ΑΦΡΟΔΙΤΗ


kion1AΦΡΟΔΙΤΗ

Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΘΕΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

       Χαρίτα Μήνη

 

Oυρανία, πολυτραγουδισμένη Aφροδίτη, γενέτειρα θεά,
συ τις τρεις μοίρες κυβερνάς και τα πάντα γεννάς,
όσα στον ουρανό υπάρχουν και στην πολύκαρπη τη γη
και στο βυθό του πόντου, Mητέρα των Eρώτων,
έλα, γέννημα θεϊκό της Kύπρου…[1]

(Oρφικός Ύμνος στην Αφροδίτη)

      Η γοητευτική μορφή της θεάς, αισθησιακή και γεμάτη μυστήριο, μου έδωσε την έμπνευση να ψηλαφήσω τις ποικίλες διαστάσεις της μέσα από τα αρχαία κείμενα, τη μυθολογία και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Έγινε έτσι το έναυσμα να διεισδύσω στα βάθη του χρόνου για να ανακαλύψω έναν αλλιώτικο κόσμο -τις ειρηνικές, αταξικές, προπατριαρχικές κοινωνίες που τιμούσαν το Θηλυκό και τον έρωτα.

     Ξεπροβάλλουν μέσα από τη μυθική περιγραφή του Ησίοδου για μια περίοδο στο παρελθόν όπου οι άνθρωποι ζούσαν χαρούμενα και αρμονικά απολαμβάνοντας την αφθονία των καρπών που τους έδινε η γη (Έργα και Ημέραι, στ. 109 κ.ε.). Τους ονομάζει Χρυσό Γένος κι ο νους μου πηγαίνει στη «χρυσή Αφροδίτη», όπως την αποκαλούσαν στην αρχαιότητα. Ο φιλόσοφος Εμπεδοκλής επιβεβαιώνει τις σκέψεις μου, καθώς μιλά για τις γυναίκες και τους άνδρες μιας παλιότερης εποχής:

Συνέχεια

ΛΥΚΕΙΟ – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ


kion1ΛΥΚΕΙΟ – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

 

Ομώνυμο κεφάλαιο από το έργο του Α. Β. Γιαννικόπουλου

«Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ»

 

Το 335 π.Χ., ο Αριστοτέλης ίδρυσε στην Αθήνα τη δική του σχολή, αφού πρώτα απέκτησε πλούσιες περί την εκπαίδευση εμπειρίες, α) Θήτευσε επί είκοσι (20) ολόκληρα χρόνια στην Ακαδημία, όπου μαθήτευσε πλησίον του Πλάτωνα, αλλά και δίδαξε και συνέγραψε ποικίλου περιεχομένου βιβλία.

β) Χρημάτισε δάσκαλος του μετέπειτα Μ. Αλεξάνδρου επί 2-3 χρόνια1, γ) Πέντε (5) έτη έζησε στη Μυτιλήνη και στη Μικρασιατική Άσσο, διδάσκοντας νέους και ερευνώντας τα έμψυχα και άψυχα όντα.

Η νέα φιλοσοφική σχολή της Αθήνας κτίστηκε ανάμεσα στο Λυκαβηττό και τον Ιλισσό, δίπλα στο Λύκειο γυμνάσιο, από το οποίο πήρε και την ονομασία της. Εκτός όμως από Λύκειο, το Αριστοτελικό σχολείο είναι γνωστό κι ως «Περίπατος» και οι προερχόμενοι απ’ αυτό φιλόσοφοι «περιπατητικοί». Από πού άραγε προήλθε η δεύτερη ονομασία της σχολής;

α) Απ’ ό, τι είπαμε για τα γυμνάσια της Αθήνας σε προηγούμενο κεφάλαιο, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε το λόγο. Υπενθυμίζουμε ότι σε καθένα από τα τρία (3) γυμνάσια της κλασικής Αθήνας υπήρχε μακρόστενος χώρος με κιονοστοιχία δεξιά κι αριστερά και στέγαστρο, γνωστός ως «περίπατος». Σ’ αυτόν κατέφευγαν οι επισκέπτες του γυμνασίου όταν ο ήλιος έκαιγε ή ο ουρανός ξαλάφρωνε τα βαριά σύννεφα από το υγρό τους φορτίο. Φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης συνήθιζε, όπως άλλωστε μας πληροφορεί ο Διογένης Λαέρτιος, να διδάσκει σ’ αυτό το χώρο2 κι όταν οι καιρικές συνθήκες δεν ήσαν και τόσο δυσμενείς.

β) Άλλοι λένε ότι ο φιλόσοφος συνήθιζε, όπως ο Πρωταγόρας στην αυλή της οικίας του Καλλία3, να διδάσκει περιπατώντας, περιστοιχιζόμενος από τους μαθητές του. Απ’ αυτή του τη συνήθεια η σχολή ονομάστηκε Περίπατος.

Ποια από τις δύο εκδοχές είναι η επικρατέστερη; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, αν και για την πρώτη υπάρχει γραμματειακή μαρτυρία. Έχουμε τη γνώμη ότι κι η δεύτερη δεν πρέπει ν’ απορριφθεί. Επομένως ο συνδυασμός των δύο είναι προτιμότερος. Τη στιγμή που η πρώτη ερμηνεία της δεύτερης ονομασίας της Αριστοτελικής φιλοσοφικής σχολής είναι τεκμηριωμένη, απομένει να υποστηρίξουμε με λογικά επιχειρήματα τη δεύτερη άποψη για την ονομασία της ως Περιπάτου.

Συνέχεια

ΑΚΑΔΗΜΙΑ – ΠΛΑΤΩΝ


kion1ΑΚΑΔΗΜΙΑ-ΠΛΑΤΩΝ

 

Ομώνυμο κεφάλαιο από το έργο του Α. Β. Γιαννικόπουλου

«Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ»

Απ’ όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος, η Ακαδημία υπήρξε δίχως άλλο το μακροβιότερο, αν όχι και το σημαντικότερο. Ιδρύθηκε από τον Πλάτωνα το 387 π.Χ. και, αφού λειτούργησε επί 1.000 περίπου χρόνια, έκλεισε οριστικά τις πύλες του το δεύτερο τέταρτο του 6ου μ.Χ. αιώνα. Αιτία, ως γνωστό, υπήρξε το περίφημο Διάταγμα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, που εκδόθηκε το 529, με σκοπό να σβήσει και τις τελευταίες πνευματικές εστίες του Ελληνισμού’ ν’ αφανίσει τα δύο μεγάλα πανεπιστήμια του αρχαίου κόσμου, της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας. Το κλείσιμο της Ακαδημίας υπήρξε, αναντίρρητα, πλήγμα για τη «θύραθεν» παιδεία. Είχε πολλά δεχθεί στο παρελθόν χτυπήματα από τους χριστιανούς ηγέτες της αυτοκρατορικής Ρώμης· το Διάταγμα όμως στάθηκε μοιραίο για τη σχολή και οδυνηρότατο για την ελληνική ανώτερη εκπαίδευση, Έκτοτε, θα παρέλθουν πολλοί αιώνες ταραγμένου βίου, ώσπου να καταφέρει ο Ελληνισμός ν’ ανεγείρει το πρώτο του πανεπιστήμιο, το σημερινό (1837), όχι πολύ μακριά από την αρχαία Ακαδημία.

Πέρα από τις λίγες πληροφορίες, τις οποίες εκθέσαμε ήδη στην προηγούμενη παράγραφο, δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για την περίφημη σχολή της αρχαιότητας. Ευτυχώς, όμως (υποθέτουμε ότι) γνωρίζουμε πώς έφτασε ο Πλάτων στην απόφαση να διδάξει φιλοσοφία σε μόνιμο, όπως κι ο Ισοκράτης, τόπο και κτήριο. Στην αρχή, λένε οι πηγές, ο φιλόσοφος προοριζόταν για πολιτικός ή τραγικός ποιητής, αλλά τράπηκε προς τη φιλοσοφία όταν άκουσε κάποια ημέρα το Σωκράτη να διδάσκει. Έκαψε μάλιστα όσα ποιήματα είχε γράψει ως τότε1 και τον ακολούθησε2 ως πιστός κι αφοσιωμένος μαθητής από το 407 ως το 399. Αλλ’ όταν ο Σωκράτης κατηγορήθηκε γι’ αθεΐα και διαφθορά της νεολαίας και καταδικάστηκε σε θάνατο, ως άλλος Πέτρος, απαρνήθηκε το διδάσκαλό του κι από το φόβο των Αθηναίων εγκατέλειψε μαζί μ’ άλλους την πόλη. Αφού μάλιστα ως περιπλανώμενος Ιουδαίος γύρισε σε διάφορες χώρες, μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια της σκέψης του, κατέληξε τελικά στην Κάτω Ιταλία. Είναι μάλλον βέβαιο ότι η επίσκεψη κι η παραμονή του στη Μ. Ελλάδα του έδωσε την ιδέα να ιδρύσει φιλοσοφική σχολή στην Αθήνα, αλλά δεν είναι λογικό ν’ αποκλειστούν κι άλλες εκδοχές, οι ακόλουθες:

Συνέχεια

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


kion1Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Ἀλλοίωσις ή ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ;*

 

W. A. Heidel

 

Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αυτό το σημαντικό θέμα ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει διερευνηθεί με κάθε λεπτομέρεια, μολονότι τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας – πρώιμης και μεταγενέστερης – περιέχουν αφθονία χωρίων που αναφέρονται συγκεκριμένα σ’ αυτό, ή το προσεγγίζουν με τρόπο γενικό και έμμεσο. Οι αρχαίοι ελληνικοί όροι γι’ αυτό το είδος της μεταβολής είναι ουσιαστικά ἀλλοίωσις ή ἑτεροίωσις, καθώς και τα ομόρριζά τους. Ο δεύτερος στη σειρά όρος, αν και εμφανίζεται μία μόνο φορά στον Αριστοτέλη[1], είναι πιθανόν ο αρχαιότερος από τους δύο. Γενικά, ο όρος ἀλλοίωσις αντιπροσωπεύει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη· γι’ αυτό και στην ανάλυση που ακολουθεί θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά αυτός, μολονότι οι δύο όροι είναι ουσιαστικά συνώνυμοι.

Σε γενικές γραμμές, ο όρος ἀλλοίωσις δηλώνει τη μεταβολή και ειδικότερα μεταβολή ως προς την όψη ή ως προς κάποια ποιότητα. Από μόνος του όμως δεν αναφέρεται καθόλου στον τρόπο ή τη διαδικασία με την οποία ένα συγκεκριμένο αντικείμενο – με οποιαδήποτε χαρακτηριστικά – παύει να έχει τον χαρακτήρα που είχε και αποκτά κάποιον άλλο. Ορισμένες μάλιστα φορές ο συγγραφέας που χρησιμοποιεί τον όρο εμφανέστατα δεν έχει κατά νου μια σαφή και ξεκάθαρη ιδέα, την οποία ενδιαφέρεται να εκφράσει δεν είναι επίσης διόλου απίθανο οι αρχαιότεροι φιλόσοφοι να μη σπουδαιολογούσαν καν τη χρήση αυτού του όρου. Γίνεται όμως φανερό ότι ο όρος ἀλλοίωσις, γενικά, χρησιμοποιείται από μεταγενέστερους Έλληνες φιλοσόφους με τη σημασία που έχει στα αριστοτελικά έργα.

Συνέχεια

ΗΜΕΙΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΙ


kion1ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ

(Ιωάννης Συκουτρής)

Στο έργο «ΗΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ»

του Tadeusz Zielinski

Λήψη του αρχείου

§1. Ὁ σημερινός δυτικός πολιτισμός, γέννημα καί ἐξέλιξις τῶν πολιτιστικῶν στοιχείων πού μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ Ἀρχαιότης, καί ἑπομένως, εἰς τάς γενικάς του γραμμάς, ὑπεράνω ἐθνικῶν καί γλωσσικῶν ὁρίων εὔρισκομενος, δίδει καί εἰς τό πρόβλημα τῆς σχέσεώς μας πρός τήν Ἀρχαιότητα, ὡς πολιτιστικήν καί ἐκπαιδευτικήν ἀξίαν, κοινήν δι’ ὅλα τά ἔθνη μορφήν. Καί ὅμως ἀναλόγώς της θέσεως, πού ἱστορικῶς ἀπέναντί της Ἀρχαιότητος κατέχει ἕκαστον ἔθνος, ἀναλόγώς της σχέσεώς του πρός τήν κληρονομιάν αὔτης, καθοριζομένην ἀπό τά ἰδιάζοντα εἰς ἕκαστον χαρακτηριστικά, ἀναλόγως πρός ἄλ- λᾶς ἐνδοεθνικᾶς προϋποθέσεις καί συνθήκας, ρυθμίζονται καί ἡ ἐμφάνισις τοῦ προβλήματος τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν καί αἱ ἑκάστοτε προβαλλόμεναι λύσεις αὔτοῦ. Ἐξ ἄλλου τό ἀνθρωπιστικόν ζήτημα – διά νά τό ὀνομάσω τοιουτοτρόπως συντομίας χάριν – ἀποτελεΐ ἕν ἀπό τά πολλά ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἕκαστου ἔθνους καί εὑρίσκεται εἰς τελείας ἀλληλεξαρτήσεως σχέσιν πρός αὐτά.

Διά τήν Ἑλλάδα, ὡς ἱστορικόν – ὄχι ἁπλῶς πολιτιστικόν – κληρονόμον τοῦ ἑλληνιμοΰ, παρουσιάζει τό πρόβλημα πολύ περισσοτέρας ἰδιαιτέρας φάσεις, πού εἶναι ἀπαραίτητον νά ἐξετασθοῦν ἐδῶ ὡς συμπλήρωμά της ἀπό καθαρῶς εὐρωπαϊκής ἀπόψεως ἐκθέσεως τοῦ ζητήματος ὑπό του Zielinski.

  Συνέχεια