ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΩΝ ΜΙΛΗΣΙΩΝ


 

kion1Οι Θεωρίες των Μιλησίων

 

(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του G.E.R. LLOYD

«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» – ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ)

 

Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναλύθηκαν ο γενικός χαρακτήρας και η σημασία του στοχασμού των Μιλησίων. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε λεπτομερέστερα ορισμένες από τις συγκεκριμένες θεωρίες και εξηγήσεις που υποστήριζαν. Το υλικό μας χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: έχουμε, αφ’ ενός, θεωρίες που πραγματεύονται επιμέρους φαινόμενα ή προβλήματα, όπως είναι η φύση του κεραυνού και της αστραπής, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα άστρα ή το γιατί η Γη παραμένει ακίνητη και, αφ’ ετέρου, θεωρίες γενικού κοσμολογικού περιεχομένου. Το γεγονός ότι μας έχουν παραδοθεί τόσες θεωρίες της πρώτης κατηγορίας οφείλεται εν μέρει στα ενδιαφέροντα των δοξογραφικών πηγών στις οποίες βασιζόμαστε. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι οι Μιλήσιοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σπάνια ή τα εντυπωσιακά φυσικά φαινόμενα. Αυτό μπορεί ως έναν βαθμό να οφείλεται στην επιθυμία τους να ερμηνεύσουν με φυσιοκρατικό τρόπο φαινόμενα που γενικά πιστευόταν ότι ελέγχονται από τους θεούς. Ο Ζευς εξουσίαζε τον κεραυνό και ο Ποσειδών τους σεισμούς, ενώ ο Άτλας κρατούσε τη Γη στους ώμους του. Αυτή η απόπειρα να δοθούν φυσιοκρατικές ερμηνείες θα κρίνονταν κυρίως από την επιτυχία ή την αποτυχία της να εξηγήσει φαινόμενα που γενικά αποδίδονταν στη δράση υπερφυσικών δυνάμεων. Έτσι ο Θαλής διατύπωσε, όπως είδαμε, τη θεωρία ότι οι σεισμοί παράγονται όταν η Γη κλυδωνίζεται πάνω στο νερό στο οποίο επιπλέει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι οι κεραυνοί προκαλούνται από τον άνεμο και ότι οι αστραπές δημιουργούνται όταν τα σύννεφα σχίζονται στα δύο. Όσο απλοϊκές και αν ακούγονται αυτές οι ερμηνείες, η σημασία τους δεν έγκειται τόσο στο καθαυτό περιεχόμενό τους όσο στο ότι αποκλείουν τις αυθαίρετες βουλές και τα σχεδόν ανθρώπινα κίνητρα των ανθρωπόμορφων θεών.

Εξ άλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις οι Μιλήσιοι προχώρησαν πολύ περισσότερο από την απλή σύγκρουση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τη δράση του υπερφυσικού στοιχείου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο παραδείγματα από τον Αναξίμανδρο. Το πρώτο είναι η απόπειρα του να δώσει μια ερμηνεία των ουράνιων σωμάτων περιγράφοντάς τα ως πύρινους δακτυλίους. Οι ίδιοι οι δακτύλιοι δεν είναι ορατοί, καθώς περιβάλλονται από αέρια, έχουν όμως ανοίγματα μέσω των οποίων διακρίνονται τα ουράνια σώματα: αυ­τό που εμείς βλέπουμε ως αστέρα είναι σαν μια οπή σε έναν τεράστιο ουράνιο τροχό σαν του ποδηλάτου. Ο Αναξίμανδρος δεχόταν την ύπαρξη τριών τέτοιων δακτυλίων: για τον Ήλιο, τη Σελήνη και τους αστέρες: οι διάμετροί τους εί­ναι, αντίστοιχα, 27, 18 και 9 φορές μεγαλύτερες από τη διάμετρο της Γης. Η Γη περιγράφεται σαν ένας κύλινδρος με ύψος ίσο προς το 1/3 της διαμέτρου της επίπεδης επιφάνειάς του και παραμένει ακίνητη στο κέντρο των δακτυλίων. Το φαινόμενο των εκλείψεων του Ηλίου και της Σελήνης αποδίδεται σε απόφραξη των στομίων μέσω των οποίων γίνονται ορατά τα δύο αυτά ουράνια σώματα. Πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα: δεν διευκρινίζεται καθόλου πώς γίνεται αντιληπτός ο κύκλος ή σφαίρα των απλανών αστέρων, δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά στους πλανήτες και, όλως παραδόξως, οι απλανείς τοποθετούνται εσωτερικά του Ηλίου και της Σελήνης. Ωστόσο, η σπουδαιότητα αυτής της θεωρίας έγκειται στο ότι υπήρξε η πρώτη προσπάθεια διατύπωσης ενός μηχανικού μοντέλου για τα ουράνια σώματα στην αρχαία ελληνική αστρονομία.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι η θεωρία που διατύπωσε ο Αναξίμανδρος για την καταγωγή των ζώων εν γένει και του ανθρώπου ειδικότερα, ένα θέμα που επίσης αποτελούσε αντικείμενο διαφόρων διαδεδομένων μύθων στην αρχαία Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, που, όταν όλο το ανθρώπινο γένος εξολοθρεύθηκε από τον κατακλυσμό, δημιούργησαν ξανά τους άνδρες και τις γυναίκες ρίχνοντας πίσω τους πέτρες. Σε άλλους μύθους, το ανθρώπινο είδος προβάλλεται ως συγγενικό των θεών και ως προερχόμενο από αυτούς. Όπως είναι αναμενόμενο, η προσέγγιση του Αναξιμάνδρου στο θέμα αυτό ήταν πολύ διαφορετική. Σύμφωνα με μια αναφορά του δοξογράφου Ιππολύτου, που έζησε τον 3ο μ.Χ. αιώνα, ο Αναξίμανδρος υποστήριξε ότι η ζωή εμφανίζεται αρχικά στο υγρό στοιχείο υπό την επίδραση του Ηλίου. Πίστευε αναμφίβολα, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, ότι τα ζώα ήταν δυνατόν να γεννηθούν αυτόματα σε ορισμένες ουσίες και υπό ορισμένες συνθήκες και η αντίληψη αυτή αποτέλεσε τη βάση μιας θεωρίας για την καταγωγή των ζώων εν γένει. Διατύπωσε επίσης την άποψη ότι ο άνθρωπος προήλθε από άλλο ζώο, συγκεκριμένα ένα είδος ψαριού. Μια άλλη πηγή μας, ο Πλούταρχος (Συμποσιακών προβλημάτων βιβλία Η’, 8, 4, 730e), αναφέρεται σχετικά στον γαλέο, ένα είδος καρχαρία, ο οποίος παρουσιάζει το αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό ότι το έμβρυο συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με έναν σχηματισμό τύπου πλακούντα στον ωαγωγό της μητέρας. Πολλοί μελετητές θεωρούν απίθανο να είχε υπ’ όψιν του ο Αναξίμανδρος το συγκεκριμένο είδος, αλλά αν η αναφορά του Πλουτάρχου έχει κάποια βάση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο φιλόσοφος γνώριζε την ύπαρξη το)ν ζωοτόκων θαλάσσιων οργανισμών.

Εκείνο, όμως, που έχει σημασία δεν είναι τόσο το ερώτημα ποια μπορεί να ήταν, αν υπήρχε, η εμπειρική βάση της θεωρίας του Αναξιμάνδρου όσο η συλλογιστική βάσει της οποίας ο φιλόσοφος έφτασε στη διατύπωσή της. Αφετηρία πρέπει να ήταν η παρατήρηση ότι, για να μπορεί ένα ανθρώπινο βρέφος να αυτοσυντηρείται, πρέπει να παρέλθει μεγάλο διάστημα από τη γέννησή του. Φαίνεται ότι, κατά την εκτίμηση του Αναξιμάνδρου, αυτό δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες σε εκείνους που πρέσβευαν ότι ο άνθρωπος προέκυψε με την ξαφνική εμφάνιση στη Γη νεαρών ατόμων του είδους. Προτίμησε να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι πρέπει αρχικά να προήλθαν από ένα άλλο είδος ζώου που μπορούσε να τους φροντίζει για αρκετό διάστημα μέχρι να αποκτήσουν αυτάρκεια. Ο Αναξίμανδρος, όπως εξ άλλου και κανένας άλλος αρχαίος Έλληνας διανοητής, δεν ανέπτυξε μια συστηματική θεωρία της εξέλιξης των φυσικών ειδών συνολικά. Ωστόσο, όπως δείχνει το παράδειγμα αυτό, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι άρχισαν από νωρίς να προβληματίζονται για την καταγωγή του ανθρώπινου είδους και την εξέλιξη του ανθρώπου από τη φύση στον πολιτισμό.

Οι τρεις βασικές θεωρίες που αποδίδονται στους Μιλήσιους στοχαστές είναι οι γενικότερες κοσμολογίες τους, που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφορούσαν την «υλική αρχή» των πραγμάτων. Θεωρείται γενικά ότι η αρχή αυτή ήταν για τον Θαλή το νερό, για τον Αναξίμανδρο το «άπειρο» και για τον Αναξιμένη ο αέρας. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι ότι δεν τους απασχόλησε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα, αλλά μάλλον τρεις ελαφρώς διαφορετικές εκδοχές του. Ποιο ερώτημα, αναρωτιέται κανείς, μπορεί να είχε θέσει στον εαυτό του ο Θαλής; Ασφαλώς όχι αυτό που διατύπωσε ο Αριστοτέλης και, πάντως, όχι με τους όρους που χρησιμοποιεί όταν σχολιάζει στο Μετά τα φυσικά (983b 6 κ. εξ.) ότι

οι περισσότεροι από τους πρώτους φιλοσόφους πίστευαν ότι οι υλικές αρχές είναι οι μόνες αρχές των πάντων γιατί αυτό από το οποίο προέρχονται όλα όσα υπάρχουν, αυτό από το οποίο γίνεται ένα πράγμα και στο οποίο αποσυντίθεται σε τελευταία ανάλυση, με την ουσία του να διατηρείται, αλλά με τις ιδιότητές του να αλλάζουν, αυτό λένε είναι το στοιχείο και η πρώτη αρχή όλων των πραγμάτων που υπάρχουν.*

 

29

Οι όροι «υλική αρχή», «ουσία», «ιδιότητα» και «στοιχείο» εμφανίζονται για πρώτη φορά στη φιλοσοφία τον 4ο π.Χ. αιώνα και είναι αδύνατον να είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Μιλησίους.

Από την άλλη πλευρά, τίποτε, ασφαλώς, δεν εμπόδιζε τον Θαλή να έχει, π.χ., την απορία ποια ήταν η προέλευση ή η αρχή των πραγμάτων. Στο κάτω- κάτω, ο Ησίοδος είχε ήδη διακηρύξει στη Θεογονία (116) του ότι «Ἤτοι μέν πρώτιστα Χάος γένετ’» για να περιγράψει κατόπιν πώς δημιουργήθηκαν οι θε­οί και οι άλλες προσωποποιημένες οντότητες, συνδέοντάς τους όλους μαζί σε ένα εκτεταμένο οικογενειακό δένδρο. Ο Θαλής θα μπορούσε, επομένως, κάλλιστα να έχει διερωτηθεί ποια ήταν η προέλευση των πραγμάτων υπό την έννοια της πρώτης αρχής αν και η απάντηση που έδωσε στο ερώτημα αυτό ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από εκείνην του Ησιόδου, καθώς δεν επικαλούνταν ένα μυθικό χάος αλλά μια συνηθισμένη ουσία, το νερό.

Αλλά αν το πρόβλημα αυτό απασχόλησε ενδεχομένως -ή, μάλλον, σχεδόν σίγουρα- τον Θαλή, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι ο Μιλήσιος σοφός ερεύνησε επίσης κατά πόσο ή υπό ποια έννοια το νερό εξακολουθεί να αποτελεί συστατικό των διαφόρων ουσιών στον κόσμο που μας περιβάλλει. Πίστευε ότι η καρέκλα στην οποία καθόταν ή το ψωμί που έτρωγε ήταν φτιαγμένα από νερό; Είναι βέβαιο ότι, λίγο μετά τον Θαλή, ο Αναξιμένης πίστευε κάτι ανάλογο, θεωρώντας όμως τον αέρα, και όχι το νερό. ως την πρωταρχική ουσία. Ωστόσο, όπως θα δούμε, ο Αναξιμένης περιέγραψε συγκεκριμένα τις μεταβολές που υφίσταται ο αέρας για να εμφανιστεί, π.χ., ως χώμα ή ως πέτρα. Στις πηγές μας δεν υπάρχουν αναφορές για το πώς ο Θαλής θα εξηγούσε κάτι τέτοιο. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια αν αυτό οφείλεται απλώς στα κενά των πληροφοριών που υπάρχουν ή αν το πρόβλημα αυτό δεν απασχόλησε καθόλου τον Θαλή. Πάντως, αν συνδυάσουμε τα ομολογουμένως αποσπασματικά στοιχεία για την εξέλιξη της σκέψης των Μιλησίων και, ειδικότερα τα στοιχεία που αφορούν τον Αναξίμανδρο, η δεύτερη εξήγηση φαίνεται πιο πιθανή. Παρά τη μαρτυρία του Αριστοτέλη, φαίνεται ότι, ενώ ο Θαλής έθεσε το ερώτημα περί της πρώτης αρχής και απάντησε σε αυτό. το πρόβλημα πώς ή με ποιον τρόπο η πρωταρχική ουσία εξακολουθεί να ενυπάρχει στα αντικείμενα που μας περιβάλλουν προέκυψε μόνον ως αποτέλεσμα περαιτέρω διερεύνησης.

Ο Αναξίμανδρος διατύπωσε τη θεωρία ότι πρωταρχή του κόσμου δεν ήταν κάποια συγκεκριμένη ουσία, αλλά κάτι απροσδιόριστο, το οποίο ονόμασε «άπειρον». Αναφορικά με το ερώτημα γιατί επέλεξε αυτό αντί για μια κοινή ουσία, π.χ. το νερό, ένα χωρίο από τον Αριστοτέλη (Φυσικά 204b 24 κ. εξ.) είναι αρκετά διαφωτιστικό. Ο Αναξίμανδρος αντιλήφθηκε ενδεχομένως μια δυσκολία στην οποία προσέκρουαν θεωρίες σαν του Θαλή: πώς, αν η πρωταρχική ουσία είναι το νερό, π.χ., μπορεί ποτέ να υπάρξει το αντίθετό του, η φωτιά,

αφού οι δύο αυτές ουσίες αλληλοεξουδετερώνονταν, Αν αυτή ήταν πράγματι η συλλογιστική του, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της εφαρμογής της ορθολογικής κριτικής στην οποία έχω ήδη αναφερθεί, ενώ και σε άλλες περιπτώσεις οι θεωρίες του φαίνεται να προκύπτουν από τη διαπίστωση πιθανών αντιρρήσεων προς τις αντιλήψεις του προγενεστέρου του. Ένα δεύτερο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η θεωρία του σχετικά με το τί συγκρατεί τη Γη. Ενώ ο Θαλής πίστευε ότι η Γη επιπλέει στο νερό, ο Αναξίμανδρος υποστήριξε ότι η Γη «αιωρείται ελεύθερα», «παραμένοντας στη θέση της επειδή ισαπέχει από όλα τα σημεία», όπως αναφέρει ο Ιππόλυτος (’Έλεγχος κατά πασών των αιρέσεων, I, 6, 3). Και εδώ, το έναυσμα για τη διατύπωση αυτής της εντυπωσιακά προωθημένης θεωρίας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διαπίστωση ότι τόσο η άποψη του Θαλή όσο και οι συγγενικές με αυτήν αντιλήψεις προσέκρουαν σε μια προφανή δυσκολία: αν το νερό συγκρατεί τη Γη, τί είναι εκείνο που συγκρατεί το νερό;

Αλλά οι πηγές μας για τον Αναξίμανδρο περιλαμβάνουν επίσης μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκε το άπειρο, περιγραφή η οποία είναι σημαντική διότι διαφωτίζει τη σχέση του με τους δύο έτερους Μιλησίους. Σύμφωνα με μια πηγή (Στρωματεῖς, έργο που αποδίδεται στον Πλούταρχο, κεφάλαιο 2), υποστήριξε ότι «αυτό που παρήγαγε από το αιώνιο [δηλαδή το άπειρο] το θερμό και το ψυχρό αποχωρίστηκε κατά τη γένεση τούτου του κόσμου και από αυτό σχηματίστηκε γύρω από τον αέρα που περιβάλλει τη Γη ένα είδος πύρινης σφαίρας, σαν φλοιός γύρω από το δένδρο»*. Όπως είδαμε, ο Θαλής πιθανότατα δεν εξέτασε τί συνέβαινε στην πρωταρχική του ουσία, το νερό. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι ο Αναξίμανδρος διατύπωσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοσμογονική θεωρία. Σε αδρές γραμμές, βασική αρχή του ήταν ότι ο κόσμος αναπτύσσεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός από ένα σπέρμα. Εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο βιολογικό μοντέλο είναι ότι επέτρεπε ενδεχομένως στον Αναξίμανδρο να παρακάμψει το ερώτημα αν οι ουσίες που βλέπουμε γύρω μας είναι ίδιες με την πρωταρχική ουσία από την οποία προήλθαν ή αν διαφέρουν από αυτήν. Ας θεωρήσουμε την ανάπτυξη ενός φυτού. Ο φαινομενικά ομοιογενής σπόρος οδηγεί στη δημιουργία πολλών διαφορετικών πραγμάτων, των φύλλων, των καρπών, των ριζών, του φλοιού κ.ο.κ. Είναι βέβαιο ότι ένας Αριστοτέλης θα έθετε εδώ το ίδιο ερώτημα που έθεσε και για τον κόσμο συνολικά: τα πράγματα αυτά είναι νέες ουσίες ή ποιοτικές μεταβολές της πρωταρχικής ουσίας; Αλλά αν ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι τα διάφορα πράγματα προέρχονται από το άπειρο τόσο φυσικά όσο το σύνολο των μερών ενός δένδρου από τον σπόρο του, ίσως πράγματι το ερώτημα αυτό να μην τον απασχόλησε. Ενώ φαίνεται να προχώρησε περισσότερο από τον Θαλή στην προσπάθεια περιγραφής της εξέλιξης του κόσμου, μπορεί, όπως και ο Θαλής, να μην είχε ούτε αυτός σαφή άποψη για το αν ένα κομμάτι ξύλο ή ένα καρβέλι ψωμί είναι ίδια στην ουσία τους με το άπειρο.

Αν η ερμηνεία αυτή είναι ορθή, χρειάστηκε να φτάσουμε στον Αναξιμένη, τον τρίτο από τους Μιλησίους φιλοσόφους, για να τεθεί με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα αυτό. Παρ’ όλο που ούτε αυτός διέθετε το κατάλληλο τεχνικό λεξιλόγιο για την περιγραφή των «ποιοτικών» μεταβολών της βασικής ουσίας ή «υποστρώματος», κατόρθωσε να δώσει μια σαφή περιγραφή των αλλαγών που υφίσταται η πρωταρχική ουσία. Κατά τον Αναξιμένη, πρωταρχική ουσία είναι ο αέρας, πράγμα που, σε μια πρώτη ματιά, μοιάζει με οπισθοδρόμηση, αφού αποτελεί επιστροφή σε μια πρώτη ουσία με υλική υπόσταση, όπως είναι το νερό του Θαλή, μετά την πιο ευρηματική πρόταση του Αναξιμάνδρου. Αλλά το σημαντικό εδώ είναι ότι ο Αναξιμένης συνδύασε μια θεωρία για την πρώτη αρχή των πραγμάτων με μια σαφή αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο προήλθαν από αυτήν, συγκεκριμένα μέσω μιας διεργασίας αραίωσης και συμπύκνωσης. Η βροχόπτωση είναι ένα παράδειγμα συμπύκνωσης του «αέρα» για τον σχηματισμό νερού, το οποίο με τη σειρά του συμπυκνώνεται για να σχηματίσει το στερεό, τον πάγο αντίστροφος, ο «αέρας», π.χ., σχηματίζεται με αραίωση του νερού μέσω εξάτμισης ή βρασμού. Αυτές οι απλές και προφανείς αλλαγές αποτέλεσαν τη βάση για τη γενίκευση του Αναξιμένη ότι όλα προέρχονται από μια πρωταρχική ουσία μέσω μιας αμφίδρομης διεργασίας συμπύκνωσης και αραίωσης. Σε αντίθεση με την ευφυή αλλά αυθαίρετη αναξιμάνδρεια αντίληψη του κόσμου ως προερχόμενου από το αδιαφοροποίητο άπειρο, η θεωρία του Αναξιμένη παρέπεμπε σε διεργασίες που παρατηρούνται και σήμερα σε φυσικά φαινόμενα.

Η εξέλιξη των απόψεων των Μιλησίων σχετικά με την πρωταρχική ουσία είναι αξιοσημείωτη κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται βαθύτερη η επίγνωση των προβλημάτων από τον έναν φιλόσοφο στον επόμενο. Η άποψη του Αναξιμάνδρου ότι η πρωταρχική ουσία είναι αδιαφοροποίητη φαίνεται να απηχεί μια προφανή αντίρρηση προς τη θεωρία του νερού του Θαλή: πώς μπορεί να δημιουργήθηκε το αντίθετο του νερού, δηλαδή η φωτιά; Η θεωρία του Αναξιμένη περί συμπυκνώσεως και αραιώσεως εξηγεί σαφέστερα τις μεταβολές που υφίσταται η πρωταρχική ουσία από την αναξιμάνδρεια σύλληψη ότι ένα σπέρμα διαχωρίζεται από το άπειρο. Όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία της επιστήμης, το περιεχόμενο των θεωριών τους φαίνεται αφελές σε μεταγενέστερες εποχές – ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη. Αλλά μέτρο του επιτεύγματος τους είναι η πρόοδος που σημείωσαν στη σύλληψη των προβλημάτων. Απέρριψαν κάθε υπερφυσικό αίτιο, πίστεψαν ότι είναι δυνατόν και πρέπει να δίνονται φυσιοκρατικές εξηγήσεις για ένα ευρύ φάσμα φαινομένων και έκαναν τα πρώτα διατακτικά βήματα για την κατανόηση του προβλήματος της μεταβολής.


* Σ.τ.Μ. Η απόδοση του αποσπάσματος προέρχεται από το: Βαμβακάς, Κωνσταντίνος I., Οι θεμελιωτές της δυτικής σκέψης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

 

* Σ.τ.Μ. Βαμβακάς, Κωνσταντίνος I., Οι Θεμελιωτές της δυτικής σκέψης, όπ.π.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s