έχει διαφορετικές κλίσεις και δεν είναι κατάλληλος στον ίδιο βαθμό για κάθε δουλειά. Αυτό συνεπάγεται ότι η αρχική κοινότητα, που αποτελείται από το γεωργό, τον οικοδόμο, τον υφαντή, τον υποδηματοποιό και ίσως και κάποιον άλλο, θα διευρυνθεί με την προσθήκη άλλων τεχνιτών· οι έμποροι που εισάγουν και εξάγουν εμπορεύματα είναι επίσης απαραίτητοι, γεγονός το οποίο καθιστά εφεξής αναγκαίο να καταργηθεί το απλό ανταλλακτικό εμπόριο και να επιτραπεί η κυκλοφορία του χρήματος στην πόλιν. Η πόλις εκείνη στην οποία ικανοποιούνται μόνο οι αναγκαίες επιθυμίες για τροφή, στέγη και ντύσιμο αποτελεί το κράτος των γεωργών, των βοσκών, των τεχνιτών, των μισθωτών, των εμπόρων και των ναυτικών. Αρχή ρυθμιστική της πόλεως είναι ο καταμερισμός εργασίας και η εξειδίκευση που συνδέεται μ’ αυτόν. Το πρόβλημα εξουσίας και δουλείας δεν υπάρχει σ’ αυτήν την πόλιν, γιατί δεν υφίσταται εξουσία στην πρωτόγονη πόλιν. Η ατομική ιδιοκτησία επιτρέπεται· επειδή ο καθένας την κατέχει σε επαρκή βαθμό, δεν προκύπτουν και τα συναφή προβλήματα. Φαίνεται λοιπόν ότι η πρωτόγονη αυτή πόλις είναι μια ευτυχισμένη όσο και δίκαιη κοινότητα· δίκαιη είναι η πόλις, εφόσον ο καθένας κάνει τη δική του δουλειά και δεν είναι πολυπράγμων, μολονότι η δικαιοσύνη αυτή στην πρωτόγονη πόλιν είναι μια φυσική-ανεξέταστη δικαιοσύνη: Η γνώση της δικαιοσύνης είναι ακόμη ανύπαρκτη.

Επομένως, με τη παρουσίαση της πρωτόγονης πόλεως το ερώτημα περί δικαιοσύνης δεν έχει λάβει απάντηση. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε πού βρίσκεται η δικαιοσύνη και η αδικία σ’ αυτήν την πόλιν, εκτός κι αν η δικαιοσύνη θα συνίστατο στην αμοιβαία ικανοποίηση των αναγκών των μελών μιας τέτοιας πόλεως: Καθένας κάνει τη δουλειά του, χωρίς όμως τη γνώση μέσω της οποίας η αρχή “να κάνει ο καθένας τη δική του δουλειά” μπορεί να καταστεί δικαιοσύνη. Επειδή όμως ο καθένας κάνει τη δική του δουλειά, η πόλις αυτή είναι μια γνήσια, αληθινή και τρόπον τινά υγιής πόλις (372e, 373b). Σ’ αυτήν εξάλλου μπορεί να διακρίνει κανείς μια πρώιμη μορφή δίκαιου κράτους, πράγμα όμως που δεν σημαίνει ότι ο Πλάτων θα έβλεπε ποτέ στην πρωτόγονη αυτήν πόλιν μια άξια επιδιώξεως μορφή ανθρώπινης συμβίωσης. Μια πόλις γουρουνιών (372d) θα ήταν μάλλον φτειαγμένη παρόμοια με την υγιή πόλιν’ η αποκλειστική ικανοποίηση των πρωταρχικών ανθρώπινων αναγκών δεν καταφέρνει ακόμη να δημιουργήσει μια ανθρώπινη πόλιν. Σε μια τέτοια πόλιν ικανοποιούνται μόνο οι ζωώδεις ανάγκες, ενώ οι τέχνες και οι επιστήμες δεν μπορούν καθόλου να αναπτυχθούν. Η πρωτόγονη αλλά υγιής πόλις πρέπει να διευρυνθεί. Πρέπει να δημιουργηθούν σ’ αυτήν όλα τα επαγγέλματα, που δεν θα εξυπηρετούν πλέον αποκλειστικά την ικανοποίηση των απαραίτητων αναγκών, έτσι ώστε από τη υγιή, πρωτόγονη πόλιν θα προκύψει μια κοινότητα με υψηλό πολιτιστικό και πολιτισμικό επίπεδο, που μετά από λίγο όμως θα αποδειχθεί ότι ζει τρυφηλά (372e), είναι επηρμένη και ψήνεται στον πυρετό (372e). Στην αρχική ανεξουσίαστη πόλιν θα επικρατήσει η ροπή για απεριόριστη απόκτηση περιουσίας και αγαθών και θα ξεπεράσει τα όρια του αναγκαίου, πράγμα όμως που θα έχει ως επακόλουθο τον πόλεμο πλέον, αφού ο χώρος της πόλεως θα πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται. Η ικανοποίηση των λεγόμενων μη απαραίτητων αναγκών προκαλεί την αδικία. Όμως η πόλις που “ζει τρυφηλά” και «ψήνεται στον πυρετό» δεν είναι εντελώς άρρωστη, περιέχει και μερικά στοιχεία της υγιούς πόλεως. Κατά την επιλογή των απαραίτητων πλέον φυλάκων (στρατιωτών) γίνεται φανερή η αρχή ότι ο καθένας πρέπει να κάνει τη δική του δουλειά. Οι στρατιώτες ή οι φύλακες διαχωρίζονται από τις άλλες επαγγελματικές ομάδες, προκειμένου να διατηρηθεί η αρχή “να κάνει ο καθένας τη δική του δουλειά”. Η αδικία και η δικαιοσύνη αλληλοσυναντώνται μέσα στην πόλιν που ζει τρυφηλά. Οι φύλακες πρέπει να κατέχουν τις ιδιότητες εκείνες οι οποίες, συνδεδεμένες με τη γνώση που πρωτοεμφανίζεται στο κράτος των φιλοσόφων, γίνονται αρετές: το θάρρος και τη φιλομάθεια. Έτσι τίθεται τώρα το πρόβλημα πώς πρέπει να διαπαιδαγωγηθούν οι φύλακες σε σχέση με τη δικαιοσύνη, η οποία δεν έχει οριστεί ακόμη.

Την αφετηρία αποτελεί ο ακόλουθος συλλογισμός: Σε κάθε άνθρωπο υπάρχει η προδιάθεση για κάτι το θαρραλέο, για κάτι δηλαδή που στην πόλιν ανταποκρίνεται στην τάξητων φυλάκων. Αυτό το θαρραλέο στοιχείο πρέπει να μορφοποιηθεί και να καλλιεργηθεί, και μάλιστα με σωστή ανάμειξη γυμναστικής και μουσικής παιδείας, έτσι ώστε να έλθουν σε αρμονική σχέση οι προδιαθέσεις που καθορίζουν την επιλογή των φυλάκων, δηλαδή το θάρρος και η φιλομάθεια. Η συζήτηση για την αγωγή και τη μόρφωση των φυλάκων αρχίζει με τη μουσική παιδεία (λογοτεχνία, μουσική). Η διδασκαλία γίνεται με λόγους (λόγια). Υπάρχουν δύο ειδών λόγοι, οι ψευδείς και οι αληθινοί. Οι αληθινοί λόγοι μπορούν να συζητηθούν στο τέλος μόνο της όλης μόρφωσης και αγωγής, όταν θα έχει κατακτηθεί γνωστικά το πραγματικό ον’ συνεπώς, αρχικά θα συζητηθούν οι ψευδείς λόγοι. Τα λίγα καλά συστατικά στοιχεία αυτών των λόγων πρέπει να διατηρηθούν, τα κακά πρέπει να απορριφθούν.

Όσον αφορά την παρουσίαση των θεών πρέπει να ισχύουν οι ακόλουθες αρχές: (1) Όπως είναι ο θεός, έτσι πρέπει και να παρουσιάζεται. Αφού οι θεοί είναι αγαθοί, πρέπει να παρουσιάζονται και ως αγαθοί, ανεξάρτητα από το τι γίνεται σ’ ένα έπος, σ’ ένα άσμα ή σε μια τραγωδία. Η αγαθότητα των θεών συνεπάγεται ότι δεν είναι υπαίτιοι του κακού και του άσχημου παρά μόνο του αγαθού. (2) Εξαιτίας της αγαθότητάς τους και της τελειότητάς τους, οι θεοί δεν παίρνουν διάφορες μορφές σαν απατεώνες. Όλοι οι λόγοι που προσκρούουν σ’ αυτές τις αρχές πρέπει να εξαλείφονται από την αγωγή και τη μόρφωση.

Όσον αφορά την παρουσίαση της ανθρώπινης μοίρας, πρέπει να απορρίπτεται η μιμητική ποίηση, γιατί δημιουργεί την εντύπωση ότι πολλοί άδικοι είναι ευτυχισμένοι, ενώ πολλοί δίκαιοι είναι δυστυχισμένοι, και ότι η αδικία συμφέρει, αρκεί να μη γίνεται αντιληπτή, ενώ η δικαιοσύνη είναι καλό για τους άλλους, για μας τους ίδιους όμως είναι μόνο μειονέκτημα (392b). Στην πόλιν μπορούν να γίνονται αποδεκτά μόνο τα εγκώμια για τους αγαθούς ανθρώπους και οι ύμνοι στους θεούς (607a), γιατί μόνο αυτά μπορούν να φέρουν σε αρμονική σχέση το θάρρος και την πραότητα των φυλάκων.

Αντίστοιχα ισχύουν για την εκπαίδευση στη μουσική. Ορισμένες αρμονίες και ορισμένοι ρυθμοί πρέπει να αποκλείονται ως ακατάλληλοι. Οι φύλακες μπορούν να εξοικειώνονται με αρμονίες και ρυθμούς τέτοιους, με τους οποίους οι προδιαθέσεις τους θα οδηγούνται στη σωστή σχέση. Σκοπός κάθε μουσικής εκπαίδευσης είναι η δημιουργία της ψυχικής αρμονίας. Μόνο όποιος κατέχει την ψυχική αρμονία μπορεί να ανέλθει στη γνώση του πραγματικού όντος. Έτσι, η μουσική παιδεία αποτελεί ένα αναγκαίο προστάδιο της φιλοσοφικής παιδείας. Κάθε μουσική παιδεία πρέπει να καταλήγει στον έρωτα για την ομορφιά (403c). Και μόνο εκείνος που έχει λάβει τη σωστή μουσική παιδεία αγαπά το ωραίο συνετά, άποψη που θυμίζει τη συζήτηση για τον Έρωτα στο Συμπόσιο και στον Φαίδρο. Ο Έρως οδηγεί στο καθαυτό ωραίο. Είναι επομένως παρών και στο στάδιο της μουσικής αγωγής.

Με τη μουσική εκπαίδευση των φυλάκων συνδέεται στενά η άσκηση στη γυμναστική. Αντίθετα προς την επικρατούσα αντίληψη, η γυμναστική δεν έχει στόχο να επιφέρει την υγεία του σώματος και η μουσική εκπαίδευση την υγεία της ψυχής, αλλά και οι δύο, η μουσική και η γυμναστική παιδεία, πρέπει να σφυρηλατούν τις προδιαθέσεις για το θάρρος και την αγάπη της σοφίας· γιατί ένα γερό σώμα δεν κάνει με τη δική του αξιοσύνη και την ψυχή καλή, αλλά συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή μια καλή ψυχή με τη δική της αξιοσύνη εξασφαλίζει στο σώμα την καλύτερη δυνατή άσκηση. Η υπερβολή στη γυμναστική ή στη μουσική παιδεία κάνει τον άνθρωπο ή πολύ σκληρό ή πολύ μαλακό. Μόνο η σωστή μείξη και των δύο τεχνών επιφέρει τη σωστή ψυχική αρμονία.

Από τους φύλακες ξεδιαλέγονται μέσα από συνεχείς εξετάσεις οι άρχοντες ως οι τέλειοι φύλακες, ενώ εκείνοι που ως τώρα ονομάζονταν φύλακες γίνονται βοηθοί τους. Οι άρχοντες πρέπει να είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία από τους άλλους, πρέπει να είναι οι πιο άξιοι, πρέπει δηλαδή να είναι οι πιο μυαλωμένοι και οι πιο πρόθυμοι να στρατευθούν για την πόλιν, κι αυτή την προθυμία δεν πρέπει ποτέ να την εγκαταλείψουν, πράγμα που πρέπει να εξακριβώνεται με δοκιμασίες. Ύψιστη αρχή για τη ζωή των φυλάκων και των βοηθών τους είναι η αυστηρή λιτότητα. Κάθε μορφή προσωπικής περιουσίας τούς είναι απαγορευμένη (416d κ.ε.)’ γιατί η ατομική ιδιοκτησία σε μία πόλιν είναι η πηγή της ανισότητας, του φθόνου και της έριδας. Γι’ αυτό πρέπει να απαγορεύεται η απόκτηση ή η κατοχή ιδιοκτησίας από όσους οπλοφορούν’ οι άρχοντες και οι βοηθοί τους δεν επιτρέπεται να κατέχουν ούτε χρήματα ούτε ιδιωτικές κατοικίες, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά πρέπει να τους ανήκουν από κοινού. Από την άλλη πλευρά καμία πόλις δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς περιουσία. Αυτή η περιουσία όμως πρέπει να βρίσκεται στα χέρια εκείνων που μπορούν να την χειριστούν, που κατέχουν την κτητική τέχνη. Σ’ αυτούς επιτρέπεται η ατομική ιδιοκτησία σε συγκεκριμένα όρια. Πρώτιστα, όμως, οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να φροντίζουν για την οικονομική υπόσταση της πόλεως.

Έτσι, στην πόλιν υπάρχουν πλέον τρεις τάξεις: οι άρχοντες, οι βοηθοί τους και οι εργάτες, γεωργοί και επαγγελματίες. Οι τρεις τάξεις της πόλεως δεν αποτελούν κάστες» επειδή όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι κατά την καταγωγή τους, διαφέρουν όμως κατά τις προδιαθέσεις τους, καθένας πρέπει να ενταχθεί σε μια από τις τρεις τάξεις σύμφωνα με τις προδιαθέσεις του’ γιατί η πόλις μπορεί να διατηρηθεί μόνο αν τα σύνορα ανάμεσα στις τάξεις είναι διαπερατά.

Έτσι το ερώτημα για την αγωγή και την εκπαίδευση των επαγγελματιών στρατιωτών οδήγησε στην κάθαρση της τρυφηλής και επηρμένης πόλεως από την άρρωστη πόλιν έγινε ξανά μια υγιής πόλις, η οποία σ’αντίθεση με την πρωτόγονη πόλιν λαμβάνει υπ’ όψιν της και τις μη αναγκαίες επιθυμίες, καίτοι όχι σε απεριόριστο βαθμό. Σ’ αυτήν υπάρχουν τρεις τάξεις, από τις οποίες η καθεμιά εκτελεί το δικό της έργο. Το καθαρμένο κράτος περιλαμβάνει στοιχεία της πρωτόγονης πόλεως και της φλεγμαίνουσας πόλεως, δηλαδή τους εργάτες, γεωργούς και εμπόρους της πρωτόγονης πόλεως, τους επαγγελματίες στρατιώτες της άρρωστης πόλεως, αναθρεμμένους όμως σύμφωνα με τις πλατωνικές αρχές· και τέλος περιλαμβάνει τους τέλειους φύλακες, οι οποίοι αναδείχθηκαν μέσω μιας διαδικασίας επιλογής που έγινε ταυτόχρονα με την κάθαρση, τους άρχοντες. Η πόλις των φυλάκων δεν πρέπει να είναι πολύ μεγάλη, γιατί τότε θα ετίθετο σε κίνδυνο η ενότητά της· δεν πρέπει όμως να είναι και πολύ μικρή, γιατί τότε θα υφίστατο ο κίνδυνος να κάνει ο καθένας τα πάντα και όχι μόνο τη δική του δουλειά. Εκτός απ’ αυτό, σ’ ένα πολύ μικρό κράτος καθίσταται προβληματικό το ζήτημα των απογόνων. Η διαφύλαξη της ενότητας του κράτους, η αποτροπή της φτώχιας και του πλούτου και η υπεράσπιση του κράτους στον πόλεμο είναι τα βασικά καθήκοντα των δύο ανώτερων τάξεων· η τρίτη τάξη φροντίζει για την οικονομική συντήρηση του κράτους. Αξιοσημείωτο είναι ότι σ’ αυτήν την πόλιν υπάρχει εξουσία, αλλά όχι δουλεία. Καθεμιά από τις τρεις τάξεις εκτελεί τα ιδιαίτερα καθήκοντά της με ελευθερία και συμβάλλει έτσι στη διατήρηση του συνόλου.

Υπάρχει δικαιοσύνη σ’ αυτήν την πόλιν; Το ερώτημα αυτό είναι πλέον δικαιολογημένο, αφού η καθαρμένη, αγαθή κατά τα φαινόμενα πόλις έχει στα λόγια ιδρυθεί. Πρέ­πει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι πρόκειται για το κράτος των φυλάκων και όχι ακόμη για το κράτος των φιλοσόφων. Πώς μπορεί λοιπόν να βρεθεί στο κράτος αυτό η δικαιοσύνη; Μια πόλις θεμελιωμένη σε σωστές βάσεις είναι, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, στην εντέλεια αγαθή (427e). Μ’ αυτή τη δήλωση όμως δημιουργείται ένα νέο πρόβλημα: Τι είναι αγαθό; Αυτό όμως δεν θα εξεταστεί τώρα, αλλά επί του παρόντος θα θεωρηθεί γνωστό σε τι συνίσταται το τέλεια αγαθό. Μια στην εντέλεια αγαθή πόλις είναι πρόδηλο ότι είναι σοφή, ανδρεία, σώφρων και δίκαιη (427e). Το να είναι λοιπόν κάτι αγαθό συνίσταται στο να είναι σοφό, ανδρείο, σώφρον και δίκαιο. Αν γνωρίζουμε τι είναι η σοφία, η ανδρεία και η σωφροσύνη, τότε μπορεί ορισθεί η δικαιοσύνη. Η συζήτηση για τη σοφία, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη γίνεται επομένως με τη μορφή μιας εξίσωσης με έναν άγνωστο, όπου η δικαιοσύνη είναι ο υπό ορισμόν άγνωστος. Ο Πλάτων γνωρίζει πολύ καλά ότι η μαθηματική αυτή μέθοδος, με τη βοήθεια της οποίας επιχειρείται να ορισθεί η δικαιοσύνη, δεν μπορεί να οδηγήσει στο στόχο· πρβ. 435d: «Με μεθόδους σαν αυτές που χρησιμοποιούμε σε τούτη τη συζήτηση δεν θα βρούμε ποτέ ακριβή λύση στο ζήτημα, γιατί είναι άλλος ο δρόμος, πιο επίπονος και μακρύτερος, που οδηγεί στη λύση.» Ο πιο επίπονος και μακρύτερος δρόμος είναι η άνοδος στο ον. Όποιος δεν γνωρίζει το ον δεν μπορεί και να ορίσει επακριβώς τη δικαιοσύνη· και αφού το δίκαιο κράτος είναι το αγαθό κράτος, μόνο με την περί του όντος θεωρία μπορεί να λάβει απάντηση το ερώτημα για το αγαθό και δίκαιο κράτος. Όσον αφορά το κράτος των φυλάκων, το ερώτημα για τη δικαιοσύνη μπορεί να λάβει μόνο μια ατελή απάντηση με τη βοήθεια μιας ανεπαρκούς μεθόδου. Το κράτος των φυλάκων είναι ένα προσωρινό μόρφωμα, ένα απαραίτητο στο πλατωνικό σχεδίασμα πρώτο στάδιο του κράτους των φιλοσόφων.

6.2 Οι αρετές του κράτους

 

6.2.1 Η σοφία (Πολιτεία 428a-429a)

Η σοφία, στην οποία στρέφεται πρώτα η εξέταση, ορίζεται στο χωρίο 428b ως σωστή κρίση (ευβουλία): “Η πόλις είναι σοφή, γιατί μπορεί και κρίνει σωστά” Η σοφία ως ευβουλία είναι ένα είδος γνώσης: “Διαμέσου της γνώσης μπορεί κανείς και κρίνει σωστά.” Το ερώτημα είναι σε ποια γνώση στηρίζεται η ευβουλία. Δεν στηρίζεται στη γνώση που έχουν οι τεχνίτες ή οι έμποροι για την ειδικότητά τους, αλλά σε μια γνώση βάσει της οποίας η πόλις λαμβάνει τις αποφάσεις όχι για μια επιμέρους υπόθεση αλλά για τον εαυτό της ως όλο, με ποιο τρόπο δηλαδή μπορεί να έχει την καλύτερη σχέση με τον εαυτό της και προς τα έξω με τις άλλες πόλεις (428c-d). Αυτή η γνώση είναι η γνώση που κατέχουν οι φύλακες, και μάλιστα οι πιο τέλειοι φύλακες, οι άρχοντες. Δυνάμει του αριθμητικά πιο ολιγόριθμου τμήματος της πόλεως και δυνάμει της γνώσης που το τμήμα αυτό κατέχει η πόλις είναι σοφή (428e). Στο στάδιο της πόλεως των φυλάκων η σοφία είναι η γνώση, η συνδεδεμένη με την πρακτική, για το τι ωφελεί την πόλιν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και την ενισχύει. Μόνο στο στάδιο της πόλεως των φιλοσόφων η σοφία μπορεί να ορισθεί ως η γνώση εκείνου που πραγματικά είναι. Η τελική παρατήρηση του Σωκράτη (429a): “Να λοιπόν που βρήκαμε, δεν ξέρω με ποιο τρόπο, το ένα από τα τέσσερα αυτά” μπορεί να υποδεικνύει ότι ο ορισμός της σοφίας εδώ είναι ακόμη προσωρινός. Πρωτίστως όμως η παρατήρηση αυτή μοιάζει να υποδηλώνει κάτι άλλο: Η σοφία ταυτίζεται ξαφνικά με την εὐβουλίαν· το ότι η εὐβουλία προϋποθέτει μια γνώση ιδιαίτερου είδους είναι λογικό. Σ’ αυτή τη μέθοδο, στο να βρίσκει κανείς κάτι σχεδόν χωρίς επιχειρηματολογία, πρέπει να αναφέρεται η φράση ‘δεν ξέρω με ποιο τρόπο.”

6.2.2 Η ανδρεία (Πολιτεία 429a-430c)

Η ανδρεία περιορίζεται στον κύκλο των ἐπικούρων (42%). Μια πόλις ονομάζεται ανδρεία ή δειλή εν αναφορά προς το στρατό της, μια προσωρινή και πάλι πληροφορία. Τότε καθένας που δεν ανήκει στον επαγγελματικό στρατό δεν είναι γενναίος; Εδώ όμως δεν μας ενδιαφέρει ο επιμέρους άνθρωπος αλλά το κράτος με τις τάξεις του. Η ανδρεία είναι η διατήρηση, η διαφύλαξη της πεποίθησης σχετικά με τα φοβερά πράγματα (429b-c), “όσα και όπως τα προσδιόρισε ο νομοθέτης στις ρυθμίσεις για την παιδεία” Αυτός είναι ένας ορισμός της ανδρείας, τον οποίο δεν κατανοεί αρχικά ο συνομιλητής του Σωκράτη· γι’ αυτό δίνονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις: Η ανδρεία είναι η διαφύλαξη της ορθής πεποίθησης σχετικά με τα φοβερά πράγματα, διαφύλαξη που δεν παρεμποδίζεται ούτε και από τα πάθη ακόμη. Η ανδρεία είναι ένα είδος γνώσης, η “γνώση” όμως αυτή είναι γνώμη, έστω κι αν είναι ορθή γνώμη. Οι επίκουροι, η τάξη των οποίων δεν κατέχει την ἀρετή της σοφίας, δεν μπορούν να έχουν γνώση της ανδρείας. Η ανδρεία όμως δεν εξαντλείται στην αληθινή γνώμη· ως διατήρηση ή διαφύλαξη της αληθινής γνώμης σχετικά με τα πράγματα που προκαλούν φόβο παρουσιάζεται, εκτός απ’ αυτό, ως επιμονή. Η ορθή γνώμη σχετικά με τα πράγματα που προκαλούν φόβο, η οποία δεν είναι το αποτέλεσμα συστηματικής παιδείας, δεν είναι ανδρεία αλλά ένα είδος ενστίκτου, όπως στα ζώα και στους δούλους (εννοούνται οι δούλοι στις υφιστάμενες πόλεις· στην πόλιν των φυλάκων και στην πόλιν των φιλοσόφων δεν υπάρχουν δούλοι). Βέβαια, η ανδρεία των επικούρων δεν βασίζεται πάνω σε πραγματική γνώση αλλά σε αληθινή γνώμη, η οποία όμως τους παρέχεται μέσω της παιδείας. Εξαιτίας της παιδείας διακρίνεται από τη φυσική ανδρεία, η οποία δεν είναι αντάξια αυτού του ονόματος.

6.2.3 Η σωφροσύνη (Πολιτεία 430d-432a)

Η σωφροσύνη μοιάζει με συμφωνίαν και ἁρμονίαν, μ’ ένα είδος συμφωνίας και συναρμογής. Είναι (430e) ένα είδος τάξης και χαλιναγώγησης απολαύσεων και επιθυμιών, «το να είναι κανείς ανώτερος από τον εαυτό του» (430e κ.ε.). Στην ψυχή υπάρχει κάτι που είναι εκ φύσεως καλύτερο και κάτι που είναι εκ φύσεως χειρότερο. Η κακή αγωγή, η κακή συναναστροφή ενισχύουν το χειρότερο κομμάτι στην ψυχή και συντελούν στο να κυριαρχηθεί το καλύτερο κομμάτι στην ψυχή από το χειρότερο. Τι συμβαίνει σχετικά μ’ αυτό στο κράτος των φυλάκων; Είναι ανώτερο από τον εαυτό του, καθ’ όσον στο κράτος αυτό το εκ φύσεως καλύτερο κυριαρχεί επάνω στο χειρότερο (ακριβώς σ’ αυτό έγκειται η σωφροσύνη). Αντίθετα με τη σοφία και την ανδρεία, που είναι αρετές συγκεκριμένων τάξεων, η σωφροσύνη απλώνεται σε κάθε τάξη. Είναι η ομοφωνία του φύσει ανώτερου με το φύσει κατώτερο κομμάτι πάνω στο ερώτημα ποιο από τα δύο πρέπει να κυβερνάει και στην πόλη και στον καθένα μέσα.

6.2.4 Η δικαιοσύνη (Πολιτεία 432b-434c)

Σύμφωνα με τη μέθοδο που προτάθηκε στο χωρίο 428a, αφού είναι γνωστές οι τρεις αρετές σοφία, ανδρεία και σωφροσύνη, πρέπει να μπορεί να ορισθεί η άγνωστη ακόμη δικαιοσύνη. “Εδώ και πολλή ώρα μιλάμε κι ακούμε γι’ αυτό το πράγμα, αλλά δεν το έχουμε αντιληφθεί ότι κατά κάποιο τρόπο μιλάμε γι’ αυτό.” (432e) Η δικαιοσύνη είναι αυτό που εξαρχής προσδιόρισε το σχεδίασμα της πόλεως, ήδη ακόμη και στο στάδιο της πρωτόγονης πόλεως, αυτό που διατηρήθηκε στην πόλιν που ζει τρυφηλά –  εκεί ωστόσο περιορίστηκε από το αντίθετο του – και αυτό που εξ αφορμής του ερωτήματος για την αγωγή και την παιδεία των φυλάκων οδήγησε στην κάθαρση της φλεγμαίνουσας πόλεως: Η αρχή ότι ο καθένας πρέπει να πράττει τα δικά του έργα, αρχή που φανερώθηκε ως αρχή του καταμερισμού εργασίας και που οδήγησε στη διάρθρωση της πόλεως σε τρεις τάξεις. Το αρχικό αίτημα για τον καταμερισμό εργασίας δεν τέθηκε αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τη φύση. Ο καταμερισμός εργασίας γίνεται σε κάθε πόλιν που ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες προδιαθέσεις. Στο στάδιο της καθαρμένης πόλεως δεν συναντούμε ξανά τη φυσική ανεξέταστη δικαιοσύνη, αλλά μια δικαιοσύνη που έχει επιτευχθεί μέσω της παιδείας. Στην παιδείαν οφείλεται το ότι κάθε τάξη πράττει τα δικά της έργα. Η γνώση όμως αυτού που πραγματικά είναι δεν έχει ακόμη επιτευχθεί στην πόλιν των φυλάκων. Έτσι, δεν διακρίνουμε ακόμη τι είναι η δικαιοσύνη καθαυτήν, αλλά παρατηρούμε τα αποτελέσματά της: Αν ο καθένας πράττει τα δικά του έργα, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο (433b), τότε πραγματώνεται η δικαιοσύνη.

Ποια από τις αρετές που αναφέρθηκαν καθιστά την πό­λιν σε μέγιστο βαθμό καλή; Είναι η σωφροσύνη ως ομοφωνία αρχόντων και αρχομένων, είναι η ανδρεία ως δύναμη της σταθερής διατήρησης της σύμφωνης με το νόμο πεποίθησης σχετικά με το ποια πράγματα πρέπει να φοβάται κανείς και ποια όχι (433c), είναι η σοφία ή είναι η δικαιοσύνη; Το ερώτημα αυτό απαντάται, εφόσον αφετηρία της συζήτησης αποτελεί ο λόγος για το δίκαιο. Επιδιώκεται να μην οικειοποιείται κανείς κάτι που ανήκει σε άλλους και να μην αφαιρείται από κανέναν αυτό που του ανήκει. Εδώ λοιπόν φαίνεται ότι η δικαιοσύνη συνίσταται στο να έχει ο καθένας και να πράττει τα δικά του έργα. Η αδικία (434a-c) αντίθετα συνίσταται στην εγκατάλειψη αυτής της αρχής. Αυτό παρουσιάζεται με το παράδειγμα της κατάργησης του καταμερισμού εργασίας: Καταλήγουμε στην πολυπραγμοσύνη των τριών τάξεων, και στην πολυπραγμοσύνη υπάρχει η αδικία. Η δικαιοσύνη είναι εκείνη που καθιστά την πόλιν καλή.

6.3 Οι αρετές του ανθρώπου

Το συμπέρασμα που προέκυψε πρέπει να εφαρμοσθεί στους επιμέρους ανθρώπους· γιατί το σχεδίασμα της δίκαιης πόλεως ήταν μόνο ένα βοηθητικό μέσο για να βρούμε και να προσδιορίσουμε τη δικαιοσύνη κάθε επιμέρους ανθρώπου. Αν προκύψει το ίδιο αποτέλεσμα, τότε το πρόβλημα έχει λυθεί. (Σχετικά με τις τέσσερεις αρετές πρβ. Συμπ. 196d· Ξενοφών, Ἀπομνημ. 3, 9, 1-5). 435a: Αν η δικαιοσύνη της πόλεως είναι όμοια με τη δικαιοσύνη του κάθε ανθρώπου, τότε πρέπει να υπάρχει στον άνθρωπο μια παρόμοια αντιστοιχία με τη διάρθρωση της πόλεως σε τρεις τάξεις. Η μετάβαση από τις τρεις τάξεις του κράτους στο αντίστοιχο προς αυτές στον άνθρωπο είναι συνεπής. Η σοφία, η ανδρεία, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη μόνο από τους επιμέρους ανθρώπους μπορούν να φθίνουν στην πόλιν. (Ο Πλάτων εξάλλου υποστηρίζει την άποψη ότι η γεωγραφική θέση επηρεάζει τις ανθρώπινες προδιαθέσεις, πρβ. επίσης Νομ. 747c). Εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα (436a-b): Τελούμε κάθε μας πράξη με ένα και το αυτό στοιχείο εντός μας ή είναι τρία τα στοιχεία, αντίστοιχα προς τα τρία είδη ενεργειών; Το ερώτημα συγκεκριμενοποιείται: Είτε μαθαίνουμε με μια ικανότητα, οργιζόμαστε εξαιτίας μιας άλλης και επιθυμούμε με μια τρίτη είτε τα τρία αυτά είδη ενεργειών εκτελούνται κάθε φορά με ολόκληρη την ψυχή. Το ερώτημα απαντάται με την εφαρμογή της αρχής της αντίφασης (436b): “Είναι φανερό ότι ένα και το αυτό πράγμα δεν είναι δυνατόν να πράττει αντίθετα ή να διατελεί σε αντίθετες καταστάσεις ως προς το ίδιο μέρος του και σε σχέση με το ίδιο πράγμα ταυτοχρόνως.” Η διατύπωση συμπληρώνεται στο χωρίο 436e: “Δεν είναι ποτέ δυνατόν το αυτό πράγμα ταυτοχρόνως ως προς το αυτό μέρος του και σε σχέση με το αυτό αντικείμενο να πάθει ή να είναι ή να κάνει αντίθετα πράγματα.” Η εφαρμογή της αρχής της αντίφασης στο προκείμενο ερώτημα (437b κ.ε.) δείχνει τα ακόλουθα: Το να συγκατανεύεις, να αρνείσαι, να επιδιώκεις κάτι, να αποποιείσαι κάτι είναι αντίθετα μεταξύ τους· αδιάφορο είναι αν εδώ πρόκειται για ενεργήματα ή για παθήματα. Τούτο εφαρμόζεται στις επιθυμίες. Επιθυμώ σημαίνει: Θέλω να λάβω κάτι. Είναι επομένως μια συγκατάνευση· η απόρριψη, η εναντίωση στις επιθυμίες είναι το αντίθετο, μια απόρριψη, μια άρνηση. Είναι αδύνατον με ολόκληρη την ψυχή μας από την αυτήν άποψη να επιδιώκουμε και να μην επιδιώκουμε κάτι ταυτοχρόνως. Επομένως, πρέπει προφανώς να τεθούν δύο μέρη ή “δυνά­μεις” στην ψυχή. Η σύγκρουση μεταξύ επιθυμίας και αντίστασης είναι κατανοητή μόνο αν δεχθούμε ότι υπάρχουν διαφορετικά μέρη της ψυχής, που το καθένα τους υπάγεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή. (Σχετικά με το πρόβλημα «μέρη της ψυχής ή δυνάμεις της ψυχής» πρβ. παραπάνω, σελ. 188-189). Αυτό αποδεικνύεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Η επιθυμία στρέφεται σε κάτι, ανήκει επομένως σ’ αυτά τα οποία αναφέρονται σε κάτι. Αν η επιθυμία, λ.χ. η επιθυμία για φαγητό, εκληφθεί σκέτη, καθεαυτήν, τότε αναφέρεται σε φαγητό σκέτα, καθεαυτό. Αν είναι στραμμένη σε κάτι συγκεκριμένο, τότε και η ίδια η επιθυμία έχει μια συγκεκριμένη ποιότητα. Ας δούμε τώρα την επιθυμία σκέτα, καθεαυτήν. Η επιθυμία της δίψας δεν αναφέρεται σε τίπο­τε άλλο από το ποτό, αδιάφορο τι είδους είναι αυτό. Εδώ συμβαίνει καμιά φορά, παρόλο που υπάρχει η δυνατότητα να πιούμε, εν τούτοις να μην πίνουμε (439b-c). Σύμφωνα με την αρχή της αντίφασης δεν είναι δυνατόν ένα και το αυ­τό μέρος του εαυτού μας να θέλει να πιεί και να αντιτάσσεται στο να θέλει να πιεί ταυτοχρόνως. Πρέπει επομένως να υπάρχει στη ψυχή κάτι που να θέλει να πιεί και κάτι που να του αντιτάσσεται. Αυτό που αντιτάσσεται βασίζεται στο λογισμό. Αυτό που επιθυμεί ξεσηκώνεται από τα πάθη και τις αρρώστιες. Επομένως το λογιστικόν μέρος της ψυχής είναι διαφορετικό από το ἐπίθυμητικόν, το αλόγιστο μέρος της ψυχής.

Τι γίνεται με τον θυμόν, τη δύναμη της ψυχής που μας κάνει να θυμώνουμε; Είναι άραγε ένα τρίτο είδος στην ψυχή ή συμπίπτει με κάποιο από τα δύο προηγούμενα; Με το ἐπιθυμητικόν δεν ταυτίζεται, γιατί κάπου-κάπου ο θυμός (θάρρος και οργή) βρίσκεται σε σύγκρουση με τις επιθυμίες και συμμαχεί με το λογιστικόν. Μήπως ο θυμός πρέπει να συγκαταλεχθεί στο λογιστικόν ή είναι διαφορετικός από αυτό; Στο χωρίο 440d γίνεται αναφορά στους άρχοντες και τους ἐπικούρους στην πόλιν των φυλάκων, η οποία επεξηγείται παραπέρα στο χωρίο 440e: Όπως υπάρχουν στην πόλιν τρεις τάξεις και οι ἐπίκουροι αποτελούν μια ιδιαίτερη τάξη, έτσι και το θυμοειδές αποτελεί ένα ιδιαίτερο είδος ή μέρος στην ψυχή. Εάν δεν το έχει διαφθείρει μια κακή αγωγή, είναι από τη φύση του φτειαγμένο να βοηθάει το λο­γιστικόν.

Δεν μπορεί κανείς να μεμφθεί τον Πλάτωνα ότι μεταφέρει χωρίς προσεκτική επιχειρηματολογία το σχήμα των τριών τάξεων της πόλεως που επινόησε στην ανθρώπινη ψυχή. Οι τρεις τάξεις μπορούν να υφίστανται στην πόλιν των φυλάκων, μόνο και μόνο γιατί η πόλις είναι απείκασμα της ανθρώπινης ψυχής. Όπως είναι φτειαγμένοι οι άνθρωποι, έτσι είναι φτειαγμένη και η πόλις, το αντίστροφο δεν ισχύει. Δεν πρέπει να βλέπουμε στις δομές στις πόλεως το αίτιο για τις δομές στο εσωτερικό του καθενός ανθρώπου, αλλά οι εσωτερικές δομές του ανθρώπου είναι το αίτιο για τις δομές της πόλεως. Αν τα μέρη της ψυχής συμφωνούν μεταξύ τους, όπως πρέπει σύμφωνα με τη φύση τους να συμφωνούν, τότε αυτό μεταφέρεται στην πόλιν’ η δικαιοσύνη των ανθρώπων δημιουργεί το δίκαιο κράτος. Το ίδιο ισχύει για τον άδικο άνθρωπο και για την άδικη πόλιν. Η δικαιοσύνη επομένως προκαλείται από τη συμφωνία των μερών της ψυχής, η οποία ανταποκρίνεται στη φυσική προδιάθεση του ανθρώπου, πρέπει όμως να δημιουργηθεί και δεν είναι δεδομένη από τη φύση. Το ίδιο ισχύει και για την πόλιν’ η δίκαιη πόλις πρέπει να δημιουργηθεί, δεν υπάρχει ήδη.

Το ερώτημα για τις αρετές των μερών της ψυχής μπορεί τώρα πλέον να τεθεί (441c). Σοφός είναι ο επιμέρους άνθρωπος κατά τον ίδιο τρόπο και μέσω του ίδιου στοιχείου με την πόλιν. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ανδρεία, τη σωφροσύνη και επίσης τη δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη πραγματοποιείται στην πόλιν με το να πράττει καθένας τα δικά του· αν καθένα από τα μέρη της ψυχής πράττει κι αυτό τα δικά του, τότε πραγματοποιείται η δικαιοσύνη στον άνθρωπο. Όπως συμβαίνει με τις τάξεις της πόλεως, μέσω της ορθής μείξης της μουσικής με τη γυμναστική παιδεία θα επιτευχθεί ώστε τα μέρη της ψυχής να πράττουν κάθε φορά καθένα το δικό του έργο. Μέσω αυτής της παιδείας θα επιτευχθεί η αρμονία των προδιαθέσεων. Το λογιστικόν πρέπει να τονώνεται με όμορφα λόγια και μαθήματα, το θυμοειδές πρέπει να χαλαρώνει, να ημερεύει με την αρμονία και το ρυθμό. Όσον αφορά το τρίτο μέρος της ψυχής, για τούτο δεν υπάρχει καμιά πραγματική εκπαίδευση· γιατί αυτή θα οδηγούσε μόνο στην ενδυνάμωση των επιθυμιών. Η μόνη δυνατότητα που απομένει είναι η κυριάρχηση των επιθυμιών μέσω του λόγου και του θυμοῦ. Μόνο τότε θα πράττει το ἐπιθυμητικόν το δικό του έργο, δηλαδή θα συμφωνεί με τα άλλα μέρη της ψυχής στο ότι το λογιστικόν πρέπει να κυριαρχεί. Το αποτέλεσμα αυτής της παιδευτικής διαδικασίας σχετικά με την ἀρετήν της ψυχής είναι το ακόλουθο: Το λογιστικόν κατέχει τη γνώση εκείνου που είναι ωφέλιμο στο καθένα μέρος της ψυχής χωριστά και στο κοινό σύνολο των μερών της ψυχής. Εξαιτίας αυτής της γνώσης η ψυχή είναι σοφή. Η ανδρεία ορίζεται όπως και η ανδρεία της πόλεως: Είναι η διαφύλαξη εκείνου που ο λογισμός διαμηνύει ότι πρέπει να φοβάται κανείς ή να μη φοβάται. Η σωφροσύνη είναι η συμφωνία των μερών της ψυχής σχετικά με το ερώτημα ποιος πρέπει να έχει την εξουσία και ποιος πρέπει να υπακούει. Να κυβερνά πρέπει το λογιστικόν, να υπακούουν πρέπει το θυμοειδές και το ἐπιθυμητιχόν. Η δικαιοσύνη προκύπτει από αυτό αναγκαστικά: Κάθε μέρος της ψυχής πράττει το έργο του και δεν είναι πολυπράγμον. Η δικαιοσύνη είναι η τάξη της ψυχής· δίκαιη είναι μια πράξη που ανταποκρίνεται σ’ αυτή την ψυχική αρμονία, σ’ αυτή την ψυχική τάξη.

6.4 Η αδικία και η δημιουργία της δικαιοσύνης (Πολιτεία 444b-445e)

Η αδικία ορίζεται από το αντίθετο της, τη δικαιοσύνη. Αν η δικαιοσύνη συνίσταται στο να πράττει κάθε μέρος της ψυχής το δικό του έργο και στο ότι τα τρία μέρη συμφωνούν ότι η εξουσία ανήκει στο λογιστικόν, τότε η αδικία συνίσταται στην εξέγερση ή στη διχογνωμία, στην πολυπραγμοσύνη, όπου ο καθένας επιδιώκει να καταγίνεται με τα πάντα, στην επανάσταση ενός μέρους της ψυχής εναντίον του συνόλου της ψυχής, για να πετύχει την εξουσία σ’ αυ­τήν, παρόλο που από τη φύση του, δηλαδή από τη φυσική του κατασκευή, δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Βάσει των συλλογισμών σχετικά με τη δικαιοσύνη και την αδικία προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δικαιοσύνη είναι η σύμφωνη με τις φυσικές προδιαθέσεις μορφοποίηση του λογιστικοῦ και του θυμοειδοῦς, τα οποία λαμβάνουν υπό την καθοδήγησή τους το έπιθυμητιχόν. Η δικαιοσύνη είναι υγεία της ψυχής, η αδικία είναι αρρώστια της ψυχής. Όπως ένας υγιής τρόπος ζωής οδηγεί στην υγεία, έτσι και η δίκαιη πράξη οδηγεί στη δικαιοσύνη. Για το αντίθετο ισχύουν τα αντίστοιχα.

Πώς μπορεί όμως να επιτευχθεί η δικαιοσύνη; Κατ’ ανάλογο τρόπο με την υγεία, που επιτυγχάνεται άμα τα όργανα του σώματος κυριαρχούν και κυριαρχούνται το καθένα σύμφωνα με τη φύση του, έτσι και η δίκαιη πράξη συνίσταται στο να καταφέρει κανείς ώστε τα μέρη της ψυχής να κυριαρχούν και να κυριαρχούνται το καθένα σύμφωνα με τη φύση του. Η δίκαιη πράξη επομένως φέρνει τη δικαιοσύνη, πράγμα που είναι μια μακροχρόνια διαδικασία. Το λογι­στικόν πρέπει να καλλιεργηθεί ώστε να φθάσει σε άριστη μορφή. Παρόμοια ισχύουν για το θυμοειδές, και επιπρόσθετα το θυμοειδές πρέπει να διδαχθεί τη συνετή επιμονή, τη διαφύλαξη της παρεχόμενης με την παιδείαν ορθής γνώμης για τα φοβερά πράγματα και να ενισχυθεί με τη σωστή μείξη της μουσικής με τη γυμναστική παιδεία. Οι επιθυμίες πρέπει να υποταχθούν στην κυριαρχία του λογικού, πράγμα που είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα πετύχουν οι άνθρωποι και η πόλις χωρίς να έχουν κάποιο δάσκαλο. Ποιος είναι ο δάσκαλος; Αν η δικαιοσύνη ως υγεία της ψυχής είναι η ομοφωνία των μερών της ψυχής, αυτό σημαίνει ότι η υγεία αυτή της ψυχής πρέπει να προφυλάσσεται συνεχώς από την αρρώστια της αδικίας. Εκείνος λοιπόν που καθιστά δίκαιους τους ανθρώπους και τις πόλεις έχει ταυτόχρονα το καθήκον να φροντίζει πάντα για τη διατήρηση της δικαιοσύνης.

6.5 Το κράτος των φιλοσόφων (Πολιτεία 449a-541b)

Αν θέσουμε τώρα το ερώτημα ποια είναι η προϋπόθεση για να καταστεί δυνατή η δικαιοσύνη και πού έγκειται το σφάλμα, ώστε οι υφιστάμενες πόλεις, όλες ανεξαιρέτως, να είναι κακές, άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο, και ποια όσο το δυνατόν μικρότερη μεταβολή μπορεί να κάνει την πόλιν καλή, η απάντηση του Πλάτωνα είναι η ακόλουθη (473c-d): «Αν δεν συμβεί […] ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, ανυστερόβουλα και άξια, αυτοί τους οποίους τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και άρχοντες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συναντηθούν στο αυτό πρόσωπο, κι αν τούτος ο εσμός όσων σήμερα πορεύονται χωριστά προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση δεν εμποδιστεί διά της βίας να το κάνει αυτό, δεν θα ‘χουν τελειωμό […] οι συμφορές για τις πολιτείες […] ούτε και για το ανθρώπινο γένος.» Μόνο όταν οι φιλόσοφοι γίνουν βασιλείς ή οι βασιλείς φιλόσοφοι θα πραγματοποιηθεί η άριστη πολιτεία, πρωτύτερα ποτέ. Τι είναι ο φιλόσοφος; Ο φιλόσοφος, όπως το λέει η λέξη, αγαπά τη σοφία. Αυτός που αγαπά κάτι το αγαπά ολόκληρο. Ο φιλόσοφος αγαπά τη σοφία ολόκληρη, ποθεί να αντικρίσει την αλήθεια (475e), στρέφεται προς το ίδιο το ωραίο και το αντικρίζει στην καθεαυτότητά του. Τι εννοείται μ’ αυτό εξηγείται με τον ακόλουθο συλλογισμό (476e κ.ε.): Στη γνώση, στην άγνοια και στη γνώμη αντιστοιχούν το ον, το μη ον και ένα ενδιάμεσο μεταξύ όντος και μη όντος, όπως η γνώμη είναι μια ενδιάμεση δύναμη μεταξύ γνώσης και άγνοιας (477a). Το ενδιάμεσο μεταξύ όντος και μη όντος είναι το γιγνόμενο, που είναι ταυτόχρονα ον και μη ον. Ο φιλόσοφος θέλει να γνωρίσει το πραγματικό ον, τείνει πέρα και πάνω από την δόξαν και το γιγνόμενο. Μ’ αυτό δεν έχει ακόμη θεμελιωθεί το ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να άρχουν. Εν τούτοις οι φιλόσοφοι, και μόνο αυτοί, είναι εκείνοι που μπορούν να γνωρίσουν το αμετάβλητο ον. Η γνώση εκείνου που είναι το κάθε πράγμα στην πραγματικότητα είναι ύψιστης σημασίας για τη διευθέτηση των πολιτικών υποθέσεων· ο φιλόσοφος, ως εκείνος ο οποίος γνωρίζει το ον, μπορεί να επαγρυπνά με τον καλύτερο τρόπο για τους νόμους και τις υποθέσεις της πόλεως, ενώ δεν το μπορεί κάποιος μισότυφλος ή εντελώς τυφλός. Σ’ αυτό προστίθεται το ότι η φιλοσοφική φύση πρέπει να κατέχει όλα τα έξοχα προσόντα σε αρμονικό συνδυασμό. Η φύση αυτή φθάνει στην τελειότητα με την παιδείαν και τη φυσική διαδικασία της ωρίμανσης.

Το αίτημα του Πλάτωνα για τους φιλοσόφους-βασιλείς έχει εκτεθεί και εξακολουθεί να εκτίθεται σε ποικίλες παρανοήσεις. Πολ. 487b: Η πραγματικότητα αποδεικνύει το παράλογο του πλατωνικού αιτήματος· όποιος ασχολείται όλη του τη ζωή με τη φιλοσοφία γίνεται αλλόκοτος, για να μην πούμε τρισάθλιος. Αυτή είναι η γνωστή κατηγορία κατά της φιλοσοφίας στον Γοργία: Οι καλύτεροι φιλόσοφοι είναι άχρηστοι για τα δημόσια πράγματα, η πόλις δεν μπορεί να τους κάνει τίποτα τους φιλοσόφους. Αυτό είναι σωστό, βάζει ο Πλάτων τον Σωκράτη να λέει (487d), οι φιλόσοφοι χαζεύουν τα άστρα και φλυαρούν (488e). Το σω­στό στην κατηγορία αυτή είναι ότι στις υφιστάμενες πόλεις ο φιλόσοφος είναι άχρηστος. Ο φιλόσοφος χρειάζεται μια άλλη πόλιν για να ενεργοποιήσει τη δράση του, δηλαδή μια πόλιν που να σχετίζεται με το πραγματικό ον. Εξάλλου είναι σωστό ότι πολλοί φιλόσοφοι είναι τρισάθλιοι (487d, 489d). Αν μια φιλοσοφική φύση (492a) δεν λάβει την παι­δείαν που της πρέπει, τότε πράγματι γίνεται τρισάθλια. – Όσον αφορά τις επιθέσεις σύγχρονων ιστορικών και κοινωνιολόγων, παραπέμπουμε στον P. Friedlander, Platon, τ. 3, 2^ έκδ. 1960, σελ. 444 σημ. 39.

Πώς πρέπει όμως να μορφωθεί και ποια αγωγή πρέπει να λάβει ο φιλόσοφος-βασιλιάς; Δεν μπορεί αποκλειστική του παιδεία να είναι αυτή των φυλάκων (στην πόλιν των φυλάκων). Ποια είναι η κατάλληλη παιδεία για το φιλόσοφο – βασιλιά; Φαίνεται ότι εξαιρετικά δύσκολα μπορεί να προσδιορισθεί. Οι φιλόσοφοι, σ’ αντίθεση με τους άρχοντες της πόλεως των φυλάκων, πρέπει να κατέχουν όχι μόνο την προεισαγωγική αλλά την πραγματική γνώση. Σε τι συνίσταται η γνώση αυτή; Ύψιστο αντικείμενο της φιλοσοφικής διδαχής είναι το αγαθό. Τι είναι το αγαθό; Δεν είναι ούτε η ηδονή ούτε ο πλούτος ούτε η τιμή. Ούτε και είναι η δικαιοσύνη ή κάποια από τις άλλες αρετές. Υπάρχει κάτι πολύ υψηλότερο από τη δικαιοσύνη. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς πρέπει να εισαχθεί στη διδασκαλία του όντος και του αγαθού (πρβ. παραπάνω, σελ. 65).

Η αληθινή τάξη μπορεί να επικρατήσει σε μια πόλιν μόνο όταν ένας άρχοντας, που η ψυχή του βρίσκεται η ίδια σε τάξη και έχει δει το αγαθό, βάλει τη σφραγίδα του στην τάξη της πόλεως, πράγμα που πάντα συναντάει την αντίσταση των δεσμωτών στο σπήλαιο της άγνοιας. Το χωρίο 592b της Πολιτείας παρέχει διασάφηση σχετικά με την πραγματοποίηση της πόλεως των φιλοσόφων – πραγματοποίηση στην οποία ο Πλάτων είχε, περιστασιακά μάλλον, ελπίσει. Η πόλις που σχεδιάστηκε “ίσως υπάρχει στον ουρανό, σαν ένα υπόδειγμα για όποιον θέλει να βλέπει και βλέποντας να χτίζει μια πολιτεία μέσα του.” Αυτό δεν πρέπει να σημαίνει ότι η πόλις που σχεδιάστηκε αποτελεί ένα μη δεσμευτικό προϊόν φαντασίας. “Αν υπάρχει κάπου αυτή η πολιτεία ή αν θα υπάρξει, αυτό δεν έχει καμιά σημασία· γιατί ο φιλόσοφος θα πράττει σύμφωνα με τους νόμους αυτής της πολιτείας και καμιάς άλλης.” (592b) Έτσι, η πόλις των φιλοσόφων είναι το πρότυπο για κάθε υφιστάμενη πόλιν που πασχίζει για δικαιοσύνη και ταυτόχρονα είναι το πρότυπο του φιλοσοφικού βίου. Είναι το αποτέλεσμα φιλοσοφικής γνώσης, γιατί είναι στραμμένη προς τις ιδέες. Συγχρόνως όμως ανήκει στον κόσμο του γίγνεσθαι και συνεπώς κουβαλάει μέσα της το σπόρο της παρακμής.

6.6 Η διάλυση

6.6.1 Η τιμοκρατία (Πολιτεία 545c-550c)

Καθετί που γεννιέται υπόκειται στη φθορά (546a), έτσι και η πόλις των φιλοσόφων που συστάθηκε κατ’ ανάγκην θα διαλυθεί. Καθετί που γεννιέται υπόκειται σε κοσμικούς νόμους, οι οποίοι εκφράζονται με περίπλοκες αριθμητικές σχέσεις (546a κ.ε.), με τον πλατωνικό αριθμό. Έργο του φιλοσόφου-βασιλιά είναι επίσης να παρακολουθεί τους κοσμικούς νόμους και να επιτρέπει την τεκνοποιία, μόνο όταν η κοσμική συγκυρία είναι ευνοϊκή. Επειδή όμως το να γνωρίζει κανείς με ακρίβεια τον κοσμικό ρυθμό υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις, κάποτε οι φιλόσοφοι-βασιλείς δεν θα προσδιορίσουν σωστά την ευνοϊκή για τεκνοποιία χρονική στιγμή. Το αποτέλεσμα είναι παιδιά με προδιαθέσεις όχι εντελώς άριστες, που δεν θα ανταποκρίνονται πλέον στις απαιτήσεις εκείνες που πρέπει να τίθενται για τους φιλοσόφους-βασιλείς. Αν αυτά οριστούν φύλακες της πόλεως, πράγμα που μέσα στη γενική εξαχρείωση είναι αναπόφευκτο, τότε θα αρχίσει η διχόνοια ανάμεσα στους φύλακες. Οι εξαίρετοι φύλακες θα εξακολουθήσουν να είναι στραμμένοι προς την αρετή και την παλαιά κατάσταση των φιλοσόφων, οι λιγότερο άριστοι θα ζητούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη τους σε προδιαθέσεις με την απόκτηση περιουσίας και χρημάτων. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης είναι ένας συμβιβασμός. Ο κομουνισμός στην τάξη των φυλάκων εξαλείφεται, η ατομική ιδιοκτησία επιτρέπεται, πράγμα που έχει πάλι ως συνέπεια την υποδούλωση της ελεύθερης στην πόλιν των φιλοσόφων τρίτης τάξης και το ότι οι φύλακες ασχολούνται οι ίδιοι με τη διεξαγωγή του πολέμου και με τη φρούρηση των δούλων τους, και την εξουσία τους δεν την στηρίζουν πια στη φιλοσοφική γνώση, αλλά στη βία. Η πολιτεία που προέκυψε μ’ αυτό τον τρόπο αποτελεί μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της βασιλείας ή της αριστοκρατίας των φιλοσόφων από τη μια και της ολιγαρχίας από την άλλη. Με την πολιτεία των φιλοσόφων έχει ακόμη κοινά μερικά επιφανειακά στοιχεία: το σεβασμό απέναντι στους άρχοντες, το ότι οι φύλακες δεν έχουν γεωργικές και χειρωνακτικές ασχολίες, το ότι ενδιαφέρονται για τη γυμναστική και τις πολεμικές ασκήσεις. Η αρχή ότι ο καθένας κάνει τη δική του δουλειά μόνο επιφανειακά διατηρείται. Αλλά οι κυβερνώντες και οι βοηθοί τους είναι διψασμένοι για χρήμα, όσο κι αν προσπαθούν να το κρύψουν· για τις διασκεδάσεις τους ξοδεύουν ευχαρίστως χρήματα που δεν τους ανήκουν, γιατί στα δικά τους λεφτά είναι σφιχτοχέρηδες, αγοράζουν σπίτια, στα οποία γίνονται πράγματα όχι σύμφωνα με τις αρχές της αρετής, στοιχείο που έχουν κοινό με την ολιγαρχία. Αυτή η πρώτη από τις εκφυλισμένες μορφές κράτους έχει όμως και κάτι που είναι χαρακτηριστικό γι’ αυτήν και που την διαχωρίζει από την ολιγαρχία: το πάθος για διάκριση και τη φιλοδοξία, ως εκφράσεις του θυμοειδοῦς. Αυτό μας επιτρέπει να ονομάσουμε αυτή τη μορφή εξουσίας τιμοκρατία. Η δικαιοσύνη της πόλεως έχει χαθεί, καίτοι, φαινομενικά πιο πολύ, συνεχίζει να υφίσταται ακόμη σε επιφανειακά πράγματα: Δεν κυριαρχεί η τάξη των φιλοσόφων, που αντιστοιχεί στο λογιστικόν της ψυχής, αλλά η δεύτερη τάξη.

Η διάλυση προχωρεί με λογική αναγκαιότητα. Με τη διαδοχή των κακών πολιτευμάτων ο Πλάτων δεν θέλει να διατυπώσει έναν ιστορικό νόμο, αλλά να παρουσιάσει τη λογική σειρά, η οποία δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στην ιστορική εξέλιξη. Σημαντικό είναι ότι και στα εκφυλισμένα πολιτεύματα αντιστοιχούν τύποι χαρακτήρα, και η λογική σειρά είναι κυρίως μια σειρά τύπων χαρακτήρα, από τον θυμοειδή τύπο έως και τον τυραννικό τύπο. Με την εκάστου μορφή του πολιτεύματος αναπτύσσονται και οι αντίστοιχοι τύποι χαρακτήρα, έτσι ώστε δημιουργείται η εικόνα μιας ιστορικής σειράς. Ο τιμοκρατικός άνθρωπος είναι, λ.χ., ο γιος ενός πατέρα καλού από την παλαιά τάξη των φυλάκων. Ο πατέρας περιφρονεί το συναγωνισμό για τιμές και αξιώματα που έχει ξεσπάσει στην πόλιν. Δεν μετέχει στο δημόσιο βίο και παραιτείται από το να επιβάλει τα δικαιώματά του. Απ’ αυτό προκύπτουν δυσάρεστες οικογενειακές καταστάσεις: Η μητέρα παρουσιάζει στο γιο της τον πατέρα του σαν έναν αποτυχημένο, ο γιος πρέπει να προωθήσει τα πράγματα, κι ένα σωρό άλλα σαν αυτά που λέγονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο πατέρας προσπαθεί να καλλιεργήσει στην ψυχή του γιου του το λογιστικόν ή να το αφήσει μόνο του να καλλιεργηθεί, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να του εξάψουν το ἐπιθυμητικόν και το θυμοειδές. Το αποτέλεσμα είναι ότι την εξουσία παίρνει το θυμοειδές, ως μεσαίο στοιχείο μεταξύ του λογιστικοῦ και του ἐπιθυμητικοῦ. Στην παρουσίαση αυτή φαίνεται ότι ο Πλάτων αποδέχεται πλήρως την επίδραση των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών στο χαρακτήρα του ανθρώπου. – Ο τιμοκρατικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από φιλοδοξία και μεγάλη αυτοπεποίθηση· δεν είναι ιδιαίτερα μορφωμένος, είναι κακός ρήτορας, είναι σκληρός στους δούλους, αλλά δεν τους περιφρονεί, απέναντι στους ανώτερους είναι δουλοπρεπής, τις απαιτήσεις του τις στηρίζει όχι στην τέχνη να πείθει τους άλλους με τη γνώση του, αλλά στη βία. Στα νιάτα του λίγο τον ενδιαφέρουν τα χρήματα, όσο περνάει η ηλικία όμως το πράγμα αλλάζει.

6.6.2 Η ολιγαρχία (Πολιτεία 550c-555b)

Η ολιγαρχία βασίζεται στην εκτίμηση των περιουσιών. Σ’ αυτήν κυβερνούν οι πλούσιοι, οι φτωχοί αποκλείονται από την εξουσία· μόνο όποιος έχει περιουσία ένα ορισμένο ύψος, που θεσπίζεται με νόμο, μπορεί να συμμετάσχει στη διακυβέρνηση του κράτους. Σ’ αυτό έγκειται το βασικό σφάλμα της ολιγαρχίας. Αν το αποφασιστικό κριτήριο είναι όχι η ει-δημοσύνη αλλά ο πλούτος, τότε το κράτος βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση. Το αποτέλεσμα είναι ότι στην ίδια πό­λιν υπάρχουν ένα κράτος των πλούσιων κι ένα άλλο των φτωχών. Το προλεταριάτο θα αυξάνεται από τους πλούσιους που έγιναν φτωχοί, εκείνους που από τις σπατάλες έχασαν την περιουσία τους. Εκτός απ’ αυτό, η έλλειψη παιδείας και η κακή τάξη δημιουργούν εγκληματίες. Στην παρουσίαση της γένεσης του ολιγαρχικού ανθρώπου (ο γιος ενός πατέρα που πτώχευσε στρέφεται στο κυνήγι του χρήματος και με αυστηρή οικονομία κατορθώνει να φτειάξει μεγάλη περιουσία, δηλαδή κάνει το λογιστικόν και το θυμοειδές δούλους του ἐπιθυμητικοῦ) φαίνεται ξανά πολύ καθαρά ότι ο Πλάτων εμμένει στη βασική αρχή της Πολιτείας: Η πόλις είναι το απείκασμα της ανθρώπινης ψυχής. Επομένως, στις διάφορες πολιτικές δυνάμεις εκφράζονται οι ψυχικές δυνάμεις. Από τη μια οι πολιτικές καταστάσεις προσδιορίζονται από τις ψυχικές δομές του καθενός ανθρώπου, από την άλλη όμως από τις πολιτικές καταστάσεις ασκούνται ισχυρές επιδράσεις στην ψυχή του καθενός ανθρώπου. Χαρακτηριστική γι’ αυτή την αμοιβαία διαδικασία επίδρασης είναι η προοδευτική διάλυση της αρμονίας της ψυχής και της αρμονίας στην πόλιν. Η εξουσία περνάει από το λογι­στικόν στο θυμοειδές (τιμοκρατία) και στο ἐπιθυμητικόν (ολιγαρχία). Στην ολιγαρχία και στον ολιγαρχικό άνθρωπο επικρατούν οι αναγκαίες επιθυμίες, καίτοι σε υπερβολικό βαθμό επαυξημένες. Το ἐπιθυμητικόν όμως εμπεριέχει και επιθυμίες με εντελώς διαφορετική υφή, που το μόνο που περιμένουν είναι να αφεθούν ελεύθερες, τις λεγόμενες μη αναγκαίες επιθυμίες, τις δαπανηρές και τις εγκληματικές. Οι φτωχοί στην ολιγαρχία, που πνίγονται από άκρα ένδεια και που κάποιοι απ’ αυτούς θα μπορούσαν οπωσδήποτε να είναι εξαίρετοι άνθρωποι (555d), όταν έλθουν σε στενότερη επαφή με τους πλούσιους, κάνουν τελικά τη σκέψη ότι είναι εύκολο να αφαιρέσουν την εξουσία απ’ αυτούς τους κακομαθημένους ανθρώπους. Ξεσπά η επανάσταση. Οι φτωχοί είτε πηγαίνουν να φέρουν ενισχύσεις από άλλη πόλιν είτε μπορούν από μόνοι τους να ρίξουν από την εξουσία τους πλούσιους. Οι φτωχοί υπερισχύουν, άλλους από τους αντιπάλους τους τους σκοτώνουν κι άλλους τους εξορίζουν· κατόπιν καθένας έχει την ίδια συμμετοχή στα αξιώματα στη βάση της ισότητας* οι άρχοντες ορίζονται με κλήρο.

6.6.3 Η δημοκρατία (Πολιτεία 555b-562a)

Με τον τρόπο αυτό μοιάζει να έχει εγκαθιδρυθεί η αταξική κοινωνία, η απεριόριστη εξουσία του λαού (δημοκρατία). Το ουσιαστικό της χαρακτηριστικό είναι η ελευθερία (557b): Καθένας μπορεί να κάνει και να μην κάνει ό, τι θέλει· μπορούν να σχηματίζονται ομάδες κάθε είδους και για κάθε σκοπό, έτσι ώστε η δημοκρατία μοιάζει να είναι η πιο όμορφη πολιτεία (557c), ένα ρούχο παρδαλό, όπου η πλειονότητα της κοινωνίας υπολογίζεται επαρκώς, ένα παντοπωλείο πολιτευμάτων (557d), στο οποίο ο καθένας μπορεί να διαλέξει το πολίτευμα που του αρέσει. Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τους νόμους, αν δεν το θέλει. “Όταν γίνεται πόλεμος, κανένας δεν σε εξαναγκάζει να πηγαίνεις στον πόλεμο· ούτε είσαι υποχρεωμένος να ζεις ειρηνικά, όταν οι άλλοι ζουν ειρηνικά, άμα εσύ δεν το θέλεις” (557e)· όποιος καταδικάζεται σε κάποια τιμωρία δε χρειάζεται να νοιάζεται γι’ αυτό (558a). Με όλα αυτά συνδέεται “η συγκαταβατικότητα αυτής της πολιτείας και η περιφρόνησή της για όλα όσα της φαίνονται μικροπράγματα” (558b). Η δημοκρατία, ως πολίτευμα παρδαλό και άναρχο, διανέμει “κάτι σαν ισότητα το ίδιο σε ίσους και μη ίσους” (558c).

Ας εξετάσουμε με συντομία τη γένεση του δημοκρατικού ανθρώπου. Ο γιος ενός πλούσιου ολιγαρχικού, μεγαλωμένος από τους γονείς του με λιτούς περιορισμούς, έρχεται σε επαφή με την πολυτέλεια και την ηδονή. Οι δαπανηρές επιθυμίες δυναμώνουν και αναλαμβάνουν την κυριαρχία στην ψυχή. Τότε πια εκείνος ζει “ξοδεύοντας χρήματα και κόπους και χρόνο αδιακρίτως σε αναγκαίες και σε μη αναγκαίες απολαύσεις” (561a). Παραδίδεται στην επιθυμία που κάθε φορά εισχωρεί μέσα του· σε λίγο φθάνει να ζει σε ασωτία, έπειτα πάλι προτιμά μια ασκητική ζωή, άλλοτε παριστάνει ότι ασχολείται τάχα με τη φιλοσοφία, εισέρχεται επίσης στο δημόσιο βίο ως πολιτικός και λέει ό, τι του έρθει. “Ούτε τάξη καμιά υπάρχει στη ζωή του ούτε εσωτερικός αναγκασμός, αλλά χαρακτηρίζοντας αυτή τη ζωή γλυκιά, ελεύθερη και τρισευτυχισμένη, ζει μ’ αυτό τον τρόπο όλη του τη ζωή” (561d), και εξαιτίας αυτής του της ζωής πολλοί άνθρωποι τον θαυμάζουν.

Στη δημοκρατία η ελευθερία κατ’ ανάγκην θα ξεπεράσει κάθε όριο (562e). Όταν η κυβέρνηση δεν αφήνει πλήρη ελευθερία και δεν υποχωρεί σ’ όλες τις απαιτήσεις, κατηγορείται ότι δεν είναι δημοκρατική αλλά ολιγαρχική κυβέρνηση (562d). Η άμετρη ελευθερία επεκτείνεται σ’ όλα τα πεδία του βίου: Οι γονείς φοβούνται τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι φοβούνται τους μαθητές, οι γέροι μιμούνται τους νέους, ντύνονται σαν εκείνους, ενώ οι νέοι πασχίζουν στα λόγια και στα έργα να τους ξεπεράσουν. Ακόμα και τα ζώα στη δημοκρατία περιφέρονται στο δρόμο πιο ελεύθερα από οπουδήποτε αλλού.

Παρά την ελευθερία και την ισότητα, και η δημοκρατία καταλήγει πάλι σ’ ένα είδος κράτους με τάξεις. Η αιτία βρίσκεται στην αχαλίνωτη ελευθερία. Την ανώτερη τάξη συγκροτούν οκνηροί και σπάταλοι άνθρωποι (564b)· οι πιο δραστήριοι από αυτούς μεριμνούν για τη δράση και τους λόγους, οι υπόλοιποι αποτελούν την ακολουθία τους. Η δεύτερη τάξη αποτελείται από εκείνους που “είναι από τη φύση τους ως επί το πλείστον πιο μετρημένοι” (564e)· αυτοί γίνονται και οι πιο πλούσιοι. Την τρίτη τάξη αποτελούν οι εργάτες, οι τεχνίτες και οι επαγγελματίες. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται όλοι όσοι ζουν από τη χειρωνακτική εργασία, δεν ανακατεύονται στα πολιτικά και έχουν μικρή περιουσία. Πρόκειται για την αριθμητικά πιο ισχυρή τάξη, στην οποία εναπόκειται συγχρόνως η λήψη αποφάσεων στη συνέλευση του δήμου (565a). Μεταξύ των ομάδων αυτών ξεσπά αναπόφευκτα σύγκρουση: Οι φτωχοί πρέπει να κατευνασθούν, οι πλούσιοι φοβούνται για τις περιουσίες τους (τρέφουν ολιγαρχικά φρονήματα)· αρχίζουν τότε “οι καταγγελίες και οι δίκες και οι προστριβές” (565c). Σε τέτοιες περιπτώσεις ο λαός συνηθίζει να βάζει πάντοτε κάποιον για αρχηγό του και να τον κάνει παντοδύναμο. Αυτός ο ηγέτης του λαού είναι ο υποκινητής της εξέγερσης εναντίον των τάξεων εκείνων που έχουν τις περιουσίες στη δημοκρατία (566a). Όταν πάρει την εξουσία του κράτους, στην αρχή θα δίνει κάθε είδους υποσχέσεις, θα χαρίζει τα χρέη, θα ξαναμοιράζει τη γη και θα παίζει το ρόλο του Υψηλοτάτου.

6.6.4 Η τυραννίς (Πολιτεία 562a-576b)

Όταν ο ηγέτης του λαού που αναδείχθηκε μέσα από τη δημοκρατία συμφιλιωθεί με τους εξωτερικούς του εχθρούς ή άλλους τους ξεπαστρέψει, τότε κατ’ αρχήν υποκινεί πάντοτε κάποιους πολέμους, για να χρειάζεται ο λαός αρχηγό (566e) και επίσης για να γίνεται φτωχότερος ο λαός από τους υψηλούς φόρους και να είναι να αναγκασμένος να παλεύει μόνο για την ικανοποίηση των καθημερινών του βιοτικών αναγκών, έτσι ώστε από τη φροντίδα του για τον επιούσιο να μην μπορεί καν να φθάσει να ξεσηκωθεί εναντίον του. Θα μετατραπεί σε τύραννο και θα πρέπει να φοβάται τον καθένα που είναι ανδρείος, συνετός ή και πλούσιος, και από φόβο όλους αυτούς θα τους αφανίζει. Το διαρκώς αυξανόμενο μίσος κατά του τυράννου τον κάνει να είναι αναγκασμένος να ενισχύει και να μεγαλώνει ολοένα τη σωματοφυλακή του, καταφεύγοντας στον όχλο του κράτους του ή και ξένων κρατών. Κανένα νόμιμο πλαίσιο χειρισμού δεν έχει πια στη διάθεσή του ο λαός για να απαλλαγεί από τον τύραννο: Η απόλυτη ελευθερία της δημοκρατίας έχει μεταβληθεί στην απόλυτη δουλεία της ανυπόκριτης τυραννίας.

Στο τυραννικό κράτος αντιστοιχεί ο τυραννικός άνθρωπος. Όσο δηλαδή και στα προηγούμενα γινόταν λόγος για ένα μεμονωμένο άνθρωπο, τον τύραννο, δεν είχε εξετασθεί ακόμη ο τυραννικός στα φρονήματα άνθρωπος, σύμφωνα με τους προηγούμενους παραλληλισμούς μεταξύ κράτους και ατόμου. Πρέπει λοιπόν να γίνει διάκριση ανάμεσα σ’ έναν τύραννο που κυβερνά και σ’ έναν από τη φύση του τυραννικό άνθρωπο (πρβ. 576b και 578c)’ ένας τυραννικός άνθρωπος δεν γίνεται κατ’ ανάγκην και τύραννος που κυβερνά. Αν γίνει, τότε αποτελεί το παράδειγμα του πιο δυστυχισμένου ανθρώπου (πρβ. 579c κ.ε.). Ταυτόχρονα ο άνθρωπος αυτός αποτελεί τη μεγαλύτερη συμφορά για την πόλιν.

Η παρουσίαση της δημοκρατίας από τον Πλάτωνα είναι αναμφίβολα επηρεασμένη από την αθηναϊκή δημοκρατία (πρβ. W. Jaeger, Paideia, τ. 3,· σελ. 70: «Διαισθάνεται κανείς […] σε κάθε βήμα ότι η προσωπική εμπειρία του Πλάτωνα στην πάτρια πόλη του είναι εκείνη που δίνει στον πίνακα αυτό σκοτεινά και ρεαλιστικά, κάποτε και υπερβολικά σαρκαστικά χρώματα»).

6.7 Η ταξινόμηση των μορφών διακυβέρνησης στον Πολιτικό

Ο Πλάτων σχεδιάζει στον Πολιτικό ένα σύστημα πιθανών μορφών διακυβέρνησης διαφορετικό από εκείνο της Πολιτείας και συγχρόνως εκφράζει στο έργο αυτό διαφορετική κρίση για τη δημοκρατία απ’ ό, τι στην Πολιτεία. Τα κριτήρια για την ταξινόμηση των πιθανών μορφών διακυβέρνησης είναι: (1) ο αριθμός των κυβερνώντων, (2) το εκούσιον – η βία, η φτώχια – ο πλούτος, ο νόμος – η έλλειψη νόμου (Πολιτ. 291c-293e). Ανάλογα με τον αριθμό των κυβερνώντων προκύπτουν τρεις μορφές διακυβέρνησης: εξουσία του ενός, εξουσία των ολίγων, εξουσία του συνόλου των πολιτών. Το δεύτερο κριτήριο ταξινόμησης καθιστά δυνατή τη διάκριση κάθε φορά ενός καλού και ενός κακού τύπου πολιτεύματος. Η καλή μορφή της μοναρχίας είναι η βασιλεία, η κακή μορφή η τυραννία. Η καλή μορφή της εξουσίας των ολίγων είναι η αριστοκρατία, η κακή μορφή η ολιγαρχία. Η εξουσία του συνόλου των πολιτών φέρει πάντοτε το όνομα δημοκρατία, ανεξάρτητα από το αν είναι καλή ή κακή.

Αν τεθεί τώρα το ερώτημα ποια είναι μεταξύ των καλών η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης, και τα δύο κριτήρια ταξινόμησης δεν μας βοηθούν να απαντήσουμε. Αν ένα πολιτικό σύστημα δεν θεμελιώνεται στη γνώση, τότε κατ’ ανάγκην θα γίνει οπωσδήποτε κακό. Γι’ αυτό η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης, αφού η έλλογη γνώση δεν μπορεί ποτέ να απαντά στον ίδιο βαθμό στο σύνολο των ανθρώπων μέσα σε μια πόλιν. Συνεπώς, η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης πρέπει να αναζητηθεί στον έναν ή στους λίγους κυβερνώντες. Για τον αληθινό πολιτικό η γνώση και η δικαιοσύνη αποτελούν τις αρχές κάθε ενέργειας, και είναι παντελώς αδιάφορο αν εκείνοι που έχουν την απαιτούμενη γνώση και δικαιοσύνη άρχουν με τη συγκατάθεση ή χωρίς τη συγκατάθεση των αρχομένων.

Εκτός απ’ αυτό, αδιάφορο είναι αν ο αληθινός πολιτικός πραγματώνει τη γνώση και τη δικαιοσύνη σύμφωνα με τους γραπτούς νόμους ή όχι. Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι ο αληθινός πολιτικός κυβερνά με αυθαιρεσία. Στηρίζεται στην ορθή γνώση. Σ’ όλα τα κράτη στα οποία η διακυβέρνηση δεν ασκείται από τον αληθινό πολιτικό είναι απαραίτητη η αυστηρή τήρηση του νόμου, γιατί διακυβέρνηση χωρίς την τήρηση του νόμου έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει μέγιστος βαθμός γνώσης. Αν αποτολμούσαν οι ασύνετοι να κυβερνήσουν χωρίς να τηρούν τους νόμους, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν άκρα αθλιότητα. Ο αληθινός πολιτικός όμως δεν πρέπει να περιορίζεται στις ενέργειές του από τους γραπτούς νόμους· και αν κάποτε ενεργεί παραβαίνοντας το νόμο, το κάνει με γνώση. Είναι υπεράνω του νόμου, είναι η προσωποποίηση του έλλογου νόμου και γι’ αυτό είναι πάνω απ’ όλους τους γραπτούς νόμους, οι οποίοι είναι ατελή απεικάσματα του έλλογου νόμου. Όσον αφορά τώρα την ιεράρχηση των ατελών πολιτευμάτων, προκύπτει ότι τα κράτη που στηρίζονται στους νόμους είναι τόσο χειρότερα όσο περισσότεροι άνθρωποι ασκούν τη διακυβέρνηση. Άρα προκύπτει η ακόλουθη ιεράρχηση: βασιλεία, αριστοκρατία, δημοκρατία. Η δημοκρατία επομένως, θεωρημένη απ’ αυτή την άποψη, είναι ο χειρότερος από τους καλούς τύπους πολιτεύματος.

Μια αντίστροφη σειρά προκύπτει σχετικά με τα χωρίς νόμους πολιτεύματα. Όσο περισσότεροι μετέχουν στη διακυβέρνηση, τόσο λιγότερο κακά είναι. Εδώ λοιπόν η σειρά είναι η ακόλουθη: δημοκρατία, ολιγαρχία, τυραννίς. Η χωρίς νόμους δημοκρατία είναι το καλύτερο από τα χωρίς νόμους πολιτεύματα, και αυτό γιατί ο πλουραλισμός της δημοκρατίας εμποδίζει την πλήρη εκδίπλωση της αδικίας.

Διαφορετική εκτίμηση των τύπων πολιτεύματος παρουσιάζεται στην Πολιτεία. Εκεί ο Πλάτων ξεκινά από το δίκαιο κράτος και από το δίκαιο άνθρωπο και κρίνει τους άλλους τύπους πολιτεύματος και τους άλλους ανθρώπινους χαρακτήρες ανάλογα με την εγγύτητα ή την απόστασή τους από το δίκαιο κράτος και το δίκαιο άνθρωπο. Επειδή τα πολιτεύματα έλκουν την καταγωγή τους από τα ήθη που επικρατούν στο κράτος, αλλά τα ήθη πάλι διαμορφώνονται από τις φυσικές προδιαθέσεις και την παιδείας οι κακοί τύποι πολιτεύματος αποτελούν τον καθρέφτη του εκφυλισμού των φυσικών προδιαθέσεων και της παιδείας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s