ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ


kion1Νίτσε και Αριστοτέλης*

Από την Ποιητική στη Γένεση της Τραγωδίας

Ορισμένες εισαγωγικές σκέψεις

 

Ιορδάνης Κουμασίδης

   Υπ. Διδάκτωρ. ΦιλοσοφίαςΑ.Π.Θ.

 

 

« O Φρίντριχ Νίτσε ανέκαθεν ήθελε να συγγράψει ένα κλασικό έργο, ένα βιβλίο ιστορίας, σύστημα ή ποίημα, αντάξιο των αρχαίων Ελλήνων τους οποίους είχε διαλέξει ως δασκάλους του. Δε μπόρεσε ποτέ να δώσει μορφή σ αυτή του τη φιλοδοξία».

 

(Λόγια του Ντανιέλ Αλεβί δια στόματος Μπατάιγ)[1]

 

 

Δε χρειάζονται ιδιαίτερα επιχειρήματα ώστε να αναδεχθεί η σημαντικότητα του νιτσεϊκού στοχασμού: αρκεί να διατρέξει κανείς το σύνολο της ιστορίας της φιλοσοφίας, ώστε να διαπιστώσει την ερμηνευτική-αναπλαστική ματιά του Νίτσε, εκκινώντας έναντι της αρχαίας ελληνικής σκέψης, δηλαδή έναντι της γενεσιουργού μήτρας του φιλοσοφείν, μέχρι τις μέρες μας και την τελευταία προσπάθεια καθιέρωσης ενός φιλοσοφικού ρεύματος, αναφερόμαστε στον μεταμοντερνισμό, ρεύμα με αγεφύρωτες εσωτερικές αντιφάσεις -και μάλιστα προγραμματικές ως μια εξαίσια περίπτωση αυτό-υπονόμευσης- οι ρίζες του οποίου συχνά αναζητούνται στο Νίτσε. Επιπλέον, το ιδιαίτερο/λογοτεχνίζον ύφος και η σκοτεινότητα του τον αναδει­κνύουν και σε πρωτοπόρο, αριθμητικώς, συνεκδοχικών ερμηνειών αλλά και στρεβλώσεων.

Η βασική ταυτότητα και συνάμα αντίφαση που εμφανίζεται ως κεντρικής σημασίας: Αριστοτέλης και Νίτσε αναγνωρίζονται αμφότεροι ως λεπτολογούντες ερευνητές της ηθικής. Παρότι οι τρόποι τους διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, υπάρχει και μια άλλη, υποβόσκουσα συσχέτιση αυτού του ερευνητικού τους ενδιαφέροντος: ακριβώς το γεγονός πως, σε σημαντικό βαθμό, οι λόγοι περί ηθικής αναζητούνται μεταξύ άλλων και εντός του φαινομένου της τέχνης.

Στην πραγματικότητα η παραπάνω αντιπαραβολή, έτσι όπως εκδιπλώνεται κατά βάση στα δυο κομβικά έργα Περί Ποιητικής και Η γέννηση της τραγωδίας, εκβάλλει στο ερώτημα του κατά πως αρθρώνεται ένας κριτικός, διαχρονικός λόγος φιλοσοφικής υφής.

Συνέχεια

Advertisements