ΑΚΑΔΗΜΙΑ – ΠΛΑΤΩΝ


kion1ΑΚΑΔΗΜΙΑ-ΠΛΑΤΩΝ

 

Ομώνυμο κεφάλαιο από το έργο του Α. Β. Γιαννικόπουλου

«Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ»

Απ’ όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος, η Ακαδημία υπήρξε δίχως άλλο το μακροβιότερο, αν όχι και το σημαντικότερο. Ιδρύθηκε από τον Πλάτωνα το 387 π.Χ. και, αφού λειτούργησε επί 1.000 περίπου χρόνια, έκλεισε οριστικά τις πύλες του το δεύτερο τέταρτο του 6ου μ.Χ. αιώνα. Αιτία, ως γνωστό, υπήρξε το περίφημο Διάταγμα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, που εκδόθηκε το 529, με σκοπό να σβήσει και τις τελευταίες πνευματικές εστίες του Ελληνισμού’ ν’ αφανίσει τα δύο μεγάλα πανεπιστήμια του αρχαίου κόσμου, της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας. Το κλείσιμο της Ακαδημίας υπήρξε, αναντίρρητα, πλήγμα για τη «θύραθεν» παιδεία. Είχε πολλά δεχθεί στο παρελθόν χτυπήματα από τους χριστιανούς ηγέτες της αυτοκρατορικής Ρώμης· το Διάταγμα όμως στάθηκε μοιραίο για τη σχολή και οδυνηρότατο για την ελληνική ανώτερη εκπαίδευση, Έκτοτε, θα παρέλθουν πολλοί αιώνες ταραγμένου βίου, ώσπου να καταφέρει ο Ελληνισμός ν’ ανεγείρει το πρώτο του πανεπιστήμιο, το σημερινό (1837), όχι πολύ μακριά από την αρχαία Ακαδημία.

Πέρα από τις λίγες πληροφορίες, τις οποίες εκθέσαμε ήδη στην προηγούμενη παράγραφο, δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για την περίφημη σχολή της αρχαιότητας. Ευτυχώς, όμως (υποθέτουμε ότι) γνωρίζουμε πώς έφτασε ο Πλάτων στην απόφαση να διδάξει φιλοσοφία σε μόνιμο, όπως κι ο Ισοκράτης, τόπο και κτήριο. Στην αρχή, λένε οι πηγές, ο φιλόσοφος προοριζόταν για πολιτικός ή τραγικός ποιητής, αλλά τράπηκε προς τη φιλοσοφία όταν άκουσε κάποια ημέρα το Σωκράτη να διδάσκει. Έκαψε μάλιστα όσα ποιήματα είχε γράψει ως τότε1 και τον ακολούθησε2 ως πιστός κι αφοσιωμένος μαθητής από το 407 ως το 399. Αλλ’ όταν ο Σωκράτης κατηγορήθηκε γι’ αθεΐα και διαφθορά της νεολαίας και καταδικάστηκε σε θάνατο, ως άλλος Πέτρος, απαρνήθηκε το διδάσκαλό του κι από το φόβο των Αθηναίων εγκατέλειψε μαζί μ’ άλλους την πόλη. Αφού μάλιστα ως περιπλανώμενος Ιουδαίος γύρισε σε διάφορες χώρες, μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια της σκέψης του, κατέληξε τελικά στην Κάτω Ιταλία. Είναι μάλλον βέβαιο ότι η επίσκεψη κι η παραμονή του στη Μ. Ελλάδα του έδωσε την ιδέα να ιδρύσει φιλοσοφική σχολή στην Αθήνα, αλλά δεν είναι λογικό ν’ αποκλειστούν κι άλλες εκδοχές, οι ακόλουθες:

α) Εκεί γνώρισε την Πυθαγόρεια σχολή και συνδέθηκε φιλικά μ’ αρκετούς μαθητές του Σάμιου φιλοσόφου. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο πολυτάλαντος Αρχύτας. Παρότι απέφυγε να μιμηθεί τις ιδιορρυθμίες εκείνης της σχολής, πιθανότατα αυτή του ενέβαλε την ιδέα να ιδρύσει την Ακαδημία κι οι εκεί φίλοι του τον ενθάρρυναν σχετικά.

β) Στη Σικελία, ο φιλόσοφος προσπάθησε να πείσει τον τύραννο Διονύσιο Α’ να εφαρμόσει τις ιδέες του στην παιδεία και τη διακυβέρνηση του νησιού. Κατηγορήθηκε βέβαια γι’ αυτό, επειδή δηλ. επιζήτησε τη συνεργασία ενός τυράννου, αλλ’ άδικα. Γιατί;

1) Το καθεστώς της τυραννίας αποτελούσε αποδεκτό τρόπο διακυβέρνησης στην προκλασική ιδίως αρχαιότητα.

2)  Οι αρχαίοι δικτάτορες δεν είχαν τόσο κακό όνομα, όσο οι σημερινοί. Φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι ο Περίανδρος, ο τύραννος της Κορίνθου, συγκαταλέγεται μεταξύ των Επτά Σοφών κι ο Χαρώνδας κι ο Ζάλευκος, τύραννοι πόλεων της Σικελίας, δεν υπήρξαν ευκαταφρόνητοι νομοθέτες.

3)  Πίστεψε ότι ήταν ευκολότερο να κερδίσει τη γνώμη ενός ατόμου, έστω άξε­στου κι απαίδευτου και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή του, παρά να πείσει το πολύγνωμο και πολύβουο αθηναϊκό κοινό.

Δυστυχώς, οι ελπίδες του δεν άργησαν να μαδήσουν. Κι όχι μόνο αυτό· κινδύνευσε να χάσει και τη ζωή του. Τελικά, πωλήθηκε ως δούλος κι ελευθερώθηκε. Τότε φαίνεται ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η απόφασή του ν’ ανοίξει σχολείο. Σκέφτηκε ότι μαζί με τις πύλες του θ’ άνοιγε ένα κανάλι, μέσω του οποίου εύκολα θα διοχέτευε σ’ επιλεγμένους ανθρώπους όλες του τις ιδέες, μια και το σικελικό έφραξε η σκληρότητα του τυράννου. Η Ακαδημία, που ήλθε αμέσως σε φως. φρόντισε να διατηρήσει επί αιώνες ανοιχτό αυτό το κανάλι.

γ) Τον Πλάτωνα ως δούλο αγόρασε ο άσημος φιλόσοφος Αννίκερις, πληρώνοντας για λύτρα είκοσι (20) μνες3. Ο ελεύθερος πλέον Πλάτων επέστρεψε τα χρήματα στον ελευθερωτή του, αλλ’ εκείνος δεν τα δέχτηκε. Σκέφτηκε τότε να τα ξοδέψει κάπου επάξια. Αγόρασε λοιπόν ένα μικρό κτήμα πλησίον του γυμνασίου της Ακαδημίας κι εκεί ίδρυσε τη σχολή του. Από το γυμνάσιο πήρε και τ’ όνομά της. Φαίνεται ότι πρόσθεσε δέκα (10) ακόμη μνες στα λύτρα, αφού, κατά μαρτυρία του Πλούταρχου, το οικόπεδο στοίχιζε τριάντα (30) μνες ή (30 X 100=) 3.000 δραχμές4.

δ) Από νεότερους ερευνητές υποστηρίζεται ότι την ιδέα ίδρυσης φιλοσοφικής σχολής ενέβαλε στον Πλάτωνα ο Ευκλείδης5. Μαζί με τον Πλάτωνα εγκατέλειψε την Αθήνα αμέσως μετά ίο θάνατο του δασκάλου τους. Για να μην παραμεληθεί η καλλιέργεια της φιλοσοφίας, άνοιξε σχολή, στα Μέγαρα, μακριά από τα όμματα των Αθηναίων. Δεν αποκλείεται κι ο Πλάτων να βοήθησε το συμφοιτητή του στη λήψη αυτής της απόφασης ή ο ίδιος τότε να σκέφτηκε να μιμηθεί αργότερα τον Ευκλείδη.

ε) Τέλος, δεν αποκλείεται να είδε την Ακαδημία ως ένα εργαστήριο επεξεργασίας των σωκρατικών απόψεων, τις οποίες ιδιαίτερα θαύμαζε.

  1. ΣΚΟΠΟΣ

Γιατί ο Πλάτων ίδρυσε την Ακαδημία, παραθέσαμε αμέσως παραπάνω διάφορες απόψεις και εικασίες. Απ’ όλες θεωρούμε ως επικρατέστερη μία· θα δινόταν η ευκαιρία στο φιλόσοφο να διοχετεύσει τις απόψεις του σ’ επίλεκτους νέους της εποχής του, προερχόμενους απ’ όλες τις πόλεις του Ελληνισμού, με την κρυφή ελπίδα και τη φανερή επιθυμία να τις εφαρμόσουν κάποτε στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Με το χρόνο προστέθηκαν βέβαια κι άλλοι σκοποί. Ας τους δούμε συνολικά.

α) Η Πλατωνική σχολή ιδρύθηκε για να μορφώσει και να προετοιμάσει, κι όπως έγινε, τους κυβερνήτες του Ελληνόφωνου κόσμου των κλασικών χρόνων. Όσοι απ’ αυτούς ήσαν προικισμένοι με υψηλή νοημοσύνη και η προ­σωπικότητά  τους ήταν διαρκώς στραμμένη στο αγαθό, εκπαιδεύονταν κατάλληλα στη σχολή, ώστε να γίνουν σπουδαίοι φιλόσοφοι. Μόνο έτσι θα ήσαν σε θέση να φέρουν μ’ επιτυχία σε πέρας την υψηλή αποστολή τους· να μετασχηματίσουν επί το ηθικότερο τις κοινωνίες των πόλεων που τυχόν θα κυβερνούσαν. «Το ανθρώπινο γένος δε θ’ απαλλαγεί απ’ το κακό», γράφει, «αν οι φιλόσοφοι, οι σωστοί κι οι αληθινοί, δεν πάρουν στα χέρια τους την εξουσία ή αν οι κυβερνώντες τις πόλεις δε δεχτούν κάποια θεία φώτιση να γίνουν σωστοί φιλόσοφοι»6. Κι όταν οι μαθητές δεν μπορούσαν να πάνε στη σχολή, όπως ο Μωάμεθ στο βουνό, πήγαινε σ’ αυτούς ο σχόλαρχος. Αφού δεν κατάφερε να πείσει το Διονύσιο Α’ στο πρώτο του ταξίδι, ξαναπήγε στη Σικελία, όταν ανέλαβε καθήκοντα ο ομώνυμος γιος του. Τα πράγματα πήγαιναν θαυμάσια με τον εστεμμένο μαθητή κι ο μεγάλος δάσκαλος ήταν κα- κατενθουσιασμένος. Ο τύραννος μελετούσε μ’ ένταση και προσοχή τα μαθήματα κι άλλαξε ριζικά τρόπο ζωής, ώστε να ταιριάζει με του φιλοσόφου. Έξανα όμως ξέσπασε θύελλα. Οι αυλοκόλακες πέτυχαν επιτέλους να διαβάλουν την Πλατωνική διδασκαλία. Ο Διονύσιος Β’ διέκοψε απότομα τις σπουδές του κι απέλασε τον Πλάτωνα. Είχε φοβηθεί συνωμοσία του φιλοσόφου σε συνεργασία με το Δίωνα (θείο του) και τους Πυθαγόρειους.

Η διδασκαλία του Πλάτωνα, εντός ή εκτός της Ακαδημίας, δεν ήταν άμοιρη πολιτικών στόχων κι επιδιώξεων. Αυτό άλλωστε προσυπογράφουν τα γεγονότα.

1) Μετά τη δεύτερη αποτυχία του Πλάτωνα να δοκιμάσει στην πράξη τις ιδέες του στη Σικελία, πήρε στην Ακαδημία το Δίωνα, στο πρόσωπο του οποίοι? έβλεπε την ενσάρκωση του ιδανικού του, το μέλλοντα άρχοντα-φιλόσοφο. Ο επίδοξος μάλιστα ηγέτης της Σικελίας ταξίδευσε σε διάφορες ελληνικές πόλεις ζητώντας και συναθροίζοντας σεβαστές πολεμικές δυνάμεις. Τέλος, η εκστρατεία κι ανατροπή του τυράννου έγινε, ο Δίων αναρρήθηκε στο θρόνο, αλλά δεν πρόφτασε να πραγματοποιήσει τα σχέδια του Πλάτωνα. Ένας άλλος μαθητής του φιλοσόφου και μέλος της Ακαδημίας, ονόματι Κάλλιππος, φόνευσε το Δίωνα και στο σικελικό θρόνο αναρριχήθηκε ο ίδιος, χωρίς ποτέ να προσπαθήσει να κάνει του διδασκάλου του τ’ όνειρο πραγματικότητα7.

2) Η Ακαδημία ασχολείτο συστηματικά με τη νομοθεσία για να βοηθήσει τις πόλεις να οργανωθούν ορθολογικά και ηθικά. «Ο Πλάτων ωραίους λόγους για νόμους και πολιτεύματα άφησε στα βιβλία, αλλά πολύ καλύτερους μετέδωσε στους μαθητές του, από τους οποίους ελευθερώνεται η Σικελία με τη βοήθεια του Δίωνα και η Θράκη του Πείθωνα», γράφει ο Πλούταρχος. Και συνεχίζει’ «Ο Πλάτων έστειλε από τους συνεργάτες του τον Αριστώνυμο στους Αρκάδες να οργανώσει το πολίτευμα, στους Ηλείους το Φορμίωνα και τον Εύδημο στην Πύρρα (Λέσβου). Ο Εύδοξος για την Κνίδο κι ο Αριστοτέλης για τα Στάγειρα έγραψαν νόμους· ήσαν μαθητές του Πλάτωνα»8.

β) Ήθελε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό αντίβαρο στη ρητορική σχολή του Ισοκράτη και προπαντός να διαδώσει τη φιλοσοφία, την οποία θεωρούσε υπέρτερη της ρητορείας. Δεν μπορούσε να βλέπει το μεγάλο ρητοροδιδάσκαλο να έχει μεταβάλει την «επιστήμη των επιστημών» σε θεραπαινίδα των ρητορικών σπουδών του. γ) Δε χωρά αμφιβολία ότι ανάμεσα στους στόχους της Ακαδημίας ήταν και η προσέγγιση της αλήθειας μέσω της διαλεκτικής και συλλογικής προσφοράς των μελών της. Επιπλέον, οι απόφοιτοι της σχολής και πιθανοί πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες του διάσπαρτου Ελληνισμού μετέφεραν στις εσχατιές του τα φώτα που πήραν από την Πλατωνική «διατριβή». Ήσαν οι φιλόσοφοι του Παραβολικού Σπηλαίου, που είχαν ως αποστολή ν’ ανασύρουν στο φως τους δεσμώτες της άγνοιας. Μόνο με την επίγνωση της αλήθειας ήταν δυνατό η κοινωνία ν’ αλλάξει πρόσωπο.

  1. ΜΕΘΟΔΟΣ

Για να επιτύχει ο Πλάτων το σκοπό του έπρεπε στη σχολή του να εφαρμόσει την κατάλληλη μέθοδο, που φυσικά δεν ήταν η κατά κόρο χρησιμοποιηθεί- σα από τους σοφιστές διάλεξη, αλλ’ η διαλογική, που κυριαρχούσε στη διδασκαλία του Σωκράτη και του Ισοκράτη. Η διαλεκτική προσιδίαζε καλύτερα από κάθε άλλη στην προσέγγιση του βασικού Πλατωνικού σκοπού, το φωτισμό της ανθρώπινης διάνοιας. Ήταν η κλίμακα, που οδηγούσε στην αλήθεια. «Όταν το μάτι της ψυχής», λέει στην «Πολιτεία» του, «είναι καταχωμένο σε κάποιο βαρβαρικό βόρβορο, απαλά το τραβά και το φέρνει επάνω» στο φως.

Ο ρόλος του Πλάτωνα, όπως και του Ισοκράτη, στη σχολή του ήταν καθαρά συντονιστικός κι επικουρικός. Παρείχε στους μαθητές του, όπως εκείνος, απεριόριστα όρια πρωτοβουλίας, αυτοκριτικής κι αλληλοκριτικής. Δεν ανέβαινε, όπως ο Πυθαγόρας, στον υψηλό θώκο της αυθεντίας κι από ’κει ν’ αποτιμά την ικανότητα κάθε φοιτητή του στην απομνημόνευση των δοσμένων λόγων του. Ο Πλάτων, όπως κι ο Αριστοτέλης, με τους μαθητές του ήταν ισότιμος στη συζήτηση. Μόνο που το διδάσκαλό τους θεωρούσαν ως «πρώτο μεταξύ ίσων». Κατά αυθεντική μαρτυρία, ο φιλόσοφος και διευθυντής της Ακαδημίας «ενεργούσεν ως αρχιτέκτων και έθετε τα προβλήματα»9. Γιαυτό και η σχολή πήρε τ’ όνομα «ἡ ταῶν φίλων διατριβή», κατά Σουΐδα.

Στη σχολή, διεξαγόταν συστηματικός διάλογος πάνω σε διάφορα φιλοσοφικά θέματα και μέσα από πολύωρη, επίπονη και τέλεια απορρόφηση της σκέψης των «συνόντων» ερχόταν ένας ξαφνικός φωτισμός της διάνοιάς τους. Η προσωπική επαφή κι ομαδική προσπάθεια άνοιγαν το δρόμο προς τη φιλοσοφική και πραγματική αλήθεια. «Δεν έχω γράψει κανένα έργο γι’ αυτά τα θέματα», λέει ο Πλάτων, «και ποτέ δε θα γράψω. Γιατί αυτό το θέμα δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις, όπως τ’ άλλα μαθήματα, αλλά μόνο ύστερα από προσωπική και στενή επαφή με το ίδιο τ’ αντικείμενο· (τότε) ένα αιφνίδιο φως γεννιέται στην ψυχή, όπως μια πυρκαγιά αναπηδά από μια σπίθα»10.

Ποτέ δεν έδινε, όπως ο δάσκαλός του. έτοιμη γνώση στους μαθητές· προτιμούσε να την παίρνουν μόνοι τους αυτενεργώντας. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τ’ ακόλουθο περιστατικό που περιέγραψε σε κωμωδία του ένας ποιητής, ονόματι Επικράτης, και διέσωσε ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές» του.

Μια ομάδα από νέους στο γυμνάσιο της Ακαδημίας έκανε διάφορες κατατάξεις ζώων και φυτών, ανάλογα μ’ ορισμένα χαρακτηριστικά τους. Ανάμεσά τους βρισκόταν μια κολοκύθα, την οποία δυσκολεύονταν να εντάξουν σε μια ορισμένη κατηγορία φυτών. Μερικοί τη θεωρούσαν ως χόρτο, άλλοι ως λαχανικά και κάποιος τη νόμισε για δένδρο. Φυσικά δεν έλειπε κι η σχετική φασαρία. Ένας Σικελός γιατρός με φωνές επέπληξε τα παιδιά για τις ανόητες συζητήσεις τους. Αλλ’ ο Πλάτων, που ήταν τυχαία εκεί, είπε ήρεμα στα παιδιά να ξαναδοκιμάσουν, αρχίζοντας από ορισμούς των διαφόρων ειδών. Πράγματι, οι νέοι έ­καναν, όπως τους υπέδειξε ο φιλόσοφος και μέσα από διάλογο έφτασαν στη λύση11.

Από τη στάση του Πλάτωνα στο συγκεκριμένο περιστατικό κι απ’ τις συστάσεις του προς τα παιδιά, συνάγονται χρήσιμες πληροφορίες για τη μέθοδο διδασκαλίας που εφάρμοζε στη σχολή του.

α) Απέδιδε, όπως ο δάσκαλός του, ιδιαίτερη έμφαση στη σπουδαιότητα της γνώσης ή καλύτερα στην αποκάλυψή της. Αν η κολοκύθα ήταν πόας ή δένδρο, δεν είχε ίσως σημασία ως γνώση καθαυτή’ συνήθιζε όμως τα παιδιά στην έρευνα κι αναζήτηση της αλήθειας, β) Γιαυτό δεν έλυσε την απορία των παιδιών δίνοντας τη σωστή απάντηση, αλλά τα παρακάλεσε να προσπαθήσουν πάλι. Είναι σαφές ότι μεγάλη σημασία έδινε στην αυτενέργεια του μανθάνοντος. γ) Αν και ο Πλάτων θεωρούσε τον αισθητό κόσμο κακέκτυπο των Ιδεών, εντούτοις ενθάρρυνε τους παραπάνω νέους να παρατηρούν προσεκτικά τον κόσμο γύρω τους. Μέσω της παρατήρησης θα οδηγούνταν στη λύση του προβλήματος τους.

δ) Σήμερα ζητάμε από τους μικρούς μαθητές του δημοτικού και του νηπιαγωγείου να τοποθετήσουν διάφορα αντικείμενα στη σειρά με βάση κάποιο γνώρισμα (μέγεθος, σχήμα, χρώμα κ.ά.) και απ’ τους μεγαλύτερους να εντάξουν γεγονότα και αντικείμενα σε ομάδες. Η σειροποίηση κι η ταξινόμηση της γνώσης δεν είναι και τόσο νέες, παρά τους διατυμπανισμούς των μοντέρνων παιδαγωγών.

ε) Μία ακόμη σημαντική πληροφορία αντλούμε από την ιστορία της κολοκύθας. Ο φιλόσοφος χρησιμοποιούσε την «απαγωγική» μέθοδο στη σχολή του. Στους νεαρούς του περιστατικού υπέδειξε ν’ αρχίσουν με ορισμούς, τι είναι π.χ. πόας, τι δένδρο κι έπειτα, παρατηρώντας προσεκτικά το εξεταζόμενο φυτό, θα διαπιστώσουν σε ποια ομάδα ανήκει. Μην ξεχνάμε ότι κι ο Σωκράτης χρησιμοποιούσε την ίδια μέθοδο. Πάντοτε καλούσε, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, το συνομιλητή του να δώσει τον ορισμό μιας έννοιας κι από ’κει άρχιζε ο διάλογος.

Παρότι η επαγωγή θεωρείται προτιμότερη κι ευχρηστότερη από την απαγωγή, ιδιαίτερα όταν απευθυνόμαστε σε νεαρά άτομα, η τελευταία δεν είναι άγνωστη ούτε περιττή στη διδακτική διαδικασία. Η επαγωγή χρησιμοποιείται για να φτάσουμε σε κάποιο κανόνα ή ορισμό. Από το σημείο όμως αυτό αρχίζει η απαγωγή.

Δεν πρέπει βέβαια ν’ αποκλείσουμε και τη διάλεξη απ’ τη διδασκαλία του Πλάτωνα. Ήταν αναγκαιότατη οσάκις ο φιλόσοφος απευθυνόταν στο πλήθος. Αυτό τουλάχιστο συνέβη μια φορά, όπως φαίνεται από μια εύθυμη ιστορία που συνήθιζε να λέει ο Αριστοτέλης συχνά στους μαθητές του. Το θέμα της διάλεξης ήταν «το αγαθό». Πολλοί Αθηναίοι περίμεναν ν’ ακούσουν για τ’ αγαθά της ζωής, όπως πλούτη, υγεία και δύναμη, αλλ’ ένιωσαν πραγματική απογοήτευση όταν ο φιλόσοφος έστρεψε την ομιλία του προς τα μαθηματικά, την αστρονο­μία, τη γεωμετρία και τους αριθμούς12.

  1. ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Ποια μαθήματα διδάσκονταν στην Ακαδημία; Η απάντηση είναι ευκολότατη σ’ ό, τι αφορά φυσικά τη φιλοσοφία. Αλλ’ οπωσδήποτε δεν ήταν το μόνο μάθημα. Πριν απ’ αυτό διδασκόταν συστηματικά η «μαθηματική τετρακτύς», αποτελούμενη ως γνωστό από αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Η φιλοσοφία αποτελούσε το επιστέγασμα των σπουδών. Την ένταξη των μαθηματικών στο πρόγραμμα επιβεβαιώνουν πλείστες μαρτυρίες.

α) Ο Πλάτων απέδιδε στα μαθηματικά σπουδαία ειδολογική αξία, όπως είπαμε μιλώντας για το σχολείο του γραμματιστή. Ο φιλόσοφος πίστευε ότι η πορεία προς τον κόσμο των Ιδεών περνά μέσα από τα μαθηματικά. Η αφετηρία όμως βρισκόταν στα αισθητά αντικείμενα. Είχε την ορθή άποψη ότι το συγκεκριμένο οφείλει να προηγείται πάντοτε του αφηρημένου. Αυτή αποτέλεσε στους νεότερους χρόνους τη γνωστή διδακτική αρχή «απ’ το συγκεκριμένο προς το αφηρημένο», απ’ όπου προήλθε μια άλλη, βασική επίσης αρχή, της εποπτείας. «Τα πράγματα πρέπει να μαθαίνονται και να εξετάζονται όχι με τις λέξεις αλλά πιότερο μ’ αυτά τα ίδια», γράφει στον «Κρατύλο» του. Σ’ ελεύθερη απόδοση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής· «η μάθηση πρέπει ν’ αρχίζει από τα πράγματα και όχι απ’ τις λέξεις», χωρίς να μεταβάλλεται η ουσία του αποσπάσματος.

Κατά το πρώτο στάδιο των σπουδών στην Ακαδημία, ο σπουδαστής ερχόταν σ’ επαφή με τα αισθητά αντικείμενα, έμψυχα και άψυχα, και υποχρεωνόταν να προβεί σε προσεκτική παρατήρησή τους και στη συνέχεια σ’ εντάξεις και κατατάξεις τους σε ομοιογενείς ομάδες.

Την επόμενη φάση της μαθησιακής διαδικασίας στη σχολή καταλάμβαναν τα μαθηματικά. Το ενδιαφέρον του Πλάτωνα γι’ αυτά υποδηλώνεται και από την έκταση που καταλαμβάνουν στην «Πολιτεία». Δύο ολόκληρα κεφάλαια (6ο και 7ο) είναι αφιερωμένα στην αριθμητική και τη γεωμετρία. Γιατί ο Πλάτων κι η Ακαδημία γενικότερα απέδωσαν τόση σπουδαιότητα στα μαθηματικά, δε μας είναι άγνωστο. Πίστευαν ότι το μάθημα αυτό χρησίμευε ως προπομπός και προθάλαμος της φιλοσοφίας. Γιαυτό και η διδασκαλία στην ιδεατή πολιτεία τού Πλάτωνα διαρκεί δέκα (10) ολόκληρα χρόνια. Όποιος μάλιστα δείξει υψηλή επίδοση στα μαθηματικά, μόνο εκείνος προχωρεί στην επόμενη βαθμίδα, στη σπουδή δηλ. της φιλοσοφίας.

β) Δε γινόταν δεκτός στην Ακαδημία όποιος δεν ήξερε μαθηματικά. Λέγεται ότι στην προμετωπίδα της Ακαδημίας ήταν αναρτημένη μια επιγραφή που έλεγε, «ἀγεωμέτρητος μηδείς εἰσίτω» ή «μηδείς ἀγεωμέτρητος εἰσίτω μου τήν στέγην»13. Μπορεί να εγείρονται αμφιβολίες ως προς την επιγραφή αλλ’ όχι και προς την ουσία. Άλλες πηγές βεβαιώνουν ότι κανένας δε γινόταν δεκτός στην Ακαδημία χωρίς προπαιδεία στα μαθηματικά.

1)  Όταν κάποιος νεαρός ζήτησε από τον Ξενοκράτη να τον δεχτεί στην Ακαδημία για σπουδές, χωρίς να γνωρίζει «μουσική, γεωμετρία κι αστρονομία», ο σχόλαρχος του είπε· «πήγαινε γιατί δεν έχεις λαβές για φιλοσοφία»14, γνώσεις δηλ. μαθηματικών.

2)  Στο «Ανθολόγιο» του Στοβαίου το ίδιο ανέκδοτο διασώθηκε ελαφρά τροποποιημένο. Κάποιος νέος, σίγουρα ο προαναφερθείς, εκδήλωσε την επιθυμία να φοιτήσει στη σχολή. Όταν όμως σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δε γνωρίζει γεωμετρία, αστρονομία, ποίηση και ανάγνωση, ο Ξενοκράτης τον απέπεμψε λέγοντας· «το ποκάρι δεν πλένεται από το λαναριστή»15. Το μαλλί δηλ. του προβάτου πλένεται πριν πάει για επεξεργασία. Έτσι, λοιπόν, ό­ποιος αποφάσιζε να σπουδάσει φιλοσοφία έπρεπε να κατέχει ορισμένες γνώσεις, ιδιαίτερα μαθηματικές.

γ) Λένε ότι ο Σπεύσιππος ανέλαβε τη διεύθυνση της σχολής μετά τον Πλάτωνα επειδή ήταν ανεψιός του. Εξίσου όμως έγκυρη είναι η άποψη ότι προτιμήθηκε επειδή είχε ξεχωριστή μαθηματική κατάρτιση16.

δ) Την κυριαρχία των μαθηματικών στην Ακαδημία επιβεβαιώνει επίσης η παρουσία πολλών προσώπων με σημαντική επίδοση σ’ αυτά.

1)  Εκτός από το Σπεύσιππο, ο Θεαίτητος, ήρωας ομώνυμου Πλατωνικού διαλόγου, ήταν σπουδαίος μαθηματικός. Πρώτος αυτός απ’ όλους ασχολήθηκε με την ανύπαρκτη ως τότε στερεομετρία17.

2) Ο Εύδοξος από την Κνίδο, ένας από τους διασημότερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, έκλεισε τη μαθηματική σχολή του κι εισήλθε στην Ακαδημία. Μάλιστα, κατά μία αμφίβολη μαρτυρία ανέλαβε τη διεύθυνση της σχολής όταν ο Πλάτων έκανε το δεύτερο ταξίδι του στη Σικελία18.

3) Ένας άλλος μαθηματικός και αστρονόμος, ο Ηρακλείδης από τον Πόντο, έγινε μέλος της Ακαδημίας και πιθανό χρημάτισε σχόλαρχος, όταν απουσίαζε ο Πλάτων.

Συμπερασματικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην Πλατωνική σχολή καλλιεργούνταν συστηματικά, εκτός από τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά. Με τη σπουδή τους, ο άνθρωπος απογειωνόταν από τον αισθητό κόσμο κι εισερχόταν στον κόσμο των συμβόλων. Από ’κει η πορεία του προς το βασίλειο των Ιδεών δε συναντούσε στο δρόμο της εμπόδια. Δε θα ήταν παράλογο αν περίμενε κανείς να δει κυριαρχούμενη τη μέση εκπαίδευση, που δεν άργησε να φανεί, από τα μαθηματικά. Και θα είχε τους λόγους του:

α) Ο Πλάτων κι η σχολή του ασκούσαν μεγάλη επίδραση και στην Ελληνιστική εποχή.

β) Τα βιβλία του διαβάζονταν με άνεση και το ύφος τους γοήτευε τον Ελληνόφωνο αναγνώστη των Αλεξανδρινών χρόνων, γ) Ενδεικτικό της μεγάλης επιρροής του είναι το γεγονός ότι μόνον αυτός, απ’ όλους τους σοφούς της αρχαιότητας, έφερε την προσωνυμία του «θεϊκού». Στην αρχαία Γραμματεία συχνά αναφέρεται ως «θείος Πλάτων»19.

Κι όμως· η κατεύθυνση της δευτεροβάθμιας παιδείας στην Ελληνιστική περίοδο και σ’ όλες τις μεταγενέστερες εποχές υπήρξε καθαρά φιλολογική. Οι λόγοι δε μας είναι και τόσο άγνωστοι.

α) Η φιλοσοφία, παρά την καλλιέργειά της σε πλήθος σχολών, άρχισε να χάνει έδαφος, όπως έχουμε πει, προς όφελος της ρητορικής. Τα μαθηματικά όμως δεν ήσαν απαραίτητα στη σπουδή της τελευταίας, β) Οι άλλοι φιλόσοφοι, μετά τον Πλάτωνα, δε φαίνεται να θεωρούσαν τα μαθηματικά ως προβαθμίδα της φιλοσοφίας, γ) Περισσότερο αναγκαίο έβλεπαν το μάθημα της ρητορικής παρά των μαθηματικών στις φιλοσοφικές σπουδές. Ο Αριστοτέλης στο τέλος της κλασικής εποχής είχε ήδη παραχωρήσει στην τέχνη του λόγου σπουδαία θέση στο πρόγραμμα σπουδών της σχολής του. δ) Οι σπουδαιότεροι όμως λόγοι ήσαν άλλοι, οι δύο επόμενοι. Οι άνθρωποι, που μιλούσαν την Αττική γλώσσα στον απέραντο Ελληνιστικό κόσμο είχαν περισσότερη ανάγκη από γραμματική παρά από μαθηματικά για να μιλούν μ’ άνεση τα Ελληνικά, τη διεθνή γλώσσα της εποχής, ε) Χωρίς τη φιλολογική κατεύθυνση της μέσης εκπαίδευσης, η γλώσσα κινδύνευε να υποστεί αλλοιώσεις και παραφθορές. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η εμβάθυνση στα μυστικά της ομιλούμενης και γραπτής γλώσσας και η κάθαρσή της από «βαρβαρικές» προσμείξεις έφεραν στο προσκήνιο τη δεύτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης.

Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια, χάρη στην αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας, οι μαθηματικές σπουδές προσπαθούν να πάρουν στη μέση εκπαίδευση τη θέση που τα σχολικά προγράμματα τόσων αιώνων τους στέρησαν.

  1. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Δύο προϋποθέσεις είναι εντελώς απαραίτητες για να λειτουργήσει αποτελεσματικά μια σχολή και να εξασφαλίσει τη μακροβιότητά της, η εξοικονόμηση των αναγκαίων εξόδων λειτουργίας και η διαδοχή στη διεύθυνσή της. Η ρητορική σχολή του Ισοκράτη αφανίστηκε, ως γνωστό, μαζί με τον ιδρυτή και λειτουργό της επειδή δεν τήρησε καμία από τις δύο αυτές συνταγές μακροζωίας. Ο Ισοκράτης δε φρόντισε για τη διαδοχή του στο ρητορικό θώκο και δεν κατάφερε να βρει μόνιμους και διαρκείς οικονομικούς πόρους για τη χρηματοδότηση της σχολής του. Ο Πλάτων απέφυγε τις παραλείψεις του ρητοροδιδάσκαλου και στην Ακαδημία χάρισε αρκετών αιώνων ζωή.

α. Έσοδα

Φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, περίεργο· ο Ισοκράτης να εισπράττει χρήματα από τους μαθητές του κι η σχολή του να διαλύεται, όπως είπαμε, κι από έλλειψη οικονομικών πόρων. Αντίθετα, ο Πλάτων ήταν εχθρός των διδάκτρων, αλλ’ η Ακαδημία δεν αντιμετώπισε κανένα οικονομικό πρόβλημα σ’ όλο το μακραίωνο βίο της. Έχει λεχθεί από πολλούς ότι ο φιλόσοφος διέθετε τεράστια περιουσία και συνεπώς δεν είχε ανάγκη από χρήματα. Αυτό, είπαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, δεν είναι σωστό. Αλλά κι αν ακόμη δεχτούμε ότι πράγματι ήταν «πλούσιος σφόδρα», μας είναι αδύνατο να διανοηθούμε ότι τα χρήματά του θα έφταναν να συντηρούν μια πολυδάπανη σχολή επί δέκα (10) περίπου αιώνες! Είναι γνωστό ότι οι μαθητές της Ακαδημίας για δύο κυρίως λόγους παρακάθονται σε κοινά γεύματα εργασίας, όπως θα λέγαμε σε μοντέρνα έκφραση, α) Δεν αποκλείεται ο Πλάτων να επηρεάσθηκε από τ’ ανάλογα των Πυθαγορείων.

β) Οι ωραιότερες φιλοσοφικές συζητήσεις γίνονταν κατά τη διάρκεια των συμποσίων. Η Ακαδημία, όπως και το Λύκειο αργότερα, πολύ συνήθιζε αυτό τον τρόπο προαγωγής της επιστήμης της φιλοσοφίας. Κι αυτά τα γεύματα δε διακρίνονταν πάντοτε για τη λιτότητά τους. Έπρεπε λοιπόν να υπάρχουν αστείρευτες οικονομικές πηγές για ν’ αρδεύσουν με το άφθονο χρήμα τους τις δαπάνες στη μεγίστη φιλοσοφική σχολή της αρχαιότητας. Και πράγματι υπήρχαν. Αλλά ποιες ήσαν αυτές;

α) Η προσωπική περιουσία του Πλάτωνα ήταν η πρώτη, χρονικά τουλάχιστο. Μα κι αν δεν ήταν τόσο πλούσιος, ώστε να προσφέρει μεγάλα ποσά στην Ακαδημία, οπωσδήποτε είχε την ευχέρεια να τρέφεται από οικογενειακούς και κληρονομημένους πόρους,

β) Όπως συνέβαινε με το Σωκράτη, οι μαθητές πρόσφεραν στο φιλόσοφο χρηματικά δώρα. Ο Διογένης Λαέρτιος μας πληροφορεί ότι ο τύραννος της Σικελίας Διονύσιος, πιθανότατα ο Νεότερος, πρόσφερε στον Πλάτωνα πάνω από ογδόντα (80) τάλαντα20, αρκετά σοβαρό για την εποχή ποσό.

γ) Τα μεγάλα έσοδα της σχολής προέρχονταν, κατά μαρτυρία του Σουίδα, από πλούσιους Αθηναίους, μέλη ή μη της σχολής, οι οποίοι πρόσφεραν μετά θάνατο τις μεγάλες περιουσίες τους στο ίδρυμα για να συνεχίσει απερίσπαστο από οικονομικές στενοχώριες το έργο του. Την ωραία τακτική των αρχαίων μιμούνται πολλοί νεοέλληνες· προσφέρουν ακίνητα στα πανεπιστήμια για να ενισχύσουν την προαγωγή των επιστημών. Η παράδοση, όπως φαίνεται, συνεχίζεται αμείωτη στο αρχαιότερο Αθηναϊκό πανεπιστήμιο. Η προερχόμενη από δωρεές περιουσία του, αριθμεί αρκετές εκατοντάδες εκατομμυρίων.

Η γενναιοδωρία λοιπόν των αρχαίων συσσώρευσε τεράστια πλούτη στην Πλατωνική σχολή. Έτσι κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, όταν τελευταίος σχόλαρχος της Ακαδημίας ήταν ο Νεοπλατωνιστής φιλόσοφος Δαμάσκιος, η περιουσία της σχολής ήταν 300 και πλέον φορές περισσότερη από την αρχική21,

δ) Στο 2ο μ.Χ. αιώνα, η Ακαδημία κι οι άλλες φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας ενισχύθηκαν οικονομικά από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Την αρχή έκανε ο Αδρίας και συνέχισε ο Αντωνίνος ο Ευσεβής. Το αποκορύφωμα όμως ήλθε με τον Μάρκο Αυρήλιο. Η μισθοδοσία δύο (2) Ακαδημαϊκών γινόταν απευθείας από το αυτοκρατορικό ταμείο. Αλλά και στους επόμενους αιώνες, των αυτοκρατόρων το ενδιαφέρον, εκφρασμένο σε υλική βοήθεια, δεν έλειψε22.

ε) Αρκετά έσοδα της Ακαδημίας προέρχονταν από δίδακτρα, μετά φυσικά το θάνατο του ιδρυτή της. Θα λέγαμε ότι τη γνώμη του Σωκράτη να μην εισπράττουν οι δάσκαλοι της φιλοσοφίας χρήματα από τους μαθητές τους ως αντάλλαγμα για την προσφερόμενη σ’ αυτούς παιδεία, τήρησαν μόνοι οι δύο κορυφαίοι φιλόσοφοι της κλασικής εποχής, ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης. Οι λοιποί, όπως είδαμε, μόνο με χρήματα δίδασκαν. Ήταν ακόμη νιόσκαφτος ο τάφος του Πλάτωνα όταν ο Σπεύσιππος. ο ανεψιός, μαθητής και διάδοχός του στη διευθυντική έδρα της Ακαδημίας, δε δεχόταν κανένα να διδάξει δίχως χρήματα.

β. Διαδοχή

Το σχόλαρχο, το διευθυντή δηλ. της Ακαδημίας, διαδεχόταν ένας από τους μαθητές του, κατά τεκμήριο ο ικανότερος. Η επιλογή του γινόταν με δύο τρόπους, με υπόδειξη του εκάστοτε διευθυντή της σχολής ή μ’ εκλογές, ί) Προτίμηση σχολάρχου. Στην αρχή της λειτουργίας της Ακαδημίας, επικράτησε να ορίζεται από το διευθυντή ο διάδοχός του. Ας αναφέρουμε μερικές επιλογές μ’ αυτή τη μέθοδο διαδοχής.

α) Είδαμε τον Πλάτωνα να ορίζει ως διάδοχό του τον ανεψιό του Σπεύσιππο23.

β) Κι αυτός, όταν έπαθε παράλυση των άκρων, κάλεσε τον Ξενοκράτη και του ανέθεσε τη διεύθυνση της σχολής. Λέγεται μάλιστα ότι είχε φτάσει σ’ αξιοθρήνητη κατάσταση. Γιαυτό, όταν ο Διογένης τον είδε κάποια ημέρα σε μια άμαξα, του είπε· «δε θα σε χαιρετήσω μια κι επιμένεις να ζεις σ’ αυτό το χάλι»24. Φαίνεται ότι τα λόγια κι η συμπεριφορά του κυνικού φιλοσόφου τον πλήγωσαν βαθύτατα· περιέπεσε σε αθυμία και τελικά αυτοκτόνησε.

γ) Αλλά και σε μεταγενέστερους χρόνους, κατά την Ελληνιστική εποχή, η προτίμηση του σχολάρχου, που έπνεε τα λοίσθια, γινόταν σεβαστή. Έτσι, ο Πολέμων, προκάτοχος του Κράτητα από την Ταρσό, υπέδειξε τον τελευταίο ως διάδοχό του25.

ii) Ψηφοφορία. Συνηθέστερος και δημοκρατικότερος τρόπος εκλογής διαδόχου ενός Ακαδημαϊκού σχολάρχου ήταν εκείνος που γινόταν δια ψηφοφορίας. Όλα τα μέλη της Ακαδημίας εξέλεγαν με την ψήφο τους το νέο διευθυντή της, μεταξύ διαφόρων υποψηφίων.

Όταν πέθανε ο Κράτης, εξέλεξαν με ψηφοφορία ως σχόλαρχο το πρεσβύτερο μέλος της σχολής, το Σωκρατίδη, άσχετα αν κάθησε, για δύο κυρίως λόγους, ελάχιστα στον τόσο τιμητικό θρόνο του σχολάρχου.

α) Ήταν αρκετά προχωρημένης ηλικίας. Θεωρούσε δε ανίκανο τον εαυτό του ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. β) Φαίνεται ότι ο κυριότερος λόγος ήταν άλλος. Ο Σωκρατίδης πίστευε ότι ο Αρκεσίλαος που τον διαδέχτηκε26, είχε μεγάλες ικανότητες και πολλά προσόντα. Κι ο χρόνος, κατά μαρτυρία του Διογένη Λαέρτιου, το επιβεβαίωσε. Υπό την ηγεσία του, η Ακαδημία του 3ου π.Χ. αιώνα γνώρισε τέτοια άνθηση κι απόκτησε τέτοια φήμη, ώστε δίκαια να θεωρείται ως ο ιδρυτής της «Μέσης Ακαδημίας»27. Πρέπει με την ευκαιρία αυτή να προστεθεί ότι ανάλογη ακμή ίσως και μεγαλύτερη γνώρισε η σχολή κατά τον επόμενο αιώνα. Τόση ήταν η εκπεμπόμενη από την Ακαδημία ακτινοβολία, ώστε πολλοί ρήτορες κατέφευγαν σ’ αυτή ν’ ακούσουν το νέο της σχόλαρχο28, τον Καρνεάδη. Γι’ αυτόν μάλιστα λεγόταν τότε ότι μελετούσε τόσο προσεκτικά των Στωικών τα έργα και προπαντός του Χρύσιππου, ώστε δε δίσταζε να ομολογεί ότι σ’ αυτόν χρεωστούσε τα πάντα. «Εάν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δε θα υπήρχα ούτ’ εγώ»29, συνήθιζε να λέει.

γ. Ισοβιότητα σχολάρχου

Κάθε σχόλαρχος, ανεξάρτητα από τον τρόπο της εκλογής του, ασκούσε ισόβια τα καθήκοντά του· από την ημέρα της εκλογής ως το θάνατό του. Λίγες είναι οι γνωστές περιπτώσεις που κάποιος εγκατέλειψε τη διεύθυνση πριν πάρει την άγουσα προς τα Ηλύσια πεδία ή τα Τάρταρα. Ήδη αναφέραμε δύο, το Σπεύσιππο και το Σωκρατίδη. Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει κι έναν τρίτο, το Λακύδη, ο οποίος διαδέχτηκε τον Αρκεσίλαο. Ο λόγος της πρόωρης αποχώρησής του από τη διεύθυνση της Ακαδημίας δε μας είναι άγνωστος. Είχε πάθει παραλυσία από την πολυποσία κι ήταν ανίκανος ν’ ασκήσει τα καθήκοντα του σχολάρχου30. Γιαυτό παρέδωσε τη σχολή σε δύο Φωκαείς31.

Αξίζει τέλος να προστεθεί ότι ο σχόλαρχος έμενε στο σπίτι του Πλάτωνα, που βρισκόταν στο χώρο της Ακαδημίας. Δεν ήταν εύκολο στους ηλικιωμένους συχνά σχολάρχους να πηγαινοέρχονται στην πόλη, της οποίας το κέντρο βρισκόταν σ’ αρκετή απόσταση από τη σχολή. Κατά μαρτυρία του Κικέρωνα, η Ακαδημία απείχε 3/4 του Ρωμαϊκού μιλίου (περί τα 1110 μ.) από τη δυτική είσοδο της πόλης, το «Δίπυλον»32. Γνωρίζουμε ότι ο Ξενοκράτης κι ο Πολέμων είχαν μόνιμα εγκατασταθεί στην οικία του ιδρυτή της σχολής33, όπως επίσης μας είναι γνωστό ότι ο Σπεύσιππος προτιμούσε να κατοικεί στο άστυ.

δ. Άλλες πληροφορίες

Στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου είπαμε πόσο σπάνιες είναι οι πληροφορίες γύρω από την Ακαδημία και τη λειτουργία της ειδικότερα. Ό, τι γνωρίζουμε για τη σχολή, το παραθέσαμε. Απομένει ν’ αναφερθούμε σε δύο ακόμη θέματα, που έχουν σχέση με τη λειτουργία της και η έρευνα φαίνεται να έχει αποσαφηνίσει. Πρόκειται για τον τρόπο εισαγωγής σπουδαστών στη σχολή και για το ρόλο των Πλατωνικών έργων στην Ακαδημία.

ί) Ελεύθερη είσοδος. Σ’ αντίθεση με την Πυθαγόρεια σχολή, η είσοδος στην Ακαδημία, όπως και στη ρητορική σχολή του Ισοκράτη, δεν παρουσίαζε καμία δυσκολία, πλην ενός, λογικού άλλωστε, περιορισμού· κανένας δε γινόταν δεκτός αν δε διέθετε, όπως είπαμε «λαβές στη φιλοσοφία». Αυτονόητο είναι ότι, εκτός από τις «λαβές», απαιτούνταν τρεις ακόμη προϋποθέσεις, δίψα για μάθηση, χρόνος για μελέτη και χρήμα για κάλυψη βιοτικών αναγκών. Η παρουσία ποικίλης προέλευσης μαθητών στην Ακαδημία υποδηλώνει πόσο απρόσκοπτη ήταν η εισαγωγή οποιουδήποτε σ’ αυτή.

α) Βλέπουμε το Νήρινθο, γαιοκτήμονα από την Κόρινθο, να εγκαταλείπει το χωράφι και τ’ αμπέλια του, κατά μαρτυρία του Αριστοτέλη, και να σπεύδει στην Ακαδημία για σπουδές, επειδή ενθουσιάστηκε πολύ όταν διάβασε τον Πλατωνικό «Γοργία»34,

β) Η Αξιοθέα από τη Φλιούντα της Νεμέας διάβασε την «Πολιτεία» και καταγοητεύθηκε, φόρεσε ανδρικό χιτώνα κι έγινε μαθήτρια της σχολής35. Το ίδιο έκανε κι η Λασθένεια από την Αρκαδία,

γ) Η Ακαδημία, όπως κάθε άλλη σχολή ανώτερης παιδείας, δε δεχόταν μαθητές μόνο από την Αθήνα αλλά κι από τον αχανή Ελληνόφωνο κόσμο των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι στην Πλατωνική σχολή φοιτούσαν και Χαλδαίοι36. ii) Πλατωνικοί διάλογοί. Σχετικά με τα έργα του φιλοσόφου, τα οποία, ως γνωστό, έχουν στο σύνολό τους σχεδόν γραφεί υπό μορφή διαλόγου με κύριο πρόσωπο το Σωκράτη, έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες απόψεις, τις οποίες αξίζει να παραθέσουμε και να σχολιάσουμε.

α) Μερικοί υποστηρίζουν ότι αποτελούν ένα είδος καταγραφής των συζητήσεων που γίνονταν στη σχολή, όσο ζούσε ο Πλάτων. Αυτό αφορά φυσικά τους γνήσιους Πλατωνικούς διαλόγους. Την άποψη αυτή δε θεωρούμε έγκυρη για τους εξής κυρίως λόγους.

1)  Ο ίδιος ο Πλάτων ομολογεί στη γνησιότατη Έβδομη Επιστολή του ότι οι «εσωτερικοί» λόγοι και συζητήσεις δε γράφηκαν ποτέ κι ούτε είναι δυνατό να γραφούν. Αν κανένας θέλει να πάρει μια μικρή γεύση της ποιότητας των συζητήσεων του Πλάτωνα με τους «εταίρους» του στην Ακαδημία, ας μελετήσει τα «Μεταφυσικά» και τα «Ηθικά» του μαθητή του Αριστοτέλη κι όχι τους διαλόγους37.

2) Τα έργα του Πλάτωνα έχουν ως κεντρικό τους ήρωα το Σωκράτη και συνομιλητές του γνωστά και σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τους θεωρήσει ως φανταστικούς. Όταν κυκλοφόρησαν οι διάλογοι πολλά πρόσωπα, αυτήκοοι μάρτυρες των συζητήσεων του Σωκράτη με τους συνομιλητές του, βρίσκονταν στη ζωή. Το περιεχόμενο και το πνεύμα των γραπτών διαλόγων δεν πρέπει ν’ απείχαν πολύ από των προφορικών, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήσαν ταυτόσημα.

β) Οι Πλατωνικοί διάλογοι, λένε άλλοι, χρησίμευαν ως εγχειρίδια των μαθητών της σχολής. Πρέπει να θεωρηθεί ως βέβαιο ότι όχι μόνο οι προσωπικοί μαθητές του Πλάτωνα αλλά της Ακαδημίας γενικότερα μελετούσαν προσεκτικά τα έργα του μεγάλου φιλοσόφου για να εξοικειωθούν με την Πλατωνική φιλοσοφία και να εισαχθούν στη διαλεκτική, που αποτελούσε τη βασική μέθοδο της σχολής. Ποτέ όμως δεν αποτέλεσαν εγχειρίδια, με τη σημερινή έννοια του όρου. Το εγχειρίδιο συνεπάγεται απομνημόνευση και «καλούπιασμα» της σκέψης του φοιτητή. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί ο φιλόσοφος.

γ) Μία άλλη διαφορετική άποψη υποστηρίζει ότι τα έργα του ιδρυτή της Ακαδημίας χρησίμευαν ως πρότυπα συγγραφής νέων διαλόγων. Έχοντας τα ως κανόνες, οι σπουδαστές της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, σύνθεταν τους δικούς τους διαλόγους. Είναι εύκολο να αχθεί κανείς σ’ ένα τέτοιο συμπέρασμα, βασιζόμενος σε δύο κυρίως γεγονότα.

1)  Κάτι παρόμοιο συνέβαινε στην κάπως αρχαιότερη ρητορική σχολή, όπως είδαμε, του Ισοκράτη.

2)  Υπάρχουν αρκετοί διάλογοι που αποδίδονται στον Πλάτωνα, αλλά είναι έργα μαθητών της σχολής.

Είναι δύσκολο να συνταχθεί κανείς και μ’ αυτή τη θέση.

1)  Ο Ισοκράτης ενδιαφερόταν να καλλιεργήσει την εκφραστικότητα των μαθητών και την επιχειρηματολογία τους. Ήταν πολύ φυσικό να παρέχει γι’ αυτό το σκοπό πρότυπα. Μάλιστα τους υποχρέωνε να γράφουν παρόμοιους με τους δικούς του λόγους και στη συνέχεια συζητούνταν από ολόκληρη την τάξη, κατά πόσον συμφωνούσαν ή απομακρύνονταν από τα πρότυπα. Γιαυτό κι οι μαθητές των μεταγενέστερων ρητορικών σχολών προδίδονταν από το ύφος του δασκάλου τους· μιμούνταν δουλικά το γράψιμό του. Ο μαθητής όμως της Ακαδημίας δεν είχε ανάγκη από συγκεκριμένους εκφραστικούς τρόπους· τ’ όργανο μόνο της διερεύνησης της αλήθειας, τη διαλεκτική, έπρεπε να οικειοποιηθεί. Οι καθημερινές συζητήσεις στη σχολή και η επί σειρά ετών θήτευση σ’ αυτή, κατάφερναν ν’ ασκήσουν τους μαθητές της σε ικανοποιητικότατο βαθμό στη διαλεκτική και τις άλλες μεθόδους προσέγγισης της αλήθειας.

2)  Αν οι νόθοι λόγοι είχαν ως μοναδική αιτία την άσκηση πίεσης προς τους μαθητές να μιμηθούν γραπτά πρότυπα των διδασκάλων τους, τότε δε δικαιολογείται να υπάρχουν νόθα έργα του Ξενοφώντα και του Δημοσθένη (για να περιοριστεί ο λόγος μόνο σε δύο ονόματα), οι οποίοι ποτέ τους δε δίδαξαν σε σχολείο.

δ) Αλλά οι εκδοχές δε σταματούν εδώ. Επηρεασμένοι προφανώς από τη σύγχρονη πρακτική της διαφήμισης των πάντων, μερικοί διατείνονται ότι οι Πλατωνικοί διάλογοι είχαν διαφημιστικούς σκοπούς. Ο φιλόσοφος δηλ. έγραφε βιβλία για να προσελκύσει στη σχολή του πελατεία. Είν’ αλήθεια ότι οι περιπτώσεις της Αξιοθέας και του Νηρίνθου, που έσπευσαν στην Ακαδημία όταν διάβασαν έργα του Πλάτωνα, παρέχουν δεκανίκια στη γνώμη τους. Πώς ήταν όμως δυνατό να καταφεύγει ο φιλόσοφος σε διαφημιστικά τερτίπια όταν η φήμη της σχολής συγκέντρωνε μαθητές από τα πέρατα του Ελληνόφωνου κόσμου; Όταν ο Εύδοξος, όπως είδαμε, έκλεισε τη σχολή του στην Κύζικο της Προποντίδας και μαζί μ1 όλους τους μαθητές του ήλθε και φοίτησε στην περιώνυμη σχολή;38

ε) Μία άλλη άποψη προτείνουν άλλοι κι εμείς ασμενέστατα αποδεχόμαστε. Σύμφωνα μ’ αυτή, ο Πλάτων έγραψε τους διαλόγους του για να μυήσει το ευρύτερο πλήθος στις ιδέες του, αυτό που για ποικίλους λόγους δεν είχε την ευχέρεια να φοιτήσει στη σχολή του, να γνωρίσει κι αγαπήσει τη φιλοσοφία και στη συνέχεια να εφαρμόσει τις αξίες της στον καθημερινό βίο του. Κάτω από αυτό το σκεπτικό, υποχρεώθηκε να γράψει βιβλία ο φιλόσοφος καίτοι, όπως κι ο Σωκράτης, αντιπαθούσε το γράψιμο. Χρειάζονται για το τελευταίο αποδείξεις;

1) Τις απόψεις του Σωκράτη στο «Φαίδρο», αναμφίβολα συμμεριζόταν κι ο ίδιος. Η γραφή, λέει, θα σταθεί εμπόδιο στον άνθρωπο να προσεγγίσει την αλήθεια. Έπειτα, η γραπτή λέξη δεν έχει ζωή μέσα της, όπως η προφορική. Απλώς αποτελεί σκιά της39.

2)  Τους σοφιστές κατηγορούσε ότι έμοιαζαν με βιβλία, τα οποία «δεν μπορούν ούτε να δώσουν απαντήσεις ούτε να κάνουν ερωτήσεις»40.

Παρόλα αυτά, κατέφυγε στη συγγραφή βιβλίων. Γιατί;

1)   Αντιπαθούσε την ποίηση, όπως είδαμε, και τη ρητορική, οι οποίες κυ­ριαρχούσαν στην εποχή του, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση.

2)   Πίστευε ότι μόνο η φιλοσοφία μπορούσε ν’ αλλάξει το μυσαρό πρόσωπο της μετεμφυλιακής Αθήνας αλλά και κάθε κοινωνίας.

Ότι ο Πλάτων είχε στραμμένη την προσοχή του προς το μέσο πολίτη, φαίνεται από τον τρόπο που έγραψε τα έργα του.

1) Και τα 37 έργα του, πλην της «Απολογίας» του Σωκράτη, έχουν πάρει τη μορφή διαλόγου. Τα πλεονεκτήματα της διαλογικής δόμησης ενός έργου είναι αυτονόητα.

2)  Χρησιμοποιεί μύθους και παραβολές για να κάνει προσιτότερες και πιο συγκεκριμένες τις ιδέες του.

3)  Ο εξαίσιος ποιητικός του λόγος γοητεύει το μέσο ακόμη αναγνώστη.

Πρέπει βέβαια να ομολογηθεί ότι τον Πλάτωνα, εκτός από τη μεγαλοφυΐα του, στη συγγραφή των ελκυστικών διαλόγων του συνοδέυσαν η ποιητική του φλέβα και η εμπειρία του στη σύνθεση τραγωδιών κατά την εφηβική του ηλικία.

στ) Δε θα πρέπει μάλιστα ν’ αποκλειστεί και μια τελευταία, πλην ορθότατη, άποψη, σύμφωνα με την οποία ο Πλάτων έγραψε τους διαλόγους του σ’ ανάμνηση του σοφότατου δασκάλου του, στον οποίο χρωστούσε τη μύησή του στη φιλοσοφία. Χωρίς το Σωκράτη, θα έγραφε τραγωδίες και θα έβλαπτε, όπως πίστευε, τους συμπολίτες του με την έξαψη των παθών τους και συνακόλουθα την κατίσχυση του παραλογισμού στην πόλη. Έπειτα, ο μεγάλος του δάσκαλος είχε όλα τα προσόντα ν’ αποτελέσει τον ιδανικό τύπο που ήθελε να οικοδομήσει με τη φιλοσοφία του.

5. ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Η Ακαδημία, όπως είπαμε, λειτούργησε από το 387 π.Χ. ως το 529 μ.Χ. Θα ήταν λάθος να υποστηριχτεί ότι η λειτουργία της επί τόσους αιώνες υπήρξε συνεχής κι αδιάπτωτη. Μικροδιακοπές, οφειλόμενες κυρίως σε πολέμους, ήσαν αναπόφευκτες. Πρέπει να σημειωθεί ότι το 86 π.Χ., όχι μόνο διέκοψε γι’ άγνωστο χρονικό διάστημα τη λειτουργία της, αλλά και μεταφέρθηκε στην πόλη. Εκεί συνέχισε τη ζωή της ως την εποχή του Ιουστινιανού41. Τι μεσολάβησε άραγε που ανάγκασε την Ακαδημία να διακόψει τη λειτουργία της και να ζητήσει πίσω από τα τείχη άσυλο; Οι πηγές δε μας άφησαν στης άγνοιας το σκοτάδι. Όταν οι Αθηναίοι συντάχτηκαν με το Μιθριδάτη, ο ύπατος κι αργότερα φοβερός δικτάτορας της Ρώμης Σύλλας πολιόρκησε την Αθήνα. Τότε, έκοψε τα δένδρα της Ακαδημίας και κατέσκαψε την Αττική γη «μεταξύ της Πειραϊκής πύλης και της Ιερός οδού»42. Ο τρόμος που σκόρπισε γύρω του ο αιμοσταγής Σύλλας ανάγκασε τη σχολή να διακόψει το έργο της, αφού ο διευθυντής της κατέφυγε στη Ρώμη43 και τα λοιπά μέλη της οχυρώθηκαν στην πόλη. Όταν δε η Αθήνα αλώθηκε κι οι φοβερές σφαγές γέμισαν τους δρόμους της αίματα44, ποιος σκεφτόταν τη φιλοσοφία; Μετά από μερικά χρόνια, άγνωστο πόσα, η πόλη βρήκε πάλι τον κανονικό της ρυθμό κι η Ακαδημία ξανάνοιξε τις πύλες της, αλλ’ όχι στον αρχικό της χώρο. Ο φόβος νέων εχθρικών επιδρομών ενθάρρυναν τη μετακόμιση της σχολής. Όταν ο Κικέρων επισκέφτηκε για σπουδές την Αθήνα, επτά (7) μόλις χρόνια μετά την τρομερή καταστροφή της από τους Ρωμαίους (79 π.Χ.), βρήκε τον παλιό χώρο της Ακαδημίας ήσυχο κι έρημο, όπως έναν αρχαιολογικό τόπο. Αφού παρακολούθησε μια διάλεξη του Αντιόχου, διαδόχου του Φίλωνα, στο νέο γυμνάσιο της Αθήνας, το Πτολεμαίο, αποφάσισε με φί­λους του, όπως γράφει, να κάνουν έναν απογευματινό περίπατο στην Ακαδημία. Πράγματι, η επίσκεψη έγινε στο κτήμα του Πλάτωνα, όπου πρωτοθεμελιώθηκε η επιφανέστερη σχολή της αρχαιότητας45.

Το διάταγμα του Ιουστινιανού, υποστηρίζουν μερικοί, επίσημα τερμάτισε το βίο της Ακαδημίας. Στην πραγματικότητα, ήταν τόσο κουρασμένη από τα χρόνια και εξουθενωμένη από το μαρασμό, ώστε δέχτηκε μ’ ανακούφιση το αναπόφευκτο άλλωστε τέλος της. Αν και η παρακμή, είν’ αλήθεια, άρχισε να κατατρώγει τις σάρκες της από την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, τότε που το κέντρο της ανώτερης εκπαίδευσης άρχισε να διαπλέει προς τον Κεράτιο κόλπο, όμως κατόρθωσε να παρατείνει τη λειτουργία της δύο ακόμη αιώνες. Δεν είναι δηλ. ακριβές ότι ο Ιουστινιανός δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να υπογράψει απλώς τη ληξιαρχική πράξη μιας μελλοθάνατης σχολής, την ώρα ακριβώς που παρέδιδε το πνεύμα της. Η παλιρροιακή ενεργητικότητα των μακρόβιων ιδρυμάτων αποτελεί κανόνα. Αν θα πρέπει να βασιστούμε στις «Κασσάνδρες», η Ακαδημία έπρεπε να κλείσει τον 4ο ή τουλάχιστο τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Κι όμως επέζησε ως το 529.

Αξίζει να πούμε δύο λόγια για τα στερνά της σχολής. Το μοιραίο διάταγμα ανάγκασε επτά (7) νεοπλατωνικούς φιλοσόφους και φίλους, που δε δέχτηκαν να προσχωρήσουν στο Χριστιανισμό, να εγκαταλείψουν την ονομαστή σχολή και το κλεινό άστυ και να ζητήσουν καταφύγιο στην άξενη αυλή του Πέρση ηγεμόνα. Χάρη στο Βυζαντινό ιστορικό του 6ου μ.Χ. αιώνα Αγαθία46, ξέρουμε τα ονόματα των φιλοσόφων και τα καθέκαστα της άδοξης αποδημίας τους στην μακρινή Ασία. Τα τελευταία μέλη της Ακαδημίας ήσαν, Διογένης, Ερμείας, Ευλάμπιος, Πρισκιανός, Δαμάσκιος, Ισίδωρος και Σιμπλίκιος. Πίστεψαν οι αφελείς ότι κοντά στο Χοσρόη θα συνέχιζαν ανενόχλητοι και μ’ επιτυχία τη διδασκαλία τους. Δεν αποκλείεται ν’ ανέμεναν ακόμη τον εκφιλοσοφισμό της αχανούς Περσικής αυτοκρατορίας. Δυστυχώς· η απογοήτευση, που δεν άργησε να φανεί, έπνιξε όλες τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες, πάνω στις οποίες προσπάθησαν να στήσουν τη φιλοσοφική τους εξόρμηση. Ο Χοσρόης δεν είχε καμία ομοιότητα με το φιλόσοφο βασιλιά του Πλάτωνα κι ούτε έτρεφε, όπως άλλωστε ολόκληρη η χώρα του, καμία συμπάθεια προς τη φιλοσοφία. Έτσι, οι αυτοεξόριστοι φιλόσοφοι, με σκεπασμένο το πρόσωπο από καταισχύνη κι απελπισία, επέστρεψαν στην Ελλάδα γύρω στο 533 μ.Χ. και διασκορπίστηκαν σαν του λαγού τα παιδιά όταν τα δέρνει η κακοτυχία. Κανένας βέβαια απ’ τους επτά ούτε άλλος κανείς είχε το κουράγιο ή την τόλμη ν’ ανοίξει πάλι τις κατάκλειστες πύλες της Ακαδημίας.

6. ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Πλάτων δεν υπήρξε μόνο μέγιστος φιλόσοφος αλλά και μέγας παιδαγωγός. Επιπλέον, είναι ο μόνος αρχαίος σοφός που οικοδόμησε πλήρες εκπαιδευτικό σύστημα47, το οποίο θεμελίωσε επιστημονικά κι οργάνωσε ορθολογιστικά στους «Νόμους» και την «Πολιτεία» του. Είναι πράγματι σοβαρό ατύχημα, που ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη. Θα είχε όλη την ευχέρεια ο ιδρυτής του ν’ απαλείψει τις μη εφαρμόσιμες απόψεις, ν’ αναθεωρήσει τις μειονεκτούσες και να προσθέσει άλλες, ώστε να μην περιορίζεται μόνο στο χώρο του ιδεατού. Κανένας φυσικά δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Πλάτωνα για σχετική ολιγωρία. Τρία (3) ταξίδια έκανε στη Σικελία, θέτοντας σε κίνδυνο μάλιστα τη ζωή του. Ακόμη και την ανατροπή του τύραννου Διονυσίου Β’ προετοίμασε κι επέτυχε, μέσω του στενού φίλου και πιστού οπαδού των απόψεών του Δίωνα. Αν σε κάθε απόπειρα εφαρμογής του εκπαιδευτικού και πολιτειακού συστήματος καραδοκούσε και μια αποτυχία, δε φταίει ο Πλάτωνας. Ούτε ζημιώθηκε το θεωρητικό του κατασκεύασμα, αφού αιώνες τώρα παρέχει χωρίς φειδώ σε παιδαγωγούς και φιλοσόφους υλικά από τα ανεξάντλητα δικά του να οικοδομήσουν τη σκέψη τους. Ζημιώθηκε όμως η παιδεία. Θα ήταν πολύ διαφορετική αν η μεγαλοφυΐα του Πλάτωνα παρακολουθούσε στην καθημερινή πράξη το εκπαιδευτικό του σύστημα κι επέφερε τις αναγκαίες αλλαγές και προσαρμογές. Και το σπουδαιότερο’ θα υπήρχε νωρίς στην ιστορία του ανθρώπου ένα εκπαιδευτικό σύστημα, στη θεωρία σοφά δομημένο και στην πράξη προσεκτικά δοκιμασμένο.

Για την ιστορία θα πρέπει να πούμε ότι το παιδαγωγικό σύστημα του Πλάτωνα, που έχουμε στη διάθεσή μας, δεν ξεπήδησε από το μυαλό του, όπως το μέγαρο από λυχνάρι του Αλαντίν χτίστηκε σταδιακά με κέφι κι υπομονή από υλικά, πολλά των οποίων ήσαν δοκιμασμένα στο καμίνι της πείρας. Ανήκαν στο σπαρτιατικό και το αθηναϊκό σύστημα. Δεν ευχαριστούσε τον Πλάτωνα ο άκρατος συντηρητισμός της Σπάρτης, αλλ’ ούτε τον ενθουσίαζε η εκπαιδευτική ασυδοσία της πατρίδας του. Διάλεξε από καθένα ό,τι είχε ή νόμιζε ο ίδιος ως καλύτερο. Θεώρησε ως αναγκαία π.χ. την καλλιέργεια της πειθαρχίας και το σεβασμό προς την παράδοση και τους νόμους. Χωρίς αυτά, ποια πόλη μπορεί να σταθεί όρθια στα πόδια της; Απ’ της Αθήνας το σύστημα πήρε την πολιτική και πνευματική ελευθερία· χωρίς αυτή, ο βίος γίνεται αβίωτος κι ανάξιος να τον ζήσει κανείς48. Δεν έκρυβε βέβαια τη συγκίνησή του όταν έβλεπε μια ολόκληρη πόλη, τη Σπάρτη, να έχει μεταβληθεί σ’ απέραντο «διδασκαλείο», όπου η συμπεριφορά όλων απ’ όλους ελεγχόταν και δεν αποτελούσε υπόθεση ορισμένων, περιορισμένων σε αριθμό, ατόμων. Κανένας δεν επικροτεί τη στενή παρακολούθηση κάθε κίνησης του πολίτη. Αν τ’ απολυταρχικά καθεστώτα είναι μισητά, ένας είναι κυρίως ο λόγος. Αστυνομεύουν τη συμπεριφορά των υπηκόων τους· τοποθετούν αυτιά και στους τοίχους των σπιτιών τους. Αλλά και το άλλο άκρο, όπου ο έλεγχος ή επιδοκιμασία της κοινής γνώμης εντελώς απουσιάζει, δεν μπορεί από κανένα να επικροτείται. Όταν «ἡ τοῦ δήμου φάτις» αφανίζεται, οι αρμοί της κοινωνίας έχουν ήδη χαλαρωθεί σε βαθμό επικίνδυνο για τη συνοχή της.

Πολλές φορές στην παρούσα εργασία παραθέσαμε αρκετές παιδαγωγικές απόψεις του Πλάτωνα. Εδώ θα προσθέσουμε μερικές ακόμη, χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι είναι οι σπουδαιότερες ή μ’ αυτές κλείνει το θέμα των Πλατωνικών επί της παιδείας ιδεών. Είναι τόσο πολλές, ποικίλες και σημαντικές, ώστε ούτε ένας ογκώδης τόμος δε θα επαρκούσε να τις παρουσιάσει σχολιασμένες.

α. Σημασία της αγωγής

Ο φιλόσοφος πιστεύει ότι η ευδαιμονία της κοινωνίας βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ποιότητα της παρεχόμενης στα μέλη της παιδείας. Κοινοτοπικός λόγος για μας σήμερα αλλ’ όχι για τους Αθηναίους της κλασικής εποχής. Φυσικά, δεν παραγνωρίζει τις κληρονομικές και πρώιμες περιβαλλοντικές επιδράσεις. Είναι γνωστή η σχετική γνώμη του κι έχει πάλι αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο, αλλ’ αξίζει να επαναληφθεί. Αν ο άνθρωπος, είπε, «πάρει σωστή παιδεία κι έχει αγαθή φύση, γίνεται συνήθως το πιο θεϊκό και ήμερο πλάσμα. Μα αν δε δεχτεί αρκετή κι ορθή παιδεία γίνεται αγριότερο απ’ όλα τα θηρία που παράγει η γη»49·

Υπάρχουν βέβαια κι άλλες εξίσου σημαντικές με την προαναφερθείσα θέση του, οι οποίες, καίτοι συνοπτικότερες, υπογραμμίζουν εναργέστερα τη σπουδαιότητα της αγωγής. Τις παραθέτουμε χωρίς σχόλια, τα οποία άλλωστε, λόγω σαφήνειας, περιττεύουν.

α) «Το πρώτο κι ωραιότερο πράγμα στους αγαθούς άνδρες είναι η παιδεία»50,

β) «Δεν υπάρχει ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει πολυτιμότερο σε θεούς κι ανθρώπους πράγμα από τη μόρφωση της ψυχής»51, που μόνο με την αγωγή κατακτιέται.

Αν ο Πλάτων δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παιδεία, έχει στο νου του την ηθική του ατόμου διαπαιδαγώγηση. Γι’ αυτόν η αρετή αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του εκπαιδευτικού οικοδομήματος. Για να μη φανεί δε ότι αποδίδουμε στο φιλόσοφο απόψεις ανύπαρκτες, αναφέρουμε τι είπε για την αρετή και οκτώ (8) αιώνες αργότερα επανέλαβε ο Ιουλιανός· «όσο χρυσάφι βρίσκεται πάνω και μέσα στη γη δεν αξίζει όσο η αρετή»52.

Χάρη στη δύναμη της αγωγής να φτιάχνει ηθικά άτομα και συνακόλουθα αγαθούς πολίτες, ο Πλάτων τάχθηκε υπέρ της δημόσιας κι υποχρεωτικής, όπως είδαμε, εκπαίδευσης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από φύλο και κοινωνική τάξη, εξαιρουμένων ατυχώς των δούλων.

β. Ρόλος του δασκάλου

Ο Πλάτων, όπως κι ο δάσκαλός του ο Σωκράτης, εισήγαγε την αρχή της αυτενέργειας στη μαθησιακή διαδικασία και συνεπώς τάχθηκε, όπως εκείνος, κατά της παροχής έτοιμων γνώσεων. Περιόρισε δε το δάσκαλο σε θέση συμβούλου και βοηθού. Κατά την άποψη του φιλοσόφου, κανένας δεν έχει ανάγκη από καινούριες γνώσεις, τη στιγμή που έχει κρυμμένη στο υποσυνείδητό του όλη τη σοφία του κόσμου. Έργο συνεπώς του δασκάλου δεν είναι να προσφέρει γνώσεις, αλλά ν’ ανασύρει τις καταχωνιασμένες στο ανήλιαγο δώμα τους. Για να γίνουν σαφέστερα τα προαχθέντα και να φανεί ο ρόλος του δασκάλου στη μάθηση, θ’ αναφερθούμε συνοπτικότατα στις φιλοσοφικές του θέσεις, όπως εκφράζονται παραστατικότατα σε δύο έργα του.

ί) Στο «Φαίδρο». Πριν του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, η ψυχή μπει στο σώμα του, ζούσε στον υπερβατό κόσμο των Ιδεών. Η θέασή τους εξασφάλιζε την παραμονή της σ’ αυτόν και τη μακαριότητά της. Όταν όμως για οποιοδήποτε λόγο χάσει την οπτική επαφή μαζί τους, βαραίνει από τη λήθη και πέφτει στη γη. Εκεί. ζητά και βρίσκει άσυλο σ’ ανθρώπινο σώμα. Η ενσάρκωσή της όμως δεν είναι ανώδυνη γι’ αυτή. Οι επιθυμίες της σάρκας κι οι υλικές απαιτήσεις της, δημιουργούν ένα προπέτασμα ομίχλης ανάμεσα σ’ αυτή και τον έκπαγλο κόσμο των Ιδεών. Έτσι, η ξεπεσμένη ψυχή, όχι μόνο παύει να τον βλέπει, αλλά και τον ξεχνά τελείως. Η αγωγή οφείλει να διαλύσει την αχλύ που σκέπασε της ψυχής τα μάτια. Αν τα καταφέρει, αφθονότερες και φαεινότερες γνώσεις, απ’ όσες «έξωθεν» μπορεί να εισαγάγει σ’ αυτή ο τελειότερος των δασκάλων, θ’ αποκαλυφθούν μπροστά της. Ως μέσο φυσικά συνιστά την πνευματική διεργασία δια του διαλόγου. Μόνο αυτή έχει τη δύναμη, κι όχι η έτοιμη γνώση, να φέρει πάλι τη διάνοια σ’ επαφή με τον κόσμο των Ιδεών53. Γιαυτό ο δάσκαλος οφείλει να γίνεται «αρχιτέκτων» και συντονιστής στις καθημερινές διαλογικές συζητήσεις των μαθητών του, όπως ο Πλάτων στην Ακαδημία, ii) Στην «Πολιτεία». Πιο καθαρά και εποπτικά σκιαγραφείται ο ρόλος του δασκάλου στην Παραβολή του Σπηλαίου, την οποία παραθέτουμε μ’ όλη τη δυνατή συντομία.

Εξαιτίας της άγνοιας και της κυριαρχίας των σαρκικών επιταγών ειδικότερα, ο άνθρωπος βρίσκεται καρφωμένος στους τοίχους μιας σπηλιάς, έτσι που να βλέπει μόνο τον απέναντι του ανοίγματος της χώρο. Σε μικρή απόσταση από την είσοδο του σπηλαίου καίει με μεγάλες φλόγες φωτιά. Μεταξύ της σπηλιάς και της φωτιάς υπάρχει δρόμος απ’ όπου περνούν ζώα και άνθρωποι. Είναι φυσικό να πέφτουν στο εσωτερικό της οι σκιές τους. Και, όπως ο τοίχος μιας σπηλιάς ποτέ δεν είναι λείος, τα είδωλα του εξωτερικού κόσμου φαίνονται παραποιημένα. Όση δε σχέση υπάρχει μεταξύ του περαστικού όντος και της σκιάς του, άλλο τόσο υπάρχει μεταξύ του αισθητού κόσμου γύρω μας και του υπερβατικού, των Ιδεών. Το σπήλαιο έχει μια κρυφή στενωπό, η οποία οδηγεί στην κορυφή του, όπου τα πάντα καταυγάζει το φως του ήλιου. Ποιος είναι ο ρόλος του δασκάλου; Να πείσει το δεσμώτη-μαθητή να βγάλει τα καρφιά από τις σάρκες του, που η άγνοια έμπηξε, για να τον ανασύρει στον κόσμο των Ιδεών που απολησμόνησε. Είναι όμως στενό κι ανηφορικό το δρομάκι και θα χρειαστεί μεγάλος κόπος και προσπάθεια να καταβάλλουν κι οι δύο54. Γιαυτό ίσως σ’ άλλο λόγο του επαναλαμβάνει μια λαϊκή παροιμία της εποχής του1 «τα ωραία είναι δύσκολα όταν πρόκειται να τα μάθει κανείς»55.

γ. Ανταγωνισμός ενστίκτων-λογικού

Ο Πλάτων χωρίζει την ψυχή στ’ ακόλουθα τρία μέρη:

ί) Λογιστικό. Πρόκειται για το νου, που έχει το στρατηγείο του στο κρανίο κι απ’ αυτή την υψηλή του θέση εποπτεύει και ρυθμίζει την ηθική και πνευματική ζωή του ανθρώπου.

     ii)    Θυμοειδές. Έχει την έδρα του στην καρδιά και το στήθος κι είναι πηγή και συντονιστής όλων των ανθρώπινων συναισθημάτων.

      iii)   Επιθυμητικό. Κατά την άποψη του φιλοσόφου μόνιμα κατοικεί στο ήπαρ κι είναι το κέντρο των κατώτερων επιθυμιών και ορμών. «Μαθαίνουμε με το ένα μέρος (της ψυχής), αισθανόμαστε οργισμένοι με το άλλο», γράφει ο Πλάτων, «κι επιθυμούμε την ικανοποίηση της πείνας του σεξ και των ομοίων τους με το τρίτο (μέρος της ψυχής)»56.

Μεταξύ των τριών αυτών της ψυχής μερών έχει ξεσπάσει ασίγαστος πόλεμος που θέτει σε δοκιμασία την ηρεμία της. Κάθε «τρίτο» της ψυχής προσπαθεί να εξοντώσει τα λοιπά ή τουλάχιστο να επιβάλει τον εαυτό του στ’ άλλα και να γίνει αυτό εξουσιαστής ολάκερης της ψυχής. Για να σταματήσει ο σκληρός μεταξύ τους ανταγωνισμός και να επέλθει γαλήνη και μακαριότητα στον άνθρωπο, μία είναι η λύση· να κυριαρχήσει απόλυτα το λογικό και ν’ απονευρωθεί η ζωτικότητα, καλύτερα η επαναστατικότητα, των ενστίκτων.

Ο Πλάτων χρησιμοποιεί μία αλληγορία στο «Φαίδρο» για να αισθητοποιήσει τη μεταξύ των μερών της ψυχής πάλη. Η ανθρώπινη ψυχή, στο σύνολό της, αποτελεί ένα φτερωτό άρμα, λέει ο Πλάτων, συρόμενο από δύο άλογα. Το ένα είναι καλόβολο κι υπάκουο κι αντιπροσωπεύει το θυμοειδές· το άλλο ατίθασο και αψύ κι εκπροσωπεί το κατώτερο τμήμα της ψυχής, τα ένστικτα. Μοναδικός αναβάτης και ηνίοχός του είναι ο νους. Το άρμα, καθότι φτερωτό, δεν κινείται σε δρόμους αλλά στον ουρανό. Το ένα άλογο αγωνίζεται να το σύρει προς τα πάνω, εκεί που κατοικούν οι Ιδέες. Το άλλο προσπαθεί να το κατεβάσει στη γη. Ο αναβάτης-νους κάνει το παν να κρατήσει σε κάποια ισορροπία τ’ άρμα και ν’ αποφεύγει τα απότομα σκαμπανεβάσματα.

Κοιταγμένος με όμμα παιδαγωγικό, ο μύθος αποκαλύπτει χρήσιμες απόψεις κι επωφελή για την αγωγή συμπεράσματα.

α) Το πρώτο συμπέρασμα είναι αυτονόητο- ανάμεσα στη λογική και τα ένστικτα υπάρχει διαρκής ανταγωνισμός, κάτι που κανένας ποτέ δε σκέφτηκε ν’ αμφισβητήσει.

β) Μια λύση θα ήταν, για να γλιτώσουμε από τ’ άλογο με τη γεωτροπική τάση, να το φονεύσουμε. Μόνο έτσι το άρμα της ψυχής θα κατευθυνόταν ανεμπόδιστα προς τον επιθυμητό κόσμο των Ιδεών. Στη γλώσσα της ψυχολογίας και προπαντός της ηθικής, αυτό σημαίνει ν’ απονευρώσουμε ή κι ακόμη ν’ απονεκρώσουμε, όπως πρότειναν όλοι οι ασκητές, τα ένστικτα. Είναι αλήθεια ότι την απόλυτη υποταγή της σάρκας στο πνεύμα, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, υποστήριξαν όλοι οι αρχαίοι σοφοί και σίγουρα θα εύχονταν την πλήρη εξαφάνιση των ενστίκτων, αλλά κανένας δεν τόλμησε να το προτείνει ανοιχτά. Μήπως δεν το έκαναν από ενδόμυχη συμπάθεια προς τις απαιτήσεις της σάρκας; Μπορεί’ φαίνεται όμως ότι αλλού πρέπει ν’ αναζητηθεί το αίτιο. Στην ακράδαντη πεποίθησή τους ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Είναι πράγματι άξιον περιέργειας ότι κανένας φιλόσοφος της προχριστιανικής αρχαιότητας, από ό, τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, δεν αναφέρθηκε στο σημαντικό ρόλο που η φύση εμπιστεύτηκε στα ένστικτα. Είναι προς δόξα του Πλούταρχου ότι πρώτος απ’ όλους υπογράμμισε τη σπουδαιότητα των έμφυτων δυνάμεων της ψυχής. «Ο άνθρωπος», γράφει, «έχει ορμέμφυτες διαθέσεις, οι οποίες δεν παίζουν ρόλο διακοσμητικό, αλλ’ αποτελούν απαραίτητο μέρος της ύπαρξής τον, και δεν πρέπει να ξεριζωθούν τελείως’ χρειάζονται μόνο καλλιέργεια κι αγωγή»57.

Χρειάστηκε να περάσουν δύο περίπου χιλιετίες από τότε, ώσπου να συνειδητοποιήσει η ψυχολογία τη σπουδαιότητα των ενστίκτων. Στις αρχές του αιώνα μας, έγινε ευρύτατος γι’ αυτά λόγος. Όμως ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τη σοφή άποψη του Πλούταρχου. Ο κυριότερος εκπρόσωπος όλης αυτής της τεράστιας πράγματι περί τα ένστικτα φιλολογίας, ο William McDougall, παρομοίασε τα ένστικτα με τον ατμό της ατμομηχανής, η οποία ήταν τότε στις δόξες της, και μ’ ελατήριο ρολογιού, που αποτελούν κινητήριες δυνάμεις τους. Χωρίς αυτά, το τραίνο μένει ακίνητο και το ρολόγι δείχνει μόνο δύο στιγμές το 24ωρο σωστά την ώρα.

γ) Το τρίτο συμπέρασμα έχει δεοντολογικό χαρακτήρα. Αφού η αγωγή δεν μπορεί και δεν πρέπει ν’ απονεκρώσει τις κινητήριες δυνάμεις, που η φύση σωστά προνόησε κι εφοδίασε τα ζώα και τον άνθρωπο, έχει χρέος να τις δαμάσει και να στρέψει τη ζωτικότητά τους σε παραγωγή ωφέλιμου έργου.

δ. Έμφαση στη λογική

Είναι πολύ φυσικό, ύστερα απ’ όσα είπαμε για τα ένστικτα, να δίνει ο Πλάτων προτεραιότητα στη διάνοια έναντι των κατώτερων ορμών, που κι αυτό αποτελεί κοινό τόπο σήμερα αλλά πιθανό και στην αρχαιότητα. Εκεί που ο φιλόσοφος διαφοροποιείται είναι στην υποβάθμιση των αισθήσεων έναντι του λογικού. Αυτό στηρίζεται στη βασική Πλατωνική αρχή, σύμφωνα με την οποία τα ορατά αντικείμενα αποτελούν, όπως έχουμε πει, κακές απομιμήσεις των «όντως όντων», των πραγματικών δηλ. αντικειμένων, των οποίων τ’ αρχέτυπα φυλάσσονται στον κόσμο των Ιδεών. Γεννιέται όμως το ερώτημα αφού ο φιλόσοφος έχει τόσο άσχημη γνώμη για ό, τι με τις αισθήσεις μας ψαύουμε, γιατί επιμένει στον «Κρατύλο» ν’ αρχίζει η μάθηση με τ’ αντικείμενα; Όταν, σ’ αυτό το κεφάλαιο, μιλούσαμε για τα διδασκόμενα στην Ακαδημία μαθήματα, εξηγήσαμε ότι ο απτός κόσμος γύρω μας αποτελεί την αφετηρία για μια ατελή στην αρχή γνώση. Απόδειξη ότι δεν επιτρέπει στον αναπτυσσόμενο και μαθητευόμενο άνθρωπο να παραμένει διαρκώς προοδεμένος σ’ αυτόν, αλλά, μέσω του προτεινόμενου εκπαιδευτικού του σχήματος, του επιβάλλει να προχωρήσει στην αφαιρετική διαδικασία που οδηγεί στην αληθινή γνώση.

Για τον Πλάτωνα, οι αισθήσεις δεν μπορούν να μας δώσουν την πραγματική αλήθεια. Κι αν δηλ. υποθέσουμε ότι ο ορατός κόσμος έχει πραγματική υπόσταση, με το λογικό κι όχι με τα αισθητήρια όργανά μας θα τον γνωρίσουμε. Μ’ άλλα λόγια· οι αισθήσεις, όπως έλεγαν κι οι Ελεάτες φιλόσοφοι, μας απατούν. Αλλά πώς ο Πλάτων κι όσοι συμμερίζονται τις ιδεαλιστικές του θέσεις έφτασαν στο σημείο να υποστηρίζουν μιαν άποψη που κάνει το μέσο άνθρωπο να κουνά σχετλιαστικά το κεφάλι του εξαιτίας της μωρίας των σοφών; Κι όμως· ο μέσος άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει μέτρο «χρημάτων πάντων». Ακόμα και σήμερα απορρίπτει ενδόμυχα την κίνηση της Γης περί τον Ήλιο. Οι επιστήμες και η εμπειρία μας συνιστούν να μην έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στις αισθήσεις μας, αλλά να δίνουμε το προβάδισμα στη νόηση.

α) Ποιος αμφιβάλλει ότι για να γίνει αντιληπτό ένα αντικείμενο είναι εντελώς απαραίτητο να υπάρχει η ανάλογη αίσθηση; Είναι όμως αρκετό αυτό; Τα αισθητήρια όργανα ενός «άρτι φονευθέντος» σε ατύχημα είναι άψογα, αφού γίνεται μεταμόσχευσή τους· κι όμως ο νεκρός δεν βλέπει… Περισσότερο απαραίτητη είναι η ψυχή που τα θέτει σε λειτουργία. Όταν είμαστε βυθισμένοι στις σκέψεις μας ή αφηρημένοι, ούτε βλέπουμε ούτε ακούμε κι ας έχουμε τα μάτια ορθάνοιχτα και τ’ αυτιά χωρίς ωτασπίδες. Ο άνθρωπος, έλεγε ο Πλάτων, δε βλέπει με τις αισθήσεις, αλλά με την ψυχή μέσω των αισθή­σεων58. Την ίδια άποψη είχε νωρίτερα και ποιητικότερα διατυπώσει ο κωμικός ποιητής του 6ου π.Χ. αιώνα, Επίχαρμος·

«νοῦς ὁρῇ (=βλέπει) καί νοῦς ἀκούει·

τἆλλα κωφά καί τυφλά»59.

Κατά συνέπεια, η υπεροχή δεν ανήκει στις αισθήσεις αλλά στο πνεύμα, που τις ενεργοποιεί και τις κατευθύνει.

β) Τ’ αντικείμενα αναγνωρίζονται από τις αισθήσεις μας επειδή, κάτω απ’ ορισμένες συνθήκες, έχουν σταθερές ιδιότητες, όπως σχήμα, χρώμα, μέγεθος, βάρος κ.ά. Αν όμως μία ή περισσότερες αλλάξουν, το σώμα μάς φαίνεται ως άγνωστο. Οι βασικές ιδιότητες των πραγμάτων θα ήταν πολύ εύκολο να μεταβληθούν κι επομένως αυτά να μην αναγνωρίζονται, σε δύο περιπτώσεις.

1)  Αν άλλαζαν τα αισθητήριά μας όργανα. Το χρώμα λ.χ. αλλάζει όταν ο άνθρωπος πάσχει από αχρωματοψία ή φοράει έγχρωμα γυαλιά. Επίσης, το περίγραμμα των υλικών σωμάτων μεταβάλλεται αν το άτομο έχει αστιγματισμό ή πιεστούν οι βολβοί των ματιών. Κι αν η κατασκευή του ματιού μας ήταν εντελώς διαφορετική απ’ αυτή που ξέρουμε, τα αντικείμενα δε θα φαίνονταν διαφορετικά;

2)  Αντίθετα, όταν οι εξωτερικές συνθήκες (φωτισμός, οπτική γωνία, εγγύτητα κ.ά.) μεταβληθούν, τότε συμμεταβάλλονται και τ’ αντικείμενα. Όποιος περάσει με αεροπλάνο πάνω από γνωστή του περιοχή δύσκολα την αναγνωρίζει. Γιατί; Άλλαξε η συνηθισμένη οπτική γωνία. Χρειάζονται κι άλλα παραδείγματα; Ας αναφέρουμε τη ράβδο που «σπάζει» στο νερό, τη γη που κινείται, αλλά φαίνεται σε μας ακίνητη, το ακίνητο φωτεινό σημείο σε κατασκότεινη αίθουσα που «κινείται»60, η σελήνη που φαίνεται τεράστια μόνο κοντά στον ορίζοντα κι όλο εκείνο το πλήθος των περίεργων φαινομένων που φέρουν τ’ όνομα, οφθαλμαπάτες.

γ) Αν αλλάξει ο νους, λόγω μέθης, υψηλού πυρετού, ναρκωτικών κ.ά., ο εξωτερικός κόσμος μένει ο ίδιος; δ) Αν ζητήσουμε από μερικά άτομα να μας περιγράψουν ένα τοπίο ή επεισόδιο, ποτέ οι πληροφορίες δε θα είναι ταυτόσημες. Όλοι έχουν μάτια, ταυτόσημης κατασκευής, αλλ’ ο καθένας βλέπει με τα δικά του. Φόβος, ενδιαφέρον, εμπειρία, κ.ά. διαφοροποιούν, ως γνωστό, την κατ’ αίσθηση αντίληψη, ε) Μιαν άλλη εύστοχη βολή κατά Της αφερεγγυότητας των αισθήσεων έκανε ο Παρμενίδης, ο οποίος φαίνεται ότι άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πλάτωνα. Από την επιφάνεια κάθε σώματος, έλεγε, εκπέμπονται αόρατα σωματίδια, τα άτομα, που πέφτουν στο μάτι κι έτσι βλέπουμε τ’ αντικείμενα. Πρόκειται για άποψη που γίνεται σεβαστή από τη σύγχρονη Φυσική. Αλλά τ’ άτομα που μεταφέρουν εικόνες πραγμάτων, συνεχίζει ο Ελεάτης φιλόσοφος, είναι άπειρα, όσα και τα ερτζιανά κύματα σήμερα. Είναι πολύ φυσικό λοιπόν να συγκρούονται μεταξύ τους και τα περιγράμματα των ειδώλων ν’ αλλοιώνο­νται61.

Ύστερα από αυτά, δεν είναι δύσκολο να δικαιολογήσουμε το σκεπτικισμό του Πλάτωνα, σχετικά με την ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίσει μέσω των αισθήσεων τον πραγματικό κόσμο, κι εύκολο να εννοήσουμε γιατί ο φιλόσοφος έριξε, όπως είδαμε, μεγάλο βάρος του παιδαγωγικού του συστήματος στα μαθηματικά, που είναι καθαρό προϊόν νοητικής διεργασίας και δεν επηρεάζονται από εξωτερικές μεταβολές ή παθήσεις των αισθητηρίων οργάνων. Ποτέ οι άνθρωποι, που έζησαν ανά τους αιώνες σ’ όλα της γης τα πλάτη, δε διαφώνησαν ότι 1 + 1 = 2 ή ότι δεν εννοούν όλοι πανομοιότατα την έννοια του τριγώνου ή των παράλληλων γραμμών.

ε. Αξιοκρατία

Στην οργάνωση της πολιτείας του, ο Πλάτων ακολουθεί τη δομή της ψυχής. Όπως εκείνη είναι χωρισμένη σε τρία μέρη, έτσι χωρίζονται κι οι κάτοικοί της, κοσμούμενοι μάλιστα, ανάλογα με την τάξη, με μία από τις τέσσερες γνωστές Πλατωνικές αρετές, σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Ποιος όμως θα βάλει σε κατηγορίες ή τάξεις τους πολίτες; Η νοημοσύνη και η ακαδημαϊκή επίδοση είναι τα μόνα κριτήρια, κατά Πλάτωνα.

α) Όσοι είναι ευφυείς και καταφέρνουν να περάσουν μ’ επιτυχία όλες τις βαθμίδες του Πλατωνικού εκπαιδευτικού συστήματος, αποτελούν την τάξη των φιλοσόφων, από την οποία πρέπει να προέρχονται οι άρχοντες. Αυτοί, όπως είναι φυσικό, αποτελούν την ανώτερη κοινωνική τάξη. Επειδή έχουν προηγμένη νόηση, αντιπροσωπεύουν το λογιστικό μέρος της ψυχής. Κι όπως είναι κατάφορτοι από γνώσεις, τη στιγμή που είναι αφοσιωμένοι στις σπουδές ως τα 50, τους ανήκει η πρώτη από τις αρετές, η σοφία,

β) Σ’ όσους πρυτανεύει το συναισθηματικό και βουλητικό στοιχείο κι η συστηματική παιδεία τελειώνει στο 30ό έτος, θα δοθούν δημόσια υπουργήματα κι η υπευθυνότητα φρούρησης της πόλης. Γιαυτό και φύλακες αποκαλούνται. Είναι φανερό ότι σ’ αυτούς δύο αρετές ταιριάζουν πολύ, της ανδρείας, για την προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους, και της σωφροσύνης, τόσο αναγκαίας στη διοίκηση της πόλης και στη διαχείριση των οικονομικών της. Είναι δε αυτονόητο ότι υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των φυλάκων και του θυμοειδούς τμήματος της ψυχής,

γ) Τέλος, εκείνοι που δεν μπόρεσαν να διασκελίσουν το κατώφλι της βασικής εκπαίδευσης και στους οποίους το επιθυμητικό έχει τον πρώτο λόγο, θ’ αποτελέσουν την τάξη των δημιουργών, γεωργών, εμπόρων κ.ά. Ποια αρετή απόμεινε γι’ αυτούς; Η δικαιοσύνη. Φαίνεται τότε, όπως και σήμερα, οι έμποροι κι οι τεχνίτες, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστο, δεν ήσαν τόσο καθαροί στις συναλλαγές τους. Γιαυτό ο φιλόσοφος όρισε τη δικαιοσύνη ως βασική αρετή τους. Αλλά κρούσματα χρηματισμού, αδικίας κι εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο δεν παρουσιάζονται μόνο στην κατώτερη τάξη. Έτσι εξηγείται γιατί ο φιλόσοφος «μοίρασε» τη δικαιοσύνη, τη συνισταμένη όλων των αρετών, και στις τρεις κοινωνικές τάξεις της ουτοπιστικής του πολιτείας.

Γιατί λέχθηκαν όλα αυτά; Για να φανεί η επαναστατικότητα των Πλατωνικών απόψεων. Σε μια εποχή που μοναδικό κριτήριο κατάταξης σε κοινωνική τάξη ήταν η οικονομική επιφάνεια της οικογένειας (η τιμοκρατία), όπως νομοθετικά πρόβλεψε ο Σόλων, ή η ευγενής ή μη καταγωγή του ατόμου, όπως ήθελε ο Πίνδαρος κι ο Θέογνης, ο μεγάλος φιλόσοφος επινόησε νέο, απόλυτα αξιοκρατικό, τρόπο επιλογής και κατάταξης των ανθρώπων σ’ ένα κράτος, τον οποίο σέβονται όλες οι κοινωνίες, που πιστεύουν με συνέπεια στον άνθρωπο και τη δημοκρατία. Η νοημοσύνη κι η φιλεργία του πολίτη, εκφραζόμενη με το βαθμό επίδοσης στις σπουδές του, καθορίζουν αυτές και μόνο τη θέση του στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Αν λάβουμε δε υπόψη μας ότι η εκπαίδευση στην ιδεατή πάντοτε πόλη είναι ανοιχτή σ’ όλους, ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση και φύλο, ότι παρέχεται δωρεάν από το κράτος κι είναι για όλους υποχρεωτική, τότε είναι άδικο να κατηγορείται ο φιλόσοφος για έλλειψη δημοκρατικότητας. Όταν ένα εκπαιδευτικό σύστημα, όπως το Πλατωνικό, προωθεί στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας τους άριστους, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι παρέχει σ’ όλους ίσες ευκαιρίες για εκπαίδευση, όπως συμβαίνει στην ιδεατή Πλατωνική πολιτεία, είναι δυνατό να χαρακτηριστεί ο «οικοδόμος» του ως αντιδημοκρατικός;

στ. Παιχνίδι

Πρώτος ο Πλάτων υπογράμμισε τη μεγάλη σημασία του παιχνιδιού στην αγωγή του παιδιού. Έκτοτε, κανένας δεν αμφισβήτησε τη συμβολή του στην ολόπλευρη ανάπτυξη του νέου ανθρώπου κι οι παιδαγωγοί όλων των εποχών συμβουλεύουν τους γονείς να παρέχουν σ’ αυτό ευκαιρίες να παίζει, άσχετο αν οι γονείς, έχοντες ή μη γεύση παιδαγωγικής, θα προτιμούσαν το δικό τους παιδί να παίζει λιγότερο και περισσότερο να μελετά τα μαθήματα του. Πάντως, ο φιλόσοφος συμβουλεύει τους γεννήτορες και τους διδάχους των παιδιών, να μη θεωρούν ως ασήμαντο το παιχνίδι στο παιδί. Κι είναι, ας σημειωθεί, η πρώτη φορά που δίνονται τέτοιες νουθεσίες.

i)  Γονείς. Τις περί παιχνιδιού απόψεις του, ο Πλάτων αναπτύσσει στην «Πολιτεία» και τους «Νόμους», απ’ όπου και τα παρατιθέμενα αποσπάσματα.

α) Δε βλέπει άλλο μέσο καταλληλότερο από το παιχνίδι στη διάπλαση του χαρακτήρα του μικρού παιδιού. «Στον τέταρτο, πέμπτο, έκτο κι ακόμη τον έ­βδομο χρόνο», γράφει, «ο χαρακτήρας του παιδιού είν’ ανάγκη να πλαστεί με το παιχνίδι»62.

β) Στο παιδί δεν μπορείς να στερήσεις το παιχνίδι αφού είναι σύμφυτο με την ίδια του τη φύση κι ετυμολογικά έχουν κοινή προέλευση. «Όλα τα νέα όντα», λέει, «δεν μπορούν να κρατούν το σώμα ακίνητο και το στόμα κλειστό. Όλη την ώρα κινούνται και φωνάζουν»63. Γιαυτό δεν είναι καθόλου παράξενο που, «όταν παιδιά βρεθούν μαζί, ανακαλύπτουν σχεδόν αυθόρμητα τα παιχνίδια που ταιριάζουν στην ηλικία τους»64.

ii)  Δάσκαλοι. Ο φιλόσοφος παρότρυνε τους γραμματιστές, όπως είπαμε στο οικείο κεφάλαιο, να προτιμούν την παιγνιώδη μορφή διδασκαλίας και ν’ αποφεύγουν την καταπίεση στα μαθήματα65.

α) Είναι πασίγνωστη η προτροπή του προς το δάσκαλο· «μη χρησιμοποιείς βία στη μάθηση, αλλά παίζοντας δίδασκε τα παιδιά»66.

β) Μια άλλη, λιγότερο γνωστή, άποψη του Πλάτωνα δεν είναι καθόλου ασήμαντη. «Κανένα μάθημα», παρατηρεί ο φιλόσοφος, «δεν παραμένει στην ψυχή, αν συνοδεύεται με καταναγκασμό»67.

Η σοφή αυτή ρήση στους νεότερους χρόνους φόρεσε άλλον εκφραστικό χιτώνα κι άλλαξε εξωτερική μόνο εμφάνιση’ «πολλές φορές μπορείς να πας τ’ άλογο στη βρύση, μα ‘κείνο θα πιει μόνο όταν διψάει»68. Όπως δηλ. τ’ άλογο δεν πίνει με το ζόρι, κι αν ακόμη βίαια του βυθίσεις τη μύτη στο νερό, έτσι δε μαθαίνει κανένας με πίεση.

7. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Απ’ όσα συνοπτικότατα λέχθηκαν για την Ακαδημία και εντελώς δειγματοληπτικά αναφέρθηκαν για τις παιδαγωγικές απόψεις του Πλάτωνα, γίνεται φανερό ότι η προσφορά του φιλοσόφου στην εκπαίδευση υπήρξε σπουδαία. Φρόντισε να χρησιμοποιήσει, όπως είπαμε, δυο κανάλια στην προσπάθεια του να φέρει περισσότερο κόσμο σ’ επαφή με τις ιδέες του. Το ένα ήταν η σχολή του, το άλλο τα έργα του. Το σπουδαίο είναι ότι το πρώτο λειτούργησε μια περίπου χιλιετία, το άλλο εξακολουθεί και σήμερα ακόμη να μένει ανοιχτό και να παροχετεύει επιδράσεις.

Στη μακραίωνη λειτουργία της, η ιδρυθείσα από τον Πλάτωνα σχολή, προετοίμασε μια σημαντική μερίδα της πνευματικής ηγεσίας και στάθηκε το σημαντικότερο εκπαιδευτικό κέντρο ανώτερης εκπαίδευσης σ’ ολάκερη την αρχαιότητα. Αφετέρου, τα πολυάριθμα βιβλία του, που η αγάπη μυριάδων ανά τους αιώνες αναγνωστών του διαφύλαξε, τα περισσότερα αλώβητα, επηρέασαν βαθύτατα όλα τα πολιτικά και παιδαγωγικά συστήματα όλων των εποχών κι όλων των χωρών.

Το μυστικό της μεγάλης επίδρασης του Πλάτωνα πρέπει, εκτός των άλλων, ν’ αναζητηθεί στην εκφραστική αρτιότητα και τη ζωντάνια των διαλόγων του. Κι ο παρακάτω μύθος που πλάστηκε, τι άλλο από τη γοητεία του λόγου του υπογραμμίζει; Όταν ο πατέρας του Αρίστων θυσίαζε μια μέρα στον Υμηττό, λέει ο θρύλος, ο Πλάτων ήταν μωρό και κοιμόταν σε πυκνές μυρσίνες. Μέλισσες πήγαν κι απέθεσαν το μέλι τους πάνω στα χείλη του. Ύστερα απ’ αυτό, ο λόγος του δεν μπορούσε παρά να είναι μελίρρυτος.

Ο Πλάτων, είναι βέβαιο, θ’ ασκούσε σημαντικότερες επιδράσεις στα εκπαιδευτικά μας πράγματα αν είχε καταφέρει, όπως ειπώθηκε νωρίτερα, να θέσει τις ιδέες του σε πρακτική εφαρμογή. Από τα πράγματα θα υποχρεωνόταν ν’ αναθεωρήσει και βελτιώσει πολλές θέσεις του και τ’ όφελος στην αγωγή θα ήταν μεγάλο.

Ο Πλάτων, εξαιτίας ακριβώς της βαθύτατης απήχησης κι αποδοχής που βρήκε στη μεγάλη πλειοψηφία των σκεπτόμενων ανθρώπων όλων των εποχών, δέχτηκε τις πλέον λυσσαλέες επιθέσεις από τους εχθρούς του ιδεαλισμού και του ορθολογισμού. Και δεν έχουν από τη σκοπιά τους βέβαια άδικο. Δε θα ήταν υπερβολή αν παρομοιάζαμε την Πλατωνική φιλοσοφία με τεράστιο και δασύφυλλο δένδρο που κάλυψε με τους κλώνους του ολόκληρη σχεδόν την αρχαιότητα και δεν άφησε κανένα άλλο φιλοσοφικό δένδρο69 να ευδοκιμήσει στον ίδιο χώρο. Ανάμεσα στα καχεκτικά φυτά συγκαταλέγεται φυσικά κι η σοφιστική, για την οποία πολλή συμπάθεια από πολλούς εκφράζεται τελευταία.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ένα είναι αναντίρρητο· ο Πλάτων, ως φιλόσοφος και παιδαγωγός, άσκησε τεράστια, όπως είπαμε, επίδραση πάνω σ’ όλους τους ανθρώπους και τις εποχές· ίσως όσο κανένας άλλος θνητός. Θα ήταν εύκολο να συλλέξει κανένας χιλιάδες επαινετικές αποτιμήσεις του Πλατωνικού έργου και να παραθέσει ατέρμονη βιβλιογραφία εχθρών και φίλων του, που ασχολείται με τις ιδέες του. Αντί αυτών, παραθέτουμε ενδεικτικά τις γνώμες τριών μόνον αλλά σημαντικών προσωπικοτήτων, που δεν έχουν ούτε συγγένεια αίματος ούτε ταυτότητα ιδεολογίας, με το μεγάλο φιλόσοφο, α) Για την «Πολιτεία» ο Ρουσώ υποστήριξε ότι «είναι τ’ ωραιότερο βιβλίο απ’ όσα γράφτηκαν ποτέ περί αγωγής». Και να σκεφτεί κανείς ότι ο διάλογος αυτός κινείται στο χώρο της ουτοπίας70, β) Ο μαθηματικός, φιλόσοφος και παιδαγωγός Alfred Whitehead, αποτιμώντας συνολικά το φιλοσοφικό έργο του μεγάλου φιλοσόφου κι ειδικότερα τις παιδαγωγικές του απόψεις, είπε71 «η δυτική φιλοσοφία αποτελεί μια σειρά από υποσημειώσεις στον Πλάτωνα» και οπωσδήποτε αυτό ισχύει και για την αγωγή

γ) «Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης» κατά τον Ράσελ, «άσκησαν μεγαλύτερη επίδραση απ’ όλους τους φιλοσόφους, αρχαίους, μεσαιωνικούς ή σύγχρονους. Και από τους δύο, ο Πλάτων είναι εκείνος που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στους αιώνες που ακολούθησαν»72.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.   Διογ. Λαερτ., iii.5.

2.   Αιλιαν., Ποικ. Ιστορ., ii.30.

3.   Διογ. Λαερτ., iii.20.

4.   Πλουτ., Ηθικ., 603b.

5.   Burnet, J., Greek Philosophy: Thales to Plato (London; McMillan, 1950), p.213.

6.   Πλατ., Επιστ. Z’, 326a.

7.   Grayeff, F., Aristotle and His School (London: Duckworth, 1974), pp.23-24.

8.   Πλουτ., Ηθικ., 1126c· Πρβλ. Διογ. Λαερτ., viii.88.

9.   Acad. Index, pp. 15-16 (Mekler).

10.  Πλατ., Επιστ. Z‘, 341c.

11.  Αθην., 59d κ.ε.

12.  Clarke, M.L., Higher Education in the Ancient World (London: Routledge & Kegan, 1971), P-65· Field, p. 37.

13.  Acad. Index, p. 15 (M).

14.  Διογ. Λαερτ., iv.10.

15.  Στοβ., Ανθολ., τομ. 4ος, σ. 19.1 (Meineke).

16.  Bowen, J., A History of Western Education, Vol.I (London: Methuen, 1972), p.113.

17.  Field, p.40.

18.  Διογ. Λαερτ., viii.87.

19.  Κι όμως υπήρξε Ελληνίδα συγγραφεύς, που χρησιμοποίησε την ίδια έκφραση «θείος Πλά­των» ως προσωνυμία ενός γαϊδάρου, ήρωα παιδικού βιβλίου της!…

20.Διογ. Λαερτ. iii.9.

21.Lynch, p. 186.

22. Γιαννικόπουλος (1983), σ. 60-66.

23. Διογ. Λαερτ. iv.l.

24. Διογ. Λαερτ. iv.3.

25. Acad. Index, p.91 (Μ.).

26. Acad. Index, p.67 (M.).

27. Διογ. Λαερτ. iv.28.

28. Διογ. Λαερτ. iv.62.

29. Διογ. Λαερτ. iv.62.

30. Διογ. Λαερτ. iv.61.

31. Διογ. Λαερτ. iv.60.

32. Cic., De Finib., v.l.

33. Πλουτ., Ηθικ., 603b.

34. Αριστ., Αποσπ., 64 (Rose).

35. Διογ. Λαερτ. iii.46- iv.2.

36. Acad. Index., p. 13 (M).

37.Lynch, p.6, note7.

38. Ιστορ. Ελλ. Έθν., τομ. Γ2, σ. 470.

39. Πλατ., Φαιδρ., 275a κ.ε.

40. Πλατ., Πρωταγ., 329a.

41. Burnet, p. 213.

42. Πλουτ., Σνλλας, 12.

43. Clarke, p.60.

44. Πλουτ., Σύλλας, 12.

45. Cic., De Finib., v.l.

46. Αγαθίας, Corpus Script. Hist. Byz., τομ. 1ος, ii.30-31 (Neibuhr).

47. Δίκαιο θα ήταν να μην παραλείψουμε και τον Αριστοτέλη. Στα «Πολιτικά» του, που έμειναν ατελείωτα, κάνει κάτι ανάλογο με τον Πλάτωνα· χτίζει τη δική του ουτοπιστική κοινωνία με το δικό της εκπαιδευτικό σύστημα.

48.  Boyd , W. & King, E.J., The History of Western Education, 10th Edition (London: Black, 1972), p.32.

49.  Πλατ., Νομ., 766a.

50.  Πλατ., Νομ., 644a.

51.  Πλατ., Φαιδρ., 241c.

52.  Πλατ., Νομ., 728a.

53.  Πλατ., Φαιδρ., 248a κ.ε.

54.  Πλατ., Πολιτ., 514a κ.ε.

55. Πλατ., Κρατυλ., 384b.                                                                                                                      

56. Πλατ., Πολιτ., 436a.                                                                                                                         

57. Γιαννικόπουλος (1983), σ. 125.                                                                                                         

58. Ιστορ. Ελλ. Έθν., τομ. Γ2, σ. 480.                                                                                                     

59. Επίχαρμ., Αποσπ., 12 (D).                                                                                                                

60. Γιαννικόπουλος (1985), σ. 79-80.                                                                                                      

61. Guthrie, W.K.C., The Greek Philosophers from Thales to Aristotle (London: Methuen,1967), p.59. Γιαυτό έλεγε ότι η «λογική (αποτελεί) κριτήριο (της αλήθειας),

ενώ οι αισθήσεις είν’ ανακριβείς» (Διογ.Λαερτ. ix 22)                                                                            

62. Πλατ., Νομ., 793e.                                                                                                                           

63. Πλατ., Νομ., 653d.                                                                                                                           

64. Πλατ., Νομ., 794a. Η απόδοση του αποσπάσματος είναι ελεύθερη. Πρβλ.Πλατ., Νομ., 643b

65. Πλατ., Πολιτ., 536e.                                                                                                                         

67. Πλατ., Πολιτ., 536e.                                                                                                                         

68. Την άποψη αυτή, στην καθαρεύουσα φυσικά, αναφέρουνε οι ασχολούμενοι παλιότερα με τη Γεν. Διδακτική.     

69. Η Αριστοτελική και η Στωική φιλοσοφία δεν εμποδίστηκαν από την Πλατωνική ν’ αναπτυχτούν κι ευδοκιμήσουν. Το ίδιο ισχύει και για τη χριστιανική κοσμοθεωρία.                                                                                      

70. Monroe, P., A Brief Course in the History of Education (N. York: MacMillan, 1927), p.65.                   

71. Cremin, L.A., The Genius of American Education (N. York: Vintage Books, 1965), p.5.

72. Russell, p. 122.            

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s