Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


kion1Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ*

 

Οὐκοῦν ὁ μέν ἀπαίδευτος ἀχόρευτος ἡμῖν ἔσται

 

 

Δρ Frederick Naerebout

Λέκτωρ στο Τμήμα Αρχαίας Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λάιντεν, Ολλανδία

Μετάφραση: Ελένη Οικονόμου

 

Η εξέταση της αρχαιοελληνικής αντίληψης για τη μουσική αποτελεί προϋπόθεση κάθε απόπειρας για την κατανόηση του χορού στην αρχαία Ελλάδα. Σε όλες τις περιόδους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η μουσική -με την έννοια της ενότητας μουσικής, ποίησης και χορού- είχε μια σημασία που εμείς δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε. Ίσως αυτό είναι πιο εύκολο για όσους ζουν στην Ελλάδα, όπου ακόμη πολλοί άνθρωποι απολαμβάνουν τη μουσική και τους χορούς του τόπου τους και όπου ποιήματα μεγάλων ποιητών μελοποιούνται, αλλά είναι πολύ δύσκολο για άλλους, όπως π.χ. για τους Ολλανδούς, τους συντοπίτες μου, οι οποίοι δεν έχουν διατηρήσει σχεδόν κανένα ντόπιο λαογραφικό στοιχείο, όπου η ποίηση σπάνια τραγουδιέται και άπου ο χορός και η μουσική διασώζονται από τις υποκουλτούρες και δεν βρίσκονται πλέον στο αίμα όλων. Αλλά και εκείνοι που προέρχονται από κοινωνίες όπου ακόμη υπάρχουν αυταπόδεικτα στοιχεία ότι ζουν με τη μουσική και το χορό είναι δύσκολο να αντιληφθούν μια κατάσταση όπου πολλοί από τους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούμε είτε δεν υπήρχαν είτε δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία και όπου η προφορική επικοινωνία μέσω του τραγουδιού ή της απαγγελίας, σε συνδυασμό με τη μη λεκτική επικοινωνία των ήχων του μουσικού οργάνου και των κινήσεων του ανθρώπινου σώματος, ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη. Αυτό δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρχαίας Ελλάδας ή του αρχαίου κόσμου γενικά: έχουμε ενδιαφέροντα παραδείγματα ιεροκηρύκων από τον Μεσαίωνα, οι οποίοι ταξίδευαν σε διάφορες χώρες και μάγευαν τα ακροατήριά τους με την παράσταση που έδιναν, με τη φωνή τους και με χειρονομίες, ακόμη και όταν τα ακροατήρια αυτά δεν καταλάβαιναν ούτε λέξη από όσα άκουγαν.

Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι στην αρχαία Ελλάδα η μουσική ήταν αρκετά σημαντική ώστε να προκαλεί σκέψεις ακόμη και στους διανοητές της εποχής. Μπορεί να μη χρησιμοποιούσαν το λεξιλόγιο της προφορικότητας και της μη λεκτικής επικοινωνίας, αλλά γνώριζαν καλά ποιο φαινόμενο προσπαθούσαν να εξηγήσουν. Ο Πλάτων είχε καταλήξει ότι ο θαυμαστός καινούριος κόσμος του δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς μουσική, αλλά μια μουσική που έπρεπε να είναι ελεγχόμενη και περιορισμένη: μια τόσο ισχυρή δύναμη θα μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αποδιοργανωτική. Ο χριστιανισμός αγωνίστηκε επί μακρόν εναντίον της μουσικής με ποικίλους τρόπους, γιατί ήταν πολύ στενά συνδεδεμένη με την παγανιστική θρησκεία, αλλά οι ιεράρχες αντιλαμβάνονταν τη δύναμή της, η οποία, ακόμη και αν μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία νέων σκοπών, θα ήταν δύσκολο να ελεγχθεί.

Σήμερα, πολλές μελέτες για την αρχαία Ελλάδα αγνοούν τη μουσική. Όπως ήδη επισήμανα, η σημασία της είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή και ίσως το γεγονός αυτό ευθύνεται, σε μεγάλο βαθμό, για την κώφωση και την τύφλωση που επικρατούν. Επίσης ο χριστιανισμός κατόρθωσε τελικά να κάνει ένα μεγάλο μέρος της μουσικής, της κοσμικής ποίησης και ιδιαίτερα του χορού να φαντάζουν χυδαία, αν όχι επικίνδυνα. Θεωρείται καλύτερο να μην εντρυφά κανείς σε αυτά, και σίγουρα δεν αξίζουν την προσοχή των λογίων. Οι λόγιοι στο παρελθόν δεν ακολουθούσαν πάντα τους ιεράρχες, και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν επηρεάζουν τη σύγχρονη έρευνα. Εξάλλου, υπάρχουν πολλές εκκλησίες, διαφόρων δογμάτων, οι οποίες έχουν επανανακαλύψει τη μουσική -αυτήν που διαφέρει από την καθαρά θρησκευτική μουσική- και το χορό ως πολύτιμα συστατικά της λατρείας. Αλλά οι προκαταλήψεις αιώνων αργούν να σβήσουν. Ο χορός εξακολουθεί να θεωρείται μάλλον ασήμαντο παρά σοβαρό θέμα. η μουσική εξακολουθεί να θεωρείται απλώς μέσο ψυχαγωγίας και όχι κύριο συστατικό του αρχαίου πολιτισμού. Ωστόσο, ο Πλάτων ήταν εκείνος που υποστήριξε ότι μόνο αυτοί που ήξεραν πώς να συμμετέχουν στο χορό του δράματος μπορούσαν να θεωρηθούν μορφωμένοι.

Έτσι, η μουσική, παρόλο που αυτή και τα συστατικά της μελετήθηκαν μεμονωμένα, και συνεχίζουν να μελετώνται όλο και περισσότερο, δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί ουσιαστικά στη συνολική εικόνα που έχουμε για τον αρχαίο κόσμο. Παρατηρούμε με ανησυχία ότι ένα πρόσφατο βιβλίο γνωστού συγγραφέα, που κυκλοφόρησε σε έγκυρη σειρά σημαντικού εκδοτικού οίκου, και το οποίο στοχεύει να παράσχει μια εκσυγχρονισμένη συνολική εικόνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας για το ευρύ κοινό, αναφέρεται ελάχιστα, αν όχι καθόλου, στο χορό και τη μουσική. Εάν ένας αρχαίος Έλληνας μπορούσε να διαβάσει αυτό το βιβλίο, δεν θα καταλάβαινε γιατί ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της θρησκευτικής του εμπειρίας έχει αποκλειστεί από την αφήγηση.

Διακρίνονται, ωστόσο, αλλαγές στην ατμόσφαιρα, όπως μαρτυρούν μια σειρά από άρθρα που δημοσιεύονται στο περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, ένα από τα οποία είναι και το παρόν, και πολλά πραγματικά καινοτόμα βιβλία σχετικά με την αρχαιοελληνική μουσική και το χορό που κυκλοφόρησαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είδα επίσης με χαρά ότι η ελληνική κυβέρνηση γιόρτασε την πρόσφατη προεδρία της της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μια ωραία έκθεση για τη μουσική και το χορό στον αρχαιοελληνικό κόσμο. Εκεί η μουσική ξεχώρισε ως σημαντικό σημείο της ελληνικής κληρονομιάς – η μουσική ως αντίδοτο στο γεγονός ότι βασιζόμαστε υπερβολικά στον γραπτό λόγο και την εικόνα, δηλαδή, στη διαμεσολαβημένη επικοινωνία. Αλλά η έκθεση αυτή έδειξε επίσης πού εντοπίζονται ακόμη τα προβλήματα: η μουσική πράγματι διαχωρίστηκε, δηλαδή απομονώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τα συμφραζόμενά της, αντιμετωπίστηκε ως μια ιδιαίτερη δραστηριότητα μεταξύ πολλών πιθανών δραστηριοτήτων. Πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν με πολλές πτυχές της αρχαιοελληνικής ζωής, δεν έγινε, δεν θα μπορούσε να γίνει, αρκετά σαφές. Θα έπρεπε να εργαστούμε προς μια κατά στάση στην οποία αυτοί που μελετούν τον αρ αρχαιοελληνικό κόσμο θα περιλαμβάνουν τη μουσική (στο σύνολο της, όχι μόνο την ποίηση!) στα κείμενά τους σαν κάτι αυτονόητο, οπουδήποτε αυτό αρμόζει.

Όμως, πού συναντούμε τη μουσική; Παντού αλλά κυρίως ως αναπόσπαστο μέρος της θρησκευτικής ζωής στην αρχαιότητα. Η ίδια η θρησκεία δεν περιοριζόταν σε ορισμένες ειδικές εκ δηλώσεις, αλλά ήταν παρούσα παντού και πάντα, πράγμα που οι ανθρωπολόγοι έχουν αποκαλέσει «ενσωμάτωση»; η θρησκεία ήταν ενσωματωμένη σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας – θα εξέταζα ακόμη και την περίπτωση να αναδιατυπώσω την πρόταση και να πω ότι όλες οι πτυχές της κοινωνίας ήταν ενσωματωμένες στη θρησκεία. Και, αντίστοιχα, η θρησκεία μετά βίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή χωρίς τη μουσική. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, όταν στη σημερινή εποχή γράφουμε μελέτες για την αρχαιοελληνική θρησκεία στις οποίες δεν υπάρχει η μουσική, ή υπάρχουν μόνο κάποιες υποχρεωτικές αναφορές, κανένας αρχαίος Έλληνας δεν θα αναγνώριζε αυτήν τη διαστρεβλωμένη εικόνα της θρησκευτικής του ζωής. Η θρησκεία χρησιμοποιεί πολύ συχνά υπερβολικούς τρόπους συμπεριφοράς και επικοινωνίας: αντί να μιλάει κανείς, απαγγέλλει και τραγουδάει· αντί να περπατάει, παρελαύνει και χορεύει.

Με τα παραπάνω δεν θέλω να πω ότι δεν υπήρχαν πτυχές της ζωής στην αρχαιότητα που ήταν «κοσμικές»: ορισμένες δραστηριότητες βρίσκονται έξω από τη σφαίρα της θρησκείας με τη στενή έννοια (ποτέ όμως έξω από τη θρησκεία – θυμηθείτε, ενσωμάτωση σημαίνει ότι το πραγματικά κοσμικό με τη σύγχρονη έννοια δεν μπορούσε καν να χωρέσει στο νου τους). Έτσι, υπήρξε επίσης δημιουργία μουσικής, τραγουδιού ή χορού που δεν ήταν θρησκευτικά με τη στενή έννοια. Άλλωστε, γιατί να αρνηθούμε το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες κατέφευγαν στη μουσική απλώς και μόνο για να διασκεδάσουν; Σε κάθε γιορτή, για οποιοδήποτε λόγο γινόταν, υπήρχαν τραγούδια, μουσική και χορός. Από αυτήν την άποψη, η σύγχρονη Ελλάδα και η αρχαία Ελλάδα θα μπορούσαν να συγκριθούν. Αλλά και πάλι, ακόμη και μια συντροφιά που διασκέδαζε και χόρευε χοροπηδώντας, ή που έφερνε επαγγελματίες χορευτές για να δώσουν μια παράσταση, πρέπει να είχε στο νου τα υπερκόσμια αρχέτυπα για τις γιορτές της. Αλλιώς δεν θα μπορούσαν να είχαν επινοήσει τους θεούς και τις ακολουθίες τους, όπως τον διονυσιακό θίασο, να χορεύουν, πράγμα που συμβαίνει σε πλήθος παραστάσεων που παρουσιάζουν μη ανθρώπινους χορευτές. Τα ίδια τα κύπελλα από τα οποία έπιναν στη γιορτή τους μπορούσαν κάλλιστα να ήταν διακοσμημένα με τέτοιες αρχετυπικές σκηνές χορού.

Τώρα που τόνισα τη σημασία της μουσικής ως κοινωνικής δύναμης, ιδιαίτερα στη θρησκεία, πρέπει να αναπτύξω αναλυτικά τι πιστεύω ότι έκανε η μουσική, πώς λειτουργούσε. Ας δούμε πρώτα ποιο ήταν το μήνυμα που περνούσε στις δημόσιες εκδηλώσεις. Όπως το έθεσε ο διάσημος ανθρωπολόγος Clifford Geertz, πολλά από αυτά τα μηνύματα ήταν ιστορίες που έλεγαν στους ίδιους τους εαυτούς τους σχετικά με τους εαυτούς τους». Είτε το μήνυμα απευθύνεται ευθέως στους θεούς, ή σε κανέναν συγκεκριμένα, στην πράξη οι μετέχοντες -αυτοί που έχουν ενεργό ρόλο και αυτοί που αποτελούν το κοινό-είναι που μιλούν ο ένας στον άλλον και επιβεβαιώνουν στους ίδιους τους εαυτούς τους τις αξίες και την κοσμοθεώρηση της κοινότητάς τους. Πολλά από αυτά τα ζητήματα είναι δύσκολο να εκφραστούν με λίγα λόγια και θα απαιτούσαν βαρύγδουπες ομιλίες. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ανάγκη να εξηγηθούν τα πάντα: αρκεί μόνο να υποδηλωθούν – σχεδόν όλοι οι παρόντες γνωρίζουν ήδη περί τίνος πρόκειται. Σε αυτές τις συνθήκες, το τραγούδι και ο χορός με τη συνοδεία οργάνων, αυτό που μόλις αποκάλεσα βελτιωμένες μορφές επικοινωνίας, είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικά. Η μουσική μπορεί να πει πολλά με σχετικά λίγα μέσα. Ένας χορός ένοπλων νέων της Αθήνας, οι οποίοι επιδεικνύουν την ανδρεία τους και τραγουδούν ένα τραγούδι, ας υποθέσουμε, για τη θεά Αθηνά που προστάτευε την πόλη τους, υποδηλώνει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο η κοινότητα βασίζεται στους νέους άνδρες που κατατάσσονται στα σώματα των υπερασπιστών της, για την ιδεολογική ενότητα των στρατιωτών και των πολιτών, για τη θεϊκή προστασία του άστεως από μια πολεμική θεά, για την ανάγκη να διατηρήσουν την καλή της διάθεση, κ.ο.κ. Το να εξηγήσει κανείς όλα αυτά με λεπτομέρειες σε ένα κείμενο θα ήταν συγκριτικά πολύ ανιαρό και λιγότερο πιθανό να μεταφέρει το μήνυμα στο ευρύ κοινό.

Ταυτόχρονα, η μουσική είναι κάτι περισσότερο από επικοινωνιακό εργαλείο. Σε έναν πολυθεϊστικό κόσμο, όπου υπάρχουν πολλαπλές μορφές λατρείας χωρίς αρκετή δύναμη να αναγκάσουν τους ανθρώπους να πάρουν μέρος σ’ αυτές, συναντούμε έναν διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ των λατρειών και μεταξύ των εκδηλώσεων με σκοπό την προσέλκυση κοινού. Μπορεί κάλλιστα να υπήρχαν κοινωνικές πιέσεις για να κάνουν τους ανθρώπους να επισκέπτονται ορισμένους τοπικούς ναούς και να υποστηρίζουν ορισμένες δημόσιες εκδηλώσεις, αλλά ιερά που απευθύνονται σε ένα μη τοπικό κοινό δεν έχουν ιδιαίτερη προσέλευση, επειδή οι άνθρωποι θέλουν να αποφεύγουν το κουτσομπολιό ή την κοινωνική απομόνωση. Επίσης, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι απλοί άνθρωποι ήταν σε θέση να συμμετάσχουν σε μικρό μέρος των εκδηλώσεων που παρουσιάζονταν» σε έναν τόπο – χωρίς καν να υπολογίσουμε τις μη τοπικές ειδικές εκδηλώσεις -, επειδή διαφορετικά δεν θα τους έμενε καθόλου χρόνος για να εργαστούν. Έτσι, οι τόποι και οι εκδηλώσεις ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για να προσελκύσουν ακροατήρια.

Πώς κινητοποιεί κανείς ένα κοινό; Τραβώντας την προσοχή του. Επιστρατεύονται όλων των ειδών τα θέλγητρα, από ειδικές ιερές πηγές, μέσω των λειψάνων μυθικών ηρώων, μέχρι μεγαλύτερα πανηγύρια – και, φυσικά, μέσω της παρουσίασης της καλύτερης μουσικής.

Η μουσική συμβάλλει στην προσέλκυση του ακροατηρίου, και όταν το ακροατήριο έχει κινητοποιηθεί η ίδια αυτή μουσική μεταφέρει αποτελεσματικά το μήνυμα για το οποίο ήθελε κάποιος να προσελκύσει αυτό το κοινό (δεν αρνούμαι ότι θα υπήρξαν επίσης αρκετά ιδιοτελείς λόγοι για την προσέλκυση ακροατηρίου, ή λόγοι που θα είχαν σχέση με την τοπική περηφάνια κ.λπ., αλλά αυτό δεν αποκλείει την ιδέα της δημιουργίας ενός κομβικού σημείου επικοινωνίας μεταξύ του ανθρώπου, του συνανθρώπου του και των θεών του).

Επίσης μπορεί να υπάρξει μια τρίτη πτυχή, η θυσία. Η θυσία είναι η βασική τελετή της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Απαντώνται διαφόρων ειδών προσφορές στην αρχαία Ελλάδα – προσφορά μέσω της πυράς, αλλά και προσφορές θυμιάματος, ειδών διατροφής, υγρών, αντικειμένων αξίας, γης, σκλάβων κ,λπ. Στην πραγματικότητα, ένα ιερό και καθετί μέσα σε αυτό αποτελούν μια προσφορά: πρόκειται για χώρο που παραχωρείται στους θεούς, όπου μπορεί να ιδρυθεί ένας ναός, συνήθως από την κοινότητα, ενώ άτομα και συλλογικότητες αναθέτουν άλλα κτίρια, μνημεία, αγάλματα και ειδώλια και άλλα έργα τέχνης ή τέχνεργα, από μεγάλα σε κλίμακα και ακριβά μέχρι μικροσκοπικά και πάμφθηνα. Ωστόσο, όπως μόλις είδαμε, υπάρχουν επίσης πολλών ειδών μη μόνιμες, φθαρτές θυσίες. Δεν είναι και τόσο παρατραβηγμένη η ιδέα ότι οι δραστηριότητες που απευθύνονται αποκλειστικά σε μια θεϊκή οντότητα, και οι οποίες συνήθως παίρνουν τη μορφή ενός διαγωνισμού, ενός αγώνα, είναι περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι προσφέρουν την ενέργεια και τη δεξιοτεχνία τους. Είτε πρόκειται για αγώνες δρόμου, πυγμαχία, πάλη, παίξιμο του αυλού, χορό και τραγούδι στο πλαίσιο του χορού του δράματος, είτε για την παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου δραματικού έργου, όλα είναι δώρα για τους θεούς (οτιδήποτε άλλο και αν είναι ταυτόχρονα).

Θα περίμενε κανείς ότι η μορφή του διαγωνισμού είχε επιλεχθεί επειδή ένας διαγωνισμός κινητοποιεί όλους και όλες να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ο αγωνιστικός χαρακτήρας της αρχαιοελληνικής κοινωνίας θα ήταν έτσι το αποτέλεσμα αυτής της σημασίας του αγώνα στη θρησκευτική λατρεία, και όχι ένα γενικό χαρακτηριστικό που τους έκανε να δίνουν στα πάντα τη μορφή διαγωνισμού. Φυσικά, η άποψη άτι παλεύουν μεταξύ τους έτσι ώστε να παρουσιάσουν στους θεούς τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα δεν στοχεύει να εξηγήσει την ίδια την ιδέα ενός διαγωνισμού: οι άνθρωποι έρχονταν αντιμέτωποι ώστε να δουν ποιος ήταν δυνατότερος κ.ο.κ. από τα βάθη του χρόνου – αυτό όμως καθιστά τους Έλληνες εξίσου ανταγωνιστικούς με οποιονδήποτε άλλον. Θεωρώ ότι η σημασία του διαγωνισμού στο πλαίσιο της θρησκείας τους ήταν αυτό που με τον καιρό τούς έκανε να φαίνονται ότι έχουν έναν ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό χαρακτήρα.

Η μουσική της αρχαίας Ελλάδας έχει χαθεί – σώζονται μόνο σπαράγματα από τα μέρη που την αποτελούσαν: χορική ποίηση, ή μάλλον οι λέξεις των ποιημάτων που κάποτε ήταν χορικά, μικροσκοπικά αποκόμματα μουσικής σημειογραφίας και πολλή μουσική θεωρία. Από το χορό, όμως, δεν μας έχει απομείνει τίποτα απολύτως. Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια: ο χορός ήταν τόσο σημαντικός που έχουμε αμέτρητα κείμενα σχετικά με το χορό ή στα οποία αναφέρεται ο χορός, και αμέτρητες εικόνες. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα; Ναι, όσον αφορά τις χορευτικές κινήσεις. Τα κείμενα δεν προσφέρουν λεπτομερείς περιγραφές, δεν υπάρχει ούτε ένα που να αναφέρεται στην τεχνική του χορού ως σωματικής κίνησης, για να μη μιλήσουμε για χορογραφίες, και οι εικόνες είναι όλες στατικές και ως επί το πλείστον ιδιαιτέρως συμβατικές. Τίποτα από αυτά δεν θα μας βοηθήσει να αναπαραστήσουμε έστω και ένα μόνο βήμα του αρχαίου ελληνικού χορού. Φυσικά, μπορούμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις – που όμως θα παραμείνουν απλώς υποθέσεις εάν δεν προκύψουν νέα στοιχεία15. Κάποιες από αυτές είναι πολύ πιθανά να είναι σωστές: δεν υπάρχουν πολλά που να μπορεί να κάνει κανείς με το ανθρώπινο σώμα, γι’ αυτό οι χορευτικές κινήσεις σε όλον τον κόσμο μοιάζουν εκπληκτικά μεταξύ τους. Αλλά ακόμη και αν μαντέψουμε ατομικές κινήσεις, αυτές δεν καταλήγουν σε μια χορογραφία. Ορισμένοι έχουν ισχυριστεί ότι έχουν αναπαραστήσει μικρές χορογραφίες, ή τουλάχιστον σειρές κινήσεων, από την αρχαιοελληνική τέχνη, ειδικά από τις αγγειογραφίες. Οι μορφές που χορεύουν σε ένα αγγείο υποτίθεται ότι ήταν ζωγραφισμένες σαν καρέ από ταινία κινουμένων σχεδίων. Ωστόσο, αυτά δεν είναι παρά ευσεβείς πόθοι – για να κάνουμε τις αρχαίες εικόνες να κινούνται πρέπει να κακομεταχειριστούμε και να εκμεταλλευτούμε τα τεκμήρια.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι δεν χρειάζεται να αναπαραστήσουμε τον αρχαιοελληνικό χορό, επειδή κατάλοιπά του υπάρχουν ακόμη: αναφέρουν όλων των ειδών τις επιβιώσεις, αλλά φυσικά περισσότερο χορούς στη σύγχρονη Ελλάδα ή σε περιοχές που ήταν κάποτε ελληνόφωνες. Αυτό, όμως, είναι μια αμφίβολη διαδικασία: δεν υπάρχει μια μοναδική παράδοση, ειδικά μια άγραφη παράδοση, όπου τα πράγματα να επιβιώνουν αναλλοίωτα – αν ο ελληνικός χορός επιβίωσε για αιώνες, αλλά έχει αλλάξει στη διαδικασία, δεν έχει χρησιμότητα στην αναδόμηση των αρχικών του φάσεων, εκτός και αν μπορούμε να τεκμηριώσουμε όλες τις αλλαγές, πράγμα που δεν είναι δυνατόν να κάνουμε, επειδή δεν υπάρχει αδιάσπαστη σειρά τεκμηρίων, για παράδειγμα, από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως τον 18ο αιώνα μ.Χ. Οι αλλαγές είναι πολύ πιθανές επειδή η Ελλάδα δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απομονωμένος τόπος, όπου δεν έχει συμβεί τίποτα από την Ύστερη Αρχαιότητα και μετά. Πράγματι, η ζωτικότητα της σημερινής Ελλάδας, όπως και εκείνη της αρχαίας Ελλάδας, απορρέει από το γεγονός ότι η χώρα βρισκόταν πάντοτε οτο σταυροδρόμι μεταξύ της Ιταλίας και της δυτικής Μεσογείου, της κεντρικής Ευρώπης, της Ασίας και της Εγγύς Ανατολής, και της Αφρικής. Γιατί αυτή η ιστορία δεν θα έπρεπε να έχει αφήσει ίχνη στη χορευτική παράδοση της Ελλάδας, όταν στη μουσική, τη γλώσσα, στην κουζίνα, κλπ. διακρίνονται άφθονα ίχνη τέτοιων επιρροών; Γι’ αυτούς που θέλουν να συνεχίσουν να ονειρεύονται για τα κατάλοιπα της αρχαίας Ελλάδας, ίσως να είναι φρόνιμο να σκεφτούν ότι οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πειστεί ότι μεγάλο μέρος της μουσικής και του χορού τους απέρρεε από μη ελληνικές πηγές, και προφανώς καμάρωναν γι’ αυτό.

Έτσι, ο αρχαίος ελληνικός χορός ως κίνηση χάθηκε. Είναι κρίμα που δεν έχουμε στοιχεία για να ταιριάξουμε τις αναπαραστάσεις ορισμένων μουσικών κομματιών – προβληματικές αναπαραστάσεις, αλλά που πάλι είναι δυνατόν να μας δώσουν κάποια ιδέα ενός ηχογράμματος. Ένας αρχαιοελληνικός χορός που θα παρουσιαζόταν με περισσότερη ή λιγότερη αξιοπιστία θα ικανοποιούσε την ανθρώπινη λαχτάρα να αναστήσει το παρελθόν. Αλλιώς δεν θα αποτελούσε και μεγάλη βοήθεια: είμαστε ένα σύγχρονο ακροατήριο και μπορούμε να παρατηρούμε μόνο με σύγχρονο βλέμμα σε κάποια σύγχρονα συμφραζόμενα. Ένα άτομο με πολλές γνώσεις ίσως να είναι σε θέση να δει κάτι που προοριζόταν για το πρωτότυπο κοινό. Υπάρχει όμως τέτοιο άτομο: Στην καλύτερη περίπτωση, το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήγαμε θα μας οδηγούσε στο να μάθουμε ορισμένα από τα πράγματα που ήδη ξέρουμε, αυτά που μας λένε οι πηγές μας: πού και πότε ήταν κατάλληλος ο χορός, πόσο σημαντικός ήταν, τι λειτουργίες υποτίθεται ότι πληρούσε, ποιοι ήταν οι χορευτές μεταξύ θεών και ανθρώπων, κ,λπ. Μπορούμε να μάθουμε σχεδόν για κάθε πτυχή του χορού – εκτός από το πώς ήταν με λεπτομέρειες.

Ας μην είμαστε υπεραισιόδοξοι: οι πληροφορίες μας συχνά έχουν ελλείψεις, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες πτυχές της αρχαίας κοινωνίας. Οι πηγές πρέπει να εξετάζονται στα συμφραζόμενα τους και πρέπει να διατηρήσουμε ιδιαιτέρως κριτική στάση – ο χορός δεν διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο ζήτημα από αυτήν την άποψη. Αλλά με την κατάλληλη επιμέλεια, μπορούμε να γράψουμε μια μελέτη για το χορό στην αρχαία Ελλάδα. Είναι κάτι που έχει ήδη γίνει και μπορεί να ξαναγίνει. Και πάλι, θα προτιμούσα να μη δω το χορό να αποτελεί το θέμα μιας μονογραφίας, αλλά να αναλύεται ως μέρος της μουσικής, και τη μουσική με τη σειρά της ως μέρος της ζωής της αρχαίας κοινωνίας. Φυσικά, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό δεν είναι και πολύ πρακτικό: ενώ ξέρουμε ότι ο χορός δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο, θα έπρεπε παρ’ όλα αυτά να το απομονώσουμε, όπως κάνουμε με το εμπόριο των σιτηρών, τη γλυπτική και τη νομοθεσία, ώστε να γίνουν όλα εύχρηστα. Πράγματι, αλλά η απομόνωση της μουσικής, ή των συ στατικών της, είναι ενδεχομένως μεγάλη διαστρέβλωση. Εξάλλου, παρόλο που αναμφισβήτητα μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε κάτι καινούριο στους αιώνες μελετών που έχουν προηγηθεί, γιατί να μην ενσωματώσουμε τη μουσική στις αφηγήσεις μας για την αρχαία Ελλάδα, με τέτοιον τρόπο που ένας αρχαίος Έλληνας να αναγνώριζε την εικόνα μας της κοινωνίας του ως μια ωραία προσέγγιση οτο πραγματικό;


 


*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ», τεύχος 90

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s