ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ


kion1Οι κατήγοροι του Σωκράτη

 

Άν­να Κε­λε­σί­δου

 επίτιμης διευθύντριας Κέντρου Φιλοσοφίας Ακαδημίας Αθηνών,

 αντεπιστέλλοντος μέλους Ακαδημίας Μόσχας

Πρόλογος

 

Η Ιστορία είναι τραγική και γίνεται τραγικότερη όταν περνούν στις σελίδες της «εφιάλτες», «αχυράνθρωποι», «θρασυβουλοι», χάρη στη μολυβένια δύναμη της μετριότητάς τους που καταφέρνει να βλάπτει («ποιείν κακώς») τους άξιους «γεννήτορες» της πνευματικής ζωής· εκείνοι όμως μπαίνουν, όπως ακριβώς είναι («οίοι εισίν») στις σελί­δες της, υποδείγματα «εσαεί» αυτογνωσίας και ήθους1.

 

 

1. Πρόσωπο και προσωπεία

 

Μεταξύ 11 και 18 Μαρτίου του 399 π.Χ., στο δικαστήριο της Ηλι­αίας2 αρχίζει και τελειώνει μέσα στην ίδια μέρα η δίκη του εβδομη-ντάχρονου Σωκράτη «Σωφρονίσκου, Αλωπεκήθεν» .

Οι δικαστές κάθονται στα έδρανά τους, αφού έδωσαν τον καθιε­ρωμένο όρκο, με έμφαση στη διαβεβαίωση ότι θα ψηφίσουν απο­κλειστικά για το αντικείμενο της δίκης (αρχή η οποία δεν τηρήθηκε στη συνέχεια).

Παγεροί, «θρασυβουλοι» (με την ετυμολογική σημασία του όρου, της θρασείας βουλής), εμφανίστηκαν και κάθισαν, σε μικρό κάθισμα ο καθένας, οι κατήγοροι του Σωκράτη: ο Μέλητος «νέος και αγνώς», «τετανόθριξ και ου πάνυ ευγένειος, επίγρυπος»3 – όπως τον περιγράφει ο Πλάτων στον Ενθύφρονα (3b) -, που είχε καταθέσει την γραφήν ασεβείας* και πρώτος πήρε τον όρκο, ο Ανυτος και ο Λΰκων, που προσήλθαν ως συνήγοροι του. Ο τελευταίος, επειδή φοβόταν τις συνέπειες από πιθανή αποτυχία (τον κίνδυνο να καταδικαστεί «σε πρόστιμο χιλίων δραχμών», Πλάτων, Απολογία 36 b), «αν η καταγγε­λία του έπαιρνε ψήφους λιγότερες από ένα πέμπτο του συνόλου των 501 δικαστών που συγκροτούσαν την Ηλιαία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης»,5 είχε διαλέξει τον Μέλητο, προκειμένου να αναλάβει αυ­τός τους κινδύνους από την κατηγορία κατά του Σωκράτη.

Εξετάστηκαν και μάρτυρες για τους οποίους ο Ξενοφών {Απολογία Σωκράτους 24) μαρτυρεί ότι ο Σωκράτης κατήγγειλε ως «επιορκούντας» και «ψευδομαρτυρούντας» εναντίον του.

Ο Άνυτος, γιος του Ανθεμίωνα – προσώπου σε υπόληψη από τους Αθηναίους-, ήταν πλούσιος βυρσοδέψης, αρχηγός των δημοκρατικών, στρατηγός κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (409)· απέτυχε σε μια εκστρατεία που ανέλαβε, κατηγορήθηκε και γλίτωσε τις συνέπειες «δεκάζοντας» -κατά μία πληροφορία- τους δικαστές. Επί των Τριάκοντα Τυράννων κατέφυγε στο φρούριο της Φυλής. Δεν κατάφερε να ανακτήσει την περιουσία του, μετά τη δήμευσή της από τους Τυράννους, παρά τις μετά την πτώση τους προσπάθειές του. Στην επιστροφή του στην Αθήνα βρέθηκε σε μια ακόμη πιο δυσάρεστη γι’ αυτόν οικογενειακή κατάσταση: ενώ προσδοκούσε από τον γιο του Ανθεμίωνα να ακολουθήσει τη δική του επαγγελματική προσοδοφόρα σταδιοδρομία, ο νέος είχε ήδη ενταχθεί στον κύκλο των «επακο-λουθούντων», όπως λέγεται στην πλατωνική Απολογία, τον γιο του «λιθοξόου Σωφρονίσκου» (αφότου ο Σωκράτης, από τα τριάντα του, είχε επίσης αποστραφεί το επάγγελμα του δικού του πατέρα, για να αφοσιωθεί στη φιλοσοφία). Ο Σωκράτης είχε αντιληφθεί τις πνευματικές αρετές και ανησυχίες του Ανθεμίωνα και τον είχε δεχθεί αφιλοκερδώς, όπως πάντα, μεταξύ εκείνων στους οποίους ενέπνεε τον έρωτα της αλήθειας και της δικαιοσύνης.

Μάταια ο Άνυτος προσπάθησε να ξανακερδίσει τον Ανθεμίωνα, Απέτυχε κι αυτό τον εξόργισε, έτσι ώστε επιτέθηκε στον Σωκράτη, ο οποίος τον επέπληξε ότι θέλει να εκπαιδεύσει τον γιο του «περί βύρ­σας», ενώ ο νέος άξιζε για τα υψηλότερα. Τότε ο Άνυτος απέσπασε βίαια τον Ανθεμίωνα από τον σωκρατικό κύκλο, με αποτέλεσμα ο νέος να περιπέσει σε μελαγχολία και να καταλήξει να μεθάει τα βρά­δια στις ταβέρνες.

Εκτός από την τύχη του γιου του, ο Άνυτος είχε να ψέξει τον Σωκράτη ως μισόδημο, «εχθρό της δημοκρατικής παράταξης», για τη μη φανερή εναντίωσή του στους Τριάκοντα,6 καθώς και για την επί της τυραννίας τους δέσμευση της περιουσίας του και τη μη ανάκτησή της στη συνέχεια, όταν πια επέστρεψε στην Αθήνα ως ηγέτης των αυτοεξόριστων δημοκρατικών.

Ο τρίτος από τους κατηγόρους, ο Λύκων, ρήτορας, γνωστός από τα λεγόμενα του Πλάτωνος στην Απολογία (23 b): «Μέλητος, Άνυτος, Λύκων δε υπέρ των ρητόρων», περιγράφεται από το επιδεικτικό δύναμης επάγγελμά του το οποίο ο Σωκράτης ελάχιστα εκτιμά, ως επιτήδευμα «μόριον» της κολακείας (Πλάτωνος Γοργίας), κατά δε τον Διογένη Λαέρτιο ως «δημαγωγός», υποστηρικτής των απλών πολιτών, όπως αυτός που προσήψε στον Σωκράτη ότι ένας φίλος του δασκάλου, ο Καλλίας, είχε σχέση με τον γιο του Λύκωνος Αυτόλυκο (Ξενοφών, Συμπόσιον).

Ο Άνυτος εστίασε την κατηγορία του στην από μέρους του Σωκράτη διαφθορά των νέων, που βέβαια έβρισκε έδαφος στα οικονομικά συμφέροντα των γονιών οι οποίοι ήθελαν να ασχολούνται τα τέκνα τους με επικερδείς εργασίες, αντί να αναλώνονται σε ανωφελείς φιλοσοφικές συζητήσεις. Ο Πλάτων λέει ότι ο Άνυτος, από μίσος για τους Σοφιστές, με τους οποίους λανθασμένα συνέδεε τον Σωκράτη, ήταν και υπερασπιστής των παραδοσιακών αξιών και δεσμών.

Δίχως προσωπείο, με γαλήνη και γλυκύτητα (όπως λέει ο Κρίτων στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, 43 b) ή, όπως γράφει ο Πλάτων στο Συμπόσιον (216 e), ίσως και χωρίς την ανάγκη παραμυθίας με την πίστη στην αθανασία της ψυχής,7 έχοντας γίνει πρόσωπο που ακτινοβολεί τα «πάγκαλα και θαυμαστά εντός του αγάλματα», και, όπως λέχθηκε μεταφορικά, με το ίδιο ιμάτιο που φορούσε όλη του τη ζωή ως αυτή την ώρα, ο Σωκράτης άκουσε «ραδίως και πράως» την καταδικαστική γι’ αυτόν ετυμηγορία του δικαστηρίου.

Προηγουμένως, στην πρώτη ψηφοφορία ενώπιον της Ηλιαίας είχαν λείψει τριάντα ψήφοι για την αθώωσή του. Τα τριάντα όμως «αργύρια», «η τιμή του τετιμημένου», χάθηκαν με τη δεύτερη, προκλητική απολογία του, με την οποία πρότεινε στους δικαστές του, αντί άλλης ποινής, να ψηφίσουν την ισόβια τιμητική σίτισή του στο Πρυτανείο, πρόταση που μετέστρεψε τους δικαστές, στη δεύτερη ψηφοφορία, ώστε να υπερψηφίσουν την πρόταση του Μέλητου για την ποινή του θανάτου με ψήφους 360 έναντι 141.

Ο Σωκράτης, πιστεύοντας, όπως ο «συνοπτικός» που ως γιατρός συνοψίζει σε μία τις πολλές μορφές μιας ασθένειας, ότι κάθε ιδιαίτερη αρετή προϋποθέτει όλη την αρετή όχι μέρη της· ότι είναι γελοίο να θυμώσει, γιατί θα πεθάνει ότι η αρετή είναι γνώση, της οποίας αντικείμενο είναι η αληθινή αξία που πρέπει να προσδιορίζει την εκλογή, την απόφαση και την πράξη ότι η γνώση δεν μεταγγίζεται «εκ του πληρεστέρου εις το κενώτερον, ώσπερ εν ταις κύλιξιν ύδωρ» (Πλάτων, Συμπόσιον 175 d), αλλά κατακτάται με ανάληψη των «καλών κινδύνων» και οδοδείκτη το «βέλτιστον»8 της αρετής (Πλάτων, Απολογία 29 e -30 a) και το δίκαιον (Απολογία 32-33, Κρίτων 45 d), όχι το «ήδιστον» (Γοργίας 521)· τέλος, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορούσε να στερηθεί τον κριτικό έλεγχο, τη «μεγίστη των καθάρσεων» (Σοφιστής 230 e) ή όπως ο αισχυλικός Προμηθέας το «ελευθεροστομείν»,9 αν είχε ζητήσει άσυλο σε άλλη πόλη, (όπου πάντως ολιγαρχικοί και μη δεν θα τον ανέχονταν), πραγμάτωσε με την αξιοπρεπή10 εκλογή και στάση του την αρχή που ο ίδιος συχνά δίδαξε στους μαθητές του, της ταυτότητας του θάρρους με τη γνώση τού τι πρέπει να φοβάται κάποιος και τι όχι (ο θαρραλέος τον εξευτελισμό, ο δειλός τον θάνατο).

Αντί απολογίας11 -που δεν έγραψε ποτέ, επειδή, λέει ο Ξενοφών στη δική τον Απολογία Σωκράτους, τον εμπόδισε το δαιμόνιόν του, ο Σωκράτης απάντησε φιλοσοφικά, για τη ζωή και όλο το έργο του: «καλώς πραττόμενον και ορθώς καλόν γίγνεται» (Πλάτων Συμπόσιον 181). Εκτός από την αυτογνωσία του, τη βεβαιότητα για την αξία της διδασκαλίας του, πορεύτηκε την οδό που είχε χαράξει ο άλλος μεγάλος γενναιότατος «και εν φιλοσοφία και εν πολιτεία», ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος, όταν ανακαλύφθηκε η συνωμοσία του ενάντια στον τύραννο και υποβλήθηκε σε μαρτύρια, υπέδειξε υπέρτατη καρτερία και πέθανε δίχως να λιγοψυχήσει. Με το ίδιο ρωμαλέο ήθος ο Σωκράτης επιβεβαίωσε ότι είναι «ένας από τους λίγους Αθηναίους ή μάλλον ο μόνος» που καλλιέργησε «την αληθινή πολιτική τέχνη και ο μόνος που « έθεσε «σε εφαρμογή αυτή την τέχνη» «ουδέποτε προς χάριν λέγων (Πλάτων, Γοργίας 521 d-e).

 

 

2. «Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες»

                                    (Μπέρτολτ Μπρεχτ, Γαλιλαίος)

 

Μετά την καταδίκη του, μεταξύ 15 Απριλίου και 5 Μαΐου ο Σωκράτης ήταν «εκτός των ανθρώπων». Η -κατά Πλάτωνα, για τούτο και «μεταφυσική»- αποστροφή προς τους δικαστές του, αποφθεγματική και για το συνεχές του ήθους και της φιλοσοφικής διδασκαλίας του, ότι και μετά τον θάνατο του «πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες και χαλεπώτεροι» και προς τον εαυτό του ότι ελπίζει και μετά την αποδημία του «ενθένδε εις άλλον τόπον» να συνεχίζει να ρωτά «τους εκεί ώσπερ τους ενταύθα» (Πλάτων, Απολογία 39 επ.) επαληθεύτηκε.

Την επομένη της θανάτωσης του Σωκράτη, ο Ισοκράτης, «φίλος και μαθητής του»12, βγήκε πολύ πρωί στην αγορά μαυροντυμένος: «ελυπήθη ου μετρίως», λέγεται,13 «επί τω Σωκράτει ακηκοόματι και μελανονεκυείμων τη υστεραία προήλθε».

Οι Αθηναίοι «ευθύς» έκλεισαν τις παλαίστρες και τα γυμναστήρια· εισήγαγαν σε δίκη και καταδίκασαν τον Μέλητο σε θάνατο τίμησαν τον Σωκράτη αφιερώνοντας στο Πομπείον χάλκινη προτομή του, έρ­γο του Λυσίππου (Διογένης Λαέρτιος Βίοι, II 43,3)· τον Ανυτο, για την τύχη του οποίου και του γιου του κάνει λόγο ο Ξενοφών στην Απολογία του, επιδημήσαντα «αυθημερόν εξεκήρυξαν Ηρακλειώ-ται» (Θεμίστιος, Επιτάφιος, 239 c 3).

«Ευθύς», λέει ο Διογένης Λαέρτιος. Ο «Εφιάλτης» όμως δεν αφανίζεται για πάντα… Ίσως ο Άνυτος γυρίσει πίσω και ξαναγίνει στρατηγός. Ο Πολυκράτης, έξι χρόνια μετά τη θανάτωση του Σωκράτη, θα δημοσιεύσει κατηγορία εναντίον του δασκάλου της αλήθειας.

Τρία χρόνια μετά (396) ο Πλάτων θα στήσει με την Απολογία του το πνευματικό άγαλμα του Σωκράτη. Μετά την Απολογία, και λίγο μετά τον Ευθύφρονα (με τον οποίο θα δώσει εξηγήσεις για τα θρησκευτικά πιστεύω του Σωκράτη), στον Κρίτωνα θα εκθέσει τους λόγους για τους οποίους ο Σωκράτης δεν δέχθηκε να δραπετεύσει παρά τις προτροπές των φίλων του. Θα γράψει, ως δεύτερη απολογία, τον Γοργία, «requiem για τη δικαίωση της στάσης του Σωκράτη απέναντι στη ζωή και στον θάνατο»14, το Συμπόσιο, για να δώσει ακόμη ένα πρότυπο ζωής, τον Φαίδρο, την Πολιτεία (361 -362), όπου θα περιγράψει τον κλήρο του δίκαιου που αρνείται να φαίνεται δίκαιος, αλλ’ επιδιώκει να είναι δίκαιος, καθώς και τα βασανιστήρια που υφίστανται οι «βέλτιστοι», όταν είναι υποχρεωμένοι να ζουν σε μια πολιτεία, όπου «ουδέν υγιές» (496)15. Ως το τέλος της ζωής του ο Πλάτων θα θυμάται το ήθος του Σωκράτη, στον οποίο και θα αναθέσει το γραπτό του έργο16. Θα δηλώσει ότι η προηγούμενη διακυβέρνηση αποδείχθηκε «χρυσή», ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι καταδίκασαν τον δάσκαλο του επιβάλλοντάς του την πιο ασεβή και λιγότερο άξια γι’ αυτόν ποινή. «Τώρα ιλιγγιώ», θα ομολογήσει στην Εβδόμη Επιστολή του (325 e).

Και μακάρι αυτή η τελευταία απόφανση να μη επαληθευόταν τόσες φορές είκοσι πέντε ολόκληρους αιώνες τώρα…17

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Επιτυχής χαρακτηρισμός του καθ. Κ. Μπέη στο βιβλίο του -σταθμό στην παγκόσμια βιβλιογραφία για τον Σωκράτη από φιλοσοφική, λογοτεχνική, ιστορική, αρχαιολογική άποψη- Ωρα απιέναι, φιλοσοφική τραγωδία, Η δίκη του Σωκράτη, εκδόσεις Σάκκουλα και Eunomia Verlag, Αθήνα 2001, στο οποίο συχνά παραπέμπω στη συγγραφή αυτή για τους κατηγόρους του μεγάλου δασκάλου των στοχαστών όλων των εποχών.

2. Στον «τετράγωνο περίβολο (ή στον «περίστυλο χώρο Α/ που οριοθετείται από την οδό των Παναθηναίων, τη Μέση Στοά, τα δημόσια κτίρια της Θόλου, του Μητρώου και της Στοάς του Ελευθερίου Διός, βλ. Κ. Μπέη, ό.π. σ. 25-26,28-29.

3. Με ίσια μαλλιά, λίγο γένι, γαμψή μύτη, Πλάτων, Ευθύφρων 3b.

4. Η ασέβεια ήταν ποινικό αδίκημα επιδεκτικό καταγγελίας, η οποία εντυπωσίαζε πάντα τους Αθηναίους. Ο Διοπείδης έγραψε «ψήφισμα εισαγγέλλεσθαι τους τα θεία νομίζοντας ή λόγους περί των μεταρσίων διδάσκοντας» (Πλούταρχος, Περικλής 17). Το ψήφισμα, το οποίο εγκρίθηκε από την Εκκλησία του Δήμου το 431, είχε αο­ριστία που επέτρεπε στους λαϊκούς δικαστές να έχουν ευρύτατη δικαιοπλαστική ε­λευθερία (Κ. Μπέη, Ωρα απιέναι, σ. 171) στη διαδικασία απόδειξης και ουσιαστικής βασιμότητας της «γραφής ασεβείας», και του ίδιου, Θρησκεία, Επιστήμη, Φιλοσοφία, εκδόσεις Πόλις, 2010, σ. 152-153.

Στο Ωρα απιέναι (σ. 177) ο Κ. Μπέης αναφέρεται και στην άποψη του Hegel, στην Ιστορία της Φιλοσοφίας I, ότι προκειμένου για την ασέβεια δίκιο είχαν και οι δύο πλευρές, και η συντηρητική και μερίδα της αθηναϊκής κοινωνίας: «και η συνείδηση του εξατομικευμένου σκεπτόμενου ανθρώπου την οποία αφύπνισε και προβλημάτισε ο νους να ανοίγεται σε νέους ορίζοντες».

Η ασυμφωνία προς την κοινή θρησκευτική πίστη υπήρξε αιτία να κατηγορηθούν ως άθεοι και άλλοι φιλόσοφοι, όπως ο Αναξαγόρας, ο Επίκουρος, που ζήτησε να απαλλάξει με τον ορθό λόγο τους ανθρώπους από τον φόβο και μάκρυνε από αυτούς τους θεούς· με την αδιαφορία όμως που προσέδωσε στο θείο, έδειξε ουσιαστικά έ­να είδος ασέβειας (βλ. Lucr., De rer. Nat., 165-80,1145).

Πολιτικά αίτια, όπως και στην περίπτωση του Σωκράτη και αργότερα του Αριστοτέλη, έστρεψαν τους Αθηναίους ενάντια στον Αναξαγόρα. Ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του μεγάλου πολιτικού, φίλου, θαυμαστή και μαθητή του Περικλή (βλ. Πλουτ., Περικλής 32, Πλάτων, Φαιδρός 270 a, και P. Decharme, La Critique des traditions religieuses chez les Grecs, des origines au temps de Plutarque, Paris, 1904, VI, α 141, Ε. R. Dodds, Les Grecs et Virrationnel, Paris, 1965, σ. 184-185, Α. Κελεσίδου, Η φιλοσοφία τον Ξενοφάνη, Ακαδημία Αθηνών, 1996, σ. 91.

Ειδικά για τον Αναξαγόρα, που πρέσβευε ότι ο ήλιος είναι λίθος και η σελήνη γη και διώχθηκε πρώτος μετά το ψήφισμα του δήμου «να ασκείται εισαγγελία κατ’ ε­κείνων που με τη διδασκαλία τους προσηλύτιζαν πολίτες…» (Κ. Μπέης, Ωρα απιέ­ναι, σ. 172), ο Πλάτων (Απολογία 26 ce) καταθέτει ότι ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον Μέλητο του λέει ότι όσα προσάπτει στον ίδιο υπάρχουν στα βιβλία του Αναξαγόρα: «Αναξαγόρου οίε ι κατήγορε ίν, ω φίλε Μέλητε, και ούτω καταφρονείς τών-δε και οίει αυτούς απείρους γραμμάτων είναι, ώστε ουκ ειδέναι, ότι τα Αναξαγόρου βιβλία του Κλαζομενίου γέμει τούτων των λόγων. Και δη και οι νέοι παρ’ εμού μανθάνουσιν, α έξεστι ενίοτε…».

5. Κ. Μπέης, Ωρα απιέναι…, σ. 67.

6. Την πτώση των Τριάκοντα ακολούθησε γενική αμνηστία των συνεργατών των τυράννων για όλα τα πολιτικά εγκλήματα (ψήφισμα Αρχίνου), βλ. και Κ. Μπέη, Ωρα απιέναι…, σ. 180:« Η γενική αμνηστία, που είχε δοθεί για όλα τα πολιτικά εγκλήματα αμέσως μετά την πτώση της τυραννίας… και την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών, εμπόδιζε την παραπομπή του Σωκράτη σε δίκη γι’ αντιδημοκρατική συμπεριφορά. Έτσι μεθοδεύτηκε η αόριστη διατύπωση της κατηγορίας, ότι δη­λαδή διαφθείρειτο ήθος των νέων… καθένας από τους δημοκρατικούς πολίτες, που είχαν κληρωθεί για να δικάσουν, κατανοούσε πως μ’ αυτή τη διατύπωση απλώς ε-τηρούντο τα προσχήματα, ώστε ν’ αποφευχθεί η άμεση αθέτηση του νόμου για την αμνηστία».

7. Αντίθετα, ο Κ. Μπέης, Θρησκεία…, σ. 143, υποστηρίζει ότι ο Σωκράτης θα πρέπει να προβληματίστηκε έντονα «με τη μεταφυσική διάσταση του θανάτου» εν όψει της στάσης που θα τηρούσε εμπρός σιην επικείμενη εκτέλεση του και ότι στη μόνωση της φυλακής του γιγαντώθηκε μέσα του, όπως μας τον παρουσιάζει ο Πλάτων, «η πεποίθηση πως η ψυχή είναι αθάνατη».

8. Βλ. και W.K. C. Guthrie, Σωκράτης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991, σ. 203-204 και σ. 165.

9. Βλ. Μένων 80 b, όπου ο Πλάτων απαντά για τον Σωκράτη σχετικά με το ανώφελο ή την άρνηση του να φύγει σε άλλη πόλη.

10. Βλ. και Κ. Μπέη, Ωρα απιέναι, σ. 207 επ., όπου και αναφορά στον Kαντ· ο φιλόσοφός, όταν μετά τη δημοσίευση συγγράμματος του για τη θρησκεία ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων της Πρωσίας του απαγόρευσε να μιλάει ή να γράφει για θρησκευτικά ζητήματα, συμμορφώθηκε με την απαγόρευση, στάση, όπως παρατηρεί ο Κ. Μπέης, ό.π., σ. 208, «αδιανόητη για τον Σωκράτη ως κατώτερη του αυτοσεβασμού και της γενναιότητας που όφειλε απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή, α­κόμη και της άμεσης θανάτωσης του».

11. Όπως προκύπτει από κείμενα του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα ο Σωκράτης, μετά την κατάθεση της «γραφής» εναντίον του από τον Μέλητο, άφησε να περάσει η προθεσμία της προανάκρισης, δίχως να καταθέσει «αντιγραφή» ή «παραγραφή» και προτίμησε, αν και βεβαρημένος από καταγγελίες εναντίον του, να συναντηθεί την επομένη της επίσκεψης στο ανακριτικό γραφείο του άρχοντα βασιλέα με συνομιλητές του και να παρακολουθεί τη συζήτηση που είχαν ήδη αρχίσει (βλ. Πλάτων, Σοφιστής 216a – 217).

12. Βλ. Π. Παπανικολάου, Σωκράτης και Ισοκράτης, στο συλλογικό έργο Η φιλοσοφία τον Σωκράτη, επιμ., Κ. Βουδούρη, Αθήνα 1992, σ. 191.

13. Ψευδο-Πλούταρχος Βίοι των δέκα ρητόρων, Ισοκράτης, 35.

Από την άλλη πλευρά, ο εικοσιοκτάχρονος το 399 π.Χ. Πλάτων, για τον οποίο λέγεται στον Φαίδωνα ότι ήταν ασθενής τη μέρα της δίκης του Σωκράτη, ενώ βέβαια η απουσία του θα μπορούσε να οφείλεται και στο ότι δεν θα δεν είχε το κουράγιο να δει τον δάσκαλο του να πεθαίνει, αγανακτώντας για τη «φλεγμαίνουσα» από την αδικία πόλη των Αθηνών κατέφυγε στα Μέγαρα, όπου και άλλοι φίλοι του Σωκρά­τη συνάχτηκαν γύρω από τον Ευκλείδη.

14. Marian Wesoly, Ο πλατωνικός διάλογος Γοργίας, Φιλοσοφία και Παιδεία, 160,54, Ιαν. -Απρίλιος 2010, σ. 24.

15. Βλ. και Α. Κελεσίδου, Η έννοια της σωτηρίας στην πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, Πρόλογος Γ. Μιχαηλίδου-Νουάρου, έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, Αθήναι 1982, σ. 38 επ.

16. Βλ. Εβδόμη Επιστολή 341 cd , Β! Επιστολή 314. Πρβλ. Κ. Μπέη, Θρησκεία, Επιστήμη, Φιλοσοφία, σ. 142. Συμφωνώ απόλυτα με την άποψη του καθ. Κ. Μπέη για την από τους πλατωνικούς Διαλόγους πιστότητα της «αληθινής διδασκαλίας του Σωκράτη», ό.π., σ. 143 και υπ. 12.

17. Στο τεύχος 9 (2009) του περιοδικού Ευδικία (που εκδιδόταν παράλληλα με το περιοδικό Δίκη) και στις σελίδες 147-151 δημοσιεύτηκε ένα εξαιρετικού ενδιαφέρο­ντος κείμενο, με προμετωπίδα «Η φιλοσοφία στο εδώλιο» και τίτλο «Μια απόπειρα σύγχρονης αναθεώρησης της δίκης του Σωκράτη» του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη.

Ο συγγραφέας, ύστερα από αναφορά στις δικονομικές διατάξεις του Αττικού Δικαίου, στην προσωπικότητα του Σωκράτη, στις διαδικασίες που κίνησαν οι Αθηναίοι για εισαγωγή σε δίκη των κατηγόρων του μετά την «αναχώρηση του Σωκράτη από τους ανθρώπους» και ορισμένες παρατηρήσεις για τη διεξαγωγή της δίκης, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 525 3 π. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας: «για την επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος επί της καταδίκης του Σωκράτη».

Οι διατάξεις, λέει ο αντεισαγγελέας, «δεν μπορούν να εφαρμοσθούν όχι μόνο επειδή το κράτος-πόλη των δικαστών τον αποκατέστησε, αλλά για λόγους δικονομικούς». Παράγοντες «που καθιστούν αδύνατη την εφαρμογή των ισχυουσών σήμερα διατάξεων (είναι) ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της αρχαιότητας δεν ήταν ειδικά αιτιολογημένες, (η) «έλλειψη αποφάσεων και (ότι) οι υφιστάμενες πηγές δεν είναι δικαστικές αλλά ιστορικές…» (σ. 150).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s