ΒΑΣΙΖΟΤΑΝ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ;


 

kion1ΒΑΣΙΖΟΤΑΝ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ;*

 

(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του M. Ι. Finley

«ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»

I

Μπορούμε προκαταρκτικά να διατυπώσουμε δύο γενικεύσεις. Πρώτον: Για την αντιμετώπιση των αναγκών του, δημόσιων και ιδιωτικών, ο ελληνικός κόσμος βασίστηκε, πάντοτε και παντού, σε κάποια μορφή (ή κάποιες μορφές) εξαρτημένης εργασίας. Μ’ αυτό εννοώ, ότι η εξαρτημένη εργασία ήταν σε σημαντικό βαθμό ουσιαστική για τις ανάγκες της γεωργίας, του εμπορίου, της βιοτεχνίας, των δημόσιων έργων και της πολεμικής παραγωγής. Κι όταν λέω εξαρτημένη εργασία, εννοώ την εργασία που επιτελείται με καταναγκασμούς διαφορετικούς από εκείνους που επιβάλλουν οι συγγενικές ή οι κοινοτικές υποχρεώσεις1. Δεύτερον: Υπήρχαν πάντα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, υπολογίσιμοι αριθμοί ελεύθερων ανθρώπων που απασχολούνταν σε παραγωγική εργασία. Μ’ αυτό εννοώ, πρωταρχικά, όχι τη μισθωτή ελεύθερη εργασία, αλλά τους ελεύθερους ανθρώπους που δούλευαν στη δική τους (ή ενοικιαζόμενη) γη ή στα δικά τους εργαστήρια ή σπίτια ως μαγαζάτορες ή τεχνίτες.

Κάθε προσπάθεια να προσδιορισθεί η θέση της δουλείας στην κοινωνία πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο των δύο αυτών γενικεύσεων. Και με τον όρο δουλεία θέλω, τελικά, να διευκρινίσω ότι εννοώ το καθεστώς υπό το οποίο κάποιος, στα μάτια του νόμου και της κοινής γνώμης, και σε αναφορά προς όλα τα μέρη, αποτελεί κτήμα, δηλαδή αντικείμενο κινητής περιουσίας (κτημοσύνης), κάποιου άλλου2.

Ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες θεωρούσαν πάντα τη δουλεία ως ένα δεδομένο γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι φανερός σε όποιον έχει εγκύψει στη φιλολογία τους. Στα ομηρικά έπη συμπεραίνεται (σωστά) ότι οι αιχμάλωτες γυναίκες σέρνονταν στα σπίτια ως σκλάβες, όπως και ότι περιστασιακοί άρρενες δούλοι – θύματα των Φοινίκων εμποροπειρατών – θα ήταν επίσης διαθέσιμοι. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., ο Ησίοδος, ο Βοιωτός «αγρότης» ποιητής, όταν έδινε τις πρακτικές του συμβουλές στα Ἔργα καί Ἡμέραι του, παράγγελλε στον αδελφό του να μεταχειρίζεται τους δούλους σωστά – η ύπαρξή τους απλά προϋποτίθεται. Το ίδιο ισχύει και για το εγχειρίδιο που έγραψε ο Ξενοφών περί το 375 π.Χ., με τίτλο Οικονομικός για χρήση των ευγενών γαιοκτημόνων.

Λίγα χρόνια πριν, ένας Αθηναίος ανάπηρος, σε προσφυγή του για μια απόφαση που του είχε στερήσει το επίδομα, έλεγε προς τους δικαστές: «Ασκώ ένα επιτήδευμα από το οποίο προσπορίζομαι πολύ λίγα χρήματα, αλλά το ασκώ μονάχος μου με μεγάλη δυσκολία, χωρίς να μπορώ να αγοράσω κάποιον να με αναπληρώνει» (Λυσίας 24.6). Στο πρώτο βιβλίο των Οικονομικών του ψευδο-Αριστοτέλη (το έργο γράφτηκε μάλλον από Περιπατητικό φιλόσοφο του τέλους του 4ου ή των αρχών του 3ου αι. π.Χ.), βρίσκουμε την εξής άποψη για τον τρόπο οργάνωσης του νοικοκυριού, διατυπωμένη με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα και κατηγορηματικότητα: «Προκειμένου περί κτημάτων, το πρώτιστο και αναγκαιότερο είδος, το καλύτερο και το πιο πρόσφορο, είναι ο άνθρωπος. Γι’ αυτό, πρώτο βήμα είναι ν’ αποκτήσει κανείς καλούς δούλους. Υπάρχουν δυο ειδών δούλοι, ο επίτροπος και ο εργάτης» (1344a2 Ο Πολύβιος, πραγματευόμενος τη στρατηγική θέση του Βυζαντίου (4.38.4), μιλά, περιστασιακά, και για τις «ανάγκες τ ζωής – τα ζωντανά και τους δούλους» που έχουν προέλευση την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας κ.ο.κ.

Η ελληνική γλώσσα διέθετε μια εκπληκτική ποικιλία όρων για τους δούλους, που, από όσο ξέρω, δεν έχει πουθενά ανάλογο της3. Στα πρωιμότερα κείμενα (Όμηρος και Ησίοδος) δύο ήταν κυρίως οι λέξεις που χρησιμοποιούνταν, δμώς και δοῦλος (κι οι δυο αβέβαιης ετυμολογίας κι αδιόρατης σημασιολογικής διάκρισης μεταξύ τους). Η πρώτη εξέλιπε γρήγορα κι επιβίωσε μόνο στην ποίηση, ενώ η λέξη δοῦλος παρέμεινε η βασική, θα ’λεγα, σ’ όλη την ελληνική ιστορία· από τη δική της δε ρίζα δημιουργήθηκε και η λέξη δουλεία. Στον Όμηρο όμως απαντά, σε ενδεχομένως εμβόλιμο χωρίο (Ιλιάδα Η, 475), και η λέξη (στον πληθυντικό) ἀνδράποδα, που η σύνθεσή της έγινε κατά το τετράποδα και που, με τον καιρό απέκτησε ευρύτατη χρήση. Οι λέξεις αυτές αφορούσαν αυστηρά τις περιπτώσεις των δούλων, εκτός από τυχόν μεταφορική χρήση, όπως στη φράση «οι Αθηναίοι ἐδούλωσαν ἠνδραπόδησαν) τους συμμάχους». Αλλά υπάρχει ακόμη μια ομάδα λέξεων που χρησιμοποιούνταν, ανάλογα με τα συμφραζόμενα για δούλους και ελεύθερους. Οι τρεις έχουν προέλευση τη ρίζα της λέξης οἶκος – οἰκεύς, οἰκέτης και οἰκιάτας – , αλλά η χρήση τους ποικίλλει και το νόημά τους εμφανίζεται περίπλοκο. Για παράδειγμα, αυτές οι λέξεις που παράγονται από το οἶκος, κάποτε σημαίνουν απλά «υπηρέτης» ή «δούλος» γενικότερα και, σπανιότερα, αποδίδουν λεπτότερες διακρίσεις όπως: ο γεννημένος στον οἶκο δούλος (κατ’ αντιδιαστολή προς τον αγορασμένο) ή ο ιδιόκτητος δούλος (κατ’ αντιδιαστολή προς το «βασιλικό δούλο» των ελληνιστικών χρόνων)4.

Αν θεωρήσουμε την αρχαία κοινωνία ως ένα φάσμα διαφόρων κοινωνικών βαθμίδων, με τον ελεύθερο πολίτη στο ( άκρο και το δούλο στο άλλο, και με πολλές αποχρώσεις εξάρτησης στο ενδιάμεσο, γρήγορα θ’ ανακαλύψουμε διάφορες διαχωριστικές γραμμές στο σχετικό φάσμα: τον Σπαρτιάτη εἴλωτα (στη Θεσσαλία, πενέστη)· τον υποδουλωμένο λόγω χρεών, που δεν ήταν δούλος, αλλά που, υπό ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να πουληθεί ως δούλος στο εξωτερικό· τον υπό ειδικές προϋποθέσεις χειραφετημένο δούλο· και, τελικά, τον απελεύθερο. Οι κατηγορίες αυτές σπάνια, αν όχι ουδέποτε, εμφανίστηκαν ταυτόχρονα μέσα σε μια κοινότητα – ούτε και ήταν ίσης σπουδαιότητας ή σημασίας σ’ όλες τις περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Γενικά, ο κυρίως δούλος ήταν η καθοριστική μορφή (ουσιαστικά αποκλείοντας τις άλλες) στις εξελιγμένες οικονομικά και πολιτικά κοινότητες, ενώ το καθεστώς των ειλώτων και των υποδουλωμένων λόγω χρεών απαντούσε σε αρχαϊκότερες κοινότητες όπως στην Κρήτη, στη Σπάρτη, ή αργότερα στη Θεσσαλία και στην Αθήνα μόνο κατά τα πριν από τον Σόλωνα χρόνια. Υπάρχει ακόμη ένας συσχετισμός, όχι απόλυτος, ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες εξαρτημένης εργασίας και τη λειτουργικότητά τους. Η δουλεία ήταν η πιο ευέλικτη απ’ όλες τις μορφές και προσαρμόσιμη σ’ όλα τα είδη και τα επίπεδα δραστηριότητας, ενώ οι είλωτες κι οι υπόλοιποι ταίριαζαν περισσότερο σε αγροτικές, ποιμενικές και οικιακές εργασίες και πολύ λιγότερο στη βιοτεχνία και στο εμπόριο.

II

 

Δεν υπήρχε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δραστηριότητα, παραγωγική ή μη παραγωγική, δημόσια ή ιδιωτική, ευχάριστη ή δυσάρεστη, που, σε κάποιο χρόνο και σε ορισμένα μέρη του ελληνικού κόσμου, να μην απασχολούσε δούλους. Η μεγάλη εξαίρεση ήταν βέβαια η πολιτική: κανένας δούλος δεν μπορούσε να καταλάβει δημόσιο αξίωμα ή να παρακαθίσει ως μέλος του βουλευτικού ή των δικαστικών σωμάτων (μολονότι δούλοι χρησιμοποιούνταν στη «δημόσια υπηρεσία», ως γραμματείς και υπάλληλοι, και ακόμη, ως αστυνομικοί και φύλακες). Κατά κανόνα, οι δούλοι δεν πολεμούσαν (αυτό δεν ίσχυε για τους είλωτες), εκτός αν απελευθερώνονταν, ενώ, εξάλλου, σπάνιζε η παρουσία τους στα ελευθέρια επαγγέλματα, συμπεριλαμβανομένης και της ιατρικής. Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρχε δραστηριότητα που να μην ασκήθηκε σε κάποιο χρόνο και σε ορισμένα μέρη από ελεύθερους ανθρώπους. Αυτό μπορεί, καμιά φορά, να αμφισβητείται, αλλά η αμφισβήτηση αυτή στηρίζεται πάνω σ’ ένα χονδροειδές λάθος, συγκεκριμένα, στην αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στον άνθρωπο που εργάζεται για τον εαυτό του και σ’ αυτόν που δουλεύει για κάποιον άλλο με αμοιβή. Στην ελληνική κλίμακα αξιών, το κρίσιμο σημείο, στο οποίο διαφοροποιούνται τα πράγματα, δεν ήταν τόσο η φύση της εργασίας (μέσα σε ορισμένα όρια, φυσικά) όσο οι συνθήκες ή οι καταστάσεις υπό τις οποίες αυτή επιτελούνταν5. Κατά τον Αριστοτέλη (Ρητορική 1367a32), «ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που δε ζει υπό καταναγκασμό άλλου». Στο σημείο αυτό, ο Αριστοτέλη εξέφραζε μια, οικουμενικής σχεδόν ισχύος, ελληνική αντίληψη. Μολονότι βρίσκουμε ελεύθερους Έλληνες να ασκούν κάθε λογής εργασία, ο ελεύθερος μισθωτός, ο ελεύθερος που εργάζεται κανονικά για κάποιον άλλο και, γι’ αυτό, «ζει υπό τον καταναγκασμό κάποιου άλλου», αποτελεί σπάνια περίπτωση στις πηγές και ασφαλώς θα συνιστούσε ήσσονα παράγοντα στην όλη εικόνα6.

Η βασική οικονομική δραστηριότητα ήταν, βέβαια, η γεωργία. Σ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας, η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού εξαρτούσε κατά κύριο λόγο το πλούτο της από τη γη. Κι οι περισσότεροι ήταν μικροϊδιοκτήτες, που στηρίζονταν στη δική τους εργασία, στην εργασία άλλων μελών της οικογένειας και στην περιστασιακή βοήθεια (όπως στην περίοδο της συγκομιδής) των γειτόνων και ευκαιριακών μισθωτών. Μερικοί μικροϊδιοκτήτες διατηρούσα έναν, ή και δυο, δικούς τους δούλους, αλλά δεν έχουμε τ δυνατότητα να καθορίσουμε ποιο ήταν το ποσοστό τους – και σ’ αυτόν τον τομέα το όλο θέμα σαφώς δεν έχει μείζονα σημασία. Οι μεγαλοκτηματίες, ωστόσο, μολονότι μειονότητα, απάρτιζαν την πολιτική (και συχνά την πνευματική) «ελίτ» του ελληνικού κόσμου τα στοιχεία που έχουμε, δεν εμφανίζουν παρά ελάχιστα ονόματα ανθρώπων κάποιας σπουδαιότητας με οικονομική βάση άλλη από τη γη. Αυτή η «ελίτ» των γαιοκτημόνων έτεινε ολοένα και περισσότερο, κατά τον ρουν της ελληνικής ιστορίας, να διαμένει μακριά από τα κτήματά της. Αλλά, στην πρώιμη ή στην ύστερη εποχή, ανεξάρτητα από το αν παρέμεναν και ζούσαν στα κτήματά τους ή εγκαθίσταντο στις πόλεις, κατά κανόνα, η καλλιέργεια των χωραφιών τους βασιζόταν στην εξαρτημένη εργασία (ακόμη κι αν λάβουμε υπόψη τους ενοικιαστές γης). Σε μερικές περιοχές προσλάμβανε τη μορφή εργασίας ειλώτων, και, κατά την αρχαϊκή περίοδο, εργασίας ανθρώπων υποδουλωμένων λόγω χρεών γενικά, όμως, η μορφή που επικρατούσε ήταν η απόλυτη δουλεία.

Ξέρω φυσικά πως αυτή η άποψη περί της δουλείας στην ελληνική γεωργία αμφισβητείται. Ωστόσο, εγώ αποδέχομαι τις μαρτυρίες της σειράς των συγγραφέων που ήδη ανέφερα, από τον Ησίοδο ως τα Οικονομικά του ψευδο-Αριστοτέλη. Όλα αυτά είναι κείμενα που αφορούν γεγονότα – κι όχι ουτοπίες ή υποθέσεις περί του δέοντος. Αν η δουλεία δεν ήταν η συνηθισμένη μορφή εργασίας στις μεγαλύτερες ιδιοκτησίες, τότε δεν μπορώ να φανταστώ τι έκαναν ο Ησίοδος ή ο Ξενοφών ή ο Περιπατητικός φιλόσοφος, ή γιατί έπρεπε να λάβει τον κόπο ο οποιοσδήποτε Έλληνας να διαβάσει τα έργα τους7. Αλλ’ αξίζει να προστεθεί ακόμη μια μικρή απόδειξη. Υπήρχε μια ελληνική γιορτή της συγκομιδής, τα Κρόνια, που εορταζόταν στην Αθήνα και σε άλλα μέρη (κυρίως μεταξύ των Ιώνων). Ο Αθηναίος χρονικογράφος Φιλόχορος λέει, πως ένα χαρακτηριστικό της γιορτής αυτής ήταν ότι «οι αρχηγοί των οικογενειών έτρωγαν τη συγκομιδή και τα φρούτα στο ίδιο τραπέζι με τους δούλους, με τους οποίους πριν μοιράζονταν το μόχθο της καλλιέργειας. Επειδή ο θεός ικανοποιείται με την τιμή αυτήν από τους δούλους, σε ανάμνηση της εργασίας τους»8.Ούτε η συνήθεια αυτή ούτε η εν προκειμένω ερμηνεία του Φιλοχόρου έχουν οποιοδήποτε νόημα, αν η δουλεία στη γεωργία ήταν τόσο αμελητέα, όσο ορισμένοι σύγχρονοι συγγραφείς υποστηρίζουν.

Αλλά καλό θα ήταν να είμαι απόλυτα σαφής εδώ. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι δούλοι ξεπερνούσαν, στη γεωργία, τον αριθμό των ελεύθερων ανθρώπων ή ότι τον μεγάλο όγκο της γεωργικής εργασίας εκτελούσαν δούλοι, αλλά ότι η δουλεία δέσποζε στη γεωργία, στο μέτρο που ξεπερνούσε σε κλίμακα την εργασία του νοικοκύρη και των γιων του. Κι ούτε εισηγούμαι πω δεν υπήρχε μισθωτή ελεύθερη εργασία, αλλά ότι, όπου υπήρχε ήταν μάλλον περιορισμένης σημασίας. Επιπλέον, μεταξύ τω δούλων υπήρχαν οι επίτροποι, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο γι’ αρκετά μεγάλα κτήματα ή σε περιπτώσεις απουσίας του ιδιοκτήτη. «Υπάρχουν δυο ειδών δούλοι», παρατηρεί ο συγγραφέας των Οικονομικών, «ο επίτροπος και ο εργάτης».

Στα μεταλλεία και τα λατομεία η κατάσταση ήταν ξεκάθαρα μιας μόνο κατεύθυνσης. Υπήρχαν οι ελεύθεροι, για παράδειγμα στην Αθήνα, που νοικιάζαν τόσο μικρά μεταλλεία, πο μπορούσαν να τα λειτουργούν μόνοι τους. Από την ώρα όμως, που χρειαζόταν πρόσθετη εργασία (πράγμα πολύ συνηθισμένο), τα καινούρια χέρια φαίνεται να ήταν πάντα δούλοι Η μεγαλύτερη ιδιοκτησία δούλων στην Αθήνα αφορούσε εργάτες μεταλλείων, με πρώτη την ιδιοκτησία του στρατηγού το 5ου αι. Νικία9, που αριθμούσε, λέγεται, 1.000 δούλους. Έχει μάλιστα διατυπωθεί η γνώμη ότι, σε κάποια εποχή, απασχολήθηκαν με εργασία στα αθηναϊκά μεταλλεία αργύρου και τους μύλους επεξεργασίας του μεταλλεύματος ως και τριάντα χιλιάδες δούλοι10·

Στη βιοτεχνία τα πράγματα ήταν όπως στη γεωργία, ω προς το ότι η επιλογή (ακόμη πιο αποκλειστικά) ήταν ανάμεσα στον ανεξάρτητο τεχνίτη που εργαζόταν μόνος, ή με μέλ της οικογένειάς του, και στον ιδιοκτήτη δούλων. Ο δεσμός με τη δουλεία ήταν τόσο στενός (και τόσο απόλυτη η απουσία της αμειβόμενης ελεύθερης εργασίας), που ο Δημοσθένης, για παράδειγμα, μπορούσε να πει ότι «προκάλεσαν την εξαφάνιση του εργαστηρίου» και, στη συνέχεια, υπό μορφή ακριβούς συνωνύμου, και πέρ’ από κάθε δυνατή παρεξήγηση, ότι «προκάλεσαν την εξαφάνιση των δούλων»11. Από την άλλη, η αναλογία των επιχειρήσεων που απασχολούσαν δούλους, κατ’ αντίθεση προς τους αυτοαπασχολούμενους ανεξάρτητους τεχνίτες, ήταν πιθανόν μεγαλύτερη απ’ ό, τι στη γεωργία — η ίδια που ίσχυε περίπου στα μεταλλεία. Στο εμπόριο και τις τραπεζικές εργασίες, οι υπάλληλοι ήταν πάντα δούλοι, ακόμη και σε θέσεις «διευθυντικές». Πάντως, οι αριθμοί ήταν μικροί.

Στον οικιακό τομέα, τελικά, μπορούμε να δεχθούμε ως κανόνα πως κάθε ελεύθερος, που είχε τη σχετική δυνατότητα, είχε στην ιδιοκτησία του ένα δούλο-ακόλουθο, που τον συνόδευε κατά τις εξόδους του ή στα ταξίδια του (συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής υπηρεσίας του) και, επιπλέον, μια δούλη για τις οικιακές εργασίες. Δεν υπάρχει τρόπος να υπολογίσουμε πόσοι ήταν οι ελεύθεροι αυτοί ή πόσοι διέθεταν κάποιο σημαντικό αριθμό υπηρετών, αλλά αυτό θεωρείται δεδομένο σε τέτοια έκταση και απαντά τόσο συχνά στα κείμενα, που κατέληξα να πιστεύω πως πολλοί κατείχαν δούλους, ακόμη και όταν αυτό ξεπερνούσε τις δυνατότητες τους. (Ανάλογα σύγχρονα παραδείγματα μας έρχονται αυτόματα στο νου). Το υπογραμμίζω αυτό για δυο λόγους. Πρώτα, η ανάγκη για οικιακούς δούλους, συχνά στοιχείο μη παραγωγικό, υποχρεώνει σε προσεκτική εξέταση ζητημάτων απόδοσης και κόστους δουλικής εργασίας και, δεύτερο, η οικιακή δουλεία δεν ήταν, με κανένα τρόπο, απόλυτα μη παραγωγική. Στην ύπαιθρο κυρίως, αλλά και στις πόλεις, δυο σημαντικοί τομείς θα πρέπει να βρίσκονταν στα χέρια τους (στα μεγαλύτερα νοικοκυριά), για την παραγωγή προϊόντων που προορίζονταν για οικιακή κατανάλωση. Αναφέρομαι στην παραγωγή ψωμιού και την υφαντουργία – και τουλάχιστον ο κάθε μεσαιωνολόγος θα αντιληφθεί αμέσως τη σημασία της απουσίας της τελευταίας από την αγορά, έστω κι αν η απουσία αυτή δεν ήτα’ κατά κανένα τρόπο πλήρης.

Θα βοηθούσε πολύ, αν είχαμε κάποια ιδέα πόσοι ήταν ο δούλοι, σε μια δεδομένη ελληνική κοινότητα, που διεκπεραίωναν όλες αυτές τις εργασίες και πώς κατανέμονταν στους επιμέρους κλάδους της οικονομίας. Δεν έχουμε, ατυχώς, αξιόπιστους αριθμούς και για τις περισσότερες πόλεις, δεν έχουμε κανέναν αριθμό. Θεωρώ ως καλύτερο υπολογισμό για τη\ Αθήνα ότι το σύνολο των δούλων, σε περιόδους αιχμής, κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ.12, έφτανε τις 60-80.000. Η Αθήνα είχε στον κλασικό ελληνικό κόσμο, τον μεγαλύτερο πληθυσμό κα τους περισσότερους δούλους. Ο Θουκυδίδης (8.40.2) λέει πως στις μέρες του, με εξαίρεση τη Σπάρτη, υπήρχαν περισσότεροι δούλοι στη Χίο παρά σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική κοινότητα. Υποθέτω όμως πως είχε κατά νου την πυκνότητα του πληθυσμού των δούλων σε σχέση προς τον αριθμό των ελεύθερων κατοίκων κι όχι απόλυτους αριθμούς (και στη Σπάρτη εννοούσε τους είλωτες, όχι τους κατά κτημοσύνη δούλους). Άλλα μέρη, όπως η Αίγινα ή η Κόρινθος, μπορεί, σε διάφορες εποχές, να είχαν υψηλότερη αναλογία δούλων από εκείνη της Αθήνας. Κι υπήρχαν βέβαια κοινότητες όπου οι δούλοι παρουσίαζαν μικρότερη πυκνότητα.

Πέρ’ απ’ αυτά, ελάχιστα θα μπορούσαμε να πούμε για αριθμούς· νομίζω όμως ότι αρκούν. Υπάρχουν ήδη πολλές υποθέσεις στη σχετική φιλολογία σε σχέση με τους αριθμούς, λες κι εκείνο που μας χρειάζεται για ν’ απαντηθούν τα περίπλοκα ερωτήματα που προκύπτουν από την ύπαρξη της δουλείας είναι απλά μια καταμέτρηση κεφαλών. Οι αθηναϊκοί αριθμοί που ανέφερα αντιστοιχούν σε μια μέση αναλογία όχι λιγότερων των 3-4 δούλων για κάθε ελεύθερο νοικοκυριό (συνυπολογιζομένων όλων των ελεύθερων ανθρώπων, πολιτών ή μη). Αλλά και ο μικρότερος ακόμη αριθμός που προτάθηκε ποτέ, των 20.000 δούλων στα χρόνια του Δημοσθένη13 – αριθμός πολύ χαμηλός κατά την αντίληψή μου – θα ισοδυναμούσε με αντιστοιχία ενός δούλου προς τον κάθε ενήλικο πολίτη, που δεν αποτελεί ευκαταφρόνητη αναλογία. Υπό ευρύτερη έννοια, ον αριθμοί είναι άσχετοι προς τη σημασία του θέματος που μας απασχολεί. Όταν, για παράδειγμα, ο Starr προβάλλει την αντίθεσή του για τους «υπερβολικά μεγάλους αριθμούς» και απαντά πως «προσεκτικότεροι υπολογισμοί… μειώνουν την αναλογία των δούλων σε πολύ λιγότερο από το μισό του πληθυσμού, πιθανόν στο ένα τρίτο ή στο ένα τέταρτο το πολύ»14, αποδεικνύει πολύ λιγότερα απ’ ό,τι νομίζει. Κανένας δεν πιστεύει στα σοβαρά ότι οι δούλοι έκαμναν όλες τις εργασίες στην Αθήνα (ή οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα, πλην της Σπάρτης με τους είλωτες της), και εκείνος που υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της αναλογίας των δούλων στο ένα τρίτο ή στο ένα τέταρτο είναι αποφασιστικός, προκαλεί σύγχυση. Το 1860, σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία απογραφής, το σύνολο των δούλων στις αμερικανικές δουλοκτητικές πολιτείες ήταν μόλις μικρότερο από το ένα τρίτο του όλου πληθυσμού. Επιπλέον, «τα τρία τέταρτα σχεδόν του συνόλου των ελεύθερων Νοτίων δεν είχαν σχέση με τη δουλεία — ούτε μέσω οικογενειακών δεσμών ούτε με απευθείας ιδιοκτησία. Ο “τυπικός” Νότιος δεν ήταν μόνο μικροκτηματίας, αλλά και άνθρωπος που δεν κατείχε δούλους»15. Ωστόσο, κανένας δε θα διανοούνταν να αρνηθεί ότι η δουλεία αποτελούσε αποφασιστικό στοιχείο στην κοινωνία του Νότου. Η αναλογία με την αρχαία Ελλάδα είναι ολοφάνερη, όπου, καθώς μπορεί να αποδειχθεί, η κατοχή δούλων ήταν ακόμη πιο διαδεδομένη μεταξύ των ελεύθερων ανθρώπων και η δουλεία πολύ πιο διαφοροποιημένη, και όπου οι σχετικοί υπολογισμοί δε δίνουν ουσιαστικά μικρότερο ποσοστό από το αμερικανικό. Συνοψίζοντας, δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση ότι υπήρχαν τόσοι δούλοι ώστε, αναγκαστικά, ν’ αποτελούν αναπόσπαστο παράγοντα της κοινωνίας.

Δύο ήταν οι κύριες πηγές προμήθειας δούλων. Η μια ήταν οι αιχμάλωτοι, τα θύματα δηλαδή του πολέμου και, καμιά φορά, της πειρατείας. Μια από τις λίγες γενικεύσεις πάνω στον αρχαίο κόσμο, χωρίς καμιά εξαίρεση, είναι ότι ο εκάστοτε νικητής είχε απόλυτο δικαίωμα πάνω στα σώματα και τις περιούσιε των νικημένων16. Το δικαίωμα αυτό δεν ασκούνταν πάντοτε σ’ όλη του την έκταση, αλλ’ οπωσδήποτε ασκούνταν αρκετά συχνά και σε αρκετά μεγάλη κλίμακα, ώστε να επιτρέπει τ συνεχή και άφθονη ροή αντρών, γυναικών και παιδιών στ σκλαβοπάζαρα. Παράλληλα προς τους αιχμαλώτους, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τους λεγόμενους βαρβάρους, που εισέρρεαν σταθερά στον ελληνικό κόσμο – Θράκες, Σκύθες Καππαδόκες, κ.ά – , μέσω καλά οργανωμένων δουλεμπόρων όπως και στην περίπτωση διοχέτευσης στην Αμερική των σκλάβων της Αφρικής στα νεότερα χρόνια. Πολλοί ήταν θύματα πολέμων ενδοβαρβαρικών κι άλλοι είχαν, θα λέγαμε, «ειρηνική» προέλευση. Ο Ηρόδοτος (5.6) λέγει ότι οι Θράκες πουλούσαν, για εξαγωγή, τα παιδιά τους. Τα πρώτα βήματα σημειώνονταν πάντοτε έξω από τον ελληνικό χώρο, και οι πηγές δε μα λένε ουσιαστικά τίποτε γι’ αυτά. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι αριθμοί ήταν μεγάλοι και η ροή διαρκής, γιατί δε υπάρχει άλλος τρόπος να ερμηνευθεί το γεγονός του υψηλό ποσοστού των Παφλαγόνων και Θρακών μεταξύ των δούλο; των αργυρωρυχείων της Αττικής, πολλοί από τους οποίους διέθεταν μάλιστα και κάποια ειδικότητα, ή των σωμάτων το; Σκυθών τοξοτών (που ήταν δημόσιοι δούλοι), που απάρτιζα τη δύναμη της αθηναϊκής αστυνομίας.

Απλώς για να συμπληρώσουμε την εικόνα, πρέπει να αναφέρουμε τους δούλους που προέρχονταν από καταδίκες σε καταναγκαστικά έργα και από έκθετα, ανεπιθύμητα παιδιά. Βέβαια γι’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να γίνει απλή μνεία, γιατί ήτα αμελητέες ως προς τη σημασία τους. Έτσι, απομένει άλλη μια πηγή, που είναι όμως αινιγματική: η τεκνοποιία. Διαβάζουμε σε νεότερους συγγραφείς, πως στον ελληνικό χώρο, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, σπάνιζε η περίπτωση της τεκνοποιίας δούλων (η παρατήρηση δεν αφορά τους είλωτες και τους παρόμοιους), καθότι κόστιζε φθηνότερα η αγορά απ την ανατροφή τους. Προσωπικά δε μένω ικανοποιημένος απ τις μαρτυρίες υπέρ αυτής της άποψης και είμαι απογοητευμένος από την οικονομική πλευρά αυτού του ισχυρισμού. Υπάρχουν, φυσικά, καταστάσεις κάτω από τις οποίες η τεκνοποιία ήταν σπάνια, για λόγους όμως που δεν έχουν καμιά σχέση με τα οικονομικά. Στα μεταλλεία, για παράδειγμα, όλοι σχεδόν οι δούλοι ήταν άντρες, και αυτή είναι απλά η εξήγηση. Αλλά τι γίνεται με τους οικιακούς δούλους, ανάμεσα στους οποίους μεγαλύτερη ήταν η αναλογία των γυναικών; Θα αφήσω αναπάντητο το ερώτημα και θα περιοριστώ μόνο στο να άρω μια πλάνη. Καμιά φορά λέγεται πως υπάρχει ένας δημογραφικός νόμος, σύμφωνα με τον οποίο ουδέποτε ο πληθυσμός των δούλων αναπαράγεται και πως η ανανέωσή του γίνεται απέξω. Αυτός ο νόμος όμως, αποτελεί μύθο: τούτο μπορεί να λεχθεί κατηγορηματικά βάσει αποδεικτικών στοιχείων, που έχουν προέλευση τις πολιτείες του Νότου, και τα οποία έχουν στατιστικό χαρακτήρα και είναι αξιόπιστα.

III

Η εντύπωση που αποκομίζει κανείς είναι πως οι δούλοι στην πλειονότητά τους ήταν ξένοι. Δηλαδή, ο κανόνας ήταν (εκτός από τις περιπτώσεις των υπόδουλων λόγω χρεών) ότι Αθηναίοι ουδέποτε παρέμεναν ως δούλοι στην Αθήνα ή Κορίνθιοι στην Κόρινθο. Ωστόσο, αναφέρομαι σε κάτι πιο βασικό, στο ότι οι δούλοι στην πλειονότητά τους δεν ήταν καν Έλληνες και πως προέρχονταν, άντρες και γυναίκες, από φυλές που ζούσαν εκτός του ελληνικού κόσμου. Θα ήταν άσκοπο να προσπαθήσει κανείς ν’ αναζητήσει εν προκειμένω αναλογίες, αλλά δε χωρά λογική αμφιβολία για την πλειονότητα των δούλων. Σε μερικά μέρη, όπως στα ορυχεία αργύρου του Λαυρίου, στην Αττική, το πράγμα σήμαινε μεγάλες συγκεντρώσεις σε μικρή περιοχή. Στα χρόνια του Ξενοφώντα, ο αριθμός των Θρακών δούλων στο Λαύριο ήταν, για παράδειγμα, μεγαλύτερος από το σύνολο του πληθυσμού μερικών μικρότερων πάλεων.

Δεν πρέπει λοιπόν να ξαφνιάζει το ότι οι Έλληνες έφταναν να ταυτίζουν τους δούλους με τους βαρβάρους (ο δεύτερος όρος αφορά όλους τους μη Έλληνες). Η σοβαρότερη προσπάθεια να δικαιολογηθεί η άποψη αυτή, ως μέρος μιας φυσικής ρύθμισης των πραγμάτων, απαντά, απ’ ό, τι τουλάχιστον ξέρουμε, στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του Αριστοτέλη, προσπάθεια δεν υπήρξε επιτυχημένη για διάφορους λόγοι από τους οποίους ο πιο πρόδηλος είναι το γεγονός, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος ο Αριστοτέλης, ότι ήταν πάρα πολλοί οι δούλοι «από ατύχημα», δηλαδή τυχαία από πόλεμο, ναι γιο ή απαγωγή. Τελικά η φυσική δουλεία, ως τυπική έννοια εγκαταλείφθηκε υπό το βάρος της πραγματιστικής άποψης ότι η δουλεία αποτελούσε γεγονός ζωής, ένα συμβατικό θεσμό που εφαρμοζόταν παντού. Όπως το διατύπωσε ο Ρωμαίος νομομαθής Φλωρεντινός «η δουλεία αποτελεί ένα θεσμό του gentium (του νόμου των εθνών), βάσει του οποίου κάποιος υπόκειται στο dominium (κυριαρχία) κάποιου άλλου, κατ’ κατ’ αντίθεση προς τη φύση»17. Την άποψη αυτή (και οξύτερες ακόμη μη διατυπώσεις) μπορεί κανείς να ανιχνεύσει και πιο παλιά στη σοφιστική φιλολογία του 5ου αι. π.Χ., και, σε πιο άτυπη μορφή, στην ελληνική τραγωδία. Ωστόσο, επέλεξα τη μαρτυρία του Φλωρεντινού, γιατί ο ορισμός του απαντά στους Πανδέκτας, στους οποίους η δουλεία κατέχει τόσο κυρίαρχη θέση ώστε ο ρωμαϊκός νόμος περί δουλείας να έχει αποκληθεί «το πιο χαρακτηριστικό μέρος του πιο χαρακτηριστικού πνευματικού προϊόντος της Ρώμης»18. Τίποτε δεν απεικονίζει πληρέστερα την ανικανότητα του αρχαίου κόσμου, να φανταστεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει πολιτισμένη κοινωνία χωρίς δούλους.

Στον ελληνικό κόσμο κυριαρχούσαν ατελεύτητες δημόσιες συζητήσεις και αμφισβητήσεις. Στον κύκλο των διανοουμένων, καμιά δοξασία ή ιδέα δεν ήταν αυταπόδεικτη: κάθε έννοια και κάθε θεσμός έμπαινε, αργά ή γρήγορα, κάτω α αδυσώπητο έλεγχο – θρησκευτικές πεποιθήσεις, ηθικές αξίες πολιτικά συστήματα, διάφορες όψεις της οικονομίας, ακόμη και θεμελιώδεις θεσμοί, όπως η οικογένεια και η ατομική ιδιοκτησία. Το ίδιο και η δουλεία, ως ένα σημείο – το σημείο αυτό όμως στάθηκε πάντα σε ικανή απόσταση από οποιεσδήποτε προτάσεις κατάργησής της. Ο Πλάτων, που επέκρινε την κοινωνία ριζοσπαστικότερα από κάθε άλλο διανοούμενο, δεν ασχολήθηκε και πολύ με το θέμα αυτό στην Πολιτεία, αλλά ακόμα κι εκεί αποδέχτηκε τη διαιώνιση της δουλείας. Και στους Νόμους, «ο αριθμός των χωρίων… που αφορούν τη δουλεία είναι εντυπωσιακά μεγάλος» και η γενική κατεύθυνση της νομοθεσίας είναι γενικά πιο αυστηρή από το σχετικό δίκαιο που ίσχυε τότε στην Αθήνα. «Από τη μια, έδινε ενισχυμένη ευχέρεια στους κυρίους να ασκούν εξουσία επί των δούλων, και από την άλλη, υπογράμμιζε τη διάκριση που έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στο δούλο και τον ελεύθερο»19. Κατά παράδοξο τρόπο, ούτε κι αυτοί που πίστευαν στην αδελφοσύνη (Κυνικοί, Στωικοί ή οι πρώτοι Χριστιανοί) αντιτάσσονταν στη δουλεία. Στα μάτια τους όλα τα υλικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής θέσης των ανθρώπων, ήταν ουσιαστικά χωρίς σημασία. Λέγεται πως κάποτε έπιασαν το Διογένη πειρατές και τον μετέφεραν στην Κρήτη να τον πουλήσουν. Κατά τη δημοπρασία, υπέδειξε μεταξύ των αγοραστών έναν Κορίνθιο και είπε: «Να με πουλήσετε σ’ αυτόν χρειάζεται ένα αφεντικό»20·

Το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι ποια σημασία είχαν όλα αυτά σε σχέση με την πλειονότητα των Ελλήνων, με όλους εκείνους που ούτε φιλόσοφοι ήταν ούτε και τόσο πλούσιοι για να σχολάζουν; Τι σκεφτόταν άραγε ο ανθρωπάκος για τη δουλεία; Το να ισχυριστούμε, πως δεν πρέπει να δεχτούμε ότι «πολιτικοί επιστήμονες των φιλοσοφικών σχολών καθόρισαν την “κύρια κατεύθυνση της ελληνικής σκέψης σχετικά με τη δουλεία”»21, δεν αποτελεί απάντηση. Κανένας δεν ισχυρίζεται ότι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης εκπροσωπούν όλους τους Έλληνες. Κανένας δε θα έπρεπε όμως να ισχυριστεί και ότι οι Έλληνες των κατώτερων τάξεων απέρριπταν, κατ’ ανάγκη, καθετί που διαβάζουμε στα φιλολογικά και φιλοσοφικά κείμενα των Ελλήνων, απλώς και μόνο γιατί οι ποιητές και οι φιλόσοφοι, χωρίς καμιά σχεδόν εξαίρεση, ανήκαν στην τάξη των ανθρώπων που σχόλαζαν. Η ιστορία τvν ιδεολογιών και των πεποιθήσεων δεν είναι τόσο απλή. Αποτελεί κοινό τόπο να λεχθεί, ότι ο απλός άνθρωπος συμμερίζεται τις ιδέες και τους πόθους των ανωτέρων του στα όνειρά του, αν όχι και στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Γενικά, η μεγάλη πλειονότητα, σ’ όλες τις περιόδους της ιστορίας, αποδέχεται τους βασικούς θεσμούς της κοινωνίας ως δεδομένους. Κατά κανόνα, οι άνθρωποι δεν αναρωτιούνται αν η μονογαμία, ή μια αστυνομική δύναμη, μια παραγωγή με μηχανές είναι αναγκαία για τον τρόπο ζωής τους. Όλα αυτά τα δέχονται ως δεδομένα αυταπόδεικτα. Κι μόνο όταν υπάρξει κάποια αμφισβήτηση από οποιαδήποτε πηγή – απέξω ή από κάποιο καταστρεπτικό λιμό ή λοιμό – αυτά τα δεδομένα γίνονται ερωτήματα.

Ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού ζούσε πάντα στα όρια της στοιχειώδους συντήρησης. Δούλευαν σκληρά γι την καθημερινή τους τροφή, χωρίς ποτέ να περιμένουν κάποια οικονομική πρόοδο ως ανταμοιβή για το μόχθο τους. Αντίθετα, αν ήταν να μετακινηθούν προς κάποια κατεύθυνση, αυτή ήταν μάλλον προς τα κάτω. Οι λιμοί, οι λοιμοί, οι πόλεμο οι πολιτικές διαμάχες, όλα αυτά συνιστούσαν μια απειλή, κι η κοινωνική κρίση ήταν ένα αρκετά κοινό φαινόμενο στην ελληνική ιστορία. Ωστόσο, καμιά ιδεολογία της εργασίας δεν εμφανίστηκε διαμέσου των αιώνων, τίποτε που να μπορούσε υπό οποιαδήποτε έννοια, να εξισορροπήσει τις αρνητικές κρ σεις με τις οποίες βρίθουν τα κείμενα των συγγραφέων της τάξης των σχολαζόντων. Κι ούτε υπήρχε στην ελληνική γλώσσα έστω και μια λέξη που να απέδιδε τη γενική ιδέα της εργασίας ή την έννοια της εργασίας «ως γενικής κοινωνικής λειτουργίας»22. Υπήρχε βέβαια αρκετή μεμψιμοιρία και πολλή περηφάνια για τη δεξιοτεχνία των τεχνιτών. Ψυχολογικά, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αυτά. Αλλά κι κανένα απ’ τα δυο δεν εξελίχτηκε σε πεποίθηση: η μεμψιμοιρία δε μετατράπηκε σε τιμωρία για κάποιο αμάρτημα – «ἐν τῷ ἱδρώτι τοῦ προσώπου σου φαγεῖν τόν ἄρτον σου» – ούτε κι η περηφάνια για τη δεξιοτεχνία σε αρετή του μόχθου, στο δόγμα της έμφυτης αποστολής ή σε κάτι ανάλογο. Η πλησιέστερη αντίληψη και για τα δύο, απαντά στα ’Έργα καί Ἡμέραι του Ησιόδου, ο οποίος ωστόσο, κι αυτό είναι το αποφασιστικό στην παρούσα συζήτηση, αποδέχεται, χωρίς κανένα προβληματισμό, το συμπέρασμα ότι ο γεωργός βασίζεται στην εργασία των δούλων.

Αυτή ήταν όλη κι όλη η αντιιδεολογία των φτωχών: ζούμε στην εποχή του σιδήρου που «ούτε πια μέρα ο κάματος για τους ανθρώπους θα σταθεί κι ο αγώνας, μήτε νύχτα θα πάψουν να τους σαρακοτρώνε οι έγνοιες» [μτφρ. Π. Λεκατσά] γι’ αυτό είναι προτιμότερη η εργασία από την οκνηρία και τον αφανισμό – αλλ’ αν μπορούμε, θα στραφούμε κι εμείς στην εργασία δούλων. Ο Ησίοδος δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί έναν κόσμο όπου η δουλεία θα ήταν κάτι περισσότερο από συμπληρωματική στον προσωπικό του μόχθο, αλλά έζησε στον έβδομο αιώνα, στις απαρχές της δουλείας. Περί το 400 π.Χ. ωστόσο, ο ἀδύνατος πελάτης του Λυσία μπορούσε να προβάλει, ενώπιον του αθηναϊκού δικαστηρίου, το σοβαρό επιχείρημα (24.6), ότι έπρεπε να του εγκριθεί ένα επίδομα, εφόσον δεν μπορούσε, από έλλειψη μέσων, να έχει ως αντικαταστάτη του, έστω και ένα δούλο. Και ο Ξενοφών, μισό αιώνα αργότερα, εξέθετε ένα σχέδιο, βάσει του οποίου ο κάθε πολίτης θα μπορούσε να συντηρείται από την πολιτεία, με κύρια πηγή τα εισοδήματα που θα εξασφαλίζονταν από τους δημόσιας κτήσης δούλους, οι οποίοι θα εργάζονταν στα μεταλ­λεία23.

Το καθεστώς της δουλείας δεν ετίθετο υπό αμφισβήτηση, ούτε όταν ο λόγος γινόταν πράξη, ούτε και όταν η κρίση εξελισσόταν σε εμφύλιο πόλεμο και επανάσταση. Σ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας, το σταθερό και μόνιμο αίτημα ήταν πάντα: «ἀποκοπή χρεῶν καί γῆς ἀναδασμός». Απ’ όσα ξέρω, ουδέποτε ακούστηκε διαμαρτυρία από τους ελεύθερους φτωχούς, ούτε σε καιρούς βαθύτατης κρίσης, εναντίον του ανταγωνισμού των δούλων. Δεν υπάρχουν παράπονα, όπως θα μπορούσαν να είχαν υπάρξει, ότι οι δούλοι στερούν τον ελεύθερο άνθρωπο από τα μέσα να εξασφαλίσει τη διαβίωσή του ή ότι αναγκάζουν τους ελεύθερους ανθρώπους να δουλεύουν με χαμηλότερα ημερομίσθια και για περισσότερες ώρες24. Δεν υπάρχει τίποτε που να μοιάζει, έστω και κατά το ελάχιστο, με εργατικό πρόγραμμα – ούτε διεκδικήσεις αμοιβής, ούτε συζήτηση για τους όρους εργασίας ή για τα κυβερνητικά μέτρα απασχόλησης ή κάτι ανάλογο. Σε μια πόλη, όπως η Αθήνα, υπήρχαν άφθονες ευκαιρίες. Ο δήμος είχε εξουσία, πολλοί πολίτες ήταν φτωχοί και διέθεταν ηγέτες. Η οικονομική ενίσχυση όμως, έπαιρνε τη μορφή πληρωμής για δημόσιο αξίωμα ή για δουλειά κωπηλασίας στο στόλο, ελεύθερης εισόδου στο θέατρο (θεωρικά) και μερικών δευτερεύουσας σημασίας επιδομάτων ταυτόχρονα η οικονομική νομοθεσία περιοριζόταν αυστηρά στις εισαγωγές και τις εξαγωγές, στα μέτρα και τα σταθμά και στον έλεγχο των τιμών. Ούτε κι οι φοβερότερες κατηγορίες κατά των δημαγωγών – κι ήταν εντελώς ανεξέλεγκτες, όπως όλοι ξέρουμε από τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα – περιείχαν τον παραμικρό υπαινιγμό για συμφέροντα της εργατικής τάξης ή για προκατάληψη κατά της δουλείας.

Ούτε οι φτωχοί ελεύθεροι πολίτες ακολούθησαν ποτέ την άλλη πιθανή τακτική, να ενωθούν με τους δούλους για έναν κοινόν αγώνα, βασισμένον σε θέματα αρχής. Η επανάσταση του Σόλωνα στην Αθήνα, για παράδειγμα, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. έθεσε τέρμα στη λόγω χρεών δουλεία και άνοιξε το δρόμο για επάνοδο στην Αθήνα εκείνων που είχαν πουληθεί στο εξωτερικό ως δούλοι· ωστόσο δεν οδήγησε και στη χειραφέτηση των άλλων, μη-Αθηναίων, που ζούσαν υπό καθεστώς δουλείας στην Αθήνα. Μερικούς αιώνες αργότερα, όταν το μεγάλο κύμα των εξεγέρσεων των δούλων είχε ξεσπάσει, μετά το 140 π.Χ. πρώτα στη ρωμαϊκή Δύση κι ύστερα στην ελληνική Ανατολή, οι ελεύθεροι φτωχοί πολίτες απλά παρέμειναν, στο σύνολό τους, θεατές. Φαίνεται να σκέπτονταν ότι δεν ήταν δικό τους το θέμα. Και σωστά, γιατί η έκβαση των εξεγέρσεων δεν τους υποσχόταν, έτσι ή αλλιώς, τίποτε. Πολλοί ελεύθεροι πολίτες μπορεί να επωφελήθηκαν του χάους για να πλουτίσουν ως άτομα, με λεηλασία ή οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ουσιαστικά αυτό έκαναν όταν τους δινόταν ευκαιρία σε μια στρατιωτική επιχείρηση και τίποτε περισσότερο. Οι δούλοι δεν επηρέαζαν τη συμπεριφορά τους εκείνης της στιγ­μής25.

Το 464 π.Χ. ξέσπασε μια μεγάλη εξέγερση ειλώτων και, το 462 π.Χ., η Αθήνα έστειλε μια δύναμη οπλιτών, υπό τον Κίμωνα, για να βοηθήσουν τους Σπαρτιάτες να την καταστείλουν. Όταν καταπνίγηκε η εξέγερση, ύστερ’ από πέντε σχεδόν χρόνια, μερικοί από τους επαναστάτες αφέθηκαν να διαφύγουν, κι η Αθήνα τούς πρόσφερε καταφύγιο, εγκαθιστώντας τους στη Ναύπακτο. Κάτι ανάλογο συνέβη και κατά την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 425, οι Αθηναίοι κατέλαβαν την Πύλο, ένα λιμάνι στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου. Η φρουρά ήταν μικρή κι η Πύλος δεν ήταν κατά κανένα τρόπο σπουδαίο λιμάνι. Η Σπάρτη ωστόσο φοβήθηκε τόσο, που γρήγορα επιζήτησε ειρήνη, γιατί έβλεπε τη νέα αυτή βάση των Αθηναίων, ως μια επικίνδυνη εστία μόλυνσης, που θα μπορούσε να προκαλέσει λιποταξίες και, με τον καιρό, πιθανή εξέγερση μεταξύ των ειλώτων της Μεσσηνίας. Η Αθήνα συμφώνησε να γίνει τελικά ειρήνη το 421 και, αμέσως ύστερα, συνήψε με τη Σπάρτη συμμαχία, ένας από τους όρους της οποίας έλεγε ότι: «σε περίπτωση επανάστασης των δούλων, οι Αθηναίοι θα βοηθήσουν τους Σπαρτιάτες, με όλη τους την ισχύ, στο μέτρο της δύναμής τους»26.

Προφανώς η στάση μιας πόλης έναντι των δούλων μιας άλλης πόλης δεν αφορά το πρόβλημα που εξετάζουμε εδώ. Η Αθήνα συμφώνησε, την εποχή της συμμαχίας της με τη Σπάρτη, να βοηθήσει στην κατάπνιξη της εξέγερσης των ειλώτων, ενώ στην περίοδο του πολέμου της με τη Σπάρτη ενθάρρυνε εξεγέρσεις των ειλώτων. Αυτή η ιστορία καθρεφτίζει μια βασική τακτική και δεν αποτελεί κριτική για τη δουλεία. Ανάλογη διάκριση πρέπει να γίνει και για ορισμένες περιπτώσεις, στη σπαρτιατική ιστορία, κατά τις οποίες ορισμένοι είλωτες απελευθερώθηκαν για να γίνουν όργανα στην εσωτερική διαμάχη για εξουσία. Το ίδιο ισχύει και για άλλες περιπτώσεις, που, προφανώς, δεν ήταν σπάνιες στην Ελλάδα του 4ου αι. π.Χ. και για τις οποίες τίποτε το συγκεκριμένο δεν είναι γνωστό, εκτός από ένα άρθρο σε συμφωνία που συνομολόγησε ο Αλέξανδρος με την ελληνική συμμαχία, το οποίο δέσμευε τα μέλη της να εγγυηθούν ότι «δεν θα γίνονται φόνοι ή εξορίες, κατά παράβαση του νόμου της κάθε πόλης, ούτε κατάσχεση περιουσιών, ούτε ανακατανομή της γης, ούτε παραγραφή των χρεών, ούτε απελευθέρωση δούλων με σκοπό να οδηγήσει σε επανάσταση»27. Αλλ’ όλα αυτά αποτελούσαν και πάλι απλή τακτική. Οι δούλοι αντιπροσώπευαν κάποιους πόρους και, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορούσαν να είναι χρήσιμοι. Φυσικά τούτο αφορούσε λίγους συγκεκριμένους δούλους, που μπορούσαν να είναι χρήσιμοι σε μια συγκεκριμένη στιγμή· δεν επρόκειτο για τους δούλους γενικά ή όλους τους δούλους και βέβαια, όχι τους δούλους στο μέλλον. Μερικοί δούλοι απελευθερώνονταν, αλλ’ ο θεσμός της δουλείας παρέμενε πάντα άθικτος. Την ίδια ακριβώς συμπεριφορά μπορούμε να συναντήσουμε και στην αντίθετη περίπτωση, όταν μια πολιτεία (ή η άρχουσα τάξη) καλούσε τους δούλους να τη συνδράμουν. Συχνά, σε ώρες στρατιωτικής κρίσης, ορισμένοι δούλοι απελευθερώνονταν, κατατάσσονταν στο στρατό ή στο ναυτικό και καλούνταν να πολεμήσουν28. Αλλά και πάλι το αποτέλεσμα ήταν πως, ενώ μερικοί δούλοι γίνονταν απελεύθεροι, ο θεσμός συνέχιζε να παραμένει όπως ακριβώς ήταν πριν.

Συνοπτικά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις κρίσης και έντασης, η κοινωνία (ή τμήμα της) βρισκόταν αντιμέτωπη με μια εσωτερική σύγκρουση στο σύστημα ιδεών και πεποιθήσεών της. Καμιά φορά ήταν αναγκαίο, προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας ή ενός πολιτικού προγράμματος, να εγκαταλείπεται η συνηθισμένη χρήση ή προσέγγιση των δούλων. Αλλά κι έτσι, ο θεσμός της δουλείας επιβίωνε χωρίς καμιά ουσιαστική εξασθένιση. Ότι συνέβαινε αυτό δεν είναι χωρίς σημασία· δείχνει ότι μεταξύ των Ελλήνων, ακόμη και στη Σπάρτη, δεν υπήρχε ο βαθιά ριζωμένος και συχνά νευρωτικός τρόμος των δούλων, ο τόσο γνωστός σε άλλες κοινωνίες, που καθιστούσε τη μαζική απελευθέρωση των δούλων και τον εξοπλισμό τους, για οποιοδήποτε σκοπό, ουσιαστικά ανέφικτα. Φα­νερώνει επίσης και κάτι για τους ίδιους τους δούλους. Μερικοί πολέμησαν για τους κυρίους τους, κι αυτό δεν ήταν μικρό πράγμα.

Τίποτε δεν είναι πιο αδιόρατο από την ψυχολογία του δούλου. Ακόμη κι όταν, όπως στον αμερικανικό Νότο, υπάρχει πλούσιο αυτοβιογραφικό υλικό από πρώην δούλους, από εντυπώσεις ταξιδιωτών προερχόμενων από μη δουλοκτητικές κοινωνίες και τα παρόμοια, δεν προκύπτει σαφής εικόνα. Για την αρχαιότητα, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία είναι πολύ σπάνια, κι αυτά έμμεσου χαρακτήρα, πολύ αβέβαια και εξαιρετικά δυσερμήνευτα. Έτσι, μια προσφιλής δικαιολογία είναι η επίκληση του γεγονότος ότι, με την εξαίρεση μερικών πολύ ειδικών περιπτώσεων, όπως στη Σπάρτη, οι πληροφορίες ούτε για επαναστάσεις δούλων μιλούν ούτε και για φόβο εξεγέρσεων. Ακόμη κι αν αποδεχτούμε το γεγονός, δεν ακολουθεί, κατ’ ανάγκη, και το αισιόδοξο συμπέρασμα. Οι δούλοι πολύ σπάνια επαναστατούσαν, ακόμη και στις πολιτείες του Νότου29· Μια επανάσταση μεγάλης κλίμακας δεν ήταν δυνατό να οργανωθεί και να πραγματοποιηθεί παρά μόνο κάτω από πολύ ασυνήθιστες περιστάσεις. Ο σωστός συσχετισμός δεν εμφανίστηκε στην αρχαία ιστορία, παρά μόνο μία φορά, συγκεκριμένα, στη διάρκεια δύο γενεών της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, όταν, στην Ιταλία και τη Σικελία, συγκεντρώθηκαν μεγάλοι αριθμοί δούλων, πολλοί από τους οποίους παρέμειναν σχεδόν χωρίς καμία επίβλεψη και φρούρηση, ενώ άλλοι ήταν επαγγελματίες πολεμιστές (μονομάχοι), κι όταν όλη η κοινωνία βρισκόταν σε αναταραχή, με έκδηλη την κατάρρευση των κοινωνικών και ηθικών αξιών30.

Εδώ είναι ανάγκη να θυμηθούμε πως οι είλωτες διαφοροποιούνταν έναντι των αγορασμένων δούλων σε μερικά βασικά σημεία. Πρώτον, ήταν δεμένοι μεταξύ τους με την αλληλεγγύη της συγγένειας και της εθνικότητας, που ενισχυόταν και από ένα γεγονός που δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ότι δηλαδή δεν ήταν ξένοι, αλλά ένας υποταγμένος λαός, που εργαζόταν στη γη του υπό καθεστώς δουλείας. Αυτό το σύμπλεγμα όμως, δεν υπήρχε μεταξύ των δούλων του ελληνικού κόσμου. Ο περιπατητικός φιλόσοφος των Οικονομικών έκαμε τη λογική σύσταση ότι ούτε οι ιδιώτες ούτε και η πόλη θα ’πρεπε να διατηρούν πολλούς δούλους της ίδιας εθνικότητας31. Δεύτερον, οι είλωτες είχαν κάποια δικαιώματα ιδιοκτησίας: ο νόμος τουλάχιστον τους επέτρεπε να κρατούν ό, τι παρήγαν πέρ’ από τις καθορισμένες ποσότητες που παρέδιδαν στους κυρίους τους. Τρίτον, ξεπερνούσαν σε αριθμό τον ελεύθερο πληθυσμό, σε κλίμακα που δεν έχει το αντίστοιχό της σε άλλες ελληνικές κοινότητες. Αυτοί είναι οι ιδιαίτεροι, κατά την άποψή μου, παράγοντες, που ερμηνεύουν τις επαναστάσεις των ειλώτων και τη συνεχή εν προκειμένω ανησυχία των Σπαρτιατών, καλύτερα από τη σκληρότητά τους32. Αποτελεί πλάνη να νομίζει κανείς, ότι η απειλή επανάστασης αυξάνεται αυτόματα με την αύξηση της δυστυχίας και της καταπίεσης. Η πείνα και τα βασανιστήρια καταστρέφουν το πνεύμα ή, το πολύ, οδηγούν σε απόπειρες διαφυγής ή άλλες μορφές καθαρά ατομικής συμπεριφοράς (που περιλαμβάνουν την προδοσία άλλων συντρόφων-θυμάτων), ενώ η επανάσταση απαιτεί οργάνωση και θάρρος και επιμονή. Ο Frederick Douglass, που το 1855, έγραψε την πιο οξυδερκή ανάλυση που βγήκε ποτέ από τα χέρια ενός πρώην δούλου, συνόψισε τη σχετική ψυχολογία ως ακολούθως: «Χτύπα και χαστούκιζε το δούλο, άφηνέ τον πεινασμένο και χωρίς ηθικό, και θ’ ακολουθεί την αλυσίδα του κυρίου του σαν το σκυλί. Αλλά τρέφε τον και ντύνε τον με φυσική άνεση και τότε θα παρεισφρήσουν και τα όνειρα της λευτεριάς. Δώσε του έναν κακό κύριο για να ελπίζει σ’ έναν καλό κύριο. Δώσε του έναν καλό κύριο για να θέλει να γίνει ο ίδιος κύριος του εαυτού του»5’.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι, εκτός από την επανάσταση, με τους οποίους οι δούλοι μπορούν να διαμαρτυρηθούν34. Ειδικότερα, μπορούν να δραπετεύσουν, και, παρ’ όλο που δε διαθέτουμε κανέναν αριθμό, φαίνεται πως μπορούμε με ασφάλεια να ισχυριστούμε, πως ο δραπέτης δούλος ήταν ένα χρόνιο και επαρκώς πολυάριθμο φαινόμενο στις ελληνικές πόλεις. Ο Θουκυδίδης υπολόγισε ότι είχαν δραπετεύσει πάνω από 20.000 δούλοι από την Αθήνα στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Κι αυτό με την ανοιχτή ενθάρρυνση της σπαρτιατικής φρουράς, που είχε εγκατασταθεί στη Δεκέλεια – γεγονός για το οποίο ο Θουκυδίδης κάνει συγκεκριμένη αναφορά. Προφανώς πίστευε, πως η ζημιά για την Αθήνα ήταν μεγάλη, και γινόταν μεγαλύτερη, επειδή πολλοί από τους δούλους που δραπέτευαν ήταν και εξειδικευμένοι εργάτες35. Αλλά το δικό μου άμεσο ενδιαφέρον αφορά τους ίδιους τους δούλους, όχι την Αθήνα, και θα ήθελα να υπογραμμίσω έντονα το γεγονός, ότι τόσοι πολλοί εξειδικευμένοι δούλοι (που πρέπει να υποθέσει κανείς πως ήταν, γενικά, αυτοί που είχαν και την καλύτερη μεταχείριση) έμπαιναν στον κίνδυνο και προσπαθούσαν να δραπετεύσουν. Ο κίνδυνος δεν ήταν καθόλου μικρός, τουλάχιστο για τους βαρβαρικής προέλευσης δούλους: κανένας Θράκας ή Κάρας, περιπλανώμενος στην ύπαιθρο χωρίς πιστοποιητικά, δεν μπορούσε να ξέρει τι τον περίμενε πιο πέρα, στη Βοιωτία ή τη Θεσσαλία. Πράγματι, υπάρχει κάποια πληροφορία ότι αυτούς τους πάνω από 20.000 δούλους που είχαν δραπετεύσει με σπαρτιατικές υποσχέσεις, τους περίμενε μεγάλη κακομεταχείριση. Ένας αξιόπιστος ιστορικός του 4ου αι. π.Χ. απέδωσε τη μεγάλη θηβαϊκή ευημερία του τέλους του 5ου αι. π.Χ. στην πολύ φθηνή αγορά δούλων και άλλων λαφύρων που άρπαξαν οι Σπαρτιάτες από τους Αθηναίους στη διάρκεια της κατοχής της Δεκέλειας36. Μολονότι δεν έχουμε τρόπο να συνδέσουμε τη σχετική αναφορά με τις 20.000, η υποψία είναι πρόδηλη. Πέρ’ από την ηθική, δεν υπήρχε δύναμη, μέσα ή έξω από τη σφαίρα του νόμου, που θα μπορούσε να εμποδίσει την επανυποδούλωση των φυγάδων δούλων, έστω κι αν είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα τους χαριζόταν η ελευθερία τους.

Τα Οικονομικά (1344a35), συνοψίζοντας τα της ζωής του δούλου, επισημαίνουν ότι αυτή χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία: εργασία, τιμωρία και τροφή. Και συναντά κανείς αρκετές περιπτώσεις μαστίγωσης ή και βασανιστηρίων στη γραπτή παράδοση των Ελλήνων, σ’ όλη της την έκταση. Πέρ’ από ψυχολογικές ιδιορρυθμίες (σαδισμός και τα παρόμοια), η μαστίγωση σημαίνει πως ο δούλος, ως δούλος, πρέπει να σύρεται στην εκτέλεση της εργασίας που του έχει οριστεί. Με τον ίδιο τρόπο επενεργούσαν και τα ποικίλα κίνητρα που συχνά υιοθετούνταν. Ο ικανός, εξειδικευμένος και αξιόπιστος δούλος θα μπορούσε να προσβλέπει σε κάποιο διαχειριστικό λειτούργημα. Ειδικά στις πόλεις μπορούσε συχνά να αποκτά, ένα παράξενο είδος ημιανεξαρτησίας, ζώντας και δουλεύοντας μόνος του, πληρώνοντας κάποιο είδος ενοικίου στον ιδιοκτήτη του και αποταμιεύοντας έτσι λεφτά με τα οποία θα μπορούσε, τελικά, να εξαγοράσει την ελευθερία του. Η χειραφέτηση ήταν, φυσικά, το μεγαλύτερο κίνητρο. Και πάλι βρισκόμαστε σε αμηχανία, λόγω της απουσίας αριθμών, αλλ’ αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι η χειραφέτηση αποτελούσε φαινόμενο συνηθισμένο στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου. Κι αυτό συνιστά μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον Έλληνα δούλο από τη μια και τον είλωτα ή τον Αμερικανό δούλο, από την άλλη. Αποτελεί, εξάλλου, σημαντικό στοιχείο και για το βαθμό της υποστηριζόμενης «αποδοχής», από την πλευρά του δούλου, της κοινωνικής του θέσης37.

IV

Αλλά είναι καιρός τώρα να αθροίσουμε τα στοιχεία μας και να αποφανθούμε για το θεσμό. Κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά δύσκολο κάτω από κανονικές συνθήκες, κι έχει αποβεί σχεδόν αδύνατο εξαιτίας δύο εξωτερικών παραγόντων, που επιβλήθηκαν από τη σύγχρονη κοινωνία. Ο πρώτος είναι η ανάμιξη των ιστορικών σπουδών με κρίσεις ηθικής περί δουλείας. Καταδικάζουμε τη δουλεία και αισθανόμαστε αμηχανία για τους Έλληνες που τόσο θαυμάζουμε. Γι’ αυτό, τείνουμε είτε να υποτιμούμε το ρόλο της στη ζωή τους είτε να την αγνοούμε εντελώς, με την ελπίδα ότι σιωπηρά θα εξαφανιστεί. Ο δεύτερος είναι περισσότερο πολιτικός, και ανάγεται τουλάχιστο στα 1848, όταν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο διακήρυττε πως «η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών δεν είναι παρά η ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, γαιοκτήμονας και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους…» Από τότε, η δουλεία στην αρχαιότητα απέβη πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στους μαρξιστές και στους μη μαρξιστές, ένα πολιτικό θέμα μάλλον, παρά ιστορικό φαινόμενο.

Τώρα μπορούμε να παρατηρήσουμε πως ένα υπολογίσιμο τμήμα του ελληνικοί) κόσμου απαρτιζόταν από δούλους (ή άλλα είδη εξαρτημένης εργασίας), πολλοί από τους οποίους ήταν βαρβαρικής προέλευσης ότι γενικά την «ελίτ» κάθε πόλης αποτελούσαν αργόσχολοι, που ήταν εντελώς ελεύθεροι από κάθε έγνοια για οικονομικά προβλήματα, χάρη σε μια εργατική δύναμη την οποία αγόραζαν και πουλούσαν και πάνω στην οποία είχαν εκτεταμένα δικαιώματα κτημοσύνης και, εξίσου σημαντικό, αυτά που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δικαιώματα επί των σωμάτων των δούλων οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορούσε κανείς να καταστεί δούλος ήταν τέτοιες, που κανένας – άντρας, γυναίκα ή παιδί – , ανεξάρτητα από κοινωνική θέση ή πλούτο, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πως θα ήταν δυνατό να αποφύγει σε περίπτωση πολέμου ή κάποιας απρόβλεπτης και ανεξέλεγκτης κρίσης. Μου φαίνεται πως ενόψει όλων αυτών, αν μπορούσαμε να λυτρωθούμε από την κυριαρχία επείσακτων ηθικών, πνευματικών και πολιτικών πιέσεων, θα συμπεραίναμε, χωρίς δισταγμό, ότι η δουλεία ήταν ένα βασικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα αποτελούσε ωστόσο μόνο την αφετηρία της ανάλυσης και όχι το τέρμα της επιχειρηματολογίας, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα. Πιθανόν να ήταν καλύτερο να αποφεύγεται εντελώς η λέξη «βασικό», καθώς έχει αποκτήσει τη σημασία ενός τεχνικού όρου στη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας. Όποιος άλλος τη χρησιμοποιήσει σε ερώτηση όπως αυτή του τίτλου του παρόντος κεφαλαίου, είναι υποχρεωμένος, από την πνευματική (και πολιτική) κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας εργαζόμαστε, να προσδιορίσει αμέσως τον όρο, για να κάνει διάκριση ανάμεσα σ’ ένα βασικό θεσμό και τον βασικό θεσμό. Ουσιαστικά, εκείνο που συνέβη είναι ότι, κάτω από μια δήθεν συζήτηση για τη δουλεία στην αρχαιότητα, έγινε μια αμέθοδη συζήτηση για τη μαρξιστική θεωρία, από την οποία δε φωτίστηκε ούτε ο μαρξισμός ούτε η δου­λεία38. Επίσης, ούτε την ιστορική διαδικασία καταλάβαμε καλύτερα, ούτε οι γνώσεις μας για την αρχαία κοινωνία αυξήθηκαν σημαντικά με αυτές τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις και αντιδηλώσεις, επιβεβαιώσεις και αρνήσεις της θεωρητικής τοποθέτησης ότι «η αρχαία κοινωνία βασιζόταν στην εργασία δούλων». Ούτε κερδίσαμε πολλά πράγματα από την επίμονη συζήτηση για τα αίτια. Ήταν η δουλεία η αιτία της παρακμής της ελληνικής επιστήμης; Ή της χαλαρής σεξουαλικής ηθικής; Ή της διαδομένης περιφρόνησης της κερδοφόρας απασχόλησης; Όλες αυτές είναι ουσιαστικά εσφαλμένες ερωτήσεις, που θέτει μια απλοϊκή ψευδοεπιστημονική σκέψη.

Θεωρώ ότι η πιο αποδοτική προσέγγιση επιτυγχάνεται αν σκεφτούμε με όρους προορισμού, κατά την καντιανή έννοια, ή λειτουργίας, με τον τρόπο που χρησιμοποιούν αυτή την έννοια οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι. Το πιο χρήσιμο ερώτημα για συστηματική έρευνα, δεν είναι κατά πόσον η δουλεία ήταν το βασικό στοιχείο ή αν αυτή προκάλεσε το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα, αλλά πώς λειτουργούσε. Έτσι εξουδετερώνονται οι στείρες προσπάθειες να καθοριστεί τι προηγήθηκε ιστορικά, η δουλεία ή κάτι άλλο. Έτσι, αποφεύγεται η διατύπωση ηθικών κρίσεων πάνω στην, και πριν από την ιστορική ανάλυση. Και θα μπορούσε να αποφευχθεί η παγίδα που θα ονομάσω οικειοθελές λάθος. Υπάρχει ένα γνωμικό του Emile Durkheim που λέει πως «ο εθελοντικός χαρακτήρας μιας πρακτικής ή ενός θεσμού δε θα ’πρεπε ποτέ να προδικάζεται»39· Δεδομένης της ύπαρξης της δουλείας — και είναι δεδομένη, γιατί οι πηγές μας δε μας επιτρέπουν να πάμε πίσω σε μια εποχή της ελληνικής ιστορίας που δεν υπήρχε δουλεία – η επιλογή για κάθε Έλληνα ήταν επιβεβλημένη κοινωνικά και ψυχολογικά. Ο Ξενοφών, στα ’Απομνημονεύματά του, λέγει ότι «εκείνοι που μπορούν, αγοράζουν δούλους για να έχουν εργάτες». Η φράση αυτή συχνά αναφέρεται για ν’ αποδείξει ότι μερικοί Έλληνες δεν είχαν δούλους, γεγονός που δε χρειάζεται όμως απόδειξη. Αποδεικνύει πολύ καλύτερα ότι όσοι μπορούσαν αγόραζαν δούλους. Ο Ξενοφών τοποθετεί το σχετικό φαινόμενο με σαφήνεια στο χώρο της αναγκαιότητας.

Το θέμα της λειτουργίας δεν επιτρέπει απλή απάντηση. Υπάρχουν τόσες απαντήσεις όσα είναι και τα πλαίσια αναφοράς: λειτουργία σε σχέση με τι; Και πότε; Και πού; Ο Buckland αρχίζει το έργο του για το Ρωμαϊκό Δίκαιο σε σχέση με τη δουλεία, επισημαίνοντας πως «είναι ζήτημα αν εμφανίζεται έστω και ένα πρόβλημα, σε οποιοδήποτε κλάδο του Δικαίου, του οποίου η λύση να μην επηρεάζεται από το γεγονός, ότι το ένα από τα μέρη στη σχετική δοσοληψία είναι δούλος»40· Τούτο συνοψίζει την κατάσταση στην απλούστερη και καθαρότερη μορφή της – και ισχύει τόσο για το Ελληνικό, όσο και το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Πέρ’ απ’ αυτό, θα ισχυριζόμουν πως δεν υπάρχει πρόβλημα ή πρακτική, σε οποιονδήποτε κλάδο της ελληνικής ζωής, που να μην έχει επηρεαστεί με κάποιο τρόπο, από το γεγονός πως πολλά μέλη αυτής της κοινωνίας, ακόμη και αν αυτό δεν αφορά την ειδική υπό εξέταση περίπτωση, ήταν (ή είχαν υπάρξει ή θα μπορούσαν να γίνουν) δούλοι. Η σύνδεση δεν ήταν πάντα απλή ή άμεση, ούτε και η επίπτωση ήταν κατ’ ανάγκη «κακή» (ή «καλή»). Το πρόβλημα του ιστορικού είναι ακριβώς να αποκαλύψει τις διασυνδέσεις, σ’ όλη τη συγκεκριμένη και περίπλοκη μορφή τους, την κακή ή την καλή υφή τους, ή την ηθική τους ουδετερότητα.

Νομίζω πως θ’ ανακαλύψουμε ότι, μάλλον συχνά, ο θεσμός της δουλείας έτεινε να προσλαμβάνει συγκεχυμένο χαρακτήρα ως προς τον τρόπο λειτουργίας του. Το βέβαιο είναι ότι οι ελληνικές θέσεις απέναντι του διακατέχονταν από ασάφεια και όχι σπάνια, από ένταση. Ο Νίτσε έλεγε ότι για τους Έλληνες η δουλειά και η δουλεία ήταν «ένα αναγκαίο όνειδος, για το οποίο ο καθένας αισθανόταν ντροπή, ως όνειδος και αναγκαιότητα ταυτόχρονα»41. Οι συζητήσεις ήταν εκτενείς: αυτό είναι σαφές από τη σχετική φιλολογία, που έχει φτάσει ως εμάς, και δεν ήταν ούτε εύκολες και ούτε μονόπλευρες – και ας μην οδήγησαν στην κατάργηση του θεσμού. Στο Ρωμαϊκό Δίκαιο, «η δουλεία είναι η μόνη περίπτωση στις πηγές μας… κατά την οποία δηλώνεται ως υφιστάμενη μια σύγκρουση μεταξύ του ius gentium και του ius naturale»42. Υπό μια έννοια, επρόκειτο για ακαδημαϊκή σύγκρουση, γιατί η δουλεία συνέχιζε ανενόχλητη· ωστόσο, καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει μια τέτοια εσωτερική διαμάχη, γύρω από μια τόσο σοβαρή υπόθεση πεποιθήσεων και θεσμών, χωρίς το ξέσπασμα αυτών των εντάσεων με κάποια μορφή, ανεξάρτητα από το πόσο απομακρυσμένες και εκτεταμένες είναι οι συνδέσεις και οι διασυνδέσεις από την αρχική γενεσιουργό αιτία. Το πιο ενδιαφέρον ίσως σημάδι στους Έλληνες μπορεί να βρεθεί στις προτάσεις και, σε κάποιο βαθμό, στην πρακτική του 4ου αι. π.Χ., να μην υποδουλώνονται Έλληνες43. Στα ελληνιστικά χρόνια όλα έπεσαν στο κενό, και νομίζω ότι αυτό και μόνο το γεγονός αποκαλύπτει πολλά πράγματα για τον ελληνικό πολιτισμό μετά τον Αλέξανδρο44·

Αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας σε δυο μεγάλα διφορούμενα παραδείγματα, από τα οποία κανένα δεν προσέχτηκε ως τώρα όσο του αξίζει. Το πρώτο έχει προέλευση τους Λοκρούς, την ελληνική αποικία της Ν. Ιταλίας, όπου, καθώς λέγεται, η καταγωγή ήταν μητρογραμμική, μια ανωμαλία την οποία ερμήνευσε ιστορικά ο Αριστοτέλης. Η αιτία ήταν, παρατήρησε, ότι η αποικία αρχικά ιδρύθηκε από δούλους και τα παιδιά που απέκτησαν με ελεύθερες γυναίκες. Ο Τίμαιος έγραψε μια βίαιη διαμαρτυρία κατά της προσβλητικής αυτής εκδοχής, ενώ ο Πολύβιος (12.6a) υπερασπίστηκε διά μακρών τη θέση του Αριστοτέλη (ατυχώς μόνο αποσπάσματα της σχετικής συνηγορίας διασώθηκαν). Αξίζει να παραθέσουμε μια παρατήρησή του: «Να υποθέσουμε, μαζί με τον Τίμαιο, πως ήταν απίθανο άνθρωποι που είχαν διατελέσει δούλοι των συμμάχων των Σπαρτιατών, να διατηρούσαν τα ευγενικά αισθήματα και να εξασφάλιζαν τη φιλία των κυρίων τους, είναι ανόητο. Γιατί όταν τους δοθεί η καλή τύχη να ανακτήσουν την ελευθερία τους, μετά την παρέλευση κάποιου χρόνου, όσοι έχουν διατελέσει δούλοι, δεν πασχίζουν να εξασφαλίσουν μόνο τη φιλία των πρώην κυρίων τους, αλλά και τους δεσμούς φιλοξενίας και αίματος. Στην πραγματικότητα, στόχος τους είναι να διατηρήσουν τους δεσμούς αυτούς περισσότερο κι από τους φυσικούς δεσμούς, με σαφή επιδίωξη την εξάλειψη της ανάμνησης της πρότερης άθλιας και ταπεινής θέσης τους, επειδή θέλουν να εμφανίζονται περισσότερο ως απόγονοι πα­ρά ως απελεύθεροι των κυρίων τους».

Στο πλαίσιο της πολεμικής του, ο Τίμαιος είχε πει πως «δεν ήταν συνηθισμένο γεγονός για τους Έλληνες των πρωιμότερων χρόνων να υπηρετούνται από αγορασμένους δούλους»45· Αυτή η διάκριση, ανάμεσα στους αγορασμένους και τους από αιχμαλωσία δούλους (ή τους απογόνους των εξ αιχμαλωσίας δούλων), είχε σοβαρές ηθικές αποχρώσεις. Οι Έλληνες, καθώς το συνήθιζαν, αναπόφευκτα αναζήτησαν το ιστορικό προηγούμενο της πρακτικής της αγοράς δούλων – και το βρήκαν στην περίπτωση της Χίου. Ο ιστορικός Θεόπομπος, ένας Χίος, το διατύπωσε με τον ακόλουθο τρόπο: «Οι Χίοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες, μετά τους Θεσσαλούς και τους Λακεδαιμονίους, που χρησιμοποίησαν δούλους. Αλλά δεν τους αποκτούσαν με τον ίδιο μ’ αυτούς τρόπο. Γιατί οι Λακεδαιμόνιοι κι οι Θεσσαλοί έπαιρναν τους δούλους από τους Έλληνες που κατοικούσαν τη χώρα που τώρα έχουν αυτοί… αποκαλώντας τους είλωτες και πενέστας, αντίστοιχα. Ενώ οι Χίοι είχαν δούλους βαρβάρους, για τους οποίους και πλήρωναν κάποια τιμή»46. Αυτή η αναφορά διασώθηκε από τον Αθήναιο, που έγραψε περί το 200 μ.Χ. και που διατύπωσε την κρίση, ότι οι Χίοι υπέστησαν, τελικά, θεία τιμωρία για το νεωτερισμό τους αυτό. Οι αφηγήσεις με τις οποίες συνεχίζει για να στηρίξει τις αποδείξεις του είναι και παράξενες και ενδιαφέρουσες, αλλά δεν μπορώ να αφιερώσω ιδιαίτερο χρόνο γι’ αυτές.

Όλα αυτά δεν είναι πολύ καλή ιστορία, αλλά αυτό δε μειώνει τη σημασία τους. Η Χίος, από μια αξιοσημείωτη σύμπτωση, μας παρέχει τις πρωιμότερες σύγχρονες μαρτυρίες για δημοκρατικούς θεσμούς στον ελληνικό κόσμο. Σε μια χιακή επιγραφή, που ανάγεται πιθανότατα στα χρόνια 575-550 π.Χ., υπάρχει μια αλάθητη αναφορά σε βουλή και σε «νόμους του δήμου»47. Δεν επιθυμώ να αποδώσω σημασία άλλη από συμβολική στη σύμπτωση αυτήν, αλλά πρόκειται βέβαια για συμβολισμό με τεράστιες προεκτάσεις. Έχω ήδη επισημάνει ότι όσο πιο εξελιγμένη ήταν μια ελληνική πόλη-κράτος τόσο περισσότερο διαπιστώνεται πως είχε γνήσια δουλεία αντί για τους «υβριδιακούς» τύπους της, όπως ήταν το καθεστώς των ειλώτων. Και πιο ξεκάθαρα, οι πόλεις στις οποίες η ατομική ελευθερία άγγιξε την ανώτατη έκφρασή της – και προφανέστερα η Αθήνα – ήταν πόλεις όπου άνθιζε και ο θεσμός της κτημοσύνης δούλων. Οι Έλληνες, όπως είναι πολύ γνωστό, ανακάλυψαν τόσο την ιδέα της ατομικής ελευθερίας, όσο και το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο μπορούσε να υλοποιείται48. Ο προελληνικός κόσμος – ο κόσμος των Σουμερίων, των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων και των Ασσυρίων και δεν μπορώ να εξαιρέσω τους Μυκηναίους – ήταν, κατά βάθος, ένας κόσμος χωρίς ελεύθερους ανθρώπους, με τον τρόπο που η Δύση αντιλαμβάνεται σήμερα αυτή την έννοια. Ήταν, επίσης ένας κόσμος, στον οποίο η κατά κτημοσύνη δουλεία δεν έπαιζε ουσιαστικό ρόλο. Κι αυτή υπήρξε ελληνική ανακάλυψη. Μια όψη της ελληνικής ιστορίας είναι, εν ολίγοις, ότι η ελευθερία και η δουλεία εξελίχτηκαν χέρι-χέρι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1.Εξαιρώ επίσης τον «οικονομικό καταναγκασμό» του συστήματος μισθωτής εργασίας.

 2.Δεν αποτελεί βάσιμη αντίρρηση σ’ αυτόν τον ορισμό εργασίας το να επισημανθεί είτε ότι ο δούλος δεν παύει να είναι από βιολογική άποψη άνθρωπος, είτε ότι συνήθως υπήρχαν κάποιες πιέσεις για να του αναγνωριστεί, ως ένα βαθμό, η ανθρώπινη ιδιότητα με το να έχει, για παράδειγμα, το δικαίωμα του ασύλου ή το εκ των πραγμάτων δικαίωμα του γάμου.

 3.Δεν λαμβάνω υπόψη μου εδώ τις τοπικές λέξεις για κοινωνικές ομάδες όπως οι είλωτες, αν και οι ίδιοι οι Έλληνες ονόμαζαν αυτούς τους ανθρώπους «δούλους». Βλ. τα δύο επόμενα κεφάλαια.

 4.Έδωσα μόνο λίγα παραδείγματα. Για τις τοπικές και διαλεκτικές παραλλαγές βλ. Kretschmer (1930). Για την εναλλακτικότητα των όρων στην κλασική Αθήνα βλ. Lauffer (1955-6), I, 1104-8′ πβ. Kazakevich (1956).

 5.Βλ. Aymard (1948).

 6.Αυτή η διατύπωση δε χάνει την αξία της από τα περιστασιακά μεροκάματα που θα μπορούσε να προσφέρει ένας μικροϊδιοκτήτης ή μικροτεχνίτης στην αγορά εργασίας για μια τριήμερη απασχόληση στο θερισμό ή μιας εβδομάδας απασχόληση στην κατασκευή ενός ναού, ή από την παρουσία, σε πόλεις σαν την Αθήνα, ενός απροσδιόριστου αριθμού ανθρώπων, σχεδόν όλων ανειδίκευτων, οι οποίοι ζούσαν από περίεργα επαγγέλματα (όταν δεν τραβούσαν κουπί σε πλοία του στόλου και δεν είχαν κάποια άλλη απασχόληση από το κράτος), εκείνων, για παράδειγμα, που συναθροίζονταν καθημερινά στον Μίσθιο Κολωνό (για τον οποίο βλ. Fuks (1951), 171-3). Πουθενά στις πηγές

δεν ακούμε για ιδιωτικές επιχειρήσεις που, σε κανονικές συνθήκες, χρησιμοποιούσαν ως προσωπικό μισθωτούς εργάτες.

        7. Οι μελετητές που ισχυρίζονται ότι η δουλεία ήταν ασήμαντη στη γεωργία αγνοούν την Hausvaterliteratur (την παραδοσιακή φιλολογία περί διαχείρισης κτημάτων και νοικοκυριών) και παρόμοιες μαρτυρίες, ενώ προσπαθούν να αποδείξουν την άποψή τους, ενμέρει με ισχνά επιχειρήματα, βασισμένα στη σιωπή των πηγών, ενμέρει με αναφορές στους παπύρους. Δε θα μπορούσαμε να διαμαρτυρηθούμε αρκετά έντο­να εναντίον της αξιοποίησης των παπύρων, καθώς το αγροτικό καθεστώς στην Αίγυπτο των Πτολεμαίων και των Ρωμαίων δεν ήταν ελληνικό, βλ. Rostovtzeff (1953) I, 272-7. Για την Αθήνα, βλ. τώρα Jameson (1977-8).

        8. Φιλόχορος 328 F 97, αναφέρεται στου Μακροβίου τα Saturnalia 1.10.22.

        9.  Ξενοφών, Πόροι 4.14.

       10. Lauffer (1955-6) II. 904-16.

          11. Δημοσθένης 27.19’28.12· βλ. Finley, Studies in Land and Credit, 67. Για ένα άλλο αποφασιστικό κείμενο βλ. Ξενοφών, ‘Απομνημονεύ­ματα 2.7.6.

          12. Lauffer (1955-6) II, 904-16.

          13. Jones (1957) 76-9.

          14. Starr (1958) 21-2.

          15. Stampp (1956) 29-30.

          16. Βλ. Aymard (1957).

          17. Digesta 1.5.4.1.

          18. Buckland (1908) v.

          19. Morrow (1939) 11 και 127. O Morrow ανατρέπει αποτελεσματικά την άποψη ότι «ο Πλάτων στο βάθος της καρδιάς του διαφωνούσε με το καθεστώς της δουλείας και αναφέροντάς το στους Νόμους απλώς προσαρμοζόταν στην εποχή του» (σσ. 129-30). Πβ. Vlastos (1941) 293: «Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη, είτε στην Πολιτεία είτε οπουδήποτε αλλού, ότι ο Πλάτων θέλει να αμβλύνει ή να ελευθερώσει κατά κάποιο τρόπο» τη διάκριση μεταξύ δούλου και ελεύθερου εργάτη.

           20. Διογένης Λαέρτιος 6.74. Για τους κυνικούς, τους στωικούς και τους χριστιανούς βλ. Westermann (1955) 24-5, 39-40, 116-17 και 149-59.

          21. Westermann (1955) 14 σημ. 48.

          22. Βλ. Vernant (1965) μέρος 4ο.

          23. Ξενοφών, Πόροι 4.33’ πβ. 6.1. Τα καλύτερα παραδείγματα για τα ουτοπιστικά όνειρα προς αυτή την κατεύθυνση δίνει, φυσικά, ο Αριστοφάνης στις Έκκλησιάζουσες 651-61 και στον Πλούτο 510-26, αλλά δεν τα παρουσιάζω, γιατί θέλω ν’ αποφύγω μακρά συζήτηση για τη δουλεία στην Αττική Κωμωδία.

          24. Αυτή η γενίκευση ισχύει παρά την ύπαρξη ενός μεμονωμένου χωρίου για την έχθρα που ξεσήκωσε ο φίλος του Αριστοτέλη Μνάσων (Τίμαιος 556F 11, μνημονεύεται στον Αθήναιο 6.264 D, 272 Β) που, ό,τι κι αν σημαίνει, δεν μπορεί ν αναφέρεται στους αγοραστούς δούλους.

          25. Βλ. Vogt (1974) 53-7.

          26. Τα σχετικά χωρία στον Θουκυδίδη είναι 4.41, 55, 80· 5.23.3′ 7.26.2. Με τη «δουλεία» εδώ εννοεί τους είλωτες, φυσικά. Στο κείμενό μου, στις αμέσως επόμενες σελίδες (για. τους δούλους στον πόλεμο) αναφέρομαι στους «δούλους», εννοώντας και τους είλωτες, παραβλέποντας προς το παρόν τη διάκριση μεταξύ τους.

         27. Ψευδο-Αημοσθένης 17.5. Για παλαιότερες περιόδους, βλ. Ηρόδο­τος 7.155 για τις Συρακούσες και Θουκυδίδης 3.73 για την Κέρκυρα (και σημειώστε ότι ο Θουκυδίδης δεν επανέρχεται στο ζήτημα αυτό και δεν το γενικεύει στην τελική του ανακεφαλαίωση περί της στάσεως και των κακών που συνεπάγεται).

         28. Βλ. Garlan (1972), (1974). Ο Ξενοφών, Πόροι 4.42, χρησιμοποιεί την εν δυνάμει αξία των δούλων ως ανθρώπινου δυναμικού στο στρατό και το ναυτικό, σαν επιχείρημα υπέρ της πρότασής του ν’ αγοράσει το κράτος χιλιάδες δούλους για να εκμισθωθούν στα ορυχεία.

         29. Stampp (1956) 132-40.

         30. Vogt (1974), κεφ. 3.

          31. Ψευδο-Αριστοτέλης, Οικονομικά 1344b 18· πβ. Πλάτων, Νόμοι 6.777CD· Αριστοτέλης, Πολιτικά 1330a25-28.

         32. Σημειώστε ότι ο Θουκυδίδης 8.40.2 θεωρεί τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό δούλων στη Χίο, κλειδί για την κακομεταχείρισή τους και την ετοιμότητα τους να λιποτακτήσουν στους Αθηναίους.

         33. Douglass (1855) 263-4, αναφέρεται από τον Stampp (1956) 89.

         34. Stampp (1956) κεφ. 3, «Α Troublesome Property», αξιοσημείωτο κείμενο γι’ αυτό το θέμα.

         35. Σημειώστε πως ο Θουκυδίδης τονίζει εκ των προτέρων την απώλεια (1.142.4- 6.91.7) προτού την αναφέρει πραγματικά στο 7.27.5.

         36. ‘Ελληνικά Όξυρύγχια 12.4.

         37. Η τεχνική και αισθητική τελειότητα πολλών έργων κατασκευασμένων από δούλους είναι, φυσικά, ορατή σε αναρίθμητα μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Αυτό αποτελεί μέρος της πολυπλοκότητας και της αμφιλεγόμενης μορφής του θεσμού (που συζητήθηκε στο τμήμα IV), που επεκτεινόταν στους ίδιους τους δούλους καθώς και στους κυρίους τους.

          38. Στις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν την πρώτη δημοσίευση αυτού του δοκιμίου, μερικά από τα θέματα που συζητούνται έγιναν διαφωτιστικά’ βλ. Finley, Acient Slavery and Modern Ideology, κεφ. 1.

         39. Durkheim (1950) 28.

         40. Buckland (1908) v.

         41. «The Greek State: Preface to an Unwritten book» στο Early Greek Philosophy and Other Essays, M.A. Miigge, London and Edinburgh (1911) 6.

         42. Buckland (1908) 1.

         43. Βλ. Kiechle (1958) για μια χρήσιμη συλλογή υλικού, που συχνά χάνει την εγκυρότητά της εξαιτίας της σύγχυσης μεταξύ γεγονότων και ηθικολογίας και ακόμη περισσότερο από τις συνηγορητικές της τάσεις.

         44. Βλ. Rostovtzeff (1953) 1, 201-8.

         45. Τίμαιος 566 F 11, αναφέρεται στον Αθήναιο 6.264C‘ πβ. 272 Α-Β.

         46. Θεόπομπος 115 F 122, αναφέρεται στον Αθήναιο 6.265 BC.

         47. R. Meiggs και D. Lewis, επιμ. έκδ., Greek Historical Inscriptions to the End of the Fifth Century B.C., ap. 8.

          48. Είναι σχεδόν περιττό να προσθέσουμε ότι ο όρος «ελευθερία» στα ελληνικά πλαίσια, περιοριζόταν μόνο στα μέλη μιας κοινότητας πολιτών, πάντοτε ενός τμήματος και μερικές φορές ενός μικρούς τμήματος του συνόλου του ανδρικού πληθυσμού.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΣΘΗΚΗ

 

Για συμπληρωματική βιβλιογραφία βλ. τα έργα που αναφέρει ο Μ.Ι. Finley στο Ancient Slavery and Modern Ideology (1980).


* Πρωτοδημοσιεύτηκε στην Historia 8 (1959) 145-64. Έχω περιορίσει σημαντικά τις παραπομπές για ν’ αποφύγω ξεπερασμένες πια διαμάχες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s